Μνήμη Ματθαίου, δούλου Ιησού, του Χίου, ποιητοῦ και δασκάλου

για τα εννέα χρόνια που αναχώρησε για τα πέρατα. Σαν χτες. Ήταν 65.

Παιδί του πολέμου και της κατοχής έφτασε στην Αθήνα τη δεκαετία του 1950 με τη συμπαράσταση του μητροπολίτη Χίου, Παντελεήμονα Φωστίνη. Ο δεσπότης τον ήθελε κληρικό. Στον ερχομό του στην πρωτεύουσα έμενε σε ένα οικοτροφείο, κάπου στα Εξάρχεια. Στη Θεολογική που φοιτούσε, τότε που άνθιζε η παραεκκλησιαστική νόσος των χριστιανών κυρίων και δεσποινίδων, ο Μουντές ήταν το κόκκινο πανί: μαζί με τα πανεπιστημιακά βιβλία έσφιγγε θαραλλέα και γραφές του Καζαντζάκη.

Οι λατρείες του

Ρωμανός, Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Κόντογλου, Παπατσώνης, Νίκος Καρούζος. Ρίτσος. Και πάλι, Καρυωτάκης και Καβάφης. Αλλά και Θεοτοκάς, Σικελιανός, Βενέζης. Το Αιγαίο, ο Άθως, η μυροβόλος Χίος, η Ουρανούπολη, η Κέρκυρα του ραδιοφώνου της στρατιωτικής θητείας, το Μέγαρο της ΕΡΤ, ο Καστανιώτης, ο Ξαρχάκος, οι δὐο Σαπφώ (Κυριάκη και Νοταρά), η Μίνα του Greek House, η Φεβρωνία, ο Λυκούργος, η Δόμνα, ο Μποστ,  η Μαρίζα, ο Άγγελος,  ο Νικόδημος, ο Μωϋσής, ο γέροντας Νικόλαος, ο Ιερόθεος, ο Κύρκος, ο Πιέρ Πάολο, ο Φωτόπουλος (ο Βασίλης), η Καρέζη, η Κάλλας, ο Τσαρούχης, τα παιδιά «το φιλοδώρημα του Θεού». Και άλλοι πολλοί, λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί. Και η μούσα του. Ἡ Σκουριά Μουντέ, μια πανέμορφη γάτα με χρώματα κιτρινοκόκκινου όστρακου πάνω σε ολόασπρο τρίχωμα. Οι δυο τους ζούσαν σε ένα δυάρι ούτε πενήντα τετραγωνικά Παρθενώνος 39. Από εκεί περνούσαν μαθητές που έγραφαν στίχους να του διαβάσουν τις δειλές απόπειρές τους, φίλοι να πιούνε χιώτικη μαστίχα και ανήμερα της εορτής του ανάμεσα στο πλήθος των αγαπημένων ξεχώριζε το αθώο βλέμμα του Τσαρούχη και ο Λυκούργος Αγγελόπουλος με μια μικρή συνοδεία που έψαλλαν το απολυτίκιο του αγίου του. Η μεγάλη του ηδονή ήταν η θέα του αρχαίου βράχου από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, να ατενίζει και να γράφει καθισμένος, εκεί, πάνω στο στρώμα, ανάμεσα σε στίβες βιβλία, χαρτιά και φωτογραφίες.

 

Ο Ματθαίος Μουντἐς στο κελί του στην Ουρανούπολη, την πύλη του Αγίου Όρους.

Ο Ματθαίος Μουντἐς με την λατρεμένη Σκουριά στο κελί τους στην Ουρανούπολη, την πύλη του Αγίου Όρους. Ο γνωστός λόγιος μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης σε μια συνάντησή τους αναρωτιόταν εάν ο ποιητής θα απορροφήσει τον θεολόγο ή ο θεολόγος τον ποιητή...

 

Στη μαχόμενη εκπαίδευση

Ο Μουντές δούλεψε σε νυχτερινό, στον Παναγιωτόπουλο και στον Μωραΐτη. Έκανε τη διαφορά στην παραδοσιακή εικόνα του αυστηρού, συχνά κομπλεξικού θεολόγου, υπερασπιστή του συστήματος ή μιας εκπαίδευσης-μούμιας. Κάθε νέα χρονιά την έβλεπε σαν πρόκληση για να κατακτήσει την τάξη του. Και τα κατάφερνε με έναν τρόπο που αποκαλούσε «επιθετική αγάπη». Μισούσε τη χλιαρότητα και κάθε τι που αφυδάτωνε τον άνθρωπο και τον βόλευε, δηλαδή τον κοίμιζε. Ήταν ένα είδος μπλόγκερ της εποχής του λόγω της οξύτατης και καυστικής κριτικής για την καθημερινότητα. Η προσωπική του ματιά ήταν η αφορμή για μαγνητίσει το ενδιαφέρον και να οικοδομήσει το καθημερινό μάθημα. Που πολύ γρήγορα ξέφευγε από ύλες και σελίδες βιβλίων για να απογειωθεί σε ποιητικές εξάρσεις και πνευματική αφύπνιση. Σε έκανε να νοιώθεις παιδί που περιμένει να δει κάτι που θα το μαγέψει. Ναι, αυτό  ήταν το μυστικό του. Προκαλούσε μια προσδοκία. Και ανταποκρινόταν. Έδινε. Τρυφερά. Με απλοχεριά. Επιβεβαίωνε αυτό που πιστεύω πολύ: πόσο υλικός είναι ο λόγος. Εφόσον προφέρεται από χείλη ειλικρίνειας και έχει περιεχόμενο ζωής.

O ραδιοφωνικός παραγωγός

Στην ελληνική ραδιοφωνία πρωτοδούλεψε το 1959 όταν ήταν φανταράκι στην Κέρκυρα, και από τότε σχεδόν διαρκώς μέχρι το τέλος του: Δεύτερο Πρόγραμμα, 9,84, Τρίτο Πρόγραμμα. Θέματα: ιστορίες και διηγήσεις της Βίβλου, πρόσωπα της λογοτεχνίας, πεζογράφοι και ποιητές, ο πολιτισμός του Αιγαίου. Η φωνή του με την ιδιότυπη χροιά τραβούσε αμέσως την προσοχή και σε έκανε να τον εμπιστευθείς. Είναι σίγουρο ότι οι περισσότεροι θαυμαστές του τον γνώρισαν μέσα από τον ήχο της ραδιοφωνικής του λαλιάς, που συνδυαζόταν από τη δεκαετία του 1980 με την  παρουσία του Ρόχα και της Καραμπέτη ή της Κοταμανίδου και της Χατζηαργύρη.

Ο ιερουργός της παρέας

Το μεγάλο ταλέντο του ήταν πώς μπορούσε να κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον στην παρέα. Για αυτό ήταν συνήθως το επίκεντρο. Ήταν ο ιερουργός της συντροφιάς. Του άρεσε να είναι αρχηγός, λέγοντας ιστορίες. Ή να κατευθύνει άλλους να αφηγούνται ιστορίες. Διατηρούσε δηλαδή την αρχαία παράδοση του παραμυθά, που έθρεψε το γένος σε όλη του τη διάρκεια. Και τότε τα όρια του παιδαγωγού, του φίλου και του ρήτορα έσβηναν και στη θέση τους περνούσε ένας ψυχαγωγός που σε μυούσε σε ανθρώπους, σε εποχές, σε συνήθειες, σε πόνους κα χαρές. Αθυρόστομος ή τρυφερός, τρομερά αυτοσαρκαστικός, υπερκριτικός στο σύστημα, και απογοητευμένος από την εκκλησιαστική εκπροσώπηση. Δίδασκε χωρίς να διδάσκει. Κατηχούσε χωρίς να κηρύττει. Θεολογούσε χωρίς να ηθικίζει. Ο Μουντές ήταν η επιβίωση ενός μοναδικού performer που συνόψιζε μια Ελλάδα του καϋμού, που έβγαινε από πολέμους με πληγές, αλλά νικήτρια, αντιπροσώπευε μια δύναμη πνεύματος που μαχόταν τη σάρκα του κόσμου και κυρίως την ψευτιά των επαγγελματιών της πίστης ή των ιδεολογιών. Ακριβώς γιά τούτο προκαλεί αμηχανία σε θρησκόληπτες συνειδήσεις ποιήματα όπως το επόμενο.

Ο ΑΛΚΟΟΛΙΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Ἡ προβληματικὴ συμπεριφορά του

ἀρχίζει μὲ τὴν ἀνακολουθία

τῶν ὁραμάτων.

Ἦταν κι ἐκείνη ἡ ἀξιολύπυτη ἐκδρομὴ

στὶς ἐσχατιὲς τῶν ὁριζόντων

ἕνας ἄδειος ἀγέρας

τὸν ἀνάγκασε

γιὰ πρώτη φορὰ

νὰ κλειστεῖ στὸ καβούκι του.

Ἔτσι ἔχασε τὴ θέα τῶν οὐρανῶν.

 

Ἡ σκληρότητα τοῦ Θεοῦ

ἦταν, βέβαια, φαινομενική.

Ὁ βιαστικὸς μορφασμὸς τῆς αὐστηρότητας

ἀκύρωσε

τὴ σαγήνη τῆς παρηγοριᾶς

στὴν ὁποία ἦταν ὣς τώρα

συνηθισμένος.

Τοῦ φάνηκε ἀποτροπιασμὸς

καὶ τὸν ἀπόκοψε

ἀπὸ τὸν ὀμφαλὸ τοῦ ἀνθισμένου

χρόνου.

Ξέπεσε καὶ κατάντησε ἀλκοολικός.

 

Ζαλισμένος στοὺς πλατειασμοὺς

τῶν ἀστερισμῶν

ξέχασε τὴ χαρὰ τῆς ἀνταμοιβῆς

βυθίστηκε στὸν αὐτοεξευτελισμὸ

στὶς λέξεις οἶνος καὶ κορμὶ

ἔνιωσε γυμνὸς

σκιὰ περαστικὴ σὲ μιὰ περιοχὴ

ποὺ ἡ ἀγάπη τὴν ἀγνοοῦσε.

Τώρα οἱ οὐρανοὶ

εἶναι ἕνα ξεθωριασμένο τοπίο

χωρὶς τὴ στίλβη τῆς ἀστροφεγγιᾶς

φυλακὴ

ποὺ φυτρώνουν τὰ πιὸ πρόστυχα ἔνστικτα

μὲ χαμηλὲς διαβαθμίσεις ὀνείρων

χωρὶς τὰ ἐξαίσια μείγματα

τῶν χρωμάτων.

 

Μισεῖ τὸν πρωτοφανὴ ἱδρώτα

ποὺ βρέχει τὸ σῶμα του

ζαλίζεται ἀπὸ ἄγνωστες μυρωδιὲς

γονατίζει μπροστὰ σὲ σύμβολα φαλλικὰ

γυρεύει λίγη στοργὴ

παιδεύεται μὲ ἀπελπισμένα παιγνίδια

συμφύρεται σὲ σταυροδρόμια

σκοτεινὰ

γιὰ πρώτη φορὰ ἀκούει τὸ ρολόι τῶν νεκρῶν.

Κλονίζεται σὲ μιὰ μάταιη ἐπιθυμία

ζωῆς

νιώθει μιὰ βαριὰ κόπωση σαρκικὴ

κι ἀποκοιμιέται

κερδίζοντας γι᾽ ἀπόψε

τὴν εὐλογία τῆς ἀνωνυμίας. (ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νηπιοβαπτισμός)

 

Η ποιητική του αξία

Υμνεί την πενία, τιμά την Παναγία-Ρόδο, περιφρονεί την νεορθοδοξία και τους εκφραστές της δηλώνοντας «παλαιορθόδοξος», ερμηνεύει ευαγγελικές μορφές με έναν απόλυτα προσωπικό τρόπο, όπου πρωταγωνιστούν σωματικές αισθήσεις και συμπλέκεται μαζί μια Ορθοδοξία ανεπίσημη, μυστική και απρόσμενη, με πρόσωπα αινιγματικά που δεν υπόκεινται σε εύκολες κατατάξεις:

 

Δὲν θὰ σᾶς παρασύρω στὸν ὕπνο μου.

Θα περιμένετε νὰ γυρίσω.

Εἶδα τὸ φύκι δεμένο στὸν καρπό

ἀρραβώνας τοῦ δύτη μὲ τὸν θάνατο.

Γεύθηκα τὴ γλυκύτητα τῶν παιδικῶν

θορύβων

τὰ ἰδιόμελα τοῦ τραυλοῦ μοναχοῦ

τὰ φορτικὴ προσευχὴ τοῦ ἡσυχαστῆ

τὸν ὕπνο τῆς ἀδιαφορίας

στὸν κῆπο τῶν ἐλαιῶν.

Ὕστερα ἦρθε ὁ τυφλὸς

ποὺ ἀποτυπώνει προσόψεις ναῶν.

 

Τὰ γνωρίσματα τοῦ καταραμένου

τὸν διαποτίζουν

μέρα μὲ τὴ μέρα ὥσπου νὰ τὸν καταβροχθίσουν.

Μιὰ ἐντοιχισμένη πλάκα

στὸν οὐρανὸ

γράφει τὸ λόγο τῆς  τιμωρίας του.

Κεντρισμένος ἀπὸ περιέργεια

πῆγα μιὰ νύχτα

νὰ τὸν κάμω φίλο.

Ἦταν λίγο πρὶν τὴν τελειωτική του καταδίκη.

 

Ἤμουν τρυφερὸς μαζί του

μὰ ἔμεινα μονάχα μὲ τὴν καλὴ πρόθεση.

Μοῦ εἶπε

πὼς προτιμᾶ νὰ ζήσει χωρὶς φίλους

πὼς ἡ λύπη ἦταν γι᾽ αὐτὸν

ἡ μόνη τροφὴ ποὺ τὸν συγκρατοῦσε

μέσα στὸ πικρὸ ὑλικὸ

τῶν οὐρανῶν.

Ἔμαθα ἔτσι αὐτὸ

ποὺ τὸ μαθαίνουμε ἀργὰ ἢ γρήγορα:

 

Γιὰ ν᾽ ἀγαπήσεις πρέπει

νὰ εἶσαι ἕτοιμος νὰ τιμωρηθεῖς.

Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἡδονὴ

ποὺ δαγκώνει τὰ χείλη τῆς ζωῆς

σὲ σημεῖο ποὺ δὲν καταλαβαίνεις

τὸν κόσμο.

Ἡ ἀγάπη εἶναι ἕνα παράξενο

προσκύνημα

στὸν τόπο τῆς δοξασίας

σ᾽ ἕνα κόκκινο σφαγεῖο

στὸ ὀστεοφυλάκιο τῶν σαράντα μαρτύρων.

Ἡ ἀγάπη σαπίζει ἀνέγγιχτη

μέσα στὴν ἀπελπισία τῆς προσευχῆς. (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ποίημα «Περὶ τῶν ἐσχάτων» τῆς συλλογῆς Νηπιοβαπτισμός)

Η βαθύτερη του πίστη αφορούσε την ποίηση και την αξία της εις τον αιώνα. Έγραφε απογεύματα ή αργά το βράδυ. Στο επίκεντρο των γραφών του υπάρχει πάντα η μοναχική παρουσία του ποιητή που αναζητά τη λύτρωση σε διόδους που ενώνουν το εδώ με το εκεί, ασκητεύει για να βρεί τα περάσματα σε μυστικά μονοπάτια που έχουν αγριέψει από τη βλάστηση του καιρού. Και όταν τα βρει να τα καθαρίσει για να περάσουν και άλλοι οδοιπόροι. Θεωρώ ότι ακόμη δεν έχει αποτιμηθεί επαρκώς, και το σχόλιο του Βίττι πως «ο πόνος της ζωής ωθεί τον ποιητή να ανατρέξει στα περασμένα και τον βοηθά να προσδοκά την κάθαρση» (Μάριο Βίττι, Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, 507-8), νομίζω φωτίζει αχνά τη μορφή του. Σίγουρα, τον ακολουθάει στην πόλη το χωριό του, το Βροντάδος, με τους ανθρώπους του, όπως η άμια-Πρασίνα, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, όπως η Μαριγώ της Ουρανούπολης, έχει να συγκρίνει την απλότητα των παιδικών του χρόνων με την επιτήδευση και την υποκρισία των Αθηναίων οι οποίοι σνομπάρουν τον λαϊκό πολιτισμό ή τον αντιμετωπίζουν γραφικά. Αισθάνεται κληρονόμος μιας πνευματικής περιουσίας που θέλει να τη μοιραστεί. Αλλά όχι για να σώσει άλλους, ίσως όχι και για να σωθεί ο ίδιος. Βαθειά του επιθυμία είναι να παρασυρθεί σε όραμα, να αφεθεί σε εκστάσεις, να ξεδιψάσει από κείνο το «ρυάκι του θρήνου» που το πλησιάζει για να πιει γύρω στο σούρουπο, όταν έχει αδειάσει το κοιμητήριο από την ύλη των ζωντανών. Ο Θεός ας αναπαύει τον ποιητή…

Οι ποιητικές συλλογές του Ματθαίου Μουντέ

  • Παρακαταθήκη. 1957.
  • Ἰσόπεδος διάβασις. Φέξης, 1963.
  •  Ἡ ἀντοχὴ τῶν ὑλικῶν. Ἴκαρος, 1971. Καστανιώτης, α´ καὶ β´ ἔκδ. 1983-5.
  • Τὰ ἀντίποινα. Ἑστία, 1982. Καστανιώτης, 1992.
  • Νηπιοβαπτισμός. Καστανιώτης, 1992.

Άλλα βιβλία

  • Ἱστορίες ἀπὸ τὴ Βίβλο. Παλαιὰ Διαθήκη. Καστανιώτης, 1997.
  • Ἱστορίες ἀπὸ τὴ Βίβλο. Καινὴ Διαθήκη. Καστανιώτης, 1997.
  • Μισοτελειωμένη αφήγηση. Μαγνητοσκοπημένες συνομιλίες με το Σωτήρη Γουνελά: Διηγήματα και ποιήματα: Μια παλιότερη συνέντευξη. Αρμός 2001.
  • Μακρινά φώτα. Δοκίμια και μελέτες. Καστανιώτης 2001.

Πολλά ποιήματα και δοκίμια του συγγραφέα είναι σκόρπια σε λογοτεχνικά περιοδικά. 

Advertisements

3 thoughts on “Μνήμη Ματθαίου, δούλου Ιησού, του Χίου, ποιητοῦ και δασκάλου

  1. Themis

    Για τον Παντελεήμονα Φωστίνη έχει γράψει κάποια πράγματα καθόλου κολαλευτικά το ιστολόγιο roides.wordpress.com με τίτλο “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών” και ημερομηνία 21-4-2008. Φίλε adralion είναι αλήθεια αυτά που λέγονται εις βάρος του Φωστίνη?Το ρωτάω αυτό δεδομένου ότι χάρη στη δική του βοήθεια ο Μ.Μουντές ήρθε στην Αθήνα.

  2. ardalion Post author

    Νομίζω ότι ο Μουντές έβλεπε τον Παντελεήμονα Φωστίνης με τα μάτια των παιδικών του χρόνων, περισσότερο συναισθηματικά. Ξέρω ότι τον θαύμαζε για τη ρητορική του δεινότητα. Από κει και πέρα δεν πρόκειται να συμφωνήσω με την οπτική του μπλογκ που αναφέρεις γιατί λειτουργεί πάνω στη λογική άσπρου-μαύρου, με ετικέτες που αγιοποιούν ή δαιμονοποιούν παρουσίες. Οι Χιώτες είναι οι πλέον αρμόδιοι να εκτιμήσουν το πέρασμά του από το νησί και τι άφησε ως κληρονομιά εκεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του μπλογκ κατηγορεί πνευματικοπαίδια του για σκάνδαλα και αταξίες. Λες και είναι υπεύθυνος πάντα ο δάσκαλος για τους ανάξιους μαθητές του… Σκέφτομαι για παράδειγμα όταν κανείς θάβει και απαξιώνει την προσωπικότητα ενός μητροπολίτη για τα προσωπικά του πιστεύω πόσος χώρος απομένει για να αναδειχθεί η προσφορά του στην τοπική κοινωνία; Και να σου εξομολογηθώ κάτι: πιστεύω πολύ στην προσωπική ιστορία που πλάθει ο καθένας, παρά σε μια δήθεν αντικειμενική της διατύπωση.

    Καλώς ήλθες στο ιστολόγιο!

  3. Anonymous

    Κατάλληλα τα λόγια σου για το Ματθαίο, λέω εγώ, που ήμουν μαθητής του για ένα χρόνο κι έκθαμβος φίλος του για τρία χρόνια, Αλλά ποιος είσαι;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s