Άσκηση στον λόγο. Οι «Βάκχες» της Renate Jett στο Πορεία

Ένας θεός επί σκηνής. Πρωταγωνιστής. Όμορφος, που σκορπά ευλογία και ταυτόχρονα φρίκη. Βίαιος, εμπνέει μανία και οδηγεί τα θύματά του στον θάνατο. Πάνω από όλα ερωτικός. Ξένος και στο πέρασμά του ερημώνει τις πόλεις αφού μαγεύει γυναίκες και άντρες που υποκλίνονται στη γήινη και μαζί υπερκόσμια παρουσία του. Στο τέλος του έργου, μια μάνα εκστασιασμένη που σπαράζει τον γιο τη, πιστεύοντας ότι είναι λιονταράκι. Οι Βάκχες σφραγίζουν το τέλος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Και το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου. Είναι ένα δράμα βουτηγμένο στο παράλογο, συνιστά το πλέον θεολογικό κείμενο από τις τραγωδίες αφού διασώζει πληροφορίες από τη μυστική λατρεία του Διονύσου και αποτελεί σημαντικώτατη πηγή της αρχαιοελληνικής θρησκείας. 

 

Dionysus in 69.

Στην παράσταση Dionysus in 69 για τον θίασο Performance Group το ζητούμενο ήταν η αμφίδρομη επικοινωνία με το κοινό, το οποίο κλήθηκε να παίξει έναν ενεργητικό ρόλο, και οι θεατές μπορούσαν να γδυθούν και να ενταχθούν στη δράση. (Φωτο: Max Waldman)

Αναμφίβολα, οι Βάκχες του Ευριπίδη προκαλούν τον σκηνοθέτη να στήσει μια παράσταση όπου μπορεί να ερμηνευθούν σχεδόν τα πάντα μέσα από πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις με σαφώς προεξάρχουσες τις εθνογραφικές ερμηνείες. Έρχονται τον 20ό αιώνα να αναβιώσουν σε αφρικανικές χώρες, αλλά και στην όπερα του Πεκίνου ή να υπερασπίσουν την ιδεολογία της δεκαετίας του 1960, με την ιστορική πειραματική παράσταση Dionysus in 69 που σκηνοθέτησε ο Richard Schechner σε ένα γκαράζ στο κέντρο της Νέας Υόρκης. Η παράσταση-σταθμός κινηματογραφείται από τον Μπράιαν Ντε Πάλμα, και μένει στην ιστορία ως η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη. Η παράσταση συντονισμένη με τις πρωτοπορίες της εποχής (La Mama, Living Theatre) και μέσα στο κλίμα των διδαγμάτων του Γκροτόσφσκι για ένα φτωχό θέατρο, έθεσε πολλά ζητήματα, σχετικά με την επανατελετουργοποίηση της θεατρικής σκηνής, την υποκριτική των ηθοποιών, τον αυτοσχεδιασμό και την εκπαίδευσή τους, το εάν παίζουν έναν ρόλο ή αποκαλύπτουν τον πραγματικό τους εαυτό, τη σημασία της διάχυσης ενέργειας, ενώ στο επίκεντρο τέθηκε η γυμνότητα του σώματος, η βία της Αμερικής, και συζητήθηκε η ιδιαίτερη ομοερωτική σχέση του Διονύσου που αναπτύσσεται με τον Πενθέα.

Όπως μας θυμίζει η Ελένη Βαροπούλου στο Ζωντανό Θέατρο (Άγρα, Αθήνα 2002) ο Σουζούκι στη δική του κατανόηση υπογράμμισε την αντιπαλότητα των θρησκειών και τη σύγκρουση νοοτροπιών. Ο τσιγγάνος Τάβορα στη Σεβίλλη είδε τις Βάκχες ως ένα κομμάτι της Μεγάλης Εβδομάδας, και οι Ανδαλουσιανές γιορτές της φύσης συνδυάστηκαν με το πάθος του Πενθέα, ο θρήνος της Αγαύης βρήκε το αντίστοιχο στην Παρθένο Μαρία και το μοιρολόι του γιου της.

Η τραγωδία έχει διανύσει μια διεθνή καριέρα και συνεχίζει να ανεβαίνει σε όλο τον κόσμο με επιτυχία. Στο τρέιλερ που ακολουθεί, βλέπουμε σκηνές από τη φετεινή παράσταση του Εθνικού Θεάτρου της Σκωτίας. Εδώ, οι Βάκχες κάτι μεταξύ μιούζικαλ του 70 και χαριτωμένου drag show του 80.

Για να είμαι ξεκάθαρος: Για μένα οι Βάκχες είναι μια υπενθύμιση στο διηνεκές πόσο μικρός και λίγος είναι ο άνθρωπος σα μονάδα, ακόμη και εάν αισθάνεται ότι είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό και κατέχει μια δύναμη ισόθεη. 

Στην παράσταση που μόλις ξεκίνησε στο Θέατρο Πορεία (ένα διαμάντι στο κέντρο της Αθήνας) η σκηνοθέτης προέρχεται από την Αυστρία. Η Renate Jett, ηθοποιός και η ίδια αντιμετώπισε το αρχαίο δράμα περισσότερο ως ένα πεδίο προς διερεύνηση, που θέτει ερωτήματα, παρά δίνει απαντήσεις και βεβαιότητες. Μπαίνει στη θέση του θεατή κι αναρωτιέται τι είναι κατανοητό σε μας που βλέπουμε από ένα κείμενο που παραμένει ΖΩΝΤΑΝΟ και σήμερα. Τη σκέψη της την κατέγραψε και στο Πρόγραμμα της παράστασης. Κι ακριβώς η παράσταση κινήθηκε σε ένα πλαίσιο άσκησης στην κατανόηση του δραματικού λόγου, χωρίς να δίνει λύσεις ή σχήματα που μας επιτρέπουν να κατατάξουμε τη δουλειά της σε κάποια ειδική κατηγορία. Εξάλλου τί νόημα έχουν, πλέον οι κατηγοριοποιήσεις; (αν και είμαι βέβαιος ότι κάποιοι θα αναρωτηθούν εάν παρακολουθούν αρχαία τραγωδία ή ψυχολογικό δράμα δωματίου…)

blaine

Ο Blaine, δεύτερος Διόνυσος στην παράσταση, με τη μελόντικα παίζει τον δικό του σκοπό.

Στο Θέατρο Πορεία θαυμάσαμε τις πολυμορφικές δυνατότητες του χώρου: Σκηνή ήταν το πίσω ακριβώς μέρος της εισόδου με φόντο τις πόρτες του θεάτρου. Εκεί στο ανυψωμένο μακρόστενο τοιχείο που είχε επενδυθεί με λευκό πλακάκι, που θύμιζε το αρχαίο υπερυψωμένο προσκήνιο, στάθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης τα τρία μέλη του χορού. Στο κάτω μέρος, ένας άδειος χώρος οριζόταν από ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι με δύο καρέκλες, όπου θα τεθούν όλα τα ζητήματα που θέτει η τραγωδία. Και γύρω από την ενότητα που προσφέρει, έστω και περιστασιακά, θα μιλήσει ο καθένας μέσα από την ψυχή του: απλά και άμεσα. Επομένως αληθινά, υπερβαίνοντας το προσωπείο που επιβάλλει συχνά ο ρόλος. Από πολλές πλευρές, ζήσαμε μια παράσταση που δεν προδίδει τον αρχαίο δραματουργό και θεωρώ το γεγονός ως νεωτερικότητα, στον κουλτουριάρικο χυλό που σερβίρεται με θράσος.

Ήταν φανερό ότι βασικό στόχος ήταν να δουλευτεί το κείμενο πολύ καλά και το αποτέλεσμα ήταν λαμπρό. Ο λόγος υποβλητικός άγγιξε την ευαισθησία των θεατών προκαλώντας τη φαντασία τους. Χωρίς φτηνά κόλπα, χωρίς βιασμό και αυθαιρεσία αναδείχτηκε ο Ευριπίδης. Και ήταν κέρδος απίστευτο, εάν σκεφθεί κανείς τις προκρούστειες παραστάσεις του καλοκαιριού, και την εύκολη θυσία του δραματικού κειμένου προκειμένου να διατυπώσει ο σκηνοθέτης τις αμφιβόλου ποιότητας, δηλαδή αυθεντικότητας, αναζητήσεις του. Από πολλούς άκουσα εφέτος: «Λαχταρώ να δω μια παράσταση ακαδημαϊκή, να ακούσω ολόκληρο το κείμενο του ποιητή.» Είναι κατόρθωμα, να μπορείς να στήσεις μια παράσταση, χωρίς να διασκευάσεις ή να κακοποιήσεις τον γνήσιο λόγο, όταν μάλιστα η σημερινή λαλιά του φτάνει σε μας από τον σπουδαίο και πρόωρα χαμένο διανοητή Γιώργο Χειμωνά.

 

 

Ο Δημήτρης Τάρλοου ως ξανθός Πενθ�ας.

Ο Δημήτρης Τάρλοου ως ξανθός Πενθέας.

Η συγκινητική παρουσία του τυφλού μάντη Τειρεσία, ρόλο που επωμίστηκε γερμανόφωνος ηθοποιός (J. Stössinger) και έμαθε τον ρόλο του στα ελληνικά, χωρίς να γνωρίζει ελληνικά (!), ήταν δύσκολο να τον παρακολουθήσει το κοινό, ήταν σπουδαία ως προσπάθεια αλλά αμφιβάλλω εάν έδενε με τον Κάδμο του Γιώργου Μωρόγιαννη με την εξαιρετικής ακρίβειας ηχητική έκφραση του λόγου. Ίσως, το ζητούμενο να ήταν και η αντίθεση των δύο, ωστόσο η βακχεία τους και το γκροτέσκ στοιχείο που πηγάζει από το ζεύγος, και λόγω της ηλικίας τους δεν αναδείχτηκε. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί υπηρέτησαν το δράμα με δύναμη και κυρίως αλήθεια. Ο Δημήτρης Τάρλοου (ανήσυχος πάντοτε και αναζητητής της ουσίας) με μία έντονη και στιβαρή παρουσία έπεισε ως Πενθέας, προσωρινός διαχειριστής μιας εξουσίας που τη χάνει, και από βασιλιάς γίνεται δούλος της ορμής και του πάθους υποκύπτοντας στα μάγια του Διονύσου και δέχεται να μεταμφιεστεί Βάκχη ώστε να μετέχει στην ορεινή λατρεία του Διονυσιακού θιάσου στον Κιθαιρώνα. Στην εξαίρετη φωτεινή σκηνή της εμφάνισης με τον πορφυρό χιτώνα, ζήσαμε μια μοναδική στιγμή θεατρικής μαγείας, που πιστεύω ότι θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν μέσα στο έργο, έστω και με τη χρήση χαμηλότερων φωτισμών. Εκτός εάν υπήρχε ο φόβος της γραφικότητας και του φολκλορισμού και απέφυγε η σκηνοθεσία κάθε επέμβαση που θα παρέπεμπε σε εύκολες αναγνωρίσιμες λύσεις. Αξέχαστος ο χορός των τριών Βακχών (Ι. Κανελλοπούλου, Ε. Κεχαγιά, Ε. Κουνάδη) που κατάφεραν να μαγνητίσουν το κοινό από την εμφάνισή τους, και παρόλη τη μειωμένη κίνησή τους, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

 

Ο μελαχρινός Διόνυσος.

Ο μελαχρινός Διόνυσος, Νικόλαος Ελευθεριάδης.

 Ο Blaine Reininger, ο οποίος έδειξε την κλάση του με την μετάβαση που καταφέρνει χρησιμοποιώντας μια απλή μελόντικα, να μας πάει στην πραγματικότητα που απαιτεί το έργο και η παράσταση. Είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολύ περισσότερο και μάλιστα ως σύνδεσμος σε τομές της δράσης. Το γεγονός ότι τα ελληνικά του δεν είναι καλά για να είναι Διόνυσος δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να ενταχτεί στη ροή της παράστασης με κάποιον άλλον τρόπο, ίσως η άλλη πλευρά του Διονύσου, που είδαμε (Νικόλαος Ελευθεριάδης), η οποία ενώ είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον ακουστικά, οπτικά παραξένεψε το κοινό ή τέλος πάντως προκάλεσε διχογνωμίες. Τέλος η Ναταλία Καποδίστρια κρατώντας το τόσο ζεστόκαι ρεαλιστικά απεικονισμένο κεφάλι του Πενθέα (Τάρλοου), απόλυτα κυρίαρχη των μέσων της πέρασε στη μετάβαση από την τρέλα στην πραγματικότητα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια και χωρίς φτηνούς μελοδραματισμούς. Βουβά. Βέβαια, η Αγαύη θα μπορούσε να πενθήσει τον Πενθέα της μοιρολογώντας,να πει δηλαδή, έστω μια μουσική φράση, εάν δεν υπήρχε ο φόβος (;) της γραφικότητας, προφανώς, εκ μέρους της σκηνοθέτιδος.

 

Η μουσική του Sylvain Jacques με βύθισε σε ήχους του σώματος, έμοιαζε με παραίσθηση ή με ηχώ που έρχεται από το διάστημα. Ήταν και δεν ήταν στην παράσταση. Και αυτό το λέω θετικά.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Συντελεστές: Μετάφραση.: Γ. Χειμωνάς – Σκηνοθεσία και σκηνικό Ρενάτε Τζετ – Κοστούμια.: P. Rinnert – Δραμ/κή επεξεργασία: M. Hakenbeck  – Μουσ.: S. Jacques – Φωτ.: F. Ross.
Παίζουν: Ν. Ελευθεριάδης (Διόνυσος), Β. Reininger (Διόνυσος), J. Stössinger (Τειρεσίας), Γ. Μωρόγιαννης (Κάδμος), Δ. Τάρλοου (Πενθέας), Α. Πελεκάνος (Άγγελος), Ν. Καποδίστρια (Αγαύη).
Χορός: Ι. Κανελλοπούλου, Ε. Κεχαγιά, Ε. Κουνάδη

Σύνδεσμος: Θέατρο Πορεία

2 thoughts on “Άσκηση στον λόγο. Οι «Βάκχες» της Renate Jett στο Πορεία

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΣ

    Καταπληκτική η παρουσίαση της παράστασης.
    Θα την δω οπωσδήποτε!
    Έχω διαβάσει την μεταγραφή του Γ. Χειμωνά που την θεωρώ αριστουργηματική!
    Σ’ ευχαριστώ για την πρόταση!

  2. ΑΝΔΡΕΟΥ

    ΤΑ ΝΕΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ
    ΠΟΥ ΕΛΑΒΑΝ ΜΕΡΟΣ ΣΤΟ (ΕΡΓΟ) ΑΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΠΩ (ΕΡΓΟ)

    ΛΥΠΑΜΑΙ ΠΟΥ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΣ ΑΠΟ ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΡΓΑ ΟΠΩΣ ΟΙ ΒΑΚΧΕΣ ΝΑ ΚΑΤΑΛΙΓΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΤΕΤΟΙΑ (ΕΚΤΕΛΕΣΗ) ΣΤΟ ΣΑΝΙΔΙ…..

    ΑΝΔΡΕΟΥ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s