βγάλε από μέσα σου το Εγώ που πεθαίνει και βάλε το Εμείς, που είναι αθάνατο… του Βασίλη Ρώτα

«Θανάτῳ θάνατον…» λέγεται το κείμενο που έγραψε ο αριστερός Βασίλης Ρώτας τη δύσκολη χρονιά της Γερμανικής κατοχής, του 1943. Με αφορμή το Πάσχα μιλάει απλά για το θάνατο και το φόβο του σε μια εποχή με απίστευτη πείνα, στέρηση και πολύ πόνο. Πραγματικό πόνο, όχι φαντασιακό… Με τον τρόπο του ο Ρώτας αφυπνίζει και κυρίως εμπνέει. Και θεολογεί. Την επόμενη χρονιά ανέβηκε στο βουνό, στην αντίσταση. Το αντιγράφω με ελάχιστες ορθογραφικές διορθώσεις. ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΜΟΥ. ΜΕ ΖΕΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ.

Ημέρες που είναι ας το γυρίσουμε λίγο και στη μελέτη των ψυχών μας, δηλαδή στη μελέτη του θανάτου. Σήμερα είναι η ξέχωρη ημέρα του θανάτου για τους χριστιανούς. Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, που λέει κι ο λαϊκός θρήνος. Ώς που ν᾽ ακούσουμε το περίλαμπρο αναστάσιμο μήνυμα: «Ο Χριστός αναστήθη απ᾽ τους νεκρούς, το Θάνατο με θάνατο πατώντας και στους πεθαμένους ζωή χαρίζοντας».

Ο θάνατος, αυτός καθαυτός, δεν είναι ατομική πείρα, κάτι που να τόχουμε δοκιμάσει και να ξέρουμε την ουσία του. Κανείς απ᾽ όσους πέθαναν δεν ξαναγύρισε στη ζωή να μας εξηγήση, τουλάχιστο να μάθουμε τί λογής φαινόμενο είναι αυτό, τί γέψη έχει, τί λογής πόνο ή γλύκα προκαλεί. Ώστε η ιδέα που έχουμε, για το θάνατο είναι μόνο φόβος ἀπ᾽ τό άγνωστο. Μπαμπούλας που μας σκιάζει, μπαμπούλας καθαρά νοητικός, ανησυχία του λογικού μας Εγώ, που βλέπει σαν σε όνειρο, μια τρύπα σκοτεινή κάπου. Ένα προαίσθημα από ένα άγνωστο κακό που παραμονεύει στο δρόμο της ζωής μας.

Ο φόβος του θανάτου είναι ζήτημα ολότελα ατομικό και πρωτόγονο. Τα παιδιά και οι άγριοι φοβούνται το θάνατο, φοβούνται δηλαδή το σκοτάδι, τα κοιμητήρια, τους σκελετούς κλπ. Όσο για τον ατομικό του θάνατο που χρωστάει ο καθένας θνητός, είναι ατομική υπόθεση, όσο και ένας πόνος, που πρέπει εκείνος που τον έχει να τόνε περάση μόνος του και «ξένος πόνος άπονος», λέει μια παροιμία.

Ο άνθρωπος πεθαίνει, η ανθρωπότητα δεν πεθαίνει. Η ανθρώπινη κοινωνία ούτε τόνε ξέρη το θάνατο ούτε τόνε λογαριάζει, παρά μόνο σαν φυσικό φαινόμενο. Συχνά θανατώνει μάλιστα τα άτομά της με αδιαφορία, σαν να κόβη τα νύχια της. Με το θάνατο πολιτεύεται όπως και με όλα τα φυσικά φαινόμενα, για χάρη της ζωής. Έτσι οι κηδείες, τα νεκροταφεία, οι λατρείες των νεκρών και τα σχετικά με τον θάνατο νομοθετήματα αφορούν την κοινωνική υγεία και τάξη, όπως και με το γάμο, τη γέννηση κλπ.

Επειδή ο θάνατος είναι χαμός κάποιου προσώπου, η σχέση που είχαμε μ᾽ αυτό το πρόσωπο, δηλαδή το συμφέρο μας κάνει να πονούμε, άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγώτερο, για το θάνατο του συνανθρώπου μας. Χαιρόμαστε μάλιστα αν ο πεθαμένος ήτανε εχτρός μας. Τέλος η εντύπωση που μας κάνει ο θάνατος του άλλου κρέμεται κι από τη πρόληψη, τη συνήθεια, τη διάθεση της στιγμής. Οι γιατροί, οι νοσοκόμοι, οι παπάδες, οι νεκροθάφτες δεν παρασυγκινούνται από τους πεθαμένους. Ώστε μένει ο φόβος που νιώθει ο καθένας από το θάνατο που έχει να περάση ο ίδιος, το θάνατο τον ατομικό του.

Ο φόβος από το θάνατο είναι ατομικό φαινόμενο, όπως όλα τα καθαρά ατομικά και εγωιστικά φανερώματα. Ο Παλαμάς έχει κάνει ένα πολύ χιουμοριστικό ποίημα με τον τίτλο: «Η χώρα που δεν πεθαίνει». Περιγράφει την αγωνία ενού που ψάχνη νά ᾽βρη μια πολιτεία, όπου οι άνθρωποι να μην πεθαίνουνε. Βρίσκει τέλος μια, όπου δεν πεθαίνουνε οι άνθρωποι, έτσι όπως πεθαίνουνε σ᾽ όλη την οικουμένη, παρά έχει εκεί ένα κάστρο σκοτεινιασμένο, απ᾽ όπου κάθε τόσο ακούγεται μια φωνή που καλεί έναν-έναν από τους κατοίκους. Εκείνος που ακούει τ᾽ όνομά του ανεβαίνει στο κάστρο και χάνεται. Μ᾽ αυτό τον τρόπο προσπάθησε ο ποιητής  να παίξη με τον ατομικό φόβο του θανάτου.

Πόσο κωμικός είναι ο φόβος από το θάνατο, φαίνεται από τη στάση που παίρνει απέναντι σ᾽ αυτόν η κοινή γνώμη. Η κοινή γνώμη περιφρονεί, κοροϊδεύει, κι ελεεινολογεί εκείνους που φοβούνται να πεθάνουν. Η κοινή γνώμη απαιτεί από τα άτομα να δείχνουνε ηρωισμό μπροστά σ᾽ αυτό το φαινόμενο. Γι᾽ αυτό θαυμάζει, ακόμα κ᾽ έναν ληστή, όταν αυτός αντικρύζη με θάρρος την καρμανιόλα. Ενώ γελάει με την καρδιά της, όταν βλέπη έναν μελλοθάνατο να τρέμῃ και να λιγοθυμάη μπροστά στο θάνατό του.

Το θάνατο τόνε φοβούνται τα παιδιά, οι άγριοι κι οι εγωιστές. Οι εγωιστές είναι σαν παιδιά και σαν άγριοι, γιατί βλέπουνε τη ζωή με το μάτι του Εγώ, που είναι μικρόχαρο και μυωπικό κι όλο σκιάζεται, όπως το μάτι του άγριου ζώου.

Ο εγωιστής είναι κοντόφθαλμος και δειλός σαν λαγός. Νιώθει την ύπαρξή του σαν ίσκιο και φοβάται ολοένα μη χαθή μέσ᾽ στό σκοτάδι, μόλις σβύση το φως. Η όρασή του είναι μικρή, περιορισμένη σε πράματα κοντινά, μικρά και τιποτένια.

Για ν᾽ αποχτήση κανείς το θάρρος της ζωής και ν᾽ αδιαφορή για το θάνατο πρέπει να σκοτώση μέσα του το Εγώ, που είναι σάν όγκος μέσα στον οργανισμό. Όμως η εγχείρηση αυτή πονάει και δεν είναι εύκολο να την αποφασίση κανείς. Οι περισσότεροι προτιμάνε να χαϊδολογάνε με γιατροσόφια τον όγκο τους αυτόν και ζούμε καθημερινά με το φόβο του θανάτου.

Ο όγκος στο σώμα και το Εγώ στην ψυχή, επειδή πονούνε ολοένα, θέλουνε λάτρα και χάιδεμα και καταπλάσματα όλη την ώρα. Ενώ, αν αποφασίση κανένας την εγχείρηση, τότε έχει ελπίδα να γλυτώση μια και καλή. Θα πονέση μια στιγμή με το νυστέρι αλλά ύστερα, αφού βγη το κακό και ξεπρηστή ο ογανισμός από το Εγώ ή από τον όγκο βλέπει ο άνθρωπος την υγειά του και είναι χαρούμενος. Γι᾽ αυτό βγάλε από μέσα σου ο Εγώ που πεθαίνει και βάλε το Εμείς, που είναι αθάνατο, για να λυτρωθής από το φόβο του θανάτου και να ζήσης ζωή… χαρισάμενη.

Οι εγωιστές έχουνε την πλανημένη γνώμη πως μπορούνε να βρούνε τη λύτρωση θυσιάζοντας κάτι άλλο ή κάποιον άλλον. Έτσι έχει γεννηθή η πρόληψη της θυσίας στους πρωτόγονους λαούς και βαστάει ώς τα σήμερα. Γι᾽ αυτό οι εγωιστές κάνουνε θυσίες, ανάβουνε κεριά, σφάζουνε ζώα ή και ανθρώπους νομίζοντας πως ο θάνατος του άλλου αρκεί για να γλυτώσουνε αυτοί το τομάρι τους. Ακόμη και το «θανάτῳ θάνατον πατήσας» το εξηγούνε όπως τους συμφέρει, για να χαϊδολογήσουνε τον πόνο από τον όγκο του Εγώ που έχουνε μέσα τους. Ο καθένας όμως έχει να πατήση τον Θάνατο με τον θάνατο του Εγώ του. Μόνον αυτή η εγχείρηση φέρνει σωτηρία. Γιατί μόνον όσοι βλέπουνε τη ζωή με το μάτι του Εμείς μόνον αυτοί είναι άντρες και πολιτισμένοι. Αυτοί ούτε φοβούνται το θάνατο, ούτε τόνε λογαριάζουνε και και ζούνε χαρούμενοι σαν θεοί.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ

εφημ. Πρωία, 23 Απριλίου 1943

Advertisements

4 thoughts on “βγάλε από μέσα σου το Εγώ που πεθαίνει και βάλε το Εμείς, που είναι αθάνατο… του Βασίλη Ρώτα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s