μ.Χ. Η πορεία του Βασίλη Αλεξάκη στην Ορθοδοξία και το Άγιον Όρος

Ίσως, επειδή έχει δηλώσει «άθεος», διάβασα με λαχτάρα το νέο βιβλίο του Βασίλη Αλεξάξη μ.Χ. (Εξάντας, 2007). Κι απογοητεύθηκα. Ο Αλεξάκης είχε μια χρυσή ευκαιρία να μιλήσει για τη μοναστική ζωή με έναν φρέσκο τρόπο αλλά εγκλωβίστηκε σε μια σειρά από στερεότυπα για τον χριστιανισμό στην ιστορική του διάσταση και  για την καλογερική, μια επιλογή ζωής που θα μένει ακατανόητη για τους ανθρώπους της πόλης που υπερασπίζονται θεσμούς, τα πάτρια και τα όσια, είτε προέρχονται από την εθνικιστική μερίδα είτε αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί που θέλουν να φωτίσουν τους αγράμματους Έλληνες.

Γράφω καλόπιστα, και είμαι βέβαιος ότι το ταξίδι του κεντρικού ήρωα φοιτητή στο Βυζάντιο και στη συνέχειά του, στη μοναστική πολιτεία του Άθωνα είναι η πορεία του ίδιου του συγγραφέα σε έναν κόσμο που αγνοούσε είτε βρισκόταν σε απόσταση. Ο ίδιος εξάλλου έχει δηλώσει στην Ελευθεροτυπία: «Αυτή τη φορά ανακαλύπτω τους προσωκρατικούς, την ορθοδοξία και το Αγιον Ορος.»

Η ανακάλυψη του Αλεξάκη που εκφράζεται στο τελευταίο του βιβλίο μέσα από μια έρευνα για του νεαρού υποψήφιου διδάκτορα για τον αδελφό της σπιτονοικοκυράς του Ναυσικάς που είχε καταφύγει στο Όρος, και είχε εξαφανιστεί από τον κόσμο, είναι μια περιπλάνηση με παρατακτικά γεγονότα από έναν συγγραφέα που δεν χαλάρωσε, δηλαδή δεν αφέθηκε στο πλούσιο υλικό του, φιλτράροντας τα πάντα με προκαταλήψεις από τις οποίες απελευθερώνεται προς το τέλος της αφήγησης.

Ο φοιτητής από την Τήνο βιώνει το παρόν του μέσα από τις μορφές δύο γυναικών: της κυρίας Ναυσικά Νικολαΐδου που του αναθέτει την αποστολή και της μητέρας του. Και οι δύο είναι από την Τήνο και είναι θρησκευόμενες. Στο δρόμο του θα βρεθεί και μια τρίτη. Η μορφή της Παναγίας ανακαλείται σε διάφορα σημεία των διηγήσεων, αφού είναι το πρόσωπο που συνδέει τον τόπο καταγωγής του με τον τόπο που πρόκειται να γνωρίσει, το περιβόλι της.

Αρχαιολατρεία και κλισέ

Το ζήτημα τί ήταν το Άγιο Όρος πριν γίνει κατοικητήριο των μοναχών είναι ένα κυρίαρχο θέμα στο βιβλίο. Ο ήρωας σκανδαλίζεται από το γεγονός ότι δεν έχουν γίνει ποτέ ανασκαφές στη χερσόνησο του Άθω. Και ακόμη το τί έγιναν τα κειμήλια που βρέθηκαν εκεί είναι ένα ζήτημα που προκαλεί ερωτηματικά. Eξάλλου, η αντίθεση Ελληνισμού και Εκκλησίας, φιλοσοφίας και θεολογίας, θεωρήθηκε και το κλειδί να προσελκυστεί ο αγοραστής του βιβλίου που θα διαβάσει το οπισθόφυλλο. 

Μικρές ιστορίες υποτίθεται ότι τεκμηριώνουν την προβληματική σχέση των αγιορειτών με τον αρχαίο κόσμο, όπως όταν στο Υπουργείο Πολιτισμού  ένας μοναχός έφτυσε στα μούτρα μια αρχαία θεά αφού πρώτα προσπάθησε να ρίξει κάτω το άγαλμα της.

Γενικά, φράσεις κλισέ χρησιμοποιούνται από τα πρόσωπα είτε στην αφήγηση με τρόπο απαξιωτικό:

Οι μοναχοί κατά κανόνα πάντα κάτι ζητούν.

Οι μοναχοί δεν σκέφτοναι. Προσεύχονται.

Ο θεός δεν αγαπά τη φιλοσοφία.

Οι άγιοι δεν έχουν τίποτε να μας μάθουν. Τους αρκεί να επαναλαμβάνουν πράγματα γνωστά.

Οι μοναχοί αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στο διαδίκτυο παρά στην προσευχή.

Κανείς δεν διαβάζει εφημερίδες εδώ [στο Όρος].

Το Όρος είναι ένα αυστηρό σχολείο που σου μαθαίνει να μη θυμάσαι, να μη σκέφτεσαι, να μην έχεις γνώμη και, φυσικά, να υπακούς.

Η ζωή είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους νέους, που συχνά απελπίζονται και όχι σπάνια αυτοκτονούν

Οι μοναχοί είναι πάντα με το μέρος των ισχυρών.

Ακόμη παρατηρούνται παρανοήσεις για τον γιορταστικό χαρακτήρα του ορθόδοξου έτους: «Οι μέρες των χριστιανών δεν διαφέρουν η μια από την άλλη. Εϊναι όλες μέρες Θεού.»

Και ακόμη υπεραπλουστεύσεις όπως «η βυζαντινή γραφή απορρίπτει την αρχαιότητα, αναγγέλει την έλευση ενός νέου κόσμου».

Υπονοούμενα 

Σε ορισμένα σημεία διατυπώνονται απόψεις για τη σεξουαλικότητα των μοναχών, όπως ότι δεν υπάρχουν σε όλα τα μοναστήρια το ίδιο ομοφυλόφιλοι, ενώ άλλες φορές συνδυάζονται με συγκρίσεις της θέσης της καθολικής εκκλησίας που απαγορεύει τον γάμο στους κληρικούς της. Ωστόσο, στο κείμενο παρεισφρύουν υπονοούμενα περί παιδοφιλίας, τα οποία μόνο δυσάρεστες εντυπώσεις και κυρίως λύπη μου προκαλούν: «Ο Άγιος Αθανάσιος απαγόρευε ήδη στους υποτακτικούς του να έρχονται σε επαφή με τα παιδιά. Είχε φαίνεται υπόψη του την αδυναμία τους στις τρυφερές ηλικίες». Βέβαια, οφείλω να πω ότι γενικότερα η ανατολική εκκλησία έχει μια καλύτερη θέση σε σχέση με τη δυτική, στη συνείδηση του συγγραφέα.

Όσον αφορά την εικόνα του θεού διαγράφεται από πολύ νωρίς στο βιβλίο μέσα από χαρακτηριστικούς τύπους μοναχών. Από τον γέροντα Ιωσήφ που διαβάζει τις γραφές του μαθαίνει για μια αυστηρότητα που δεν αφήνει πολλά περιθώρια: «Ο Θεός, στον οποίο οφείλουμε τα πάντα, εννοεί να τα πάρει όλα πίσω. Είναι ένα είδος στυγνού δικαστή, χωρίς οίκτο για τους οφειλέτες του. Δεν τον συγκινούν τα δάκρυα των μοναχών που τρέχουν ποταμηδόν. Τα προσκέφαλά τους είναι μονίμως μουσκεμένα». Κατά τα άλλα διαβάζει Συμεών από το Περού αλλά και τον συναντά αυτοπροσώπως. Εδώ δεν προχωρεί σε ιδιαίτερες αξιολογήσει παραμένοντας στην περιγραφή ότι ζει σε έναν μικρό παράδεισο συμπεραίνοντας από την ποίησή του ότι «ίσως είναι τόσο ολιγόλογος επειδή είναι μόνος». Κάπου αναφέρεται και ο π. Παΐσιος.

Δεν ξέρω εάν είναι αλήθεια αυτό που έχω ακούσει ότι ο Ουμπέρτο Έκο εμπνεύσθηκε το Όνομα του ρόδου από τη βιβλιοθήκη της Μονής Βατοπαιδίου. Εδώ, είναι περίεργο που ο ήρωας ανακαλύπτει τη Γεννάδειο στην καρδιά της Αθήνας, μια βιβλιοθήκη που όφειλε να γνωρίζει λόγω των σπουδών του, και δεν διαβαίνει το κατώφλι μιας αγιορείτικης βιβλιοθήκης! 

Αποδελτίωση χωρίς επεξεργασία

Ο Αλεξάκης δούλεψε για ενάμισι χρόνο, είδε πάνω από 60 ανθρώπους κι έδωσε το βιβλίο του σε πέντε ιστορικούς να το ελέγξουν, όπως έχει πει στη Δέσποινα Τριβόλη του Lifo. Ο υποφήφιος διδάκτορας-συγγραφέας Αλεξάκης αποδελτιώνει τόμους, εγκυκλοπαίδεις και λήμματα για τον προχριστιανικό Άθωνα, συλλέγει ιστορικές πληροφορίες από τον Ηρόδοτο, ανθολογεί μυθικές διηγήσεις, και παραδόσεις για τα αρχαία αθωνικά ιερά, και την ερήμωσή του από τους ντόπιους, δίνει στοιχεία για την ιστορία των μοναστηριών μετά τον πόλεμο, για να φτάσει στο 2007, αλλά χωρίς περαιτέρω επεξεργασία. Απομονώνει σκανδαλιστικές λεπτομέρειες, συνήθως φόνους υψηλών προσώπων του Βυζαντίου, στον Μέγα Αθανάσιο αναγνωρίζεται ένας ικανός επιχειρηματίας, που ως το τέλος της ζωής του ζητιάνευε δωρεές κι αγόραζε γη. Σε όλη την ιστορία του αθωνίτικου μοναχισμού βρίσκει εκείνες τις ψηφίδες που συνθέτουν μια εικόνα που παριστάνει με μελανά χρώματα την περίοδο της Τουρκοκρατίας όπου οι μονές κατείχαν ολόκληρα νησιά του Αιγαίου. Σε αυτά προστίθενται κατασκευασμένα χρυσόβουλα, μύθοι για θαύματα της Παναγίας, και βέβαια οι μοναχοί μέχρι και σήμερα εμφανίζονται ως επαγγελματίες.

Και η απαραίτητη καταγγελία για την Αθωνιάδα Σχολή στις Καρυές επειδή δεν διάλεξαν νε έρθουν μόνα τους τα παιδιά και δεν μεγαλώνουν σωστά αφού τους στερείται η γυναικεία παρουσία: «Πώς επιτρέπει το ελληνικό κράτος τη λειτουργία αυτού του ιδρύματος. Εσύ έχεις υπόψη σε άλλο σχολείο στην Ευρώπη που να φέρεται τόσο απάνθρωπα σε μικρά παιδιά; Που να τους μαθαίνει να μη ζουν;»

Πέρα από τις αντιρρήσεις που μπορώ να έχω στο βιβλίο βρίσκω πολύ αληθινά τα όνειρα του φοιτητή, όπως με τον μοναχό που ήθελε να φάει σοκολατίνα ή με τον άλλο που ήθελε παγωτό πριν πεθάνει. Όπως και προσωπικές αποτιμήσεις μπροστά σε κείμενα, όπως ο Ακάθιστος Ύμνος. 

Γεύση αυθεντικότητας

Υπήρχαν στιγμές κατά την ανάγνωση που έβλεπα να προβάλει ενώπιόν μου η καθηγήτρια με τα παχιά απεριποίητα φρύδια, την κοτσίδα και το μακρύ φόρεμα που έφτανε ώς τον αστράγαλο. Όχι δεν ήταν η θρησκευτικός μας. Ήταν η νέα προοδευτική φιλὀλογος που αρνιόταν να κάνει έκθεση γιατί ήταν απόφοιτος του ιστορικού τμήματος του Καποδιστριακού. Είχε βάλει σκοπό της διδασκαλίας της να αντιπαρατεθεί στο σχολικό κατεστημένο και να φωτίσει τους μαθητές της με την κρυμμένη αλήθεια. Ειδικότητά της ο διαφωτισμός και η θέση της Εκκλησίας στην Ιστορία των Ελλήνων.

Ξεχωρίζω τις σκηνές που ο ίδιος ο φοιτητής συναντά μοναχούς, όπως η σκηνή με τον πρώην καλόγερο στη Θεσσαλονίκη, τον τύπο από τα Γρεβενά που δεν έχει κανέναν στον κόσμο, τις περιδιαβάσεις στον Άθωνα με το ακριβό ταξί με τον Ονούφριο, πρώην δάσκαλο, τη συνομιλία με τον ποιητή Συμεών (όπου δεν ξέρω πού αρχίζει η αλήθεια και πού η μυθοπλασία), τον Ανδρέα που κάνει σινιάλα στα αεροπλάνα με τη βυζαντινή σημαία, και κυρίως την κορύφωση της ιστορίας που είναι η συγκλονιστική στιγμή όταν συναντά τον αδελφό της Ναυσικάς, σε ένα ασκηταριό, πάνω σε έναν γκρεμό, στη μύτη του Άθωνα. Εκεί, στο πουθενά, μέσα στη σιωπή ο καλόγερος που «όφειλε» να ξεχάσει θυμάται την αδελφή του, και της τραγουδάει στο κινητό το «Κόρη καραβοκύρη». Μέσα από την απλότητα των μοναχών αυτών, ευτυχώς, παίρνουμε μια γεύση αυθεντικότητας για τη ζωή, εκεί πάνω που δεν γεννήθηκε κανείς. Και όλοι πηγαίνουν για να πεθάνουν! Επειδή πρόκειται να ζήσουν.

Ο φοιτητής πρωταγωνιστής απόφυγε το λιβάνι της λατρείας, δεν ενδιαφέρθηκε τόσο για τις βιβλιοθήκες και τα χειρόγραφα, δεν είδε κειμήλια με φωτεινή εξαίρεση τις τοιχογραφίες του Θεοφάνη στη Σταυρονικήτα, όπου εκεί νιώθει κάτι δυνατό ή τέλος πάντων οι μορφές δεν είναι τόσο αυστηρές. Παρά τα πολυφωνικά ανοίγματα για τον Άθωνα, τελικά διαχέεται μια αίσθηση κατήχησης  για τις σκοτεινές πλευρές του αγιορείτικου μοναχισμού, μάλιστα με τρόπο παλιομοδίτικο.

Θα συμφωνήσω με τον Δημοσθένη Κούρτοβικ στην κρίση του ότι δεν διακωμωδεί την Αθωνική πολιτεία ο Αλεξάκης. Αισθάνομαι όμως ότι δεν αφήνεται και στην αγκαλιά της. Φαίνεται ότι θέλει να τακτοποιήσει εκκρεμότητες που έχει ο ίδιος με την ιστορία. Κρίμα, όμως, γιατί το αποτέλεσμα είναι άνισο, με την αρχαιολατρεία να πλεονάζει στο μυθιστόρημα, ενώ την ίδια στιγμή ο συγγραφέας διστάζει να παρασυρθεί από τη μαγεία του τόπου, από το μυστήριο της ησυχίας και τη σημασία της προσευχής, από τη λατρεία του θανάτου, και από τις ζέουσες ιστορίες των ανθρώπων, προτιμώντας να εμπλακεί σε μια καταγραφή για μια παρουσίαση, όπως θα έκανε ένας φοιτητής. Επιλέγει περισσότερο μέσα από τα βιβλία, τις παραπομπές και τις απόψεις παρά εκφράζεται ο ίδιος μέσα από εμπειρίες που θα γεννούσαν ίσως ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα των τελευταίων ετών.

11 thoughts on “μ.Χ. Η πορεία του Βασίλη Αλεξάκη στην Ορθοδοξία και το Άγιον Όρος

  1. Cacofonix

    Κοίταξε και μην παραξενεύεσαι! Οι περισσότεροι βγαίνουν πιο άδειοι από το Αγιονόρος απ’ ότι μπήκαν. Ειδικά αν έχουν προσωπικές προκαταλήψεις και κόμπλεξ.
    Αλλά ε΄γω θα ήθελα να το ρωτήσω κάτι το συγγραφέα. Πως θα αισθανόταν αν κάποιος, που φιλοξενούσε μέρες στο σπίτι του, έβγαζε βιβλίο με αντίστοιχα σχόλια για αυτόν;

  2. ardalion Post author

    Θέλω να σε καλωσορίσω, εδώ.

    Δεν είμαι ο συγγραφέας να σου απαντήσω και ούτε γνωρίζω εάν θα διαβάσει ποτέ ο Αλεξάκης αυτή την παρουσίαση. Το θέμα είναι ότι ως δημιουργός έχει μια ελευθερία να μεταποιεί όσα προσλαμβάνει και να τα διατυπώνει υποστηρίζοντας ότι κάνει λογοτεχνία.

    Από κει και πέρα ο καθένας κρίνεται και αξιολογείται. Και προχωράμε. Παραπέρα. Η σιωπή, είναι το πρόβλημα, όταν μάλιστα ταυτίζεται με τη συμφωνία.

  3. Κων/νος

    Βοηθήστε με να καταλάβω τί έγινε στο τέλος του μυθηστορήματος. Τι επεισόδιο έχασα…?

  4. Manolis

    Ζηλεύω την ανάλυση του βιβλίου που παραθέτετε, διότι δείχνει οτι έχετε θάρρος και υπομονή, στοιχεία που αξιοποιήσατε για να ολοκληρώσετε το διάβασμα του βιβλίου.
    Εγώ δεν τα κατάφερα.
    Με πολύ ενδιαφέρον το άρχισα, αλλά κουράστηκα πολύ νωρίς, όταν η προκατάληψη του συγγραφέα με αποσυντόνιζε από το διάβασμα και την ροή του έργου.

  5. ardalion Post author

    Mε ενδιέφερε όλη η διαδρομή των ηρώων. Kαι το προχώρησα έως τέλους. Γενικά, από αναγνώστες δεν ακούω τα καλύτερα. Aπό την άλλη, είδα εμφανίσεις του συγγραφέα στη τηλεόραση και ομολογώ ότι δεν είδα κάποια πίεση από τους δημοσιογράφους. Έστω, για ένα, όπως για αυτό που λες: για την προκατάληψη. H οποία κραυγάζει, και δεν κρύβεται…

    Kαλώς ήλθες!

  6. nostros

    Ο κ. Αλεξάκης είναι ένα γνήσιο τέκνο του δυτικοευρωπαϊκού διαφωτισμού της αθεϊστικής Γαλλικής Επανάστασης. Γιαυτό δεν μου κάνει εντύπωση η προσπάθεια του να δυσφημίσει το Αγ. Όρος.

  7. ardalion Post author

    Aυτό που λες εξηγεί πολλά από την αντιμετώπιση του Aλεξάκη. Στην ανάγνωσή μου δεν θέλησα να το λάβω υπόψη μου για να μην επηρεαστώ. Πολλοί έχουν αλλάξει γνώμη όταν επισκέφτηκαν το Όρος, μόνο που ήταν φιλήκοοι. Aνεξάρτητα εάν η γνώμη που διαμόρφωσαν μετά ήταν θετική ή αρνητική για την αθωνίτικη διαβίωση. Στην περίπτωση του μ.X. έχουμε ένα βιβλίο προορισμένο να πουλήσει. Kαι πούλησε. Ωστόσο το υστερόγραφο σε ένα βιβλίο με αξιώσεις ποτέ δεν υπήρξαν τα κέρδη των εμπλεκομένων.

  8. giorgos

    Tο βιβλίο το διάβασα μέχρι τέλους και το βρήκα εξαιρετικό,όχι λόγω καινοφανών ιδεών ή αποκαλύψεων αλλά κυρίως εξαιτίας του ειρωνικού και εύστοχου χιούμορ, της απλότητας στην γραφής και, ασφαλώς , του θέματος. Δεν νομίζω πως το να έχει κάποιος -στην ηλικία του συγγραφέα- διαμορφώσει γνώμη για το Θεό, αποτελεί προκατάληψη.Ήταν δηλαδή ύποπτος και πράκτορας σκοτεινών κέντρων? Ή μήπως έπεσε κανείς από τα σύννεφα με όσα διάβασε? Η ουσία του μυθιστορήματος είναι γνωστή και έχει καλυφθεί από πλήθος συγγραφέων και ερευνητών και σαφώς συγκλίνει με την κεντρική ιδέα του εν λόγω βιβλίου. Ο ίδιος προφανώς το γνωρίζει.Και για αυτό δεν έγραψε δοκίμιο ώστε να παραθέσει κάποιες απόψεις απλά.Έγραψε ένα όμορφο βιβλίο και θαρρώ πως αν διαβαστεί δίχως “ιερή αγανάκτηση” θα προκαλέσει-κατ’ελάχιστο- χαμόγελο.
    Ο αξιότιμος φίλος πιο πάνω παρέλειψε το εφυές σχόλιο στο….κλισέ που συνάντησε στο βιβλίο.
    “Οι μοναχοί δε σκέφτονται.Προσεύχονται. Μα είναι δουλειά αυτή?Να παρακαλάς?”
    Και κάτι τελευταίο.Το ότι ένα βιβλίο πουλά δε σημαίνει απαραίτητα συνομωσία.Εκτός βέβαια, αν ενοχλεί η αλήθεια που πρεσβεύει.

  9. Triantafillo

    Σε μια εποχή όπου η συμβολή του Βυζαντίου τη διαμόρφωση του σύγχρονου ευρωπαϊκό πολιτισμό επανεκτιμάται από κορυφαίους ιστορικούς, Έλληνες και ξένους, έρχεται ο Αλεξάκης με ένα πολύ κακό βιβλίο που αδικεί βαθιά τον εαυτό του. Ο καθηγητής Βεσιρτζής, σύμφωνα με τον οποίο η γλώσσα της εκκλησίας είναι απαίσια και τα Ευαγγέλια βρίθουν λαθών, αποκαλύπτουν όχι τον προοδευτικό αλλά τον όψιμο οπαδό της καθαρεύουσας (δεν υπάρχει Έλληνας λόγιος του Βυζαντίου που να μη βρίσκει απαίσια τη δημώδη γλώσσα της εποχής του, συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας των Ευαγγελίων). Ο Βεσιρτζής εξάλλου ως καθηγητής δεν πείθει ούτε κατά το ελάχιστο όπως δεν πείθει σχεδόν κανένας χαρακτήρας του βιβλίου. Τώρα, ποιους ιστορικούς συμβουλεύτηκε ο συγγραφέας πριν εκδόσει το βιβλίο, ένας Θεός ξέρει. Πάντως, είναι τεράστιο σφάλμα να μπερδεύουμε την ιστορία με την τρέχουσα επικαιρότητα, το Βυζάντιο με τον Χριστόδουλο, τον Άθω με το Βατοπέδι και 2000 χρόνων παράδοση με τη διαμάχη για τις ταυτότητες. Αν ο Αλεξάκης ήθελε να μιλήσει για την Ελλάδα του σήμερα, έπρεπε να γράψει άλλο βιβλίο αλλά κυρίως να αποφεύγει τα πολλά πραγματολογικά λάθη που διαπράττει, τα οποία μυρίζουν προκατάληψη και ιδεολογία. Κρίμα.

  10. Eirini.

    Εσεις απο την αλλη παραπονιέστε, ουσιαστικά για ένα μυθιστόρημα, μεταφέροντάς το αυθάιρετα στο πραγματικό, δίχως όμως να μπείτε στον κόπο να διορθώσετε τα, κατα την γνώμη σας, κακώς κείμενα. Δεν παρουσιασατε καμια επιχειρηματολογία σχετικά με το γιατί δεν είναι, (όπως εσεις ισχυριζεστε) σωστή η τοποθέτηση του συγγραφέα και δεν αποκαταστήσατε καμια “παραποιημένη” αλήθεια. Περιοριστήκατε στον πολύ εύκολο αλλά και ανούσιο δρόμο της σκέτης καταγγελίας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s