Κατακαλόκαιρο φορά μια καπαρντίνα, και από μέσα ο Ναπολέων είναι ολόγυμνος.

 Έτσι, ντυμένος, ο ποιητής, πάει να πιει στην ταβέρνα του Γιώργη του Μιχαλάκου του κουλού. Έχει περάσει τα 50. Το κείμενο που θα διαβάσεις πιο κάτω που μιλά για τη φαυλοκρατία και την ανθρώπινη κτηνωδία σίγουρα του δίνει μερικά φράγκα για λίγο φαγάκι και κυρίως για μερικά ποτήρια ρετσίνα. Ίσως, αν του περίσσευε κάτι, νά κάπνιζε ναργιλέ σε κανένα υπόγειο. Προσπαθεί να ξεχάσει αλλά η ιδέα του θανάτου τον έχει κυριεύσει. Ίσως επειδή είναι η μοναδική απόλυτη αλήθεια…

 

Τίποτα πια της γης δεν απομένει,

–κι ο Αρχάγγελος υψώνει τη Ρομφαία:

της γης η σκιά, για πάντα διαλυμένη,

μέσα σε μια Αλήθεια Κορυφαία! («Θάνατος», 1943)

 

Πέρασα, το 2006, την πόρτα του σπιτιού του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη όταν ο Χρήστος Κανελλόπουλος έστησε την ευφυή παράσταση Καρδιά με κόκκαλα για τη ζωή του, στην αυλή του καταπληκτικού αλλά ερειπιώδους νεοκλασικού στα Εξάρχεια. Κουντουριώτη και Οικονόμου. Είναι η γειτονιά με την ταβέρνα «Παράδεισος» που γυρίστηκε η Στέλλα με τη Μερκούρη και τον Φούντα.

Με λύπη μου διαπίστωσα ότι ο Μάριο Βίττι του αφιερώνει λίγες γραμμές, μιλώντας μάλλον απαξιωτικά στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Ο Γιώργος Ιωάννου που έζησε τη δεκαετία του 1970 κοντά στο σπίτι του, νομίζω, αποκαθιστά, σε αρκετό βαθμό, χωρίς σεμνοτυφίες και ντροπές, μια βιογραφία του. Κοντά σε αυτήν, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να δει την εξαιρετική κριτική ματιά του Α.Β. Στρατή για τη ζωή και την τύχη του έργου του. Εξαιρετική δουλειά εχει γίνει στον ιστότοπο http://www.sarantakos.com/liter/lapathiotis.html όπου υπάρχουν θησαυρισμένα ποιήματα, κείμενα, συνεντεύξεις, πηγές του έργου του και βιβλιογραφία.

Ο Λαπαθιώτης, ο συνομιλητής του Καβάφη, ήταν προκλητικός για την εποχή του, όπως σκανδαλίζει και τον σύγχρονο ηθικισμό με τα τολμηρά του αισθησιακά ποιήματα. Ζήτησε, το 1927 από τον αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο, με ιδιόχειρη επιστολή, να διαγραφεί από το εκκλησιαστικό ποίμνιο, ήταν φιλοβενιζελικός αλλά συμπαθούσε το κομμουνιστικό ρεύμα, και ο κόσμος του περιθωρίου ήταν για εκείνον μια οικεία πραγματικότητα. Η τεράστια βιβλιοθήκη του έχει μυθική υπόσταση, ήταν επηρεασμένος από το συμβολισμό, γενικά διαχώριζε τη θέση του με τους παλαιούς λογοτέχνες, ενώ ταυτόχρονα ήταν οπαδός της ελληνικότητας. Στο περίφημο Μανιφέστο του έγραφε, το 1914: «Καλώ το Νέο Ελληνικό Πνεύμα να συνεργαστεί μαζί μου στο γκρέμνισμα των Ψεύτικων Ειδώλων που κυριαρχούν, χάρη στην εγκληματική μας νωχέλεια κι αδιαφορία, κι αντιπροσωπεύουν στην Ευρώπη τη Διανοητική μας Παραγωγή, εμποδίζοντας έτσι το Ξεφανέρωμα των Γνήσιων Ελληνικών Ζωτικών Δυνάμεων».

Ακολουθεί το κείμενο όπου ο Λαπαθιώτης ως αντιπρόσωπος της γενιάς του, μιλά για τους νέους που γεννήθηκαν στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Από τη βιογραφία του ξέρουμε ότι αυτή την περίοδο ζει σε τραγικές συνθήκες και είχε περιορίσει στο ελάχιστο τις ανάγκες του. Ωστόσο, μέσα από τη στήλη της εφημερίδας βρίσκει το κουράγιο και μιλά για μια νέα ηθική, μια νέα θρησκεία οίκτου, αισθάνεται να γεννιέται μέσα από τα ερείπια της Ελλάδας μια νέα νοοτροπία: «πιστοποιώ φαινόμενα ψηλαφητά», θα τονίσει μέσα σε ένα κλίμα αισιοδοξίας. To μήνυμα: ενεργητική στάση στη ζωή και τον κόσμο.

Δεν δούλεψε ποτέ, και αφού πούλησε σερβίτσια, οικογενειακά τιμαλφή κι ένα οικόπεδο στην Πάτρα, οι στερήσεις της κατοχής και ο θάνατος των δικών του φαίνεται ότι επηρέασαν τον ψυχισμό του. Το 1944 αυτοκτόνησε στον πρώτο όροφο του νεοκλασικού. Ζήτησε να μείνει τρεις μέρες άταφος λόγω του φόβου για νεκροφάνεια. Η κηδεία του έγινε με έρανο. Είδε το φως της ζωής το 1888.

 

 

Το πρόβλημα της νέας γενεάς.

Του κ. Ναπολέοντος Λαπαθιώτη

 Ο φιλόσοφος που ζη πάντα στα βάθη μας, και παρακολουθεί, παρατηρεί, κρίνει, συγκρίνει, ψάχνει, συμπεραίνει –για την ατομική του ευχαρίστηση, και καμμιά φορά και για των άλλων, γιατί απ᾽ αυτόν τον αφανή, σιωπηλόν, αυτόματο φιλόσοφο προβάλλε κι ο ευρύτερα γνωστός, αυτός που γράφει, φαίνεται κι εκφράζεται- βλέποντας το θέαμα του τόπου μας, την ηθική του πλήρη αθλιότητα, και την κοινωνικήν εξάρθρωσή του, που είναι αναπόφευκτη συνέπεια κάθε πολεμικής περιπετείας, είναι φυσικό πολύ και δίκαιο να προοιωνίση μέλλον άθλιο και για τη μέλλουσά μας γενεά, αυτή που έζησεν ή μάλλον που γεννήθηκε κατά το διάστημα του δράματος, κι ανεπτύχθη μές στο περιβάλλον του –αυτή που, μη γνωρίζοντας τα πριν, που γνωρίσαμε εμείς, οι ωριμότεροι, γνώρισε τη ζωή μές᾽ στο σχολείο του, μές᾽ στη διαστροφή των χαρακτήρων, μές᾽ στους εγωισμούς και μές᾽ στα πάθη, μές᾽ στην αποσύνθεση των πάντων την αταξία.

Κι όμως, ο φιλόσοφος που θα ᾽κρινε μ᾽ αυτό τον κάπως βιαστικό, το γρήγορο, τον ελαφρό και στοιχειώδη ρόπο θα έσπευδε πολύ στις προφητείες του, και θ᾽ αστοχούσε στα πορίσματά του. Τόσο η μορφή των γεγονότων, η ψυχολογία των ανθρώπων, η μυστηριώδης αντενέργεια, επίδραση και αλληλεξάρτηση αιτιών και αποτελεσμάτων, είναι σκοτεινή κι ανεξιχνίαστη…

 Ένας νόμος, μέγας κι αδυσώπητος, στον οποίον φαίνεται να τείνη και να επαναπαύεται η φύση, είναι ο νόμος της ισορροπίας: κάθε πτώση σ᾽ ένα σημείο, εξυπακούει μιαν ανύψωση, σε άλλο, κάθε πρόσθεση ζητεί κάποιαν αφαίρεση, κάθε «όχι» συνεπάγετ᾽ ένα «ναί», κάθε όλεθρος και μια δημιουργία. Κι έτσι ο νόμος ικανοποιείται – βασιλεύει και αποκαθίσταται ο μέγας νόμος της ισορροπίας. Η ζυγαριά δε σάλεψε καθόλου απ᾽ τη θέση της…

Σύμφωνα μ᾽ αυτό, τον ίδιο νόμο, πρέπει, νομίζω, καθετί να κρίνεται. Και το συμπέρασμα που έβγαλε πιο πάνω ο κάπως βιαστικός φιλόσοφός μας, δε μπορεί να λογισθή αλάθητο, αν δεν έχη βγη υπό το πρίσμα το θεωρητικό, αυτού του νόμου.

Είν᾽ ενδεχόμενο, λοιπόν, η νέα γενεά μας να υποστή το βάρος της ζημίας και τις ανεπιθύμητες συνέπειες ενός παρόντος που την καταθλίβει, και ν᾽ αποβή ο κληρονόμος, ο απαίσιος, πάσης φαυλότητος και πάσης κτηνωδίας –και το ισοζύγιο του νόμου να επέλθη κατά κάποιον άλλον τρόπο, και υπό άλλην εντελώς μορφή. Είναι, όμως, άλλο τόσο πιθανό, -και μάλιστα απείρως πιθανώτερο, καθώς εγώ, τουλάχιστον, πιστεύω- να παρουσιάση αντιδράσεις, ηθικές, φυσιολογικές, τόσον ισχυρές και απροσδόκητες, ώστε αυτή, με την ανύψωσή της, να επανορθώση με τον τρόπο της, την ανωμαλία κάθε πτώσεως, που υφίσταται, τις μέρες που περνούμε. Γιατί κι η κοινή μας παροιμία «απ᾽ αγκάθι βγαίνει ρόδο, κι από ρόδο βγαίνει αγκάθι», κάποια τέτοια ηθικά απρόοπτα, -αν και μ᾽ άλλη σημασίαν, ειδικώτερη,- μοιάζει, γενικά, να υπαινίσσεται, χωρίς, βέβαια, και να τα συσχετίζη με το νόμο της «ισορροπίας», που θέλω μάλλον να τα συσχετίσω.

Τέτοια λοιπόν απρόοπτα, τέτοιες βαθειές «εκπλήξεις», μας επιφυλάσσει η ζωή, μπορεί να πη κανείς, σχεδόν σε κάθε βήμα. Φαινομενικά, όμως, απρόοπτα, ηθελημένες ανακολουθίες, – από μέρους, εννοώ, της Φύσεως – που αποβλέπουν, αν κανείς τα ερευνήση, σε κάποια μυστικήν αποκατάσταση, σε κάποιο υστερώτερο διόρθωμα μια άλλης σχετικής ανωμαλίας, και που επαναφέρουν στο ρυθμό τα διαταραχθέντα οπωσδήποτε, της καθολικής, θεμελιώδους εκείνης αρχικής ισορροπίας. Ίσως μάλιστα, κι η ίδια η Ζωή, – έτσι καθώς τη δέχεται μια κοσμοθεωρία που την ασπάζεται απόλυτα κι ο Πόου, στο καταπληκτικό εκείνο «ποίημα» (έτσι θέλει να το θεωρούμε στην εισαγωγή, που του προτάσσει), στο μεγαλειώδες, μνημειώδες, λυρικοεπιστημονικό κι αλλόκοτο εκείνο «εύρημά» του – να μην είναι, κατά βάθος, τίποτ᾽ άλλο, παρά μια κίνηση για την αποκατάσταση μιας, γι᾽ αγνώστους τώρα λόγους, φυσικά, διασπασθείσης Πρώτης Αρμονίας…

Ώστε δεν οφείλουμε ν᾽ απαισιοδοξούμε – ούτε καν απλώς ν᾽ ανησυχούμε. Υπάρχουν, μάλιστα, και λόγοι σοβαροί, που να μας επιβάλλουν, τουναντίον, ένα είδος αισιοδοξίας: Είναι πιθανώτατο η νέα γενεά μας – αυτή που μόλις άνοιξε τα μάτια στη ζωή, κι αντίκρυσε για πρώτο θέαμά της, όλην αυτή την τραγικήν ωμότητα, αυτόν τον δίχως χαλινό τυφλόν εγωισμό, την πώρωση την ηθική και την αναλγησία, τη βουλιμία και το πάτημα σε πτώματα, που εηυπονοεί και συνεπάγεται ο τωρινός «μαυραγοριτισμός» -αντί να τα δεχθή αυτά σα νόμους, να υποκύψη, να συμμορφωθή, εξ εναντίας, ν᾽ αντιδράση ψυχικά, ν᾽ αγανακτήση, να εξαναστή και ν᾽ αγκαλιάση νέα σύμβολα ζωής – τα σύμβολα μιας νέας ηθικής, μιας ίσως, πιο αγνής θρησκείας, θρησκείας οίκτου, φιλανθρωπισμού, καθήκοντος, στοργής και τιμιότητος – και να προσδώση στις παλιές εκείνες λέξεις, που έχουν ξεθωριάσει κι ατονήσει, ένα καινούργιο χρώμα απροσδόκητο, κι αναπάντεχην αξία, που δε μπορούμε να υπολογίσωμεν, μήτε κι απλώς, να πούμε, από τώρα! Συμπτώματα αυτής της αντιδράσεως – μ᾽ όλες τις έννοιες της λέξεως αυτής – βλέπω ήδη γύρω καθαρά, χαρακτηριστικά διαγραφόμενα, σε τόσες εκδηλώσεις της ζωής, όχι μόνο της ατομικής, που πιθανόν να είναι κι εξαιρέσεις, αλλά και της πλατειά κοινωνικής, της ομαδικής και γενικώτερης. Πιστοποιώ φαινόμενα, σχεδόν ψηλαφητά, που προαγγέλουν διαρκώς την επικράτηση μιας νέας, εντελώς, νοοτροπίας, βασιζομένης σε στοιχεία υγιέστερα, από εκείνα που διεμορφώθη κι απεκρυσταλλώθη η δική μας… Το μέλλον, άλλως τε, αυτό, δεν είναι μακρυά, κι αν σφάλλωμε ελπίζοντας, θα μας το δείξη σύντομα.

Ίσως κι αυτή μας η δοκιμασία να ήταν αναγκαία κι απαραίτητη για έναν νέον ηθικό συντονισμό, που χωρίς εκείνην ή θ᾽ αργούσε, προσμένοντας μιαν άλλην ευκαιρία, είτε θα ήταν δύσκολο να ολοκληρωθή και θα μας ερχόταν βαθμηδόν, τμηματικά και παραμορφωμένα. Μπορεί να μην ερχόταν και καθόλου.

Και καταλήγει κανένας στο συμπέρασμα, όποιο λοξό δρόμο και να πάρη, ότι το καλύτερο απ᾽ όλα – και το μόνο, το μοναδικό που μπορούμε, άλλως τε, να κάνωμε- είναι ν᾽ αποδεχώμαστε, με κάθε εμπιστοσύνη το κάθε τι που μας συμβαίνει στη ζωή, όχι μόνον απλώς σαν αναπόφευκτο, αλλά σαν ένα μέρος του προγράμματος της γενικής πορείας των πραγμάτων και να υποτασσώμεθα αγόγγυστα και δίχως πολλά σχόλια, σ᾽ αυτό –βέβαιοι πως κάθε κίνησή μας – κι η πιο μικρή παρέκκλιση απ᾽ την ευθυγραμμία- θα προκαλέση κάποια άλλη τέτοια, της μοιραίας επαναφοράς, της επανόδου στο κανονικό! Πότε και πώς – αυτό είν᾽ άλλο ζήτημα! Για μας αρκεί αυτή η διαπίστωση, για την ηθική μας ανακούφιση, για την πνευματική μας ηρεμία – ή θάπρεπε τουλάχιστον ν᾽ αρκή…

Μ᾽ έναν τέτοιο τρόπο, βέβαια, του σκέπτεσθαι, ίσως κανένας οδηγείται, ανεπαίσθητα, σ᾽ ένα είδος αδρανούς μοιρολατρείας, κάπως άτοπης, και καταδικαστέας, – αλλά και τούτο δεν συμβαίνει ακριβώς: γιατί, αν η κλασσική μοιρολατρεία, η παθητική υποταγή μας στο ανατολίτικό «κισμέτ», ενέχη χαρακτήρα αδρανείας, κι αδιαμαρτύρητης ναρκώσεως των ζωτικών ενεργειών του υποτασσομένου μας «εγώ. – εξεναντίας, η εμπιστοσύνη στη φορά την ίδια των πραγμάτων, η ζωντανή μας αισιοδοξία, είν᾽ ένα υγιέστατο μαστίγωμα των λανθανουσών μας αντιδράσεων, μιαν εμπνοή σωτήρια ζωής, που μας σπρώχνει στο να συντελούμε κι εμείς με όλες τις βαθύτερες δυνάμεις μας, συντονισμένες, άγρυπνες κι ακράτητες, σ᾽ αυτό το έργο της επανορθώσεως, της επανόδου στην «ευθυγραμμία», αφού αυτή η Φύση δε μας έταξε σιωπηλούς, μονάχα θεατές κι απλούς σχολιαστές των συμβαινόντων της, αλλά συνειδητά, θερμά, παλλόμενα και πρωταγωνιστούντα όργανά της…

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Εφημ. Πρωία, 19 Αυγούστου 1943

Και για την αντιγραφή ardalion

 

 

Σύνδεσμοι: Πολλά ποιήματα, σύνοψη υλικού πηγών για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

 Βιβλιογραφία, και άλλο υλικό στην ιστοσελίδα του Κομνά 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s