H ΠΤΟΧΗ ΑΝΘΟΠΟΛΗΣ «ΛΟΥΣΗ» ΜΕ ΤΗΝ ΙΠΕΡΟΧΟΝ ΚΑΡΔΓΙΑ

Εις τα κέντρα πολών άνθη

γυρίζει γρέα με καλάνθι.

«Άνθη λέγη πολώ μηρομένα,

προτιμήσαται εμένα».

Κάποτε ήτο πολύ μηρέα

θαβμασία υψίφονος κέ ορέα

Ήτο φοβεράς καλονής,

τόρα δεν τήν γνορίζη κανείς.

 

Ένας ώς 50 ετών,

έτρογεν συνεχώς φαγητόν

συνοδέβων ορέα γυνέκα

η ώρα περίπου θα ήτο 10.

 

Αφτή με τρόπομ πλησιάζη

κε στο τραπέζι άνθη βάζη

αφτός τα αποθή διά της χειρός

«δεν θέλομαι λέγη αφστηρός..

 

Η γρέα τότε δακρίζη,

κε λόγια σκλιρά τού ψιθιρίζη

λέγων προς αφτόν περίλυπα,

«Δεν με γνορίζης Φίλιππα;»

 

Αφτός σταματά να τρόγη,

τον ενοχλούν αφτοί οι λόγοι·

«Ποία είσε, λέγη, εσή,

γεμίζων το ποτήρι του κρασί.

 

Εκίνει αρχίζη ένα τραγούδι,

κρατών στο χέρι ένα λουλούδι.

Τότε εκίνος μελανχολή,

κε τα περασμένα αναπολή.

 

Την είχε κάνη δική του,

αλά δεν ήθελον οι δικοί του,

κε μετά τους όρκους κέ τα φιλιά

την άφισε με πεδί στην αγκαλιά.

 

Επειδή η ζοή είναι μηραία

κάνη το γιό της στην Κορέα.

Δεν αναφέρη τίποτε δι’ αφτά,

να μη νομίζει διά λεφτά.

 

Λόγον της ακριβείας είς τάς πόλεις

αφτή επανκέλετε την ανθοπώλης

συνχορεί τον πληγόσας εραστήν

διότι επρόκιτο διά σπουδαστήν.

 

Εντός ολίγου την αναγνορίζη

δίδων κάθισμα διά να καθίζη

διότι εβρίσκετο ορθή,

πλην την καρέκλαν απωθή.

 

Κε λέγη παράμερα στην άκρη,

με δισκολία συνκρατών ένα δάκρη.

«Αφόσον συνοδέβης την κηρία,

η θέσις μου είναι εδώ. Ορθεία.

 

Κι ενώ πικρά αναστενάζη,

απ’ το καλάνθι άνθος βγάζη,

λέγων υπερήφανα η διστιχισμένη,

«σας έφχομε να ζήτε εφτιχισμένοι.»

ΜΠΟΣΤ

Πηγή: Μπόστ, Τό λέφκομά μου, Καστανιώτης, Αθήνα 1996.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s