Πότε ο θεός πεθαίνει;

Με την παρουσία του οικουμενικού πατριάρχη και του αρχιεπισκόπου Αθηνών, πολλούς ιεράρχες και πλήθος κόσμου παρουσιάστηκε στο Βυζαντινό Μουσείο, την περασμένη Παρασκευή, το βιβλίο του Αλέξανδρου Κατσιάρα Όταν ο Θεός πεθαίνει (α´ έκδ. Δόμος, Αθήνα 2003, β´ έκδοση Αρμός, Αθήνα 2008).

Το πίνεις σα νεράκι

Την εκδήλωση άνοιξε η Μάρω Βαμβουνάκη, το πνεύμα «αντιλογίας» του βιβλίου, το οποίο δημιουργικά κατεύθυνε τον θεολόγο Αλέξανδρο Κατσιάρα να φωτίσει δρόμους δύσβατους, μονοπάτια επικίνδυνα που συχνά οδηγούν σε απότομους γκρεμούς, δηλαδή σε πτώσεις ή σε περιχαρακώσεις ναρκισσιστικές.

Συγχωρείστε μου την υπερβολή που δείχνει ο λόγος μου, αλλά η θεολογία στους καιρούς μας ακούγεται σαν ένα απολίθωμα ή για να μην είμαι τόσο αφοριστικός, σαν κάτι που αφορά μια ομάδα επαγγελματιών ή τέλος πάντων τους παπάδες. Ευτυχώς, ο Κατσιάρας δεν απολογείται για κάτι. Αφήνοντας φοβίες και σύνδρομα, διχασμούς και εχθρότητες, δεν κοιτάει πίσω για να μιλήσει για δόξες και καυχήματα μιας παράδοσης που δεν έχει αντίκρυσμα σήμερα. Με το βλέμμα στο μέλλον μιλάει για το παρόν και για τα πάντα, αποφεύγοντας τον πειρασμό του ηθικισμού, δηλαδή συνταγές μαζικής σωτηρίας που αγνοούν τι σημαίνει προσωπική πρόσκληση  και ήθος που πηγάζει από μια σχέση προσώπων.

Η Βαμβουνάκη τοποθέτησε τον εαυτό της στη θέση εκείνου που έχει μείνει ακατήχητος, παρόλο που τυπικά θεωρείται χριστιανή. Μαγνητοφώνησε τις συνομιλίες τους και ιδού το αποτέλεσμα: ένας τόμος ο οποίος στην πρώτη έκδοση πλησίασε σχεδόν τις 700 σελίδες, ωστόσο στο περιεχόμενό του το πίνεις σα νεράκι. Φτάνει να είσαι διψασμένος, δηλαδή να αναζητάς ακόμη πίσω από τα αυτονόητα και τις καταφυγές του μυαλού, τις παγίδες που φτιάχνουμε για να αιχμαλωτιστούμε σε βεβαιότητες που δεν πονάνε.

Τί μας κάνει να σκεφτούμε η ανάγνωση του βιβλίου;

Παρά την αμφισβήτηση του θρησκευτικού κατεστημένου, η εικόνα του πονεμένου Ιησού ως σύμβολο εμπνέει και είναι ένα θέμα πολύ αγαπητό σε τατουάζ στις μέρες μας.

Ο τίτλος εύγλωττος, αν και δημιουργεί ερωτηματικά για τον θάνατο του θεού. Ο Άγγελος Καλογερόπουλος στη δική του κατάθεση βασίστηκε επάνω στον τίτλο για να θυμηθεί τον Νίτσε, αλλά και την αναγγελία για τον θάνατο του Χριστού. Ο Θεός πρόλαβε τον Νίτσε, θα πει. Για να συνεχίσει: Ναί, ο χριστιανισμός μιλάει για έναν θεό, ο οποίος δια του υιού πεθαίνει, ως άνθρωπος, για να αναστηθεί, ως θεός. «Πρόκειται για ένα βιβλίο κατήχησης για μυημένους και αμύητους» θα υπογραμμίσει ο Καλογερόπουλος, στο οποίο ο Κατσιάρας επέλεξε μια γλώσσα βιωματική παρά εμπλουτισμένη με αφηρημένες έννοιες, «σημερινή και χωρίς εκπτώσεις στη θεολογική ακρίβεια».

Προσθέτω: εφόσον ο θεός και η ηθική που επαγγέλονται οι «εκπρόσωποί του» είναι κατασκευές, ναι ο θεός θα πεθάνει και μαζί κάθε κτιστή εικόνα που δημιουργείται για ένα επίγειο παιχνίδι. Και αναφέρομαι  στην ταύτιση της εκκλησίας με ιστορικές δομές, με σχήματα και καθεστώτα του κόσμου τούτου, με ηθικές και κατεστημένα που δεν έχουν καμιά σχέση με το κήρυγμα της αγάπης, μιας αγάπης που δεν είναι μεροληπτική αλλά αγκαλιάζει τον εχθρό.

Στη συνέχεια, ο σοφός λόγος του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, έθεσε την ουσία του προβλήματος σε σχέση με το τι είναι η εκκλησία και ποιος είναι ο ρόλος της στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ποια είναι η ταυτότητα της εκκλησίας; «Πάντως δεν είναι ρυθμιστής της ηθικής και της εθνικής ζωής των κοινωνιών», θα τονίσει ο σεβασμιώτατος Ιωάννης.

Πληκτρολογώ όσα άκουσα από τον Ιωάννη Ζηζιούλα: «Η εκκλησία υπάρχει για να δείχνει με τον ίδιο τον τρόπο της ύπαρξής της με την ευχαριστιακή δομή της, που αντανακλά και τη διδασκαλία της, προς έναν τρόπο υπάρξεως που μεταβάλλει τον άνθρωπο από άτομο σε πρόσωπο, δηλαδή σε μια μοναδική ταυτότητα που πηγάζει από τη σχέση του με τους άλλους, που τον κάνει ον ευχαριστιακό, ελεύθερο και αγαπητικό, που βιώνει την ιστορική του ύπαρξη ως άσκηση στην ελευθερία και στην αγάπη. Με τον τρόπο αυτό η εκκλησία γίνεται εικόνα της βασιλείας του θεού, μιας βασιλείας που δεν ταυτίζεται με την ιστορία αλλά που παρά ταύτα ενσαρκώνει και νοηματίζει την ιστορία. Έτσι η ταυτότητα της εκκλησίας, με τα λόγια του Νικολάου Καβάσιλα, «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις», δηλαδή στη Θεία Ευχαριστία. Και αυτό σε κάθε εποχή και σε κάθε πολιτιτιστικό περίγυρο είναι δυνατόν και είναι το μόνο που διασώζει σταθερά διά μέσου της ιστορίας την ταυτότητα της εκκλησίας».

Συνομιλία με τον σύγχρονο κόσμο

Τη βραδιά έκλεισε ο μακαριώτατος πατριάρχης μας κ. Βαρθολομαίος. Σχολίασε ιδιαίτερα τον διαλογικό του χαρακτήρα, ως προς τη μορφή, έναν τρόπο συνομιλίας με τον σύγχρονο κόσμο. Ειδικότερα για το περιεχόμενο: Επισήμανε ότι «η εκκλησία υπάρχει όχι για να διαιρεί τους ανθρώπους  σε ομάδες αυτοδικαιουμένων αλλά να ενώνει τα διεστώτα, να μαρτυρεί έναν κόσμο μεταμορφωμένο». Τόνισε ακόμη πως «το βιβλίο εμφανίζει την εκκλησία και τη διδασκαλία της απαλλαγμένη από πολλές προκαταλήψεις… » για να καταλήξει «η προσφορά του βιβλίου στη μαρτυρία της εκκλησίας σήμερα είναι αξία αναγνωρίσεως.»

Ο χώρος του βυζαντινού μουσείου αν και εξαιρετικός ως περιβάλλον με τις καλοσυντηρημένες εικόνες να συντροφεύουν τους επισκέπτες αποδείχτηκε ασφυκτικός λόγω της μεγάλης προσέλευσης.

Ακόμη, ο κόσμος έδειχνε τρομερά την ανάγκη να χαιρετίσει πατριάρχη και αρχιεπίσκοπο, αλλά αυτό έγινε κατορθωτό μόνο από όσους ήταν στο διάδρομο της αίθουσας, από όπου πέρασαν οι καλεσμένοι. Ίσως χρειαζόταν μια φροντίδα για αυτό, κάτι δηλαδή σαν μια μικρή δεξίωση ώστε να συναντήσουν μακαριώτατο και παναγιώτατο όσοι δεν έχουν εύκολα την ευκαιρία να το κάνουν.

Συμπερασματικά θα έλεγα ότι είναι ένα βιβλίο που μας πάει μπροστά προτάσσοντας διαρκώς την έννοια και τη σημασία της σχέσης ως κλειδί για την ουσία της εκκλησίας και της θέσης της στον κόσμο σήμερα. Διαθέτει κριτική ματιά, συχνά είναι «ενοχλητικό» γιατί συζητάει ανοιχτά θέματα της ιστορικής εκκλησίας, εμπλοκές και διαπλοκές με συμφέροντα, χωρίς να θέλει να χαϊδέψει τα αυτιά κανενός.

Ίσως για αυτό αποκτά ξεχωριστό νόημα και η αφιέρωση του βιβλίου στον οικουμενικό πατριάρχη, πρόσωπο που ενσαρκώνει στις μέρες την εκκλησία που είναι υπερτοπική και υπερφυλετική, επομένως δεν ταυτίζεται μέ έναν εκλεκτό λαό αλλά με μια πραγματικότητα που αγκαλιάζει την οικουμένη, δεν κάνει διακρίσεις. Είναι το έλεος που έρχεται από το μέλλον για να δώσει νόημα στο παρόν.

Ο Ρότζερ-Ράμα

Το βαγόνι του ηλεκτρικού άδειαζε από τους επιβάτες στην Ομόνοια και δύο τύποι με βαλίτσες συνέχιζαν την κουβέντα τους χωρίς να δίνουν στην αρχή σημασία. Έμειναν μόνοι και με απορία κοιτούσαν τους άλλους που έφευγαν, ώσπου τα φὠτα έσβησαν. Δεν είχαν αντιληφθεί την απεργιακή στάση για τα νέα μέτρα της κυβέρνησης. Τους εξήγησα τι συμβαίνει και τους οδήγησα να πάρουν το μετρό για να πάνε στην στάση που ήθελαν. Συμπτωματικά είχαμε τον ίδιο προορισμό. Πιάσαμε την κουβέντα. Με ρώτησε ο ένας εάν ήμουν ευτυχισμένος ζώντας στην Αθήνα. Του είπα αυθόρμητα «ναί». Για να τον ρωτήσω με τη σειρά μου: «και τι είναι ευτυχία;» Χαμογέλασε…

Ο Κρίσνα-βρέφος μεταφέρεται από τον πατέρα του διασχίζοντας τον ποταμό Γιαμούνα (βορειοανατολική Ινδία). Το μοτίβο με τα άγρια ζώα που έχουν πλησιάσει μου θυμίζει τη βιογραφία του Αγίου Φραγκίσκου, αλλά και συναξάρια πατέρων στην έρημο που συνυπάρχουν με επικίνδυνα θηρία.

Συνεχίσαμε τη συζήτηση. Moυ σχολίασα το πολυεθνικό στοιχείο της πόλης, περιμένοντας την αντίδρασή μου. Τους είπα ότι είναι όπως στο Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη…  Έμαθα ότι κάνουν εργαστήρια για την πνευματική υγεία, γιόγκα κτλπ. Διδάχτηκαν στην Ινδία τη μέθοδο. Και σέβονται πολύ τον θεό Κρίσνα. Στο νου μου ήρθαν οι Μπητλς που είχαν ταξιδέψει στη δεκαετία του 60 στην Ινδία, σουάμι Έλληνες και γκουρού που διαδίδουν τη σημασία της κουνταλίνης. Στο τέλος είπα: υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ψάχνονται με τις ασιατικές παραδόσεις. Και πολύ καλά κάνουν. Καλύτερα να ψάχνεσαι παρά να σε πλακώνει η ταφόπετρα της καθημερινότητας (όπως θα έλεγε ο Σαββόπουλος). Ήταν ντυμένοι, όπως όλοι μας. Μη φαντασθείτε κίτρινα σαλβάρια και κόκκινες ελιές στο μέτωπο. Βέβαια, κατάλαβα ότι κάτω από το σκουφί του ενός υπήρχε ένα κρανίο ξυρισμένο. Ο άλλος με το κοντό μαλλάκι, είχε αφήσει να κρέμεται ένα χαρακτηριστικό κοτσιδάκι. Ρώτησα τη μέθοδο και  το αντικείμενο του εργαστηρίου. Μου είπαν για χαλάρωση, ύπνωση και αναδρομή σε περασμένες ζωές. Λέω:  «σαμσάρα». Εντυπωσιάζονται με το άκουσμα της λέξης. Στο ευγενικό πρόσωπo το βλέμμα τους γίνεται απίστευτα διαπεραστικό! Σχεδόν φυσικά λύνεται το ζακετάκι του ενός και αφήνει να φανούν δύο κομποσχοίνια-χαϊμαλιά. Τους φαινόταν απίστευτο να ακούσουν από Έλληνα μια αρχαία σανσκριτική λέξη, βασικότατη στην ινδουϊστική πνευματικότητα. Ρωτάω τον τύπο με το κοτσιδάκι το όνομά του. Τον λέγανε  Ρότζερ (το χριστιανικό του) και Ράμα ήταν το νέο του. Κάπου εκεί χωρίσαμε. Πρόσεξα το αρχικό γράμμα του ονόματος που είναι το ίδιο. Ρότζερ-Ράμα. Όπως και στους μοναχούς. Όταν αλλάζουν όνομα στην κουρά τους συνήθως διατηρούν το αρχικό γράμμα του παλαιού ονόματος: Αντιγόνη-Αγάπη, Ολυμπία-Ονουφρία, Αλέξανδρος-Ακάκιος, κλπ κλπ. Αυτός ήταν και ο λόγος για την ανάρτηση. Το κοινό στοιχείο Ρ.

η δεκαετία του ᾽60: ένα ορμητικό φουσκωμένο ποτάμι

Στο κεντρικό κτήριο του Μουσείου Μπενάκη παρουσιάστηκε η σημαντική έκθεση  60’s το ροκ του μέλλοντός μας με την υπογραφή του Διονύση Σαββόπουλου. Το είχα σαν εκκρεμότητα, αφού είχα δει τη μουσική παράσταση του Σαββόπουλου στο Παλλάς, αν και δεν κατάφερα να πάω στη Βουλή για μια ακόμη έκθεση για τη δεκαετία του 1960.

1969, Αράχωβα. Μια αναπάντεχη συνάντηση των Μπητλς με παραδοσιακούς μουσικούς.

Η πρώτη μου εντύπωση από την έκθεση είναι πως ήταν σα μια συμπερίληψη της δεκαετίας, ενώ οι επί μέρους ενότητες θα μπορούσαν να είναι αυτόνομες εκθέσεις οι οποίες, είμαι βέβαιος, θα μαγνήτιζαν το ενδιαφέρον του κοινού. Ποιος δεν θα ήθελε να δει περισσότερο λεπτομερειακά τα φοιτητικά κινήματα στα σίξτις, το τραγούδι στην Ελλάδα, τις τέχνες, το θέατρο, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο, αρχιτεκτονική, φωτογραφία, design, μόδα, επιστήμες και  αθλητισμό;

Ο Διονύσης Σαββόπουλος με τα Μπουρμπούλια (1969).

Μιλώ, προσωπικά, γιατί θα ήθελα να παρασυρθώ σε κάθε μια από τις προηγούμενες θεματικές και να αφιέρωνα περισσότερο χρόνο να σκεφτώ. Τη δεκαετία του 60 γίνονται τόσο πρωτόγνωρα πράγματα, διατυπώνονται τόσο καινούργια αιτήματα που αξίζει να τα δούμε σοβαρά, αλλά και να τα μάθουν οι νεώτεροι. Γιατί τότε η νεολαία έρχεται στο προσκήνιο,  με δύναμη, αποκτά πρόσωπο, καθορίζει εξελίξεις στην πολιτική, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική.

1962. Εφαρμογή του νόμου 4000. Οι αστυνομικοί περιφέρουν νεαρό κουρεμένο που φέρει σε πινακίδα το έγκλημά του:«Είμεθα τέντυ-μπόης. Πετάξαμε γιαούρτι κατά γυναικός».

Σήμερα, η σημαντικότερη επαφή των περισσότερων με τη δεκαετία του 60 είναι ο κινηματογράφος. Κάθε είδους, αλλά κυρίως ο εμπορικός, όπως λέγεται, ο οποίος όπως και τότε γαλουχεί, αν και μέσα από την μικρή οθόνη. Αλλά δεν φτάνει.

Είμαστε παιδιά μεταναστών. Άλλοι στις φάμπρικες της Γερμανίας, άλλοι στις στοές του Βελγίου, πολλοί στα καράβια, όλοι Έλληνες που ξενιτεύονται για να επιβιώσουν. Εδώ στο αεροδρόμιο του Ελληνικού για το ταξίδι στην Αυστραλία.

Χρειάζεται να αναλυθούν και να συζητηθούν φαινόμενα όπως η ποδοσφαιρομανία, ο ρόλος του στρατού, η πολιτική σκηνή, ο ρόλος της χούντας με τρόπο ελκυστικό, που να ξεφεύγει από τον διδακτισμό και τη λογική της σχολικής αίθουσας. Υπάρχουν πολλά μαθήματα και μηνύματα που είναι τόσο ζωντανά για όλους. Και επιστρέφω ξανά στους νέους, που αναζήτησαν τη γνησιότητα και την αλήθεια σε διαδηλώσεις της εποχής, διαπομπεύθηκαν ως μαλλιάδες και τεντυμπόιδες, ήθελαν να δώσουν το δικό τους στίγμα, ως κάτι μοναδικό, και όχι ως αντίγραφα του μπαμπά ή της μαμάς. Και τους οφείλουμε πολλά.

Ο Χατζιδάκις τα λέει υπέροχα το 1968: Ο γάλλοι νέοι που επαναστατούν στους δρόμους, στα δημόσια πάρκα και στις ιστορικές πλατείες δεν κάμουν Ιστορία, τραγουδούν καθώς παλιά οι πρωτοχριστιανοί τη γέννηση ενός κόσμου που θά ᾽ρθει για να ξεπλύνει τούτη τη γη από χιλιάδων χρόνων σκόνη, μίσος και μωρία.

Η γενιά της αμφισβήτησης, με τις νίκες και τις ματαιώσεις της, έδωσε κορυφαία θέση στη φαντασία, ενώ θέλησαν να βιώσουν την παραίσθηση των ουσιών.Κυρίως διεκδίκησαν έναν άλλον κόσμο που δεν θα υπακούει στη λογική του συμβιβασμού και του κατεστημένου, αλλά θα χαρακτηρίζεται από ελεύθερη έκφραση της επιθυμίας, από ερωτική αυτοδιάθεση. Μια κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο και με απλότητα. Μια πνευματικότητα και θρησκευτικότητα διαφορετική από τα δεκανίκια του συστήματος. Χωρίς διακρίσεις σε μαύρους, γυναίκες και ομοφυλόφιλους. Μακριά από τον συντηρητισμό, τον καταναλωτισμό, τους μικροαστούς και την καθωσπρεπική ηθική τους. Γενικεύω, αλλά νομίζω δεν είμαι εκτός θέματος. Όλα αυτά έγιναν για πρώτη φορά. Και για αυτό έγραψαν.

Σϊγουρα έχει σχέση ο αγώνας των ελλήνων φοιτητών με κορύφωση  τη Νομική και το Πολυτεχνείο του 70 με τα έντονα γεγονότα που είχαν προηγηθεί το 68 στη Γαλλία, το Γούντστοκ, έστω και ετεροχρονισμένα. Δεν θέλω να κάνω καμιά αξιολογική αποτίμηση. Τι κερδήθηκε και τι χάθηκε. Αυτό που έμεινε είναι το μήνυμα για έναν κόσμο καλύτερο. Πέρα από ατομικό βόλεμα. Ναί, νομίζω αυτό μου μένει ως αίσθηση ψηλαφώντας την εποχή: αγώνας για κάτι άλλο πέρα από την απλή επιβίωση…

Ο κατάλογος τεκμηριώνει εξαιρετικά την έκθεση, περιέχει κείμενα των Σαββόπουλου, Τ. Σακελλαρόπουλου, Π. Τσίμα, Λ. Λιάβα, Στ. Ελληνιάδη, Γ. Χρονά, Β. Παπαβασιλείου, Σ. Τριανταφύλλου, Μ. Κοτζαμάνη, Τ. Κουμπή, Πλ. Ριβέλλη, Γ. Τσεκλένη, Ν. Γ. Ξυδάκη, Κ. Δ. Μπλιάτκα και πολύ φωτογραφικό υλικό (από όπου και οι εικόνες της ανάρτησης).

Σε ευχαριστούμε πάτερ Διονύσιε στις στιγμές της αμηχανίας μας για το μέλλον που μας ταξίδεψες στις μέρες τις παλιές.

Στο καλό, Αντίοχε…

Είμαι συγκλονισμένος, οργισμένος και ταραγμένος για την αιφνίδια αναχώρηση του Αντίοχου. Ήταν όμορφος, γελαστός. Και ταλαντούχος. Είχε πάθος με τον στίχο και το τραγούδι. Έψαχνε το φως και δεν άντεξε η καρδιά του. Και ήταν μόλις 24. Κρίμα! Αντίο, Αντίοχε. Φιλιά στον παππού, στη γιαγιά και στη μητέρα σου. Στο καλό! Εκεί, που είναι όλα μουσική! Kαι φως που δεν σβήνει ποτέ!

Η φιλόσοφος και μάρτυς Υπατία

Είδα την ταινία Agora σε σκηνοθεσία Αλεχάντρο Αμενάμπαρ. Στο τέλος της προβολής ακούστηκε ένα ενθουσιώδες χειροκρότημα. Χρόνια είχα να ακούσω την κροτώδη επιδοκιμασία στο σινεμά. Λες και μας ακούνε οι άυλοι ήρωες… Βέβαια ήταν μόνο από έναν θερμόαιμο θεατή. Στον δρόμο σκεπτόμουν ότι η πρωταγωνίστρια Υπατία (Ρέιτσελ Βάις) μου θύμισε τη μορφή της Αγίας Αικατερίνης, η οποία παρουσιάζεται πανέμορφη στην εικονογραφία, συν το ότι ήταν φιλόσοφος. Το τελευταίο κοινό των δύο γυναικών ήταν το μαρτύριο. Η Agora τελειώνει με την Υπατία να λιθοβολείται από τους εξαγριωμένους χριστιανούς. Πεθαίνει όπως οι δολοφόνοι της πέθαιναν λίγο παλαιότερα στις αιματοβαμμένες αρένες. Τα μάτια υγραίνονται…

Ιστορία στο ημίφως

Η συνταγή της υπόθεσης είναι γνωστή και πετυχημένη: Σεξ, βία και θρησκεία. Έλληνες και χριστιανοί. Καλοί και κακοί. Τελικά, ηθικισμός. Η υπόθεση της ταινίας έχει στο επίκεντρο την Υπατία, που υπήρξε μαθηματικός και φιλόσοφος, δασκάλα, για να δείξει πόσο τέρατα ήταν οι χριστιανοί της Αλεξάνδρειας, στο τέλος του 4ου αιώνα. Και, βέβαια, πόσο καλοί ήταν οι παγανιστές, και πόσο αθώοι… Θύματα των χριστιανών που κατέλαβαν την εξουσία. Και ο επίσκοπος της πόλης, ο Κύριλλος ο ιθύνων νους για την ανηλεή καταδίωξη των άλλων.

H Υπατία έχει εμπνεύσει πολλούς συγγραφείς που την παρουσιάζουν ως σύμβολο της αρχαίας θρησκείας που σβήνει. Η χρήση της ιστορίας της Υπατίας για να εξυπηρετήσει μια προπαγάνδα φαίνεται και στο έργο του John Toland τον 18ο αιώνα. Εδώ η αστρονόμος από την Αλεξάνδρεια γίνεται το όχημα για να χτυπηθεί ο καθολικισμός από τη μεριά των προτεσταντών. Στην εικόνα: Η σελίδα τίτλου του βιβλίου του John Toland για τη φιλόσοφο της Αλεξάνδρειας (1753).

Εκτός από την αναψυχή του υπερθεάματος, εάν πετυχαίνει κάποιον στόχο η ταινία είναι να ενισχύσει τις αντιθέσεις, να τροφοδοτήσει το μίσος και να ενδυναμώσει προκαταλήψεις κατά των χριστιανών (όπως και η καταστροφή της βιβλιοθήκης της πόλης) σε ανθρώπους οι οποίοι μάλλον δεν θα κάνουν τον κόπο να ψάξουν παραπέρα για την αλήθεια, να ερευνήσουν εκδοχές της ιστορίας και να σκεφτούν επάνω σε εποχές που διαγράφεται μια κρίση που βιώνεται έντονα και στις λύσεις που επιλέγονται. Έτσι θα ισχυριστούν κάποιοι πως ναι, επιτέλους καταγράφεται η αλήθεια: η καταστροφή της αρχαιότητας ήταν έργο των χριστιανών. Και θα προσθέσουν ότι οι άγιοι ξεμασκαρεύονται και αποκαλύπτεται το πραγματικό τους βιογραφικό.

Πέρα από τη μαγεία του σινεμά η Υπατία είναι περισσότερο ένα σύμβολο μιας εποχής που σβήνει, και η ιστορικότητα του βίου της είναι κάτι που βρίσκεται στο ημίφως και ακριβώς για αυτό έχει γίνει αντικείμενο καπηλείας από συγγραφείς που γράφουν την ιστορία για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους κατασκευές.

Η Υπατία παρόλο που ήταν γύρω στα 60 όταν πέθανε εδώ εικονίζεται νέα με αθλητικό σώμα, να ακουμπάει στην αγία Τράπεζα, λίγο πριν το μαρτύριό της. Το σώμα της εκτίθεται πλέον και στο μάτι του θεατή. Έργο του Charles William Mitchell (1885) που μεταγράφει εικαστικά την περιγραφή του Charles Kingsley από το βιβλίο Hypatia or New Foes with an Old Face (1853). Laing Art Gallery (Newcastle upon Tyne).

Οι μαχητές του θεού

Αυτό που δεν μου άρεσε στην ταινία είναι ό,τι δεν μου αρέσει στις ταινίες που γενικεύουν και υπεραπλουστεύουν. Ναι, ο φανατισμός υπήρχε και θα υπάρχει σε έναν χριστιανισμό που χρησιμοποιείται δημαγωγικά από τους ισχυρούς εκπροσώπους του. Όπως και σε κάθε θρησκευτικό σύστημα που αναλαμβάνει μεσσιανικά να καθαρίσει τη βρωμιά της κοινωνίας για να έρθει το υπέρτατο καλό. Aπό αυτή την πλευρά ο στιγματισμός του φανατισμού είναι στα συν της ταινίας, αλλά και πάλι πέφτει η αίσθηση που μένει είναι η σχηματοποίηση και η έλλειψη βαθύτερου στοχασμού για τα πράγματα. Όπως θα μπορούσε να γίνει (και έχει γίνει μέσα στην ιστορία και στη λογοτεχνία) και από την αντίθετη, χριστιανική, πλευρά: η απαξίωση και καταδίκη του διαφορετικού, της άλλης θρησκείας ή απλώς δόγματος.

Στην ταινία, ακόμη, πολλοί θα παραξενευτούν με την εμφάνιση μιας μεγάλης ομάδας οιστρηλατημένων μαυροντυμένων χριστιανών, τους παραβολάνους, που δεν διστάζουν να κάψουν στο όνομα του Θεού τους ειδωλολάτρες. Οι παραβολάνοι ήταν 800 στρατευμένοι στην υπηρεσία της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Ποιοί, όμως, είναι αυτοί οι παραβολάνοι;

Ουσιαστικά επρόκειτο για ένα τάγμα νοσοκόμων που φρόντιζε όσους ήταν σε κρίσιμη ανάγκη: συγκέντρωναν όσους ήταν άστεγοι, ανάπηροι, ανήμποροι για να τους μεταφέρουν σε ασφαλείς χώρους, όπως νοσοκομεία για να μπορέσουν να τους περιποιηθούν.  Αυτός ο στρατός του αρχιεπισκόπου που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για βίαιες καταστολές φαίνεται ότι επιτέθηκε κατά των Εβραίων το 414 π.Χ. και ενέχεται στον φόνο της Υπατίας την επομένη χρονιά (τον Μάρτιο σε περίοδο νηστειών, όπως θα γράψει ο ιστορικός Σωκράτης).

Ο χριστιανισμός ως σκοταδισμός

Η μορφή της Υπατίας και κυρίως το φύλο της εμπνέει στις μέρες μας ως σύμβολο αντίστασης μιας γυναίκας σε μια κοινωνία αντρών. Όμως, από παλαιότερα, η έλλειψη αρκετών μαρτυριών, καθώς και η μη συμφωνία των πηγών έχει οδηγήσει περισσότερο στη διαμόρφωση ενός θρύλου, ο οποίος στον 18ο και 19ο αιώνα που πέρασε στη λογοτεχνία μέσα από τα φίλτρα συγγραφέων από τους οποίους ο καθένας είδε στο έργο του στην Υπατία κάτι ξεχωριστό. Ο Βολταίρος βλέπει πίσω από τον θάνατό της ένα καλοστημένο σχέδιο του Κυρίλλου. Μια άλλη εκδοχή που πρότεινε ο J. W. Draper  θέλει την Υπατία θύμα των χριστιανών γιατί ήθελαν να ελέγξουν την επιστήμη, κάτι που τροφοδότησε μια σειρά μυθοπλασιών όπου ο παγανισμός παρουσιαζόταν ως ο χώρος της επιστημονικής έρευνας, ενώ ο χριστιανισμός ως η περιοχή του σκοταδισμού και της αμάθειας. Ο Kingsley θέλει να είναι νέα όταν θανατώθηκε, γύρω στα 25 της χρόνια, αλλά υπολογίζεται ότι πρέπει να ήταν κοντά στα 60 όταν πέθανε.

Παρθένος μάρτυρας του ελληνισμού

Στην εποχή της από τους ιστορικούς ο Σωκράτης δεν αναφέρει ότι όντως ο Κύριλλος ήταν υπεύθυνος για τον φόνο της Υπατίας, όπως δεν καταλογίζουν στον Κύριλλο ευθύνες και οι αντίπαλοί του οι Νεστοριανοί. Αντίθετα, εκείνος που προωθεί την εκδοχή με την εμπλοκή του Κυρίλλου ήταν ο νεοπλατωνιστής Δαμάσκιος που έγραψε κατά τον 6ο αιώνα δημιουργώντας ένα πρότυπο θηλυκού ήρωα του αρχαίου κόσμου, όπως ήταν παλαιότερα ο Ιουλιανός.

Ωστόσο στο σενάριο της ταινίας νομίζω γίνεται εύκολα αντιληπτή η σφραγίδα που έδωσε ο Γίβων στην ιστορία της Υπατίας: μία νέα παρθένος μάρτυρας του ελληνισμού. Η αφήγηση του Γίβωνα από το βιβλίο για την Ιστορία της κατάρρευσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (1776-1788) μοιάζει με συναξάρι: «Στο άνθος της ηλικίας της και στην πιο ώριμη στιγμή της σοφίας της, η σεμνή κόρη αρνήθηκε τους εραστές και δίδασκε τους μαθητές». Ο θύτης, ο Αλεξανδρείας Κύριλλος, είναι ένας ζηλόφθων ποὺ διψάει για αίμα και βάζει στο μάτι την καθηγήτρια που έχει τόσους πολλούς μαθητές. Ωστόσο, μια τέτοια ματιά παραβλέπει το γεγονός των πολιτικών συγκρούσεων και των αντιπαραθέσεων σε ένα περιβάλλον με συγκρητισμό πίστεων και παραδόσεων με μακρόχρονη ελληνική κουλτούρα, έντονη παρουσία του εβραϊκού στοιχείου, ενώ υπήρξε και ο τόπος που γέννησε τον αναχωρητισμό της ερήμου. Σε ένα περιβάλλον που μεταμορφώνεται και μετασχηματίζεται. Με κοινότητες που δεν συνυπάρχουν πάντοτε αρμονικά, αλλά αγωνίζονται να οριοθετήσουν την ταυτότητά τους ως κάτι ξεχωριστό σε έναν κόσμο που αλλάζει.

Για περαιτέρω διάβασμα βλ. Bryan J. Whitfield, The Beauty of Reasoning: A Reexamination of Hypatia of Alexandra (The Mathematics Educator 6)