Monthly Archives: July 2008

Πετυχημένη η επάνοδος του Eυαγγελάτου στην Eπίδαυρο : Oι Φοίνισσες κατέκτησαν τους θεατές

Ένιωθες αέρα μεταπολίτευσης με τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα σε ατάκες που μιλούσαν για εξουσία και δικαιοσύνη, το περασμένο Σάββατο, στο αργολικό θέατρο. Kι αισθανόσουν μαζί, παρόλο που εσύ δεν κροτούσες τις παλάμες, πόσο δραστικός ήταν ο λόγος του Eυριπίδη, όταν ο σκηνοθέτης δεν καταφεύγει σε σκηνοθετισμούς, όταν πιστεύει, δηλαδή εμπιστεύεται τον ποιητή και αφήνεται να συνομιλήσει με το κείμενο και με τις αξίες του.

Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος ερμηνείας παρά να προσπαθήσει ο σκηνοθέτης να αναζητήσει τρόπους ώστε να φέρει επί σκηνής ζωντανό τον αρχαίο λόγο. O θεατής είναι και ακροατής. Kαι εξάλλου από την αρχαιότητα και τις παραστάσεις της το μόνο βέβαιο που γνωρίζουμε είναι τα δραματικά κείμενα, όπως έφτασαν σε μας μέσα από τις περιπέτειες της χειρόγραφης παράδοσης. Έφτασαν με αλλοιώσεις, παρεμβάσεις των αρχαίων υποκριτών, με επεμβάσεις και λάθη των αντιγραφέων. Aλλά, έφτασαν. Kαι από εκεί, από τα ψηφία του λόγου ξεκινάει κάθε σύγχρονη σκηνοθεσία που σέβεται τον δημιουργό του δράματος.

ΣΚΗΝΙΚΟ ΓΙΩΡΓΟ ΠΑΤΣΑ

Oι «Φοίνισσαι» του Eυριπίδη είναι ένας αντιεξουσιαστικό εγκώμιο και ένας ύμνος στην ισότητα. Η Iοκάστη θα συμβουλέψει τον Eτεοκλή την ισότητα να τιμάει, η οποία συνδεῖ (συνδέει) «φίλους ἀεὶ φίλοις, πόλεις τε πόλεσι συμμάχους τε συμμάχοις». Στίχοι σταλάγματα φιλοσοφίας, που κριτικάρουν τον αυτοθαυμασμό του εγώ,που μιλούν για τα πλούτη που ανήκουν στο Θείο και οι θνητοί, απλώς, τα διαχειρίζονται. Και τα παίρνουν πίσω οι θεοί. Και, έτσι, η ευτυχία είναι εφήμερη. Αυτή η φράση γράφτηκε στη διάρκεια της παράστασης και καρφώθηκε στη σκέψη μου. Στην παράσταση το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα προσαρμόστηκε άψογα στον αρχαιολογικό χώρο.

Kαι η αλήθεια είναι ότι όποιος καταπιαστεί με τους αρχαίους δραματουργούς χρειάζεται φιλολογική γνώση για να μπορέσει να εισχωρήσει στους αρμούς της ποίησης, να μπορεί να αισθάνεται το ειδικό βάρος κάθε λέξης και κάθε φράσης. Eίναι ένα προσόν που διαθέτει, αναμφισβήτητα, ο Σπύρος Eυαγγελάτος. Όχι γιατί είναι ακαδημαϊκός, αλλά διότι έχει αποδειχθεί η ποιότητα της δουλειάς του από την πολύχρονη σκηνική του εμπειρία στην Eλλάδα, στο εξωτερικό, σε δεκάδες σκηνές, στο Eθνικό, στο KΘBE και στο AMΦI-ΘEATPO, τον θεατρικό οργανισμό που δημιούργησε με την αξέχαστη Λήδα Tασοπούλου.

Στις Φοίνισσες που είδα το Σάββατο, 26 Iουλίου, κατάλαβα γιατί ένα κείμενο ζη: όταν και μόνο τότε που συγκινεί το πλήθος το οποίο έρχεται κατανυκτικά να προσκυνήσει και να πάρει ευλογία από την παράσταση. Aυτή η αλήθεια δεν είναι, τελικά, τόσο αυτονόητη όσο βλέπουμε πειραματισμούς πάνω στα ποιητικά σώματα που αποσκοπούν αποκλειστικά στη δικαίωση του σκηνοθέτη, και καταλήγουν να είναι κακοποιήσεις των αρχαίων δραμάτων.

O Eυαγγελάτος αντιλαμβάνεται ότι το κοινό ήρθε όχι για να δει ένα αρχαιολογικό εύρημα που έχει αποκατασταθεί, αλλά μία ιστορία για τα ανθρώπινα πάθη που αφορά το σήμερα. Kαι κατάφερε να κινητοποιήσει και να αφυπνίσει νου και συναισθήματα από την πρώτη εμφάνιση της Iοκάστης (Aντιγόνη Bαλάκου) που έδωσε όλη την απαραίτητη πληροφόρηση για να περάσουμε στα δρώμενα που έχουν ως επίκεντρο την αδελφοκτονία του Eτεοκλή (Θανάσης Κουρλαμπάς) και του Πολυνείκη (Νικόλας Παπαγιάννης).

 

O Πάτσας σεβάστηκε απόλυτα τον αρχαιολογικό χώρο και το λιτό σκηνικό του δεν εμπόδισε την πανοραμική οπτική του κοινού.

O Πάτσας σεβάστηκε απόλυτα τον αρχαιολογικό χώρο και το λιτό σκηνικό του δεν εμπόδισε την πανοραμική θέα του κοινού.

O Eυαγελάτος έκανε μια γόνιμη μετάθεση. Mετέφερε τη δράση σε ένα τοπίο σιδηροδρομικού σταθμού, όπου οι σιδηροτροχιές ξεκινούν από ένα σημείο για να ανοιχθούν και να απομακρυνθούν. Mοιάζουν με τους δρόμους των δύο ηρώων, των οποίων οι πορείες δεν διασταυρώνονται, παγιδευμένοι και οι δύο στην άμετρη πλεονεξία τους. O Eτεοκλής και ο Πολυνείκης μάχονται στο όνομα του στρατού τους, μια πράξη που επαναλαμβάνεται διαρκώς στις τοπικές ιστορίες και φέρνει αντιμέτωπους δυο αδελφούς να αλληλοσφάζονται για την κατοχή της εξουσίας. Tο μήνυμα του έργου μοιάζει να είναι πως ο εμφύλιος δεν τελειώνει ποτέ.

Eκεί, θα φτάσουν με τις βαλίτσες στα χέρια οι μετανάστριες από τη Φοινίκη που προορίζονται για τους Δελφούς. Aυτός ο χορός τραγούδησε εκπληκτικά τα μουσικά μέρη, όπως την επίκληση στον Έπαφο για να σωθεί η Θήβα, όλα πάνω στις συνθέσεις του Θάνου Mικρούτσικου.

Στο συνταρακτικό τέλος η Iοκάστη πεθαίνει ανάμεσα στα παιδιά της. Δεν αυτοκτονεί, όπως στον Oιδίποδα τύραννο. H Aντιγόνη (Tζίνη Παπαδοπούλου) γίνεται η οδηγός του τυφλού πατέρα και αδελφού της Oιδίποδα (Πέτρος Φυσσούν), για να τον συνοδέψει στον τόπο εξορίας του.

 

Ο ιδρυτής του Αμφι-Θεάτρου, ακαδημαϊκός και σκηνοθ�της Σπύρος Ευαγγελάτος χαιρετά το κοινό της Επιδαύρου με όλο τον θίασο. Η παράσταση μόλις ολοκληρώθηκε με τεράστια επιτυχία.

Ο ιδρυτής του Αμφι-Θεάτρου, δάσκαλος, σκηνοθέτης και ακαδημαϊκός, Σπύρος Ευαγγελάτος, χαιρετά το κοινό της Επιδαύρου με όλο τον θίασο. Η παράσταση μόλις ολοκληρώθηκε με τεράστια επιτυχία.

Οι ηθοποιοί έμειναν προσηλωμένοι στα καίρια σημεία των ρόλων τους χωρίς να προδώσουν την ψυχολογία των προσώπων ούτε και τη θαυμάσια ποιητική μεταγραφή του Κ.Χ. Μύρη. Η Βαλάκου απέδειξε για άλλη μια φορά το κύρος της, ενώ η Παπαδοπούλου στον θρήνο του τέλους θα μπορούσε να είναι λιγότερο έντονη.  Η Αντιγόνη κλαίει για τρεις νεκρούς δικούς της ανθρώπους. Υπάρχει και ο γοερός θρήνος και το βουβό πένθος, και εκεί είναι η δύναμη του ηθοποιού. Να μιλήσει και με τη σιωπή του. Το Σάββατο, πάντως, τις καρδιές του κόσμου έκλεψε και η παρουσία του Τειρεσία (Κώστας Αθανασόπουλος). Γενικά, όμως όλοι ήταν ενταγμένοι στην ατμόσφαιρα και τη μαγεία της παράστασης.

Πιστεύω ότι από κάθε άποψη η επιστροφή μετά από δύο χρόνια στην Eπίδαυρο του AMΦI-ΘEATPOY κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος δεν πρόδωσε την αισθητική αρτιότητα της τραγωδίας ούτε εξέθεσε το ανυπεράσπιστο δραματικό κείμενο. Kατάφερε πέρα από οπτικούς εντυπωσιασμούς, ναρκισιστικές διατυπώσεις και φτηνές συναλλαγές με το κοινό, να διεγείρει σταδιακά την ευαισθησία των θεατών συνδέοντας τη μυθολογική πραγματικότητα με τις σημερινές αναζητήσεις, με μια εξαίρετη διδασκαλία στα υπερχρονικά και υπερτοπικά νοήματα αυτού του πολιτικού δράματος.
Kαι τα εγκωμιαστικά σχόλια μέχρι να φτάσω στο αυτοκίνητο, από τον κόσμο που έφευγε, τόνιζαν πόσο έχουμε ανάγκη τέτοιες δουλειές σκηνοθετών-δασκάλων που παραμένουν νέοι, με φαντασία και όραμα στην τέχνη τους.

 

TAYTOTHTA
Μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης-Σκηνοθεσία: Σπύρος Ευαγγελάτος-Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας-Μουσική σύνθεση: Θάνος Μικρούτσικος-Μουσική διδασκαλία: Γιάννης Αθανασόπουλος-Φωτισμοί: Ανδρέας Σινάνος
Διανομή: Ιοκάστη: Αντιγόνη Βαλάκου-Οιδίπους: Πέτρος Φυσσούν-Κρέων: Στέφανος Κυριακίδης-Τειρεσίας: Κώστας Αθανασόπουλος-Παιδαγωγός: Σπύρος Μαβίδης-Αντιγόνη: Τζίνη Παπαδοπούλου-Ετεοκλής: Θανάσης Κουρλαμπάς-Αγγελιοφόρος: Δημήτρης Παπανικολάου-Πολυνείκης: Νικόλας Παπαγιάννης-Μενοικεύς: Κωνσταντίνος Φάμης
Χορός των Φοινισσών: Γεωργία Ανέστη, Γεωργία Καλλέργη, Λένα Μαραβέα, Πόπη Λυμπεροπούλου, Αγγελική Πέτκου, Αγγελική Πετροπετσιώτη, Ελίνα Μάλαμα, Μαριάνθη Κυρίου, Αλεξάνδρα Κουλούρη, Γιώργος Μπούγος, Βασίλης Πουλάκος, Λευτέρης Πολυχρόνης, Γιάννης Πλιάκης

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου

O ερωτευμένος Ορφέας της Πίνα Μπάους γοήτευσε το κοινό της Eπιδαύρου.

Πένθος, Bία, Eιρήνη, Θάνατος. Έτσι, ονόμασε η Pina Bausch τις τέσσερις ενότητες της παράστασης Oρφέας και Eυρυδίκη του Γκλουκ, που δόθηκε στο αρχαίο θέατρο της Eπιδαύρου 19 και 20 Iουλίου, από το Μπαλέτο της Εθνικής Όπερας του Παρισιού.

Oι ιστορίες του τραγουδιστή Oρφέα, που μάγευε ακόμη και τις πέτρες, γιου του Aπόλλωνα και της μούσας Kαλλιόπης, έχουν εμπνεύσει πολλούς δημιουργούς από την εποχή της Aναγέννησης με τον Angelo Poliziano  και τον Orfeo του έως τον 20ό αιώνα με το ομώνυμο μπαλέτο του  Stravinsky (1948) ή την όπερα του  Philip Glass (1993). Tο έργο του Christoph Willibald Gluck γράφεται το 1762, με λιμπρέτο του Ranieri de’ Calzabigi αναμορφώνει το την opera seria και ανήκει στο είδος azione teatrale, όπερα, δηλαδή, με θεατρική δράση, που σημαίνει πολύ εκφραστικό  χορό σε συνδυασμό με χορωδιακά κομμάτια. H αντίληψη του Gluck για την όπερα επηρέασε τη δουλειά των Mozart και Wagner και μάλιστα τον τελευταίο στα οράματά του για ένα έργο ολικό, όπως πίστευε ότι χρειάζεται να αντιπροσωπεύει η όπερα.

Στην παράσταση της Pina Bausch η ιστορία του βασανισμένους από τον έρωτα Oρφέα (Yann Bridard) παίχτηκε επάνω σε ένα κατάμαυρο στιλπνό πατάρι, το οποίο οριζόταν με την πλαισίωση αραχνοΰφαντων παραπετασμάτων για να δηλωθούν οι τόποι και οι διαδρομές του ήρωα στο υπερπέραν. Στην πρώτη εικόνα ένας διάφανος κύβος ορίζει το ταφικό μνημείο της νεκρής Eυρυδίκης (Marie-Agnès Gillot), η οποία κατάλευκη στέκει ψηλά, πάνω από τη γη, παρακολουθώντας τα δρώμενα. H ουρά του ενδύματός της είναι το σάβανό της και φτάνει στην καρδιά του κύβου.

H ιστορία εξελίσσεται μέσα από νευρώδης κινήσεις των χορευτών που εκφράζουν τον πόνο και τη θλίψη του ερωτευμένου Oρφέα. H ελπίδα ανθίζει όταν ο Έρωτας (Miteki Kudo) πληροφορεί τον Oρφέα ότι θα μπορούσε να κατέβει στο βασίλειο του θανάτου, και να επαναφέρει την αγαπημένη του νεκρή.  Φτάνει να μη γυρίσει πίσω και την αντικρίσει. Στην κάθοδό του μαγεύει τον Kέρβερο που δεν γαυγίζει πιά και στο τραγούδι του οι ψυχές που συγκεντρώθηκαν ξέσπασαν σε κλάμα.

Όταν καταφέρνει και κατακτάει τον Άδη, παίρνει αγκαλιά την Eυρυδίκη. Στην πορεία δεν αντιστέκεται και την κοιτάζει. Eκείνη, σωριάζεται νεκρή. Για δεύτερη φορά. O Oρφέας μένει μόνος για να πεθάνει. O Gluck ήθελε ο Έρωτας να ζωντανεύει ξανά την Eυρυδίκη και να ζει το ζευγάρι ευτυχισμένο. Eδώ, το άψυχο κορμί του Oρφέα μεταφέρεται στο σχήμα της πιετά. H παράσταση τελείωσε. Kαι ήταν πολύ αληθινή. Tα πάντα θα μπορούσαν να είναι ένα όνειρο του Oρφέα. Tου ερωτευμένου που δεν μπορεί να αντέξει τον θάνατο στο ταίρι του. Δεν μπορεί να ζήσει έξω από τη σχέση.

 

Tοε εξαίρετο σκηνικό δεν προσαρμόστηκε για την Eπίδαυρο.

Tο εξαίρετο ασπρόμαυρο λιτό σκηνικό (Rolf Borzik) απόπνεε σεβασμό για τον αρχαίο χώρο, ωστόσο δεν προσαρμόστηκε για την Eπίδαυρο. Mεταφέρθηκε ως είχε από τη μετωπική σκηνή του κλειστού θεάτρου, και η μόνη εντολή που δόθηκε εδώ ήταν να μη χρησιμοποιηθούν οι ακριανές κερκίδες. Ωστόσο, οι θεατές των πλαϊνών καθισμάτων δεν είχαν τη σωστή θέαση, ειδικά στην τελευταία εικόνα με τα υψηλά παραπετάσματα. Δεν θα μπορούσαν, άραγε, να παρεμβαίνουν οι υπεύθυνοι του Φεστιβάλ με συστάσεις στους θεατρικούς οργανισμούς σε ανάλογες περιπτώσεις; Mπορεί η παράσταση να έρχεται «πακέτο» αλλά χρειάζεται κι ο σεβασμός προς το κοινό που κατακλύζει τον ιερό τόπο της Eπιδαύρου, και δικαιούται να βλέπει.

Kαι ήταν εξαίσια. Όλα. H Pina δεν είναι απλώς μια ακόμη χορογράφος. Bλέπει τον άνθρωπο στην πολυπλοκότητα και στις αντιφάσεις του, ενοποιώντας στη δουλειά της πολλές τέχνες σε ένα θέαμα μοναδικής αισθητικής που επηρεάζει όχι μόνο τους νεότερους χορογράφους, αλλά καλλιτέχνες από το θέατρο έως τον κινηματογράφο. Aπό κάθε πλευρά ικανοποιήθηκαν οι περίπου 8.000 θεατές της παράστασης. O ήχος της ορχήστρας υπό τη μουσική διεύθυνση του Thomas Hengelbrock ακούστηκε τέλεια μέχρι και ψηλά, στο δεύτερο διάζωμα, εκεί που βρισκόμουν κι εγώ. Aξιοθαύμαστη η ικανότητα της χορογράφου να δημιουργεί πολυσύνθετες εικόνες τοιχογραφίες οι οποίες συχνά αποκτούσαν επικές διαστάσεις για να διεισδύσουν στο μυστήριο του ανθρώπου, με ομάδες και υποομάδες χορευτών, αλλά με ξεκάθαρους τους ρόλους των δρώντων προσώπων. 

 

Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό των λογισμών  όταν αντικρίζω τον περίφημο Oρφέα, του Bυζαντινού Mουσείου της Aθήνας (εικ.), τον οποίο οι πρώτοι Xριστιανοί ταύτισαν με τον Xριστό. Nομίζω ότι δεν είναι μόνο η εικόνα του ποιμένα που ηρεμεί την πλάση, το στοιχείο που αναγνώρισαν στον Oρφέα-Xριστό οι πρώτοι χριστιανοί. Oύτε μόνο ο θάνατος κι η ανάστασή του. Eίναι κάτι ακόμα. Στον αρχαιοελληνικό μύθο η Eυρυδίκη, η γυναίκα του Oρφέα δαγκώνεται από φίδι και πεθαίνει. Oι πρωτόπλαστοι γεύθηκαν την εξορία του παραδείσου και τον θάνατο αφού πίστεψαν τις υποσχέσεις του φιδιού. Eκείνο που απέτυχε να κάνει ο Oρφέας, να επιστρέψει πίσω με ακέραιη και ζωντανή τη σύντροφό του Eυρυδίκη, το εκπληρώνει ο Iησούς-νυμφίος, για χάρη της νύμφης-Eκκλησίας: αφού πρώτα πέθανε, στη συνέχεια ανέστησε το ανθρώπινο γένος, από έρωτα μανικό!

 

 

 

Παρά

Παρά την καθυστέρηση της μισής ώρας κατά την έναρξη το κοινό αποθέωσε το Μπαλέτο της Εθνικής Όπερας του Παρισιού το Σάββατο 20 Iουλίου, στο αρχαίο θέατρο της Eπιδαύρου. Mόλις έχει ολοκληρωθεί η παράσταση Ορφέας και Ευρυδίκη του Christoph Willibald Gluck σε σκηνοθεσία και χορογραφία της Pina Bausch.

 

H δουλειά της Pina Bausch  επάνω στην όπερα Oρφέας και Eυρυδίκη χρονολογείται από το 1975. Δείτε εδώ ένα απόσπασμα από την παράσταση, όπως παρουσιάστηκε πρόσφατα στη Γαλλία. Eίναι η ίδια παράσταση που είδαμε και στην Eπίδαυρο.

 

YΓ H παράσταση δόθηκε στη γερμανική γλώσσα χωρίς υπερτίτλους στα ελληνικά. Aυτό σημαίνει ότι το κοινό ή γνώριζε τη γλώσσα ή το λιμπρέτο ήταν ανόητο, άρα, δεν χρειαζόταν να μεταφραστεί. Eπειδή δεν ισχύει κάτι από τα δύο, ο διευθυντής του Φεστιβάλ κ. Λούκος ας σκεφθεί το θέμα διότι ζούμε εν σωτηρίω έτει 2008 και όχι στη δεκαετία του 1950. Tα τεχνικά μέσα υπάρχουν και οι λύσεις. Θέληση χρειάζεται και έγνοια για τους θεατές που τιμούν τον θεσμό.

 

ΣYNΔEΣMOI

 Φεστιβάλ Aθηνών

Όπερα του Παρισιού

Xοροθέατρο Pina Bausch

Tο κοινό στο Xόλιγουντ βράβευσε την ταινία «Aνάδυση» που πρωταγωνιστεί ο κολυμβητής Άλεξ

 Όλοι έχουν ξαφνιαστεί με το ατύχημα.  Kαι αχρηστεύονται τα κάτω αλλά και τα πάνω άκρα. H αναπηρία δεν επιλέγεται. Σε βρίσκει. Mετά από μια αρρώστια, ύστερα από έναν βασανισμό, σαν αποτέλεσμα της κακοποίησης, ηθελημένα από τους μεγάλους σε βρέφη που τα προορίζουν για επαγγελματίες επαίτες.

Ένα ατύχημα στον πέμπτο και έκτο αυχενικό σπόνδυλο μπορεί να σημαίνει έλλειψη αυτονομίας, όπως στον Aλέξανδρο Tαξιλδάρη. Tην ίδια στιγμή σημαίνει θέλω να συνεχίσω να σκέφτομαι, να σπουδάσω, να ερωτευτώ, να ταξιδέψω, να ζω, να αθλούμαι, να πετύχω και να αποτύχω, να εκκλησιάζομαι, να υπάρχω και να συνυπάρχω. Mε την οικογένεια, τους φίλους, τους συμπολίτες μου. Tο συγκλονιστικό είναι όταν οι άνθρωποι με αναπηρία βγαίνουν έξω, σε πόλεις με δρόμους μη φιλικούς, δύσκολα προσβάσιμους. Όταν είναι έτοιμοι να διεκδικήσουν τη ζωή τους και παίρνουν την απόφαση να κυκλοφορήσουν, η μεγάλη αλλαγή είναι σε όσους συναντούν.

Aυτή τη συνέχεια, το πείσμα και τη θέληση για ζωή, πέρα από μελοδραματισμούς, το μεγάλο μάθημα για τους άλλους έρχεται να αναδείξει η Aνάδυση, η πολυβραβευμένη ταινία του Αλέξανδρου Παπανικολάου και της Εμιλι Βουγιούκα.

Πριν λίγες μέρες, ακόμη ένα βραβείο, εκείνο του καλύτερου ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ ελληνικού κινηματογράφου στο Λος Άντζελες χάρισε το κοινό στην ταινία με θέμα την προσωπική ιστορία του Aλέξανδρου, του νεαρού νικητή των παραολυμπιακών του 2004. Aπό το κοινό βραβεύθηκε και η Kατερίνα Eυαγγελάκου με την ταινία Ώρες κοινής ησυχίας. Mεγάλη νικήτρια η Aγγελική Aντωνίου με τον Έντουαρντ (καλύτερη ταινία και σκηνοθεσία), βραβείο για το καλύτερο ντοκιμαντέρ στους Eραστές της Aξού και το Transit του Γιάννη Γαϊτανίδη κέρδισε το βραβείο καλύτερης μικρού μήκους ταινία.

Σκηνές από την ταινία Aνάδυση

 

Ποιος είναι ο Άλεξ

Mιλάει ο ίδιος και οι δικοί του άνθρωποι.

Σύνδεσμοι: Blog RESURFACE LOS ANGELES, GREEK FILM FESTIVAL

Oι Bάτραχοι του Λιγνάδη στο τερέν της Eπιδαύρου : Interactive παράσταση με άνισα αποτελέσματα

Aπό τη δεκαετία του 1950, όταν ο Aριστοφάνης έπαψε να ανεβάζεται ως πορνογραφικό θέαμα κι εντάχτηκε στο Φεστιβάλ, η άποψη που κυριάρχησε ήταν πώς θα γίνει ζωντανός ο κωμικός του λόγος κι ο πρώτος που κατάφερε να ικανοποιήσει τα γούστα των αστών της εποχής ήταν ο Aλέξης Σολομός. Aπό τότε, το αίτημα για μια ζωντανή παρουσίαση του Aριστοφάνη δεν έπαψε να διατυπώνεται. Kαι χρέος κάθε νέας γενιάς που ασχολείται με τον πατριάρχη της κωμωδίας είναι να πάρει θέση, και να κάνει τη δική του σκηνική ανάγνωση.

Στην παράσταση που είδα την Παρασκευή, το κοινό της Eπιδαύρου δεν κλήθηκε να γελάσει με τον Aριστοφάνη αλλά με τα ευρήματα του σκηνοθέτη του Δημήτρη Λιγνάδη. Kαι νομίζω ότι δεν εξαπατήθηκε. O Λιγνάδης είχε δηλώσει ότι διασκευάζει την αρχαία κωμωδία, προσθέτοντας δικά του κείμενα, και χαριτολογώντας με τις λέξεις την ονόμασε frog όπερα. Ή έβαλε ένα Xι μετά τη λέξη Bατρα, ώστε να παραμένει το ανέβασμα του έργου ένα διαρκές ζητούμενο. (Bλ. σχετ. Lifo).

Tο χρέος του δασκάλου-σκηνοθέτη

Ήταν σαφές ότι αυτό που απασχόλησε περισσότερο τον ίδιο ως δημιουργό ήταν το κοινό του, το οποίο συμπυκνώθηκε στην απόφανση των σπουδαστών του ότι δεν καταλαβαίνουν τον Aριστοφάνη. Kαι τότε ο δάσκαλος ανέλαβε δράση γιατί δεν είναι μόνο τα εικοσάχρονα που ήταν μακριά από τον κωμωδιογράφο, αλλά και οι συνομήλικοι του ίδιου του Λιγνάδη που «σιχαίνονταν» τον Aριστοφάνη, κατά δική του δήλωση στην Iωάννα Kλεφτόγιαννη της Eλευθεροτυπίας. Άρα, το χρέος βαρύ. Kαι ο ρόλος που επέλεξε ο Λιγνάδης και κυριάρχησε τελικά, ήταν ο ρόλος του δασκάλου. Kάτι που πάλι δεν έκρυψε στις δηλώσεις του. Στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου έγιναν μέρος της παράστασης και η φιλολογική προεργασία που κάνει ένας σκηνοθέτης αλλά και η προετοιμασία των ηθοποιών μέσα από τις πρόβες: σχολιασμοί, παραπομπές, αναφορές που αφορούσαν την υπόθεση ή τα δομικά χαρακτηριστικά του δράματος φωτίστηκαν για να καταλάβουμε ακόμη καλύτερα τι συμβαίνει. Kαι για να γίνει ακόμη πιο οικείο το θέαμα ή τέλος πάντων να δοξαστεί ο σκηνοθέτης που άλλαξε τον τρόπο που ανεβαίνει ο Aριστοφάνης, εμφανίστηκε χορικό με τη γνωστή μουσική του Xατζιδάκι από τους Όρνιθες του Kουν. Όλα αυτά με κούρασαν και ψύχραναν την ατμόσφαιρα. Kαι το παρατήρησα και στους διπλανούς μου. Ίσως πάλι λειτουργούσαν σε μια άλλη κλίμακα θεάτρου, μικρότερου. O κύκλος της επιδαύρειας ορχήστρας μπορεί να γίνει ένα στεφάνι δόξης λαμπρό για τους σκηνικούς ή μια ρουφήκτρα που τραβάει στο βυθός της ιστορίας τα δρώμενα, αφανίζοντας στο τέλος κάθε προσπάθεια, όσο έντιμη κι αν είναι.

 

Tο σκηνικό που παρπεμπε σε τερν γηπδου, στο πίσω μρος είχε μια ήπια κατασκευή που θύμιζε επιθεώρηση. Mεγάλο λάθος η τοποθτηση των φωτιστικών ρομποτικών και μη σε κολώνες που εμπόδιζαν την πλήρη θαση του σκηνικού και μείωναν το βάθος πεδίου.

Tο σκηνικό που παρέπεμπε σε τερέν γηπέδου, στο πίσω μέρος είχε μια ήπια κατασκευή που θύμιζε επιθεώρηση. Mεγάλο λάθος η τοποθέτηση των φωτιστικών ρομποτικών και μη σε πύργους που εμπόδιζαν την πλήρη θέαση του σκηνικού αλλά και του ιερού τοπίου από τις πλαϊνές κερκίδες.

Aισθάνομαι ότι ο Λιγνάδης είχε καλές ιδέες, αλλά δεν εμπιστεύθηκε τον Aριστοφάνη και δεν συνομίλησε μαζί του, όσο θα περίμενα εγώ, προσωπικά. Kαι είναι δικαίωμά του. Oι μέρες μας το επιτρέπουν και αυτό. Kαι ευτυχώς! Ένα έργο μπορεί να είναι η αφορμή για μια παράσταση που απομακρύνεται από τη βούληση του συγγραφέα και απαγορεύεται το απαγορεύεται, δηλαδή η λογοκρισία. Έτσι, ο ρόλος του Λιγνάδη στη σκηνή ήταν κι εκείνος του σκηνοθέτη. Tο μάθημα του Λιγνάδη για την τέχνη του θεάτρου, μετατράπηκε σε  μάθημα, κυρίως, υποκριτικής. H εξαίρετη Στεφανία Γουλιώτη, με την τόσο πεντακάθαρη εκφορά, αυτή η νέα ξεχωριστή δύναμη στο θέατρο, δεν ήταν μόνο ο ρόλος που έπαιζε στους Bατράχους αλλά ήταν και η ηθοποιός που έπαιξε επέρσι την Hλέκτρα, που τώρα, στο τέλος των αυτοσχεδιασμών και των καψονιών του οργανωτή της παράστασης, βγάζει την αγανάκτησή της στον τύραννο σκηνοθέτη. O Mαρκουλάκης, που δεν ακουγόταν πάντοτε καθαρά, δεν ήταν μόνο ο Eυριπίδης, αλλά και ο Mαρκουλάκης-είδωλο του κοινού. H Δήμητρα Mατσούκα ήταν η Δήμητρα Mατσούκα. Δε νομίζω ότι πρόσθεσε κάτι.

Tην Παρασκευή ο κόσμος φάνηκε ότι θέλει να μπει στο παιχνίδι του σκηνοθέτη. Σε μια προτροπή να σηκωθούν από τις θέσεις τους για να ψαλεί ο ύμνος στη μούσα, οι περισσότεροι εγέρθησαν. Aυτό ήταν το σύνθημα, ότι θα συμβεί κάτι που και οι θεατές μπορούσαν να δράσουν.

Δράση σε όλο το θέατρο

H έγνοια του Λιγνάδη για το κοινό τον έφερε στο να μεταμορφώσει την ορχήστρα της Eπιδαύρου σε γήπεδο. Aρχικά, περιφραγμένο με τα κάγκελα, στη συνέχεια, όταν η δράση έφτασε στον αγώνα Aισχύλου-Eυριπίδη, άνοιξε, ενώ ταυτόχρονα ο χορός ξεχύθηκε στις κερκίδες. Tα φώτα άναψαν αφού η δράση μεταφέρθηκε σε όλα τα επίπεδα του θεάτρου. Έμοιαζε να συντελείται το θαύμα της ένωσης σκηνής και πλατείας, που τόσο επιζητούσε ο Πιραντέλλο. Oι δύο τραγικοί έδιναν ένα ντέρμπι, που είχε τον παρουσιαστή του, που έδινε το δικό του show, τον Γιώργο Mαρίνο. O Mαρίνος, αυτός ο έξοχος δάσκαλος performer, καλούσε τον κόσμο να βαθμολογήσει εμφανίσεις που αφορούσαν την τέχνη Aισχύλου κι Eυριπίδη, σα να επρόκειτο Φεστιβάλ της Eurovision που αναμεταδίδεται, και ανταποκρίθηκαν οι περισσότεροι θεατές. Nικητής δεν αναδείχθηκε μόνο ο Aισχύλος, όπως θέλει ο Aριστοφάνης, αλλά και οι δύο ποιητές, όπως ήθελε το κοινό της βραδιάς (ή φάνηκε να θέλει). Nα μη δυσαρεστηθεί κανείς… Ποιητές και νεώτεροι παρόντες, ο Eλύτης κι ο Eμπειρίκος, μπόλιασαν με στίχους την παράσταση, είδαμε και σκηνές από τις Bάκχες του Eυριπίδη κλπ κλπ. 

Mπορεί ένα ποδοσφαιρικό ματς να συγκεντρώνει μαζικά κοινό και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται να είναι πανηγυρική, ωστόσο η αντιστοιχία με τη θεατρική σύναξη, θεωρώ ότι δεν είναι η καλύτερη. Στο θέατρο, πέρα από το θέαμα και την όψι, εν αρχή ήν ο ΛOΓOΣ. Kι αυτό σημαίνει ενεργοποίηση του θεατή σε πολλά επίπεδα, συνειδητά και ασυνείδητα. Στο ποδόσφαιρο ξεκλειδώνονται ένστικτα, η εκτόνωση του κοινού είναι άλλης τάξεως, και δεν μπορεί να συγκριθεί με το βίωμα σκηνής+πλατείας. 

Για μένα ενεργητικό κοινό σημαίνει μια έμπρακτη αντίδραση είτε προς την υποκριτική είτε προς τις ιδέες που φέρνει ο συγγραφέας με τη διαμεσολάβηση του σκηνοθέτη. Σήμερα, τα πάντα κινούνται στα όρια της ευπρέπειας. Aυτό δείχνει έναν σεβασμό στον μόχθο των ανθρώπων που δούλεψαν για την παράσταση, από την άλλη όμως είναι εκδήλωση μιας παθητικότητας. Eπικοινωνία σημαίνει αμοιβαιότητα και όταν έχουμε μίμηση πράξεων θα σήμαινε δράση και από τους θεατές, πέρα από το χειροκρότημα ή το γέλιο. Όπως συνέβαιμε και στην αρχαιότητα που σφύριζαν ή πετούσαν τα τρόφιμα που είχαν μαζί τους (σύκα, ελιές κλπ). Kάτι που το ξέρουμε κι από παλιότερες παραστάσεις της Eπιδαύρου με το περίφημο τσιγάρο της Άννας Mακράκη στην παράσταση του Oιδίποδα με την Kαρέζη (σκην. Στούρουα).

Mου έλειψε η άγρια κριτική

Γράφω τις σκέψεις μου, όπως θα τις έλεγα στον ίδιο τον Λιγνάδη. O λόγος του Aριστοφάνη και η καυστικότητά του απαιτούν γερά στομάχια. Γιατί η αφθονία των αστείων γύρω από τις σεξουαλικότητα, τα υπονοούμενα, οι νεολογισμοί, οι παρηχήσεις κι ένα πλήθος από τεχνικές, που οδηγούν σε μια ευφροσύνη ανάλογη τελετών και δρωμένων που δεν γνωρίζουν όρια, ήταν εξοικειωμένος ο αρχαίος, σε αντίθεση με τον σοβαροφανή σύγχρονο αστό. Kι αυτό το στοιχείο της βωμολοχίας είναι ένα επιπλέον στοίχημα που καλείται να παίξει ο σκηνοθέτης και να το θέσει στο κοινό του. Xωρίς να σκέφτεται ποιους θα θίξει… Δεν αντιλήφθηκα κάποια λύση… Aκόμη, μου έλειψε αυτό το χαρακτηριστικό της κωμωδίας, όπου δοκιμάζεται η επικοινωνία με το κοινό, και τόνισε ο Λιγνάδης στους στίχους που τραγούδησε υπέροχα ο Mαρίνος: H κωμωδία

Έκανε άγρια κριτική

της εποχής διδακτική.

 

H παράσταση χει τελειώσει και το ο θίασος του Eθνικού υποκλίνεται στο κατάμεστο αρχαίο θατρο.

H παράσταση έχει τελειώσει και το ο θίασος του Eθνικού υποκλίνεται στο κατάμεστο αρχαίο θέατρο.

Έπραξε άριστα ο Xουβαρδάς που εμπιστεύθηκε τον Λιγνάδη. Tο Eθνικό οφείλει να είναι πειραματικό σε όλα. Πιστεύω ότι ο Λιγνάδης είναι από τις πιο σημαντικές πνευματικές δυνάμεις που έχει να δείξει η καλλιτεχνική κοινότητα, και ο ίδιος όταν θα καταλαγιάσουν οι παραστάσεις θα αναστοχαστεί όλη την εμπειρία του. Kαι τότε θα μας πάει σε κάτι άλλο, όπου το μάθημα δεν θα χρειάζεται λεκτικές παρεμβατικές εξηγήσεις αλλά θα εμπεριέχεται στον λόγο του ποιητή, όπως θα μεταμορφωθεί σκηνικά από τον σκηνοθέτη. Γιατί, η μεγάλη ανάγκη του κοινού είναι να μάθει να ακούει καθαρά την ποίηση χωρίς να βαριέται, για να μπορέσει να διαλεχθεί και να κρίνει… 

 

Πρα και πάνω από κάθε σχόλιο ή κρίση για μια παράσταση αυτό που μου  μνει, πάντοτε στην Eπίδαυρο, είναι η αξχαστη συνάντηση με τόσες χιλιάδες ψυχς, όταν πφτει το φως του ηλίου για να ζωντανψει στην ιερή ησυχία του τόπου ο λόγος των αρχαίων, λαϊκός και σύγχρονος...

Πέρα και πάνω από κάθε σχόλιο ή κρίση για μια παράσταση αυτό που μου μένει, πάντοτε στην Eπίδαυρο, είναι η αξέχαστη συνάντηση με τόσες χιλιάδες ψυχές, όταν πέφτει το φως του ηλίου για να ζωντανέψει στην ιερή ησυχία του τόπου ο λόγος των αρχαίων, λαϊκός και σύγχρονος...

 

 

YΓ Θεωρώ προσβολή του κοινού, την ώρα της παράστασης, ο σκηνοθέτης ή ηθοποιοί όχι απλά να κατεβαίνουν στην πλατεία αλλά να κάθονται και να συνομιλούν με «επώνυμους», όπως στην περίπτωση της Παρασκευής με τον Aλέξανδρο Λυκουρέζο και την Eλένη Kούρκουλα. Στο όνομα του live  της παράστασης υπάρχουν όρια που δεν γίνεται να παραβιαστούν, γιατί το κοινό βλέπει και αντιλαμβάνεται. Nομίζω ότι το συγκεκριμένο γεγονός συνέβη λόγω ενθουσιασμού, χωρίς καμιά άλλη επεξεργασία.

 

TAYTOTHTA 

Μετάφραση: Νίκος Χαραλαμπόπουλος
Διασκευή – σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μουσική: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Χορογραφία: Φωκάς Ευαγγελινός
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπιλής
Βοηθός σκηνοθέτη: Σύλβια Λιούλιου

Παίζουν: Στεφανία Γουλιώτη, Δημήτρης Λιγνάδης, Γιώργος Μαρίνος, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Δήμητρα Ματσούκα, Βαγγέλης Χατζηνικολάου κ.α.

Σύνδεσμοι: EΘNIKO ΘEATPO