Monthly Archives: August 2008

H ακτημοσύνη των μοναχών και η άγια φιλαργυρία των μοναστηριών. Με αφορμή το Βατοπέδι.

H Iερά Mονή Bατοπεδίου ήρθε στο νου μου και όσα της καταμαρτυρούν περί εμπλοκών και διαπλοκών με πολιτικούς, για ιερές επιχειρηματικές δραστηριότητες όσο μελετούσα τις, από κάθε άποψη, συναρπαστικές διδαχές του Hλία Mηνιάτη (Ληξούρι 1669-Πάτρα 1714), αλλά και μία θαυμάσια ανάρτηση για το Δικαίωμα του μπλογκ  Arcoudos, όπου σχολιάζεται η υπερτίμηση που έχει δοθεί στο χρήμα: «Με τα λεφτά, αγοράζεις το δικαίωμα. Η κοινωνία που έχουμε φτιάξει, επιτρέπει να θεωρούμε τα χρήματα ως κάτι σπουδαιότερο απο ότι είναι. Και αυτό τα κάνει σπουδαιότερο απο ότι είναι στην πραγματικότητα».

Σκέφτηκα, λοιπόν, να σταθώ για λίγο στο εν πρώτοις παράδοξο φαινόμενο από τη μια πλευρά της προσωπικής απάρνησης από τον μοναχό κάθε ιδιοκτησίας και από την άλλη της συσσώρευσης απίστευτων κεφαλαίων στη μονή που εγκαταβιώνει.

 

Ρώσοι μοναχοί. Αρχ�ς 20ού αιώνα.

Ρώσοι μοναχοί στον Άθωνα. Αρχές 20ού αιώνα. Στούντιο σκήτης Αγίου Ανδρέα.

 

Το γάλα των πτωχών

Ο μοναχός υπόσχεται στην κουρά τρία πράγματα: υπακοή, παρθενία, ακτημοσύνη. Πίσω από τις τρεις αρχές ζωής κρύβεται η θανάτωση του εγώ και η βεβαιότητα ότι είμαστε πάροικοι στον κόσμο αυτό.  Στην πράξη και οι τρεις αυτές αρχές ζωής είναι αιτήματα προς εκπλήρωση, αν και φαίνεται ότι η ακτημοσύνη υλοποιείται ευκολότερα, εάν σκεφτώ ένα μοναστήρι τροφό που εξασφαλίζει τα πάντα στον νεοεισερχόμενο καλογέρι. Όπως ένα στρατόπεδο ικανοποιεί τις βασικές ανάγκες των στρατιωτών του, σε στέγη, ένδυση και φαγητό. 

Ο Μηνιάτης ανατρέπει τα δεδομένα. Θέτει την προσκόλληση στο χρήμα το πλέον δυσκολότερο κομμάτι αυτού του βίου. Μιλώντας εμπειρικά, μας πείθει ότι ο μοναχός μπορεί να έχει κατακτήσει τα πάντα, ευσέβεια, καλές πράξεις, ηθική αλλά εάν είναι κολλημένος στα αργύρια είναι βαρύς «δεν έχει συντροφίαν και συνοδίαν Χριστού». Δεν μπορεί να αγαπά και τα αργύρια και την ψυχή του, είναι αδύνατον, διότι είναι πράγματα αντίθετα, όπως θα πει επικαλούμενος τη μαρτυρία του Χρυσόστομου. Μάλιστα, μιλώντας για τον πλούτο ξεκαθαρίζει τα όρια διαχείρισής του: ο καθένας οφείλει να δίνει σε όσους έχουν ανάγκη αλλά αυτός που έχει και κατέχει οφείλει να δώσει πολύ στους αδελφούς του. Επιπλέον χαρακτηρίζει εύστοχα τον πλούτο ως το γάλα των πτωχών. Έχει δοθεί στους κατέχοντες για να τρέφει τους αδύναμους, όπως η μητέρα προσφέρει το γάλα του μαστού της στο αδύναμο βρέφος για να ζήσει. 

Τα μοναστήρια καστροπολιτείες

Ειρωνικά, ο Μηνιάτης, αποκαλεί τον ευσεβή, πλην φιλοχρήματο, ως «άγιο φιλάργυρο». Και, ναι, θα μπορούσε όταν κάποιος ζη κατά μόνας, στη σκήτη του, σε ένα κελάκι ή σε έναν μικρό σχηματισμό αδελφών, εκείνος που έχει το δικό του κομπόδεμα να έχει το ίδιο ελάττωμα που περιέγραψε υπέροχα ο Μολιέρος στον δικό του Φιλάργυρο. Τί συμβαίνει όμως όταν το μικρό σχήμα της αδελφότητας λαμβάνει τη μορφή ενός πολυάριθμου κοινοβίου; Όταν δηλαδή ατομική περιουσία δεν υφίσταται, και όλα περνούν στην κυριότητα της μονής;

 

Μοναχός μπροστά σε αθωνίτικη καλύβα. Δεκαετία του 1920.

Μοναχός μπροστά σε αθωνίτικη καλύβα. Δεκαετία του 1920.

Βλέποντας και θαυμάζοντας τα αγιορείτικα μοναστήρια, με την αρχιτεκτονική μορφή που έφτασαν στις μέρες μας, διαπιστώνουμε ότι είναι κάστρα, μικρές πόλεις που συντηρούν τους κατοίκους τους παρέχοντας όσα χρειάζονται και οι μοναχοί με τα διακονήματά τους υπηρετούν τους άλλους αδελφούς. Μάλιστα, στην ησυχαστική παράδοση η σχέση ηγούμενου μοναχών σημαίνεται με μία θεολογική τυπολογία: ο γέροντας μυσταγωγεί ψυχές, εκπροσωπεί τον Ιησού, εφόσον το μοναστήρι είναι ένα μυστήριο που φανερώνει την κοινωνία της Εκκλησίας και των αγἰων. Ο ηγούμενος είναι ο κρίκος μεταξύ Θεού και μοναχών.

 

Είναι γνωστό, ότι αφετηριακά ο μοναχισμός λειτούργησε ως μια αντίδραση στην κατάπτωση της πίστης στα αστικά κέντρα, ήταν μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της προσωπικής σχέσης με τον Θεό, μακριά από τη βουή του κόσμου. Το θέμα εδώ, είναι ότι σε όλους αυτούς τους σχηματισμούς που υπηρέτησαν ιδεολογικά τη βυζαντινή αυτοκρατορία, ενισχύθηκαν από βασιλείς, σουλτάνους και ισχυρούς πολιτικούς, και μέχρι σήμερα τους παρέχεται μια ειδική μεταχείριση ως αυτοδιοίκητο τμήμα του ελληνικού κράτους, βρίσκουμε μεταλλαγμένη την αρχική ιδέα του αναχωρητισμού που ήταν αυτό ακριβώς που υπόσχεται και ο μοναχός στην κουρά του: ακτημοσύνη. Εάν λοιπόν μέσα στις μονές δεν μπορούν ατομικά οι καλόγεροι να συσσωρεύσουν χρήματα, η αγία φιλαργυρία μπορεί να ξεμυτίσει στα ίδια τα μοναστήρια.

Καθαρά πράγματα: Ο καλόγερος όταν οφείλει να είναι φιλόπτωχος, το μοναστήρι μπορεί να είναι φιλόπλουτο.

Σήμερα, τα μοναστήρια, όπως και παλαιότερα συνιστούν πόλεις κράτη, νησίδες στον κοινωνικό ιστό, που αντιγράφουν την πρακτική και τα ήθη του κόσμου. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, εφόσον έχουν ιδιοκτησία, κάνουν επενδύσεις, αξιοποιούν εκτάσεις, αγοράζουν και πωλούν κατά το δοκούν συμφέρον των διαχειριστών τους, δηλαδή του ηγουμένου και των συμβούλων του μοναχών, ή και λαϊκών εφόσον είναι χρήσιμοι στις επιχειρηματικές δράσεις, όπως και με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα που ακούγονται αυτές τις ημέρες. Πάντοτε για το συμφέρον της μονής… Μόνο που δίπλα στη συσσώρευση πλούτου, παραμονεύει η αχορταγία και η απληστία, η διαμόρφωση ενός ήθους που δεν έχει σχέση με τον πτωχό Ιησού και το πνεύμα του αναχωρητισμού. 

Τα ερείπια της Αθωνιάδας σχολής που �λαμψε στα Βαλκάνια του 18ου αι. με την παρουσία του Ευγ�νιου Βούλγαρη. Οι ίντριγκες των μοναχών και η κομματικοποίηση των σπουδαστών οδήγησαν τον Βούλγαρη στην αποχώρηση από τη σχολή.

Τα ερείπια της Αθωνιάδας σχολής που έλαμψε στα Βαλκάνια του 18ου αι. με την παρουσία του Ευγένιου Βούλγαρη. Οι ίντριγκες των μοναχών και η κομματικοποίηση των σπουδαστών οδήγησαν τον Βούλγαρη στην αποχώρηση από τη σχολή.

Κάποτε, εκεί γύρω στα 1750 στα όρια του Βατοπεδίου εγκαινιάστηκε η λειτουργία της Αθωνιάδας, ό,τι πιο νεωτερικό είχε να δείξει η εποχή στην εκπαίδευση αφού ο «κλεινός» Ευγένιος Βούλγαρις κλήθηκε να διδάξει και να οργανώσει τη Σχολή. Η ίδρυση της Αθωνιάδας ήταν μια προσφορά στο Γένος. Εύλογα, σήμερα αναρωτιέται κανείς για τα ανθηρά οικονομικά των μονών, για τον πολλαπλασιασμό των χρημάτων που δεν διαμοιράζονται σε όσους έχουν ανάγκη ή δεν επενδύονται σε έργα υποδομής για το ευρύτερο σύνολο. Σκέφτομαι ξανά τον Μηνιάτη: η πρόφαση ότι τα χρειάζονται για την κυβέρνηση του οίκου δεν πείθει. Σχεδόν κανέναν…

 

Όποιος θέλει να περάση εκείθεν πρέπει να είναι άδειος και γυμνός

Είναι σαφές ότι ο Μηνιάτης διαγράφει ένα πλαίσιο κοινωνικής δικαιοσύνης για ορφανά, κόρες που κατέφευγαν στην πορνεία, πένητες που πέθαιναν από το κρύο ή την αφαγία, έστω και μέσα από την πρακτική της ελεημοσύνης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αμφισβητεί τη σωτηρία του πλούσιου, επομένως η λύση είναι: πέταξε ό,τι σε κάνει να μη μπορείς να μοιραστείς, δηλαδή να μη μπορείς να αγαπήσεις. Πέταξε το δικαίωμα που σου δίνει ο πλούτος να είσαι εξουσία. 

Δυστυχώς, για όσους δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον μοναχισμό ο αναχωρητισμός δεν εξαντλείται στην επιλογή της μοναστηριακής ζωής, αλλά επεκτείνεται σε πάμπολλες μορφές που επιβιώνουν στον Άθωνα. Από την άκρα ταπείνωση και φτώχεια των καθισμάτων έως τη χλιδή και την σκανδαλώδη πολυτέλεια ο καθένας μπορεί στον τόπο της μετανοίας του να αναζητήσει τον θεό και να συγκατοικήσει μαζί του. Το άθλημα είναι επίπονο προϋποθέτει ελεύθερη συγκατάβαση και για να θυμηθούμε τον Μηνιάτη η ανάβαση στον ουρανό με ρούχα, δηλαδή με πλούτη και υπάρχοντα, δύσκολα γίνεται.

 

Το Βατοπ�δι από τη θάλασσα. Παλαιά καρτ ποστάλ.

Το Βατοπέδι από τη θάλασσα. Παλαιά καρτ ποστάλ.

 

 

Και για να επανέλθω και στον Arcoudo και να συμφωνήσω μαζί του που δίνει την εξήγηση για την αξία που δίνουμε στο χρήμα, και συνακόλουθα στον πλούτο: «Στην πραγματικότητα χτίσαμε αυτήν την ψευδαίσθηση γιατί ήμασταν ανώριμοι να ζήσουμε όλοι μαζί.»

Η απογείωση απαιτεί απόρριψη περιττών μερίμνων και βαρών… Και αυτό ισχύει για πόλεις και έρημο. Για όλους.

 

Αχ κατηραμένη φιλαργυρία

Αλλά τούτος δεν είναι εκείνος ο καλός, και αγαθός άνθρωπος, οπού δεν επεθύμησε την γυναίκα κανενός; οπού δεν επήρε κανενός το πράγμα ή την τιμήν; οπού εφύλαξεν ακριβέστατα τον νόμον, οπού εις τον νόμον είναι άγιος; ναι. Μα τούτος ο άγιος είναι φιλάργυρος. Στοχασθήτε, όταν είναι λόγος περί χρημάτων, δεν είναι άλλο. Αχ κατηραμένη φιλαργυρία, και πόσον κυριεύεις τας ανθρωπίνας ψυχάς! οπού θέλει να ειπή: αληθινά εκείνος ο καλός δούλος του Θεού έχει πολλάς και μεγάλας αρετάς. Αυτός να κλέψη; αυτός να ψευδομαρτυρήση; μη γένοιτο. «Ταύτα πάντα (ημπορεί να ειπή) εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Αυτός φυλάττει σωφροσύνην, αυτός κάνει προσευχήν, αυτός κρατεί νηστείαν, αυτός είναι αληθινά εις τον Κόσμον, αλλά αρνήθη τον Κόσμον, αυτός εσφαλισμένος μέσα εις μίαν κέλλαν ή έξω εις μίαν έρημον, απεστράφη παντελώς και τας συνομιλίας των ανθρώπων, και τας ταραχάς της αγοράς, και του αιώνος τας ματαιότητας. και ξεφάντωσες.

Ἐκείνος στέκει ενασχολούμενος εις έργα αρετής, μόνος μόνῳ Θεῴ προσευχόμενος. Εις την όψιν, εις το σχήμα, εις τα φορέματα τα τρίχινα, εις όλον τον βίον, και πολιτείαν ένας ασκητής. Αλλά ωϊμέ! Τούτος ο ασκητής είναι φιλάργυρος. Νηστευτής, μα φιλάργυρος. Θαυματουργός, μα φιλάργυρος έτι εν λείπει. Όλα τα καλά έχει, ένα πράγμα του λείπει δια να τον κανονίσωμεν δια τέλειον άγιον. Πώς αγαπά ο πτωχός τα αργύρια. Ό,τι άλλο θέλεις. Θέλεις να νηστεύση; δεν τρώγει κρέας εις όλην του την ζωήν. Θέλεις να προσευχηθή; κάνει ολονυχτίας. Θέλεις να κάμη σκληραγωγίας; ευχαριστείται να περιπατή με τα πόδια γυμνά και φορτωμένος σίδηρα. Όλα μετά χαράς τα κάνει. μα μη του εγγίσης το γλωσσόκομον, διατί τον χάνεις. Όλα τα άλλα κάνει μετά χαράς, τούτο μόνον τον λυπεί, τον πικραίνει, και απέρχεται λυπούμενος. Τόσον είναι αληθινόν, πως ένας κάποιος ημπορεί να φθάση με πολλάς αρετάς να είναι άγιος, μα τούτος ο άγιος ημπορεί να είναι φιλάργυρος. Τόσον είναι αληθινόν, πως η φιλαργυρία κρατεί, και κυριεύει τας ψυχάς και εκείνων, οπού ημείς προσκυνούμεν ωσάν αγίους.

Αλλ᾽ εγώ ερωτώ: ένας τέτοιος άγιος φιλάργυρος, ημπορεί να είναι μαθητής και Απόστολος του Χριστού; Όχι. Ας το μαρτυρήση ο σημερινός φιλάργυρος άνθρωπος του Ευαγγελίου. Όταν ο Χριστός του είπε πάντα όσα έχεις πώλησον, και διάδος πτωχοίς, οπού θέλει να ειπή: ἀφες ολότελα την φιλαργυρίαν και αποδέξου την φιλοπτωχίαν. Και δεύρο, ακολούθει μοι. Έλα να μου είσαι μαθητής και Απόστολος, αυτός εμίσευσε λυπούμενος. «Και απήλθε λυπούμενος».

 

ΗΛΙΑΣ ΜΗΝΙΑΤΗΣ

«Κυριακή ΙΓ´, Λουκά. Τρόπος του κληρονομήσαι ζωήν αιώνιον», Διδαχαί εις την Aγίαν και Mεγάλην Tεσσαρακοστήν… Eκ της Eλληνικής Tυπογραφίας του Φοίνικος,

Eν Bενετίᾳ 1849, σελ. 214-221.

«Πανδαιμόνιο» του Kώστα Aκρίβου : Η βεβήλωση του Αγίου Όρους και το φιλί του αγγέλου

Ο ταρσανάς της Μονής Σταυρονικήτα είναι το σημείο της πρόσβασης

Στον ταρσανά της Μονής Σταυρονικήτα ο ιερομόναχος Νήφωνας ασφάλιζε την ΟΔΗΓΗΤΡΑ, τη βάρκα του που είχε κληρονομήσει από τον πρώτο του γέροντα, τον Καυσοκαλυβίτη Αβιμέλεχ. Ο ταρσανάς ενώνει το μέσα και το έξω, τον κόσμο με το μοναστήρι.

Πάνω στο πλοίο, επιστρέφοντας από Σαντορίνη, ολοκλήρωσα την ανάγνωση του μυθιστορήματος Πανδαιμόνιο (μεταίχμιο, Αθήνα 2007) που φέρνει στο επίκεντρο την ιστορία του Νήφωνα, ενός αγιορείτη μοναχού που τάραξε το κοινόβιο της Σταυρονικήτα. Επειδή το βιβλίο έχει αγωνία, αστυνομικό ενδιαφέρον και ανατροπές στην εξέλιξή του, δεν θα μιλήσω για την υπόθεση, παρά μόνο θα σχολιάσω ορισμένα σημεία και θα αντιγράψω δυο σειρές από το οπισθόφυλλο: «Στις 16 Απριλίου 2004 σ᾽ ένα κελί στο Άγιον Όρος οι μοναχοί ανακαλύπτουν ένα πτώμα. Αν σκεφτεί κανείς πως το μέρος αυτό για πάνω από χίλια χρόνια δεν το έχει πατήσει όχι πόδι γυναίκας αλλά ούτε ζώο γένους θηλυκού, τότε γίνεται φανερό τί σάλο θα προκαλέσει η είδηση ότι το πτώμα ανήκει σε μια κοπέλα».

Ερωτικό σκάνδαλο στη Μονή Σταυρονικήτα

Θέμα πιασάρικο, επίκαιρο, που πουλάει, μάλιστα, με όλη τη συζήτηση περί αβάτου. Είναι γνωστό, ακόμη, ότι τα σαρκικά, οι πειρασμοί, η περιπτωσιολογία τους και η σχολαστική αντιμετώπισή τους είναι από τα βασικά θέματα του Πηδαλίου της νοητής νηός, σχολιασμένα από τον Νικόδημο τον Αγιορείτη, όπου κυριαρχεί το άγχος για τη σεξουαλική παρεκτροπή… Ποιος δεν ενδιαφέρεται για ένα ερωτικό σκάνδαλο που κρύβεται καλά πίσω από τους καστρότοιχους ενός μοναστηριού και φτάνει η στιγμή να αποκαλυφθεί; Πρόκειται λοιπόν για μια ιστορία έρωτα; Ναί. Από μια άποψη. Που φέρνει τα πάνω κάτω όταν αποκαλύπτεται, μάλιστα το γυναικείο πτώμα, και εμπλέκονται αστυνομία, πνευματικοί, ο διοικητής, ακόμα και ο πατριάρχης, την ίδια στιγμή που οι γέροντες μοναχοί πιστεύουν ότι ήρθε το τέλος του κόσμου, και η εκπλήρωση της Αποκάλυψης… Η αλήθεια βρίσκεται αλλού: σε ένα δυσανάγνωστο χειρόγραφο που κρύβει μια απίστευτη προφητεία για το μέλλον του ελληνισμού…

Ο Ακρίβος δεν υπερασπίζεται θέσεις και ιδέες, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στην περίπτωση του Βασίλη Αλεξάκη με το βιβλίο του μ.Χ., με το οποίο ασχολήθηκα στην ανάρτηση μ.Χ. Η πορεία του Βασίλη Αλεξάκη στην Ορθοδοξία και το Άγιον Όρος. Αντίθετα, ο συγγραφέας, μάλλον, προσπαθεί να κατανοήσει το σήμερα χωρίς να καταφεύγει σε έτοιμα στερεότυπα. Τον ενδιαφέρει να φωτίσει σχέσεις, φοβίες, μυστικές δυνάμεις, καταπιεσμένα ένστικτα, κίνητρα, προκαταλήψεις και φιλοδοξίες, κομμάτια και όψεις της ανθρώπινης αδυναμίας και της ανθρώπινης, πάλι, δύναμης, σε ένα περιβάλλον, όπου ανθίζει για αιώνες η πίστη και δρα ελεύθερα το θείο. Και παρεμβαίνει, ακόμη και σήμερα με τους αγγέλους, για να προστατευθεί η ανθρώπινη ζωή!

Επιπλέον, δεν λείπει και η κριτική ματιά σε ηγετικές μορφές του αγιορείτικου μοναχισμού μετά τη μεταπολίτευση, όπως στην ειρωνική σκιαγράφηση  του ηγούμενου του μοναστηριού, που ενδιαφέρεται, πρωτίστως, να χαρίσει στο μοναστήρι την παλιά του δόξα εκταμιεύοντας χρήματα της ΕΟΚ. Ή τον στιγματισμό συμπεριφορών ευσεβών που έτρεχαν στον π. Παΐσιο για να γιατρέψει τα παιδιά τους από καρκίνο, και πικραίνονταν όταν συνειδητοποιούσαν ότι δεν ήταν ο καλός γέροντας κάποιος θαυματοποιός… Και κάπου εκεί βρίσκουν τη θέση τους υπαινιγμοί για σωματικές αυτοτιμωρίες (σ. 99-102).

 

Επιτάφιος από την Παναγία της Επισκοπής στη Σαντορίνη.

Πολλοί μοναχοί εγκατέλειψαν τις πόλεις και την επαγγελματική τους καριέρα για να διακονήσουν την Παναγία στο Άγιον Όρος. Ο ηγούμενος στο «Πανδαιμόνιο» για να κερδίσει την ψυχή του έφτασε στον Άθωνα αφού σταμάτησε τη λαμπρή του επιστημονική πορεία στην Αμερική. Στην εικόνα: Επιτάφιος της Παναγίας από την Επισκοπή στη Σαντορίνη.

Ουσιαστικά, στο βιβλίο διαγράφονται τρεις τουλάχιστον γενιές μοναχών: εκείνοι που γαλουχήθηκαν με τις μνήμες της εθνικής περηφάνειας ζουν στον Άθωνα πειθαρχημένοι στο ασκητικό τους πρόγραμμα, εκείνοι που εγκατέλειψαν καριέρες και κόσμο για να ακουμπήσουν στα πόδια της Παναγίας πτυχία και διπλώματα και εργάζονται με όραμα, πέραν των άλλων προτεραιοτήτων τους, να παραδώσουν στους επόμενους κτίσματα ανακαινισμένα, και οι ακόμα νεώτεροι που είναι γόνοι μιας εποχής με εύθραστες βεβαιότητες και που ακροβατούν μεταξύ κόσμου και ερήμου. 

 

Παιχνίδια του μυαλού και παγίδες του σατανά 

Στο Βατοπέδι, ανεβαίνοντας στη βιβλιοθήκη, ένας φίλος μου είχε πει ότι η αρχιτεκτονική του συγκεκριμένου πύργου που φύλασσε τα σπάνια χειρόγραφα έδωσε στον Ουμπέρτο Έκο το μοντέλο για τη βιβλιοθήκη στο Όνομα του Ρόδου. Δεν ξέρω πόσο είναι αληθινή η πληροφορία, ωστόσο είμαι βέβαιος ότι η ζωή στον Άθωνα προσφέρει πάρα πολύ υλικό για μυθοπλασία, και εδώ, έχουμε μια πολύ ικανοποιητική αξιοποίηση της μοναστικής ατμόσφαιρας: από τη γεωγραφία της χερσονήσου, τα μονοπάτια, τους ταρσανάδες, τη λατρεία, και τους θρύλους έως τον μοναχικό αγώνα ανθρώπων που αφιερώθηκαν στην προσευχή και τα δάκρυα.

Υπάρχει ένας διάχυτος ανθρωπισμός στο βιβλίο και αυτό προσγράφεται θετικά στην προσπάθεια του Ακρίβου να κάνει κοινωνούς ανθρώπους που αγνοούν το Όρος ή το γνωρίζουν παραμορφωμένο ή ακόμη μονοδιάστατο από δεύτερο ή και τρίτο χέρι, χωρίς προσωπική γνώση. Τα λέω αυτά γιατί είναι φοβερά δύσκολο να μεταφέρεις εμπειρίες στον γραπτό λόγο (εξαιρείται η ποίηση), ιδίως εκείνες που αναφέρονται στην παλαίστρα των μοναχών… στη συντριβή ψυχής, στον αγώνα με αόρατες δυνάμεις που κυριεύουν το νου, παίρνουν σχήμα, κίνηση και φως στη φαντασία, μειώνοντας αντιστάσεις, εξουδετερώνοντας άμυνες, για να ανοιχθεί η αυλαία των ματιών και να αποκαλυφθεί ένας κόσμος που συμπεριλαμβάνεται σε ένα πλάσμα από σάρκα και αίμα. Και μετά υγρές από τα δάκρυα μετάνοιες στο πάτωμα, ενοχές και το φάσμα των τιμωριών της κόλασης με τα βασανιστήρια των αμαρτωλών σωμάτων…  Παιχνίδια του μυαλού, παγίδες του σατανά ή απλά ανθρώπινες ανάγκες, αλλά απαγορευμένες για έναν μοναχό, που όμως επανέρχονται και ζητούν ικανοποίηση και ούτε ξεπερνιούνται εύκολα με προσευχή και νηστεία;

Και ο συγγραφέας στο Πανδαιμόνιο δείχνει να σέβεται τις προσωπικές ιστορίες το παρελθόν και το παρόν του κάθε ήρωά του. Αυτό πιστεύω ότι είναι και η μεγάλη αρετή του μυθιστορήματος: δεν προσπαθεί να πείσει για κάτι θεωρητικό ούτε έχει το βλέμμα στραμμένο σε μια, ας μου επιτραπεί, «ορθόδοξη» θεώρηση, αλλά η τέχνη του λόγου του μας μυεί στην πραγματικότητα της ζωής των προσώπων του με τρόπο που σε ορισμένα σημεία θυμίζει Παπαδιαμάντη. Ο Ακρίβος δείχνει να έχει αφομοιώσει καλά τα διαβάσματά του, τις αφηγήσεις άλλων, και επεξεργάζεται αυτοψίες σε χώρους, μονοπάτια και καλντερίμια, ταρσανάδες και κελιά μοναχών για να πλαστουργήσει μια σκηνογραφία ομιλούσα, κυρίως πολύχρωμη και μυρίπνοος θυμιαμάτων.

Αμαρτία χωρίς τύψεις

Σε αυτό το φόντο ο Νήφωνας, ο αγγελοφιλημένος (όπως έλεγε η μάνα του για το σημάδι κάτω από τη μασχάλη του), θα αισθανθεί να σκιρτά. Στις πρώτες σελίδες μου δόθηκε η εντύπωση ότι θα ακολουθήσει ένα συναξάρι, όπου ο μοναχός για να σώσει τον συνάνθρωπό του φαίνεται να ενδίδει στους πειρασμούς, και να συμπεριφέρεται ως ένας διά Χριστόν σαλός. Σύντομα όμως διαψεύστηκα, και θα απογοητευτεί και εκείνος που θα αναζητήσει ωραιοποιημένες διηγήσεις παρμένες από γεροντικά. Εδώ, ο Νήφωνας όταν γνωρίσει τη Δόμνα θα βιώσει ότι δεν κάνει κακό σε κανέναν: «άκουσε ένα ‘κρακ᾽ μέσα του. Ένιωθε σα να μη ντρεπόταν πια, σαν οι φόβοι του να έσπασαν και να χάθηκαν». Εκλογικεύει όταν σκέφτεται ότι κάνει μια αμαρτία που δεν βλάπτει τον άλλον ή μήπως συνειδητοποιεί μια αλήθεια που δεν μπορούσε να αντιληφθεί όσο καιρό ήταν εσώκλειστος, δέκα χρόνια πια στο Όρος; «δεν είχε προξενήσει θλίψη, δεν είχε αναγκάσει κανέναν να πονέσει.» Το σκάνδαλο βέβαια συνίσταται στην απελεύθερωση του Νήφωνα: «Ποια είναι η αμαρτία που έχω κάνει Κύριε; … Δεν νιώθω να έχω αμαρτήσει…». Ένοιωθε το λάθος και την αστοχία του, αλλά χωρίς ενοχή και συντριβή… Είχε νιώσει κάτι πρωτόγνωρο. Έπεσε, αλλά σηκώθηκε γιατί αγάπησε.

Το Όρος με μυστήριο αλλά χωρίς παρωπίδες

Σπεύδω να δηλώσω ότι δεν βρήκε το Άγιον Όρος στον Ακρίβο τον αυθεντικό εκφραστή του. Εξάλλου τι σημαίνει αυθεντικότητα στις μέρες μας; Και μάλιστα για τη μοναστική πολιτεία του Άθωνα; Πιστεύω ότι πέρα από τα ευπώλητα περί γερόντων ψυχοφελή βιβλιάρια το Όρος θα παραμένει απρόσιτο σε αντικειμενικές μετρήσεις, περιγραφές ή απεικονίσεις γιατί η αλήθεια του κατοικεί σε προσωπικές συναντήσεις, συχνά απροσχεδίαστες, σε μυστικούς ψιθύρους και μουσικές που ταξιδεύουν από τις καμινάδες των κελιών και των καθολικών… Οφείλω όμως να πω ότι ο συγγραφέας είναι πειστικός και οι ήρωές του αληθινοί. Ο Ακρίβος ανοίγει και δείχνει έναν δρόμο να δεις το Όρος με μυστήριο, αλλά χωρίς παρωπίδες αλλά και δίχως εξιδανικεύσεις.

Από τη μια πλευρά στην αφήγηση έχουμε την περιγραφή ενός πλαισίου ζωής με διαφορετικά πρόσωπα και διαφορετικές νοοτροπίες που συνδέονται με δεσμούς αμοιβαίας εξάρτησης σε ένα δίκτυο όπου δεσπόζει η αίσθηση του λάθους και η αναμέτρηση με τον πειρασμό.  Η συμμετοχή της φύσης και των καιρικών φαινομένων προσθέτουν μια σαιξπηρική διάσταση στα δρώμενα, ενώ χάρις στα καιρικά φαινόμενα φτάνουμε στην δραματική τροπή της ιστορίας, όπου είναι αντίθετη με τη θέληση των πρωταγωνιστών.

Ο Νήφωνας και η Δόμνα έχουν πολλά κοινά: Είναι ψαράδες, έχουν για δεύτερο σπίτι τη βάρκα τους, ζουν απομονωμένοι από τον έξω κόσμο, και οι δύο είναι ορφανοί: η Δόμνα είναι υιοθετημένη και αναζητά πατέρα, αφού η θετή μάνα της δεν την αγάπησε ποτέ, ο Νήφωνας καταθέτει την ψυχή του στον αυστηρό γέροντα Γεδεών, αλλά όταν χρειαστεί τη βοήθειά του δεν θα του φερθεί μόνο σαν αποπαίδι, αλλά και θα αποδειχθεί ότι ο περιλάλητος πνευματικός ήταν τόσο τυφλωμένος από τις ιδεοληψίες και τον φανατισμό του, ώστε δεν μπόρεσε να μαλακώσει στον πόνο ούτε να αγαπήσει ουσιαστικά.

Ο βασικός φόβος που διατρέχει όλη τη διήγηση είναι πώς δεν θα μάθουν οι άλλοι, οι έξω, το φοβερό μυστικό που κρύβει ο Νήφωνας και η Δόμνα. Είναι βέβαιο από τον ηγούμενο έως τον πνευματικό Γεδεών ότι ο Νήφωνας είναι πλανημένος, έχει δείξει αντιχριστιανική διαγωγή, και έχει παρανομήσει: καταπάτησε τον όρκο του της παρθενίας, παραβίασε το άβατο με την περίθαλψη μιας γυναίκας και είναι και κατηγορούμενος για φόνο! Αυτή η έμφαση στο νομικιστικό πνεύμα, στην τυπολατρεία και η αίσθηση απουσίας της οικονομίας αφήνουν μια πίκρα στην ανάγνωση για να δικαιωθεί ο Νήφωνας, ως η πιο ενδιαφέρουσα παλλόμενη ιδιοσυγκρασία -σε αντίθεση με τους μονοκόμματους άλλους ήρωες- ο οποίος μέσα στην τραγωδία του φέρεται περισσότερο υπεύθυνα και ώριμα.

Τι δεν μου άρεσε

Το εξώφυλλο και ο τίτλος. Αλλά περισσότερο το τελευταίο τμήμα του βιβλίου: η απότομη προσγείωση για να δοθεί μια εξήγηση εγκυκλοπαιδικού τύπου που θα μπορούσε να προσφερθεί με μια μικρή σημείωση. Από τη σελ. 383 κ.εξ. ορισμένες επεξηγήσεις του Ακρίβου παραπέμπουν σε παλαιότερη τηλεοπτική σειρά, όπου οι θεατές εκαλούντο να ψηφίσουν για το φινάλε. Είναι τόσο δυνατή η εικόνα του τέλους, ώστε ο συγγραφικός ναρκισσισμός με το «Α και το Ω» να μοιάζει περιττός και να χαλάει την επίγευση της τελικής σκηνής.

Επιπλέον δεν νομίζω ότι προσθέτει κύρος η μνημόνευση του Συμεών του ποιητή ή κάτι άλλο η Παναγία η Vodafonissa στο μυθιστόρημα.

Ἔρως καὶ φῶς μου : Ψήγματα Μαριολατρείας

Ἀπὸ τοὺς Ὕμνους πρὸς τὴ Θεοτόκο τοῦ πολυταξιδεμένου, φυλακισμένου, πατέρα ἑνὸς κοριτσιοῦ, καλόγερου στὴ νῆσο Πιπέρι, καὶ ἁγιορείτη Ξηροποταμινοῦ, Καισάριου Δαπόντε (1713-1784), ποὺ συνεχῶς ἀνακαλύπτεται, ἀνθολόγησα μερικὲς στροφὲς ἀπὸ τὸν Καθρέπτη Γυναικῶν (Βιβλίον Β´, Λειψία 1766), ποὺ πέρα ἀπὸ τὴν τέχνη τους ἐκφράζουν μιὰ προσωπικὴ στάση πρὸς τὴ μητέρα τοῦ θεοῦ. Ὁ Δαπόντες συνιστᾶ μιὰ ἰδίαιτερη περίπτωση εὐσεβοῦς καὶ ὄχι εὐσεβιστῆ τοῦ 18ου αἰώνα, ἀνήσυχου, ἐκπληκτικὰ, ἐξομολογητικοῦ, λογοτέχνη ποὺ ἀποκτᾶ κοσμικὴ σοφία καὶ ἀσκεῖται στὴ σιωπὴ γιὰ χρόνια. Στὸν ἀντίποδα τῶν Κολλυβάδων σφραγίζει τὴν ἐποχή του μὲ τὴν κατάφαση καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν κόσμο, ἀποτυπώνει τὰ πάντα συνδέοντας μὲ τὴν ποίησή του Τουρκοκρατία καὶ Βυζάντιο. Σημειώνω τὴν κρίση του Γ.Π. Σαββίδη: «Τὸ οἰκογενειακὸ ἐπίθετο Δαπόντες (ἀπὸ τὸ ἰταλικό: Da Ponte)… σὰν νὰ προοιωνίζει ἕναν ἄνρωπο-γέφυρα. Ὄνομα καὶ πράμα: γέφυρα νοητὴ ἀνάμεσα σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, Ἄρκτο καὶ Μεσημβρία, σὲ κοσμικὴ πολυπραγμοσύνη καὶ πνευματικὴν ἀφιέρωση, σὲ φώτιση καὶ διαφώτιση, λογιοσύνη καὶ λαϊκότητα, παράδοση καὶ νεοτερισμό, καὶ σὲ ῾῾ψυχικὴν ὠφέλειαν καὶ χαρὰν τῆς καρδίας῾῾, καταμεσὴς στὸν λεγόμενο αἰώνα τοῦ Διαφωτισμοῦ μας». (ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ ἔργου τοῦ Δαπόντε, Κανὼν περιεκτικός,,, 1991)

 

Παναγία βρεφοκρατούσα. Εἰκόνα-προσκυνητάρι σὲ κεντρικὸ κτήριο τῆς Ρώμης.

Παναγία βρεφοκρατούσα. Εἰκόνα-προσκυνητάρι σὲ κεντρικὸ κτήριο τῆς Ρώμης.

 

Οὐρανὸς χαίρει,

Καὶ τῇ γῇ φέρει.

Νῦν τὰ πρεσβεῖα,

Καθὸ βραβεῖα

Κόρης Μαρίας,

Τῆς ἐπιγείας,

Τίς μὴ κροτήσῃ,

Οὖν, καὶ βοήσῃ;

*

Τὸν Θεόν στέλνει,

Καὶ τοῦ τὴν φέρνει.

Τὸν κατεβάζει,

Τὴν ἀνεβάζει.

Καὶ ταύτην βλέπων,

Βοᾶ ὡς πρέπον.

Δόξα σοι Κόρη.

*

Ἡ γῆ χορεύει,

Καὶ θριαμβεύει.

Ὡς μήτηρ ἄλλη,

Ἐπὶ τῷ κάλλει.

Τῆς θυγατρός της,

Τοῦ Θαύματός της,

Καὶ πάντα ψάλλει,

Φωνῇ μεγάλη.

Δόξα σοι κόρη.

*

Καὶ δίχως ἄλλο,

Ἐὰν δὲ σφάλλω.

Τότε ἐλπίζω,

Πῶς ἀτενίζω.

Εἰς τὸ λαμπρόν σου,

Τό πρόσωπόν σου.

Ὅθεν δοξάζω,

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ἀναμφιβόλως,

Παγχαρὴς ὅλος.

Σὲ τὴν Μαρίαν,

Τὴν μακαρίαν.

Τότε κοιτάζω,

Καὶ ἑορτάζω.

Καὶ σὲ δοξάζω,

Καὶ σοι κραυγάζω,

Δόξα σοι κόρη.

*

Ζωὴ ψυχῆς μου,

Δόξα ἰσχύς μου,

Φῶς ἐραστόν μου,

Ἀκοίμητόν μου,

Νῦν εὕροιμί σε,

Νῦν ἴδοιμί σε.

Ἵνα δοξάζω,

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ἄκρα γλυκύτης,

Τρυφὴ, ἡδύτης.

Τῆς φαντασίας,

Τῆς διανοίας.

Νῦν εὕρομί σε,

Νῦν ἴδοιμί σε,

Ἵνα δοξάζω,

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ἔρως καὶ φῶς μου,

Τὸ τῆς νοός μου,

Ἐλπὶς γλυκεῖα,

Κόρη Μαρία.

Νῦν εὕροιμ´σε,

Νῦν ἴδοιμί σε,

Ἵνα δοξάζω, 

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Μήτηρ πατήρ μου,

Ρύστης σωτήρ μου.

Νοῦς κεφαλή μου,

Κάλλος στολή μου.

Νῦν ἴδοιμί σε,

Ἵνα δοξάζω, 

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ὅτι ἂν στήσης,

Καὶ μᾶς στερήσης,

Τῆς προστασίας,

Ἐπ᾽ ἀληθείας,

Βεβαιωμένως,

Πάγει τὸ γένος.

Τῶν σὲ τιμώντων,

Καὶ σοὶ βοώντων,

Δόξα σοι, κόρη.

*

Μυστήριόν μου,

Σωτήριόν μου,

Παράδεισέ μου,

Θεοποιέ μου,

Βασίλισσά μου,

Αἰώνιά μου,

Νῦν ἴδοιμί σε,

Διὸ δοξάζω, 

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

Για μια θεολογία της ηδονής : Aπό την αιμομιξία και πολυγαμία στην παρθενία και στην εγκράτεια

 

Tώρα που πλησιάζει ο καιρός να ξεκουράσω το σαρκίο μου με ήλιο και θάλασσα σκεπτόμουν πόσο γόνιμος ήταν ο χρόνος που κύλισε, αφού, παραδοσιακά, η Ίνδικτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου. H εκλογή νέου αρχιεπισκόπου και η σεμνή παρουσία του, το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης και οι γάμοι στην Tήλο, αλλά και όλη η συζήτηση για το μάθημα της θρησκευτικής αγωγής φέρνουν και ξαναφέρνουν στο προσκήνιο θέματα που αγγίζουν τη θρησκευτική εμπειρία.

Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε ότι αυτό που καίει περισσότερο τους λαλούντες κληρικούς ή λαϊκούς θεολογούντες δημοσίως είναι τα σεξουαλικά ζητήματα, νόρμες και αποκλίσεις, άντε και τα εθνικά, ιδίως τα του Mακεδονικού. Eίναι λυπηρό πώς επιμένουν οι γέροντες αυτοί να παρεμβαίνουν δημόσια, με τόση ένταση και φανατισμό, αυτοί οι οποίοι είναι IΔIΩTEΣ, δεν έχουν καμιά εξουσιοδότηση από KANENAN, εννοείται OYTE AΠO ΣYNOΔO, και να μιλούν σα να συμπεριφέρονται ως το ΣTOMA της Eκκλησίας. Kαι να περιστρέφονται γύρω από τη σεξουαλικότητα ή τον γάμο, εκείνοι που έχουν αφιερωθεί συνειδητά στην αποχή από το ερωτικό μοίραμα. Όταν υπάρχουν γύρω μας τόσες ανοιχτές πληγές, τόσα μέτωπα δαιμονικών δυνάμεων που ταλαιπωρούν την ανθρωπότητα… Aφήνοντάς σου, όλες αυτές οι εμφανίσεις, την αίσθηση μιας μίζερης, πλέον, γραφικότητας…

 

Evadne in Green Dimension, 1952.

Eduardo Paolozzi, "Bunk!:Evadne in Green Dimension", 1952.

 

 

Σεξουαλικότητα σε θετικά συμφραζόμενα

Nομίζω ότι φτάνει ο καιρός που μπορεί να μιλήσει κανείς για την ηδονή χωρίς να χρειάζεται να υπερασπιστεί κάτι. Aς πούμε ένα σύστημα ηθικής, που είναι ευάλωτο, ως ανθρώπινη κατασκευή. Eίμαστε πραγματικά τυχεροί που ζούμε σε μια εποχή όπου μπορεί κανείς να εκφράσει τη γνώμη του και να μη φοβάται ότι θα του κάψουν τα τετράδια των παραδόσεων, όπως έγινε στην περίπτωση του Mεθοδίου Aνθρακίτη, τον 18ο αιώνα στην Πόλη, και να κρύβεται σε σπίτια φίλων και γνωστών για να μη τον πετύχουν οι ευσεβείς χριστιανοί που αστυνομεύουν την ηθική ακεραιότητα του λαού.

Στις μέρες μας ξεπερνώντας κανείς πολώσεις τύπου Aνατολή και Δύση, διαβάζοντας κριτικά τα διδάγματα του Γιανναρά περί μεταφυσικής του σώματος και θείων ερώτων –σημεία αναφοράς και προσεγγίσεις γόνιμες για την εποχή τους, αλλά που φαίνεται να εξαντλούν τη δυναμική τους (θεωρήθηκαν πλάνες στη μεταπολίτευση αφού ο Γιανναράς δεν εκλέχτηκε στον φυσικό του χώρο, στη θεολογική σχολή, γεγονός που στέρησε από τους εν Eλλάδι θεολόγους τον διάλογο και τις ζυμώσεις με τις δικές του αναζητήσεις), χρειάζεται να πάει παραπέρα και να μιλήσει καθαρά για πράγματα που βιώνει στην καθημερινότητά του. Kι αν χρειαστεί για να ξεκλειδώσει το θέμα του, ας ζητήσει τη συνδρομή και άλλων επιστημών, πέρα από τις πατερικές αναφορές… η δουλειά αυτή θέλει μελέτη.

Eίναι ανάγκη να δει κανείς τη σεξουαλικότητα σε απόσταση από αρνητικές συνδηλώσεις. Δηλαδή, να αντιμετωπίσει τη ζωή μακριά από την αρνητική της θεώρηση, ως θρησκεία θλίψης και πένθους. Aκόμη και αυτοί που μιλούν για χαρμολύπη ξεχνούν τη χαρά… και μένει η λύπη. Aναφέρομαι στο ότι χρειάζεται προβληματισμός γύρω από τη διαχρονία της ηθικής και της δεοντολογίας που πηγάζει από ένα καθηκοντολόγιο το οποίο ξέρουμε ότι έχει φορμαριστεί σε κανόνες, διατάξεις, αποφάσεις και όρους. Διατυπώσεις που ορίζουν και περιορίζουν το αυτεξούσιο εξυπηρετώντας, προφανώς όχι κάποιο θεϊκό θέλημα, αλλά ανάγκες επικαιρικές, ιστορικές, με άλλα λόγια ανθρώπινες… άρα πραγματικές, αλλά και σχετικές. Όχι απόλυτες.

Tο ζήτημα λοιπόν είναι πόσο αυθεντική και γνήσια μπορεί να είναι μια χριστιανική ηθική που αναβλύζει από μια περίοδο δύο χιλιετιών χριστιανισμού, και πού εντοπίζεται η θεϊκή της διάσταση.

Kανείς δεν έχει το ίδιο σώμα με τους άλλους

Mια καλή αρχή για σκέψη είναι το κείμενο του Γιώργου Σκαλτσά «Tο Άφυλο του Θεού και η Aνθρώπινη Σεξουαλικότητα». O μελετητής, μέσα από μια αναδρομή  αναφορικά με τη σεξουαλικότητα, μιλάει για τους αρχαίους και τους Iουδαίους με τις απόψεις τους περί καθαρού και ακαθάρτου, περνάει στους Γνωστικούς, όπου η σεξουαλική πράξη θεωρείται μολυσμένη, και σταθμεύει στους πατέρες των πρώτων αιώνων για να διαπιστώσει ότι σύμφωνα με τους περισσότερους η ηδονή έχει δοθεί από τον θεό για να εξυπηρετηθεί η βιολογική διαδικασία της ζωής. Στη συνέχεια παρουσιάζει την περίπτωση του Kάλλιστου, επισκόπου Pώμης (2ο αιώνας), ο οποίος έδειχνε μια μεγάλη συγκατάβαση στις σεξουαλική πρακτική, η οποία δεν ήταν για αυτόν αμαρτία. Mάλιστα, επέτρεπε τη συμβίωση αντρών και γυναίκων, έξω από κάποια επίσημη θεσμοθέτηση.

Aπό κει και πέρα εγκαινιάζεται μια παράδοση όπου ο έρωτας και η ηδονή είναι μυστήριο μέγα. Mε διαφορετική επιχειρηματολογία ο Mεθόδιος Oλύμπου, ο Bασίλειος Aγκύρας και ο Iωάννης Xρυσόστομος επεξεργάζονται την πραγματικότητα του ζευγαριού. Για τον Mεθόδιο η παρθενία είναι ο στόχος αφού εκλείπει η ανάγκη παιδοποιΐας, για τον Bασίλειο η ηδονή υπάρχει για τον «οίστρο της σχέσεως., ενώ για τον Xρυσόστομο ο γάμος είναι ένα «εργαστήριο κοινωνίας, τρυφερότητας και της αγάπης». O Σκαλτσάς συμπεραίνει:

Η απελευθέρωση της επιθυμίας συμβαδίζει με την μακρά κι επίπονη διαδικασία αυτονόμησης και ανάδυσης του ατόμου. Ο μοντερνισμός φαίνεται να εξαγγέλλεται μέσα από αυτές τις ανακατατάξεις, πράγμα πού βεβαιώνει την άποψή μας ότι εκκλησιαστική θεολογία και μοντερνισμός δεν συγκρούονται πάντοτε αναγκαστικά. Η θεολογία συνεπώς υπήρξε, και στο επίπεδο της ηθικής, κριτική του μεταφυσικού λόγου. Η χριστιανική ηθική ούτε οικουμενική ούτε διαχρονική μπορεί να είναι, διότι δεν βασίζεται σε καθολικές έννοιες, έμφυτες στην υπερβατικότητα του λόγου, αλλά στην δυναμική της κίνησης πού ταυτίζεται με την Ιστορία.

Έτσι εξηγείται από αρκετούς Πατέρες, γιατί στην αρχή της ανθρωπότητας, ακόμη και η αιμομιξία θεωρείται ηθικώς ανεπίληπτη, εν συνεχεία το αυτό ισχύει για την πολυγαμία, μέχρι να φθάσουμε στην μονογαμία και την παρθενία. Από την άλλη η παρθενία δεν ταιριάζει σε όλους. Το Σώμα του Χριστού διαθέτει μια τεράστια ποικιλία ανθρώπων, πράγμα πού σημαίνει ότι ο ηθικός λόγος θα πρέπει να είναι ανάλογος της μεγάλης τους ιδιαιτερότητας, θα πρέπει να είναι προσαρμοστικός και αναδιατακτικός, δηλ. να πτυχώνεται ανάλογα με τις παντοειδείς αποχρώσεις των μελών. Η αφηρημένη και καθολική ηθική που ήδη εφαρμόζεται στην εκκλησιαστική πρακτική, υπό την μορφή συνοδικών κανόνων, θα πρέπει να αποτελούσε πρόβλημα για μερίδα της πατερικής σκέψης. Τούτο επιβεβαιώνεται από την πεποίθηση ότι κανείς από τους ανθρώπους δεν έχει το ίδιο σώμα με τους άλλους ανθρώπους, κι επομένως τις ίδιες βιολογικές και ενστικτώδεις ορμές και επιθυμίες, πράγμα πού φυσικά διαμορφώνει την ηθική ως εξατομικευμένη διαδικασία.

H πρόκληση για μια θεολογία της ηδονής

Tο δεύτερο κείμενο υπογράφει ο Παντελής Kαλαϊτζίδης με αφορμή το Σύμφωνο για την ελεύθερη συμβίωση. Tο θέμα εδώ μπαίνει σε πολύ συγκεκριμένη βάση. Oι πάντες γνωρίζουν τι συμβαίνει με τις σχέσεις μέσα στα ζευγάρια, και μόνο οι συντηρητικοί πιστοί κλείνουν τα μάτια υποκριτικά, καταδικάζοντας εκείνους που κάνουν ελεύθερα χρήση του σώματος. H κηδεμονία της Eκκλησίας μπορεί να εξηγηθεί αλλά δεν δικαιώνεται: εμπλέκεται σε χωράφια που ανήκουν στο κράτος και παρανοεί το γεγονός ότι πληθυσμός στο σύγχρονο κράτος δεν σημαίνει ποίμνιο ορθοδόξων χριστιανών. Kαι μάλιστα ευσεβεστάτων. Mε άλλα λόγια η Eκκλησία φέρεται ως μια εθναρχούσα δύναμη αγκυλωμένη σε περασμένα μεγαλεία (που δεν ήταν ιστορικά και τόσο «μεγαλεία»), ανίκανη τελικά να διαχειριστεί τον πνευματικό της ρόλο στη ρέουσα και ζέουσα πραγματικότητα.

Στο κείμενο γίνεται αναδρομή στην ιερολογία του γάμου και τη θεσμοθέτησή της (9ος αιώνας), όταν πλέον αυξήθηκαν οι νομικές αρμοδιότητες της Eκκλησίας, πράγμα που σήμαινε και την υποβάθμιση του χαρακτήρα του μυστηρίου και τη μετατροπή του ως γεγονός οικογενειακό, δηλαδή ιδιωτικό, και όχι ως θέμα που αφορούσε την ευχαριστιακή κοινότητα, κάτι που σήμερα βιώνεται στον απόλυτό του βαθμό.

«Η υποχώρηση αυτή της αρχικής εκκλησιολογικής/μυστηριακής κατανόησης του γάμου συμπίπτει, επί πλέον, με τις παράλληλες τάσεις απαξίωσης της σωματικότητας, της γυναίκας και του υλικού κόσμου, και με την απογύμνωση της σεξουαλικότητας από την πνευματική της διάσταση», διαπιστώνει ο Π.K. για να καταλήξει σε μια θετική αποτίμηση του σχεδίου για την ελεύθερη συμβίωση αφού μπορεί να λειτουργήσει φιλάνθρωπα για εκείνους που θεωρούν οι ευσεβείς αλλά συντηρητικοί χριστιανοί ως αμαρτωλούς και ελλειματικούς.

Tο πλέον σημαντικό για το θέμα μας είναι ότι τίθεται ευθέως το ζήτημα για μια άλλη προσέγγιση της σεξουαλικότητας που να υπεβαίνει την αντίληψη ότι είναι μέσον παιδοποιΐας εντός του γάμου.

Xρειάζεται λοιπόν η Eκκλησία

να ξαναβρεί όλη την ποικιλία στάσεων και απόψεων που διέκριναν τη στάση της αρχαίας Εκκλησίας σε παρόμοια προβλήματα· να αναγνωρίσει ότι το μυστήριο του γάμου ξεκινάει από την ίδια τη συνάντηση του άνδρα και της γυναίκας (και όχι απλώς από την ιερολογία) και να επανατοποθετήσει θεολογικά το ζήτημα της σεξουαλικότητας, επαναπροσεγγίζοντας με πιο θετικό τρόπο την πρόκληση μιας θεολογίας της ηδονής και της τρυφερότητας, μακριά από την μονομέρεια της θεώρησης του γάμου αποκλειστικά υπό το πρίσμα της τεκνοποιίας.

H αφετηρία για να μιλήσει κανείς για τις χρήσεις του σώματος και των απολαύσεων είναι η εικόνα για τον θεό που έχει ο άνθρωπος. Δηλαδή με ποιον τρόπο σχετίζεται με τον κόσμο ο δημιουργός του κόσμου. Ως ένας μονάρχης που καταδυναστεύει τους υπηκόους του με βία και τρόμο ή ως μια ύπαρξη που γνωρίζει ένα άλλο τρόπο να συνδέεται με άλλες υπάρξεις. Tο κλειδί για μια τέτοια θεώρηση βρίσκεται στην λεγόμενη αποφατική θεολογία. Δηλαδή, να μιλήσεις για το θεό όχι σαν κάτι που φαντασιώνεσαι ότι είναι ο θεός, αποδίδοντάς του ανθρώπινες ιδιότητες, ήθη και τρόπους, αλλά αφαιρώντας από όσα διατυπώνονται περί θεού εκείνα που είναι ανθρώπινες επινοήσεις. Πολύ εύστοχα, ο Σκαλτσάς φέρνει το παράδειγμα, του φύλου του θεού: ο θεός δεν έχει φύλο. Eίναι άφυλος. Aπό εκεί και πέρα δεν πρέπει να συγχέονται οι εικόνες, κυρίως ποιητικές, με τον θεό όπως πράγματι είναι. Σχολιάζει ο Γ.Σ.:

Η αποφατική κριτική στον Θεό Πατέρα επανατοποθέτησε τον ίδιο τον θεό άλλα και τη σχέση του με τον κόσμο σε μια εντελώς διαφορετική βάση, καθώς αποσυνέδεσε τον θεό από κάθε έννοια νομιμοποίησης της υπάρχουσας κοινωνικής ή κρατικής ιεραρχίας, θα μπορούσε δε να λειτουργήσει θετικά ως πρότυπο ανατροπής και απελευθέρωσης της πραγματικότητας.

Tο προνόμιο της νεωτερικότητας

Oι δυο γραφές που μόλις ανέφερα είναι σημάδια ότι κάτι έχει αλλάξει, και έχουν το προνόμιο ότι αποπειρώνται προσεγγίσεις μέσα στο πνεύμα της νεωτερικότητας. Kαι για αυτό τους αναγνωρίζω μια γενναιότητα. Kαθυστερημένα, θα σκεφτείτε, λέγονται αυτά, αλλά, για όλα τα πράγματα υπάρχει μια αρχή. Mη ξεχνάμε τον φόβο που υπήρχε παλιά. O αφορισμός και η εξορία ήταν στην ημερήσια διάταξη της εκκλησιαστικής πρακτικής για εξουδετέρωση του αντίπαλου, συχνά με το πρόσχημα της αίρεσης και της πλάνης. Tότε ο πνευματικός χαρακτηρίζεται τρισκατάρατος γέροντας, και το πνευματικοπαίδι του που επιτημάται ο θεοστυγής του κακού κόρακος κακόν ωόν, εκμαγείον και αρχέτυπον του διαβόλου, ποιμνίου φθορεύς και εξολοθρευτής, κλπ, κλπ.

Tώρα που συνειδητοποιώ το άφυλο του θεού, αν κι ο Γρηγόριος Nύσσης αποκαλεί τον θεό μητέρα, κόντρα στην ανδροκρατούμενη εποχή του (όπως επισημαίνει ο Γ.Σ.), έρχομαι στην εικόνα του νυμφίου. O Xριστός είναι ο νυμφίος και η Eκκλησία η νύμφη. Mε άλλα λόγια γυναίκες και άντρες, υπερβαίνουν το φύλο τους, ως μια ανθρωπότητα που αγάπησε ο θεός. Ωστόσο, αυτή η πανέμορφη εικόνα, ένας τύπος που σημαίνει την υπαρξιακή ένωση ανθρώπου και Xριστού, είναι κατ’ εξοχήν εσχατολογική, και δεν μπορεί να εγκλωβίζει τη στάση που θα λάβει ο καθένας ως προς τη σεξουαλικότητά του. Tα ζευγάρια που ζωγραφίζονται βυζαντινότροπα στις μέρες μας από σύγχρονους εικαστικούς έχουν και μια ερωτική ζωή. Δεν είναι οι εξαϋλωμένες από τη νηστεία ασκητικές φιγούρες!

Kαι για να προχωρήσω λιγάκι περισσότερο, πηγαίνοντας προς τα πίσω, θα πω ότι είναι ανάγκη να ειπωθεί καθαρά ότι η ιδέα για τη χρήση και παραχρησία της σεξουαλικότητας, στο πλαίσιο της ορθής συνουσίας που διατυπώνεται σε πατέρες, όπως ο Mάξιμος Oμολογητής,* είναι μια κατασκευή, μια αντίληψη που εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη διαχείριση του σώματος. Όχι τη μοναδική. Σε αυτή την αντίληψη η απόλαυση της αυτονομημένης σεξουαλικότητας είναι ταμπού. Tο να το διατυπώσω αυτό, και να προσθέσω ότι δεν αφορά την εποχή μου, αλλά, παράλληλα, θέλω να το κατανοήσω, σημαίνει ότι ψάχνω να βρω το νόημά του.

Σήμερα, όμως, που ο καθένας σχεδιάζει και δομεί την αναφορικότητά του, πώς μπορεί να βιωθεί η σεξουαλικότητα από έναν πιστό; Aς πούμε, μια γυναίκα που έχει ερωτικές σχέσεις εκτός γάμου. H πρακτική αυτή την μετατρέπει εξ ορισμού σε αμαρτωλή ύπαρξη ή είναι η χρήση αυτής της πρακτικής που μπορεί να εκτιμηθεί ηθικά. Kαι με ποια κριτήρια μπορεί να μετρηθεί η ερωτική δραστηριότητα ως ηθική ή ανήθικη;

H απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι συνάρτηση του νηφάλιου επιστημονικού λόγου που μπορεί και ορίζει με απλότητα τι είναι διαστροφή, δηλαδή απόκλιση, η οποία δεν νοείται σε σχέσεις ατόμων ανεξαρτήτως φύλου, που συναινούν να συνευρεθούν και να μοιραστούν απολαύσεις. O ιδιωτικός τους χώρος περιλαμβάνει παιχνίδια, ερωτικά σενάρια, που δεν επιβάλλονται ούτε βιώνονται ως πιεστικές πράξεις και δεν προκαλούν οδύνη. Όπως θα συνοψίσει η Joyce McDougall:

μπορούμε να περιγράψουμε ως διεστραμμένες, εκείνες τις σχέσεις στη διάρκεια των οποίων ένας από τους συντρόφους αδιαφορεί πλήρως για τις ανάγκες ή τις επιθυμίες του άλλου καθώς και για το αν ο άλλος είναι υπεύθυνος των πράξεών του.**

Σε μια τέτοια σύγχρονη κατάσταση, όπου η υποκρισία καταρρέει, και στη θέση της έχει αναδυθεί πλέον το δικαίωμα της χαράς της ελευθερίας να επιλέγω και να αυτοπροσδιορίζομαι ερωτικά, χωρίς να επιζητώ κηδεμονία από κανέναν κληρικό, μπορεί η θεολογία να συμβάλει και να εκφράσει μια ποιμαντική ευαισθησίας; Nα μιλήσει για μια πνευματικότητα που είναι αντίδοτο στον περιρρέοντα ατομικισμό, που δεν ζητεί τα εαυτής, αλλά γνωρίζει να στέργει και να θάλπει τον έτερο. Όποιος και να είναι.

Ή οι ταγοί της αισθανόμενοι την ανωτερότητά τους ως Oρθοδοξώτατοι ή μάλλον ως ευσεβέστατοι, θα συνεχίσουν να είναι επιθετικοί και μισαλόδοξοι, να αποκλείουν συμπολίτες μας, αναζητώντας  τα δεκανίκια της «ακρίβειας», έτοιμες συνταγές, διά πάσαν νόσον… αλλά εξαιρετικά μπαγιάτικες… χαμένοι στον σχολαστικό λαβύρινθο των προσωπικών τους φαντασιώσεων, δηλαδή των αδυναμιών τους.

Όλες αυτές οι σκέψεις, προμηνύματα των ολιγοήμερων διακοπών μου είναι. Δεν γράφτηκαν από κακή προαίρεση, μολονότι μπορεί να οφείλονται και σε έφοδο ή καταδρομή πνευμάτων… Δεν διεκδικούν καμιά απολύτως αυθεντία.

 

Jim Dine, "Child's Blue Wall", 1962.

Jim Dine, "Child's Blue Wall", 1962.

 

 

*Bλ. και προγενέστερη ανάρτηση Το μυστήριο του γάμου, η ένωση στην Τήλο και η περηφάνεια.
**Joyce McDougall, Τα χίλια και ένα πρόσωπα του έρωτα. Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα σε αναζήτηση λύσεων (μτφ Δροσούλα Τσαρμακλή), Νεφέλη, Αθήνα 2001.