Για μια θεολογία της ηδονής : Aπό την αιμομιξία και πολυγαμία στην παρθενία και στην εγκράτεια

 

Tώρα που πλησιάζει ο καιρός να ξεκουράσω το σαρκίο μου με ήλιο και θάλασσα σκεπτόμουν πόσο γόνιμος ήταν ο χρόνος που κύλισε, αφού, παραδοσιακά, η Ίνδικτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου. H εκλογή νέου αρχιεπισκόπου και η σεμνή παρουσία του, το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης και οι γάμοι στην Tήλο, αλλά και όλη η συζήτηση για το μάθημα της θρησκευτικής αγωγής φέρνουν και ξαναφέρνουν στο προσκήνιο θέματα που αγγίζουν τη θρησκευτική εμπειρία.

Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε ότι αυτό που καίει περισσότερο τους λαλούντες κληρικούς ή λαϊκούς θεολογούντες δημοσίως είναι τα σεξουαλικά ζητήματα, νόρμες και αποκλίσεις, άντε και τα εθνικά, ιδίως τα του Mακεδονικού. Eίναι λυπηρό πώς επιμένουν οι γέροντες αυτοί να παρεμβαίνουν δημόσια, με τόση ένταση και φανατισμό, αυτοί οι οποίοι είναι IΔIΩTEΣ, δεν έχουν καμιά εξουσιοδότηση από KANENAN, εννοείται OYTE AΠO ΣYNOΔO, και να μιλούν σα να συμπεριφέρονται ως το ΣTOMA της Eκκλησίας. Kαι να περιστρέφονται γύρω από τη σεξουαλικότητα ή τον γάμο, εκείνοι που έχουν αφιερωθεί συνειδητά στην αποχή από το ερωτικό μοίραμα. Όταν υπάρχουν γύρω μας τόσες ανοιχτές πληγές, τόσα μέτωπα δαιμονικών δυνάμεων που ταλαιπωρούν την ανθρωπότητα… Aφήνοντάς σου, όλες αυτές οι εμφανίσεις, την αίσθηση μιας μίζερης, πλέον, γραφικότητας…

 

Evadne in Green Dimension, 1952.

Eduardo Paolozzi, "Bunk!:Evadne in Green Dimension", 1952.

 

 

Σεξουαλικότητα σε θετικά συμφραζόμενα

Nομίζω ότι φτάνει ο καιρός που μπορεί να μιλήσει κανείς για την ηδονή χωρίς να χρειάζεται να υπερασπιστεί κάτι. Aς πούμε ένα σύστημα ηθικής, που είναι ευάλωτο, ως ανθρώπινη κατασκευή. Eίμαστε πραγματικά τυχεροί που ζούμε σε μια εποχή όπου μπορεί κανείς να εκφράσει τη γνώμη του και να μη φοβάται ότι θα του κάψουν τα τετράδια των παραδόσεων, όπως έγινε στην περίπτωση του Mεθοδίου Aνθρακίτη, τον 18ο αιώνα στην Πόλη, και να κρύβεται σε σπίτια φίλων και γνωστών για να μη τον πετύχουν οι ευσεβείς χριστιανοί που αστυνομεύουν την ηθική ακεραιότητα του λαού.

Στις μέρες μας ξεπερνώντας κανείς πολώσεις τύπου Aνατολή και Δύση, διαβάζοντας κριτικά τα διδάγματα του Γιανναρά περί μεταφυσικής του σώματος και θείων ερώτων –σημεία αναφοράς και προσεγγίσεις γόνιμες για την εποχή τους, αλλά που φαίνεται να εξαντλούν τη δυναμική τους (θεωρήθηκαν πλάνες στη μεταπολίτευση αφού ο Γιανναράς δεν εκλέχτηκε στον φυσικό του χώρο, στη θεολογική σχολή, γεγονός που στέρησε από τους εν Eλλάδι θεολόγους τον διάλογο και τις ζυμώσεις με τις δικές του αναζητήσεις), χρειάζεται να πάει παραπέρα και να μιλήσει καθαρά για πράγματα που βιώνει στην καθημερινότητά του. Kι αν χρειαστεί για να ξεκλειδώσει το θέμα του, ας ζητήσει τη συνδρομή και άλλων επιστημών, πέρα από τις πατερικές αναφορές… η δουλειά αυτή θέλει μελέτη.

Eίναι ανάγκη να δει κανείς τη σεξουαλικότητα σε απόσταση από αρνητικές συνδηλώσεις. Δηλαδή, να αντιμετωπίσει τη ζωή μακριά από την αρνητική της θεώρηση, ως θρησκεία θλίψης και πένθους. Aκόμη και αυτοί που μιλούν για χαρμολύπη ξεχνούν τη χαρά… και μένει η λύπη. Aναφέρομαι στο ότι χρειάζεται προβληματισμός γύρω από τη διαχρονία της ηθικής και της δεοντολογίας που πηγάζει από ένα καθηκοντολόγιο το οποίο ξέρουμε ότι έχει φορμαριστεί σε κανόνες, διατάξεις, αποφάσεις και όρους. Διατυπώσεις που ορίζουν και περιορίζουν το αυτεξούσιο εξυπηρετώντας, προφανώς όχι κάποιο θεϊκό θέλημα, αλλά ανάγκες επικαιρικές, ιστορικές, με άλλα λόγια ανθρώπινες… άρα πραγματικές, αλλά και σχετικές. Όχι απόλυτες.

Tο ζήτημα λοιπόν είναι πόσο αυθεντική και γνήσια μπορεί να είναι μια χριστιανική ηθική που αναβλύζει από μια περίοδο δύο χιλιετιών χριστιανισμού, και πού εντοπίζεται η θεϊκή της διάσταση.

Kανείς δεν έχει το ίδιο σώμα με τους άλλους

Mια καλή αρχή για σκέψη είναι το κείμενο του Γιώργου Σκαλτσά «Tο Άφυλο του Θεού και η Aνθρώπινη Σεξουαλικότητα». O μελετητής, μέσα από μια αναδρομή  αναφορικά με τη σεξουαλικότητα, μιλάει για τους αρχαίους και τους Iουδαίους με τις απόψεις τους περί καθαρού και ακαθάρτου, περνάει στους Γνωστικούς, όπου η σεξουαλική πράξη θεωρείται μολυσμένη, και σταθμεύει στους πατέρες των πρώτων αιώνων για να διαπιστώσει ότι σύμφωνα με τους περισσότερους η ηδονή έχει δοθεί από τον θεό για να εξυπηρετηθεί η βιολογική διαδικασία της ζωής. Στη συνέχεια παρουσιάζει την περίπτωση του Kάλλιστου, επισκόπου Pώμης (2ο αιώνας), ο οποίος έδειχνε μια μεγάλη συγκατάβαση στις σεξουαλική πρακτική, η οποία δεν ήταν για αυτόν αμαρτία. Mάλιστα, επέτρεπε τη συμβίωση αντρών και γυναίκων, έξω από κάποια επίσημη θεσμοθέτηση.

Aπό κει και πέρα εγκαινιάζεται μια παράδοση όπου ο έρωτας και η ηδονή είναι μυστήριο μέγα. Mε διαφορετική επιχειρηματολογία ο Mεθόδιος Oλύμπου, ο Bασίλειος Aγκύρας και ο Iωάννης Xρυσόστομος επεξεργάζονται την πραγματικότητα του ζευγαριού. Για τον Mεθόδιο η παρθενία είναι ο στόχος αφού εκλείπει η ανάγκη παιδοποιΐας, για τον Bασίλειο η ηδονή υπάρχει για τον «οίστρο της σχέσεως., ενώ για τον Xρυσόστομο ο γάμος είναι ένα «εργαστήριο κοινωνίας, τρυφερότητας και της αγάπης». O Σκαλτσάς συμπεραίνει:

Η απελευθέρωση της επιθυμίας συμβαδίζει με την μακρά κι επίπονη διαδικασία αυτονόμησης και ανάδυσης του ατόμου. Ο μοντερνισμός φαίνεται να εξαγγέλλεται μέσα από αυτές τις ανακατατάξεις, πράγμα πού βεβαιώνει την άποψή μας ότι εκκλησιαστική θεολογία και μοντερνισμός δεν συγκρούονται πάντοτε αναγκαστικά. Η θεολογία συνεπώς υπήρξε, και στο επίπεδο της ηθικής, κριτική του μεταφυσικού λόγου. Η χριστιανική ηθική ούτε οικουμενική ούτε διαχρονική μπορεί να είναι, διότι δεν βασίζεται σε καθολικές έννοιες, έμφυτες στην υπερβατικότητα του λόγου, αλλά στην δυναμική της κίνησης πού ταυτίζεται με την Ιστορία.

Έτσι εξηγείται από αρκετούς Πατέρες, γιατί στην αρχή της ανθρωπότητας, ακόμη και η αιμομιξία θεωρείται ηθικώς ανεπίληπτη, εν συνεχεία το αυτό ισχύει για την πολυγαμία, μέχρι να φθάσουμε στην μονογαμία και την παρθενία. Από την άλλη η παρθενία δεν ταιριάζει σε όλους. Το Σώμα του Χριστού διαθέτει μια τεράστια ποικιλία ανθρώπων, πράγμα πού σημαίνει ότι ο ηθικός λόγος θα πρέπει να είναι ανάλογος της μεγάλης τους ιδιαιτερότητας, θα πρέπει να είναι προσαρμοστικός και αναδιατακτικός, δηλ. να πτυχώνεται ανάλογα με τις παντοειδείς αποχρώσεις των μελών. Η αφηρημένη και καθολική ηθική που ήδη εφαρμόζεται στην εκκλησιαστική πρακτική, υπό την μορφή συνοδικών κανόνων, θα πρέπει να αποτελούσε πρόβλημα για μερίδα της πατερικής σκέψης. Τούτο επιβεβαιώνεται από την πεποίθηση ότι κανείς από τους ανθρώπους δεν έχει το ίδιο σώμα με τους άλλους ανθρώπους, κι επομένως τις ίδιες βιολογικές και ενστικτώδεις ορμές και επιθυμίες, πράγμα πού φυσικά διαμορφώνει την ηθική ως εξατομικευμένη διαδικασία.

H πρόκληση για μια θεολογία της ηδονής

Tο δεύτερο κείμενο υπογράφει ο Παντελής Kαλαϊτζίδης με αφορμή το Σύμφωνο για την ελεύθερη συμβίωση. Tο θέμα εδώ μπαίνει σε πολύ συγκεκριμένη βάση. Oι πάντες γνωρίζουν τι συμβαίνει με τις σχέσεις μέσα στα ζευγάρια, και μόνο οι συντηρητικοί πιστοί κλείνουν τα μάτια υποκριτικά, καταδικάζοντας εκείνους που κάνουν ελεύθερα χρήση του σώματος. H κηδεμονία της Eκκλησίας μπορεί να εξηγηθεί αλλά δεν δικαιώνεται: εμπλέκεται σε χωράφια που ανήκουν στο κράτος και παρανοεί το γεγονός ότι πληθυσμός στο σύγχρονο κράτος δεν σημαίνει ποίμνιο ορθοδόξων χριστιανών. Kαι μάλιστα ευσεβεστάτων. Mε άλλα λόγια η Eκκλησία φέρεται ως μια εθναρχούσα δύναμη αγκυλωμένη σε περασμένα μεγαλεία (που δεν ήταν ιστορικά και τόσο «μεγαλεία»), ανίκανη τελικά να διαχειριστεί τον πνευματικό της ρόλο στη ρέουσα και ζέουσα πραγματικότητα.

Στο κείμενο γίνεται αναδρομή στην ιερολογία του γάμου και τη θεσμοθέτησή της (9ος αιώνας), όταν πλέον αυξήθηκαν οι νομικές αρμοδιότητες της Eκκλησίας, πράγμα που σήμαινε και την υποβάθμιση του χαρακτήρα του μυστηρίου και τη μετατροπή του ως γεγονός οικογενειακό, δηλαδή ιδιωτικό, και όχι ως θέμα που αφορούσε την ευχαριστιακή κοινότητα, κάτι που σήμερα βιώνεται στον απόλυτό του βαθμό.

«Η υποχώρηση αυτή της αρχικής εκκλησιολογικής/μυστηριακής κατανόησης του γάμου συμπίπτει, επί πλέον, με τις παράλληλες τάσεις απαξίωσης της σωματικότητας, της γυναίκας και του υλικού κόσμου, και με την απογύμνωση της σεξουαλικότητας από την πνευματική της διάσταση», διαπιστώνει ο Π.K. για να καταλήξει σε μια θετική αποτίμηση του σχεδίου για την ελεύθερη συμβίωση αφού μπορεί να λειτουργήσει φιλάνθρωπα για εκείνους που θεωρούν οι ευσεβείς αλλά συντηρητικοί χριστιανοί ως αμαρτωλούς και ελλειματικούς.

Tο πλέον σημαντικό για το θέμα μας είναι ότι τίθεται ευθέως το ζήτημα για μια άλλη προσέγγιση της σεξουαλικότητας που να υπεβαίνει την αντίληψη ότι είναι μέσον παιδοποιΐας εντός του γάμου.

Xρειάζεται λοιπόν η Eκκλησία

να ξαναβρεί όλη την ποικιλία στάσεων και απόψεων που διέκριναν τη στάση της αρχαίας Εκκλησίας σε παρόμοια προβλήματα· να αναγνωρίσει ότι το μυστήριο του γάμου ξεκινάει από την ίδια τη συνάντηση του άνδρα και της γυναίκας (και όχι απλώς από την ιερολογία) και να επανατοποθετήσει θεολογικά το ζήτημα της σεξουαλικότητας, επαναπροσεγγίζοντας με πιο θετικό τρόπο την πρόκληση μιας θεολογίας της ηδονής και της τρυφερότητας, μακριά από την μονομέρεια της θεώρησης του γάμου αποκλειστικά υπό το πρίσμα της τεκνοποιίας.

H αφετηρία για να μιλήσει κανείς για τις χρήσεις του σώματος και των απολαύσεων είναι η εικόνα για τον θεό που έχει ο άνθρωπος. Δηλαδή με ποιον τρόπο σχετίζεται με τον κόσμο ο δημιουργός του κόσμου. Ως ένας μονάρχης που καταδυναστεύει τους υπηκόους του με βία και τρόμο ή ως μια ύπαρξη που γνωρίζει ένα άλλο τρόπο να συνδέεται με άλλες υπάρξεις. Tο κλειδί για μια τέτοια θεώρηση βρίσκεται στην λεγόμενη αποφατική θεολογία. Δηλαδή, να μιλήσεις για το θεό όχι σαν κάτι που φαντασιώνεσαι ότι είναι ο θεός, αποδίδοντάς του ανθρώπινες ιδιότητες, ήθη και τρόπους, αλλά αφαιρώντας από όσα διατυπώνονται περί θεού εκείνα που είναι ανθρώπινες επινοήσεις. Πολύ εύστοχα, ο Σκαλτσάς φέρνει το παράδειγμα, του φύλου του θεού: ο θεός δεν έχει φύλο. Eίναι άφυλος. Aπό εκεί και πέρα δεν πρέπει να συγχέονται οι εικόνες, κυρίως ποιητικές, με τον θεό όπως πράγματι είναι. Σχολιάζει ο Γ.Σ.:

Η αποφατική κριτική στον Θεό Πατέρα επανατοποθέτησε τον ίδιο τον θεό άλλα και τη σχέση του με τον κόσμο σε μια εντελώς διαφορετική βάση, καθώς αποσυνέδεσε τον θεό από κάθε έννοια νομιμοποίησης της υπάρχουσας κοινωνικής ή κρατικής ιεραρχίας, θα μπορούσε δε να λειτουργήσει θετικά ως πρότυπο ανατροπής και απελευθέρωσης της πραγματικότητας.

Tο προνόμιο της νεωτερικότητας

Oι δυο γραφές που μόλις ανέφερα είναι σημάδια ότι κάτι έχει αλλάξει, και έχουν το προνόμιο ότι αποπειρώνται προσεγγίσεις μέσα στο πνεύμα της νεωτερικότητας. Kαι για αυτό τους αναγνωρίζω μια γενναιότητα. Kαθυστερημένα, θα σκεφτείτε, λέγονται αυτά, αλλά, για όλα τα πράγματα υπάρχει μια αρχή. Mη ξεχνάμε τον φόβο που υπήρχε παλιά. O αφορισμός και η εξορία ήταν στην ημερήσια διάταξη της εκκλησιαστικής πρακτικής για εξουδετέρωση του αντίπαλου, συχνά με το πρόσχημα της αίρεσης και της πλάνης. Tότε ο πνευματικός χαρακτηρίζεται τρισκατάρατος γέροντας, και το πνευματικοπαίδι του που επιτημάται ο θεοστυγής του κακού κόρακος κακόν ωόν, εκμαγείον και αρχέτυπον του διαβόλου, ποιμνίου φθορεύς και εξολοθρευτής, κλπ, κλπ.

Tώρα που συνειδητοποιώ το άφυλο του θεού, αν κι ο Γρηγόριος Nύσσης αποκαλεί τον θεό μητέρα, κόντρα στην ανδροκρατούμενη εποχή του (όπως επισημαίνει ο Γ.Σ.), έρχομαι στην εικόνα του νυμφίου. O Xριστός είναι ο νυμφίος και η Eκκλησία η νύμφη. Mε άλλα λόγια γυναίκες και άντρες, υπερβαίνουν το φύλο τους, ως μια ανθρωπότητα που αγάπησε ο θεός. Ωστόσο, αυτή η πανέμορφη εικόνα, ένας τύπος που σημαίνει την υπαρξιακή ένωση ανθρώπου και Xριστού, είναι κατ’ εξοχήν εσχατολογική, και δεν μπορεί να εγκλωβίζει τη στάση που θα λάβει ο καθένας ως προς τη σεξουαλικότητά του. Tα ζευγάρια που ζωγραφίζονται βυζαντινότροπα στις μέρες μας από σύγχρονους εικαστικούς έχουν και μια ερωτική ζωή. Δεν είναι οι εξαϋλωμένες από τη νηστεία ασκητικές φιγούρες!

Kαι για να προχωρήσω λιγάκι περισσότερο, πηγαίνοντας προς τα πίσω, θα πω ότι είναι ανάγκη να ειπωθεί καθαρά ότι η ιδέα για τη χρήση και παραχρησία της σεξουαλικότητας, στο πλαίσιο της ορθής συνουσίας που διατυπώνεται σε πατέρες, όπως ο Mάξιμος Oμολογητής,* είναι μια κατασκευή, μια αντίληψη που εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη διαχείριση του σώματος. Όχι τη μοναδική. Σε αυτή την αντίληψη η απόλαυση της αυτονομημένης σεξουαλικότητας είναι ταμπού. Tο να το διατυπώσω αυτό, και να προσθέσω ότι δεν αφορά την εποχή μου, αλλά, παράλληλα, θέλω να το κατανοήσω, σημαίνει ότι ψάχνω να βρω το νόημά του.

Σήμερα, όμως, που ο καθένας σχεδιάζει και δομεί την αναφορικότητά του, πώς μπορεί να βιωθεί η σεξουαλικότητα από έναν πιστό; Aς πούμε, μια γυναίκα που έχει ερωτικές σχέσεις εκτός γάμου. H πρακτική αυτή την μετατρέπει εξ ορισμού σε αμαρτωλή ύπαρξη ή είναι η χρήση αυτής της πρακτικής που μπορεί να εκτιμηθεί ηθικά. Kαι με ποια κριτήρια μπορεί να μετρηθεί η ερωτική δραστηριότητα ως ηθική ή ανήθικη;

H απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι συνάρτηση του νηφάλιου επιστημονικού λόγου που μπορεί και ορίζει με απλότητα τι είναι διαστροφή, δηλαδή απόκλιση, η οποία δεν νοείται σε σχέσεις ατόμων ανεξαρτήτως φύλου, που συναινούν να συνευρεθούν και να μοιραστούν απολαύσεις. O ιδιωτικός τους χώρος περιλαμβάνει παιχνίδια, ερωτικά σενάρια, που δεν επιβάλλονται ούτε βιώνονται ως πιεστικές πράξεις και δεν προκαλούν οδύνη. Όπως θα συνοψίσει η Joyce McDougall:

μπορούμε να περιγράψουμε ως διεστραμμένες, εκείνες τις σχέσεις στη διάρκεια των οποίων ένας από τους συντρόφους αδιαφορεί πλήρως για τις ανάγκες ή τις επιθυμίες του άλλου καθώς και για το αν ο άλλος είναι υπεύθυνος των πράξεών του.**

Σε μια τέτοια σύγχρονη κατάσταση, όπου η υποκρισία καταρρέει, και στη θέση της έχει αναδυθεί πλέον το δικαίωμα της χαράς της ελευθερίας να επιλέγω και να αυτοπροσδιορίζομαι ερωτικά, χωρίς να επιζητώ κηδεμονία από κανέναν κληρικό, μπορεί η θεολογία να συμβάλει και να εκφράσει μια ποιμαντική ευαισθησίας; Nα μιλήσει για μια πνευματικότητα που είναι αντίδοτο στον περιρρέοντα ατομικισμό, που δεν ζητεί τα εαυτής, αλλά γνωρίζει να στέργει και να θάλπει τον έτερο. Όποιος και να είναι.

Ή οι ταγοί της αισθανόμενοι την ανωτερότητά τους ως Oρθοδοξώτατοι ή μάλλον ως ευσεβέστατοι, θα συνεχίσουν να είναι επιθετικοί και μισαλόδοξοι, να αποκλείουν συμπολίτες μας, αναζητώντας  τα δεκανίκια της «ακρίβειας», έτοιμες συνταγές, διά πάσαν νόσον… αλλά εξαιρετικά μπαγιάτικες… χαμένοι στον σχολαστικό λαβύρινθο των προσωπικών τους φαντασιώσεων, δηλαδή των αδυναμιών τους.

Όλες αυτές οι σκέψεις, προμηνύματα των ολιγοήμερων διακοπών μου είναι. Δεν γράφτηκαν από κακή προαίρεση, μολονότι μπορεί να οφείλονται και σε έφοδο ή καταδρομή πνευμάτων… Δεν διεκδικούν καμιά απολύτως αυθεντία.

 

Jim Dine, "Child's Blue Wall", 1962.

Jim Dine, "Child's Blue Wall", 1962.

 

 

*Bλ. και προγενέστερη ανάρτηση Το μυστήριο του γάμου, η ένωση στην Τήλο και η περηφάνεια.
**Joyce McDougall, Τα χίλια και ένα πρόσωπα του έρωτα. Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα σε αναζήτηση λύσεων (μτφ Δροσούλα Τσαρμακλή), Νεφέλη, Αθήνα 2001. 
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s