Αγχωτικός ο χορός της μοναχικής καρδιάς του Καραζήση

Όσα γράφω είναι απολύτως υποκειμενικά και δεν διεκδικούν ούτε το αλάθητο ούτε καμιά αυθεντία. Γιατί δεν προέρχονται από κανένα ιερατείο. Και, ακόμη, οι γραφές μου δεν υποκρύπτουν κάποια ιδιοτέλεια. Το βέβαιο πως κανείς αναγνώστης δεν είναι υποχρεωμένος να συμφωνήσει μαζί μου. Αισθάνομαι ένας κοινός άνθρωπος που περιδιαβαίνει στην πόλη, βλέπει, παρατηρεί, στοχάζεται και σχολιάζει τα δρώμενα. Κάθε περπατάρης έχει δικαίωμα να το κάνει. Και εάν αυτά τα δρώμενα γίνουν σκηνικό θέαμα, φωτιστούν, άρα εκτεθούν και ζωντανέψουν στο επαγγελματικό θέατρο, ίσως εκεί ανακαλύψουμε τη βαθύτερη σύστασή τους. Δηλαδή, εμάς τους ίδιους…

Το θέμα της πατρίδας που προσπαθεί να κατασκευάσει ο ξένος, όταν χαλαρώνει από το σύστημα και έχει ελεύθερο χρόνο να σκεφθεί ή απλώς να αφεθεί σε αυτό που πιστεύει ότι τον φέρνει πίσω στη γη που άφησε είναι συναρπαστικό. Και εξαιρετικά επίκαιρο. Όπως πάντα, σε όλη την ανθρώπινη διαδρομή. Η κουλτούρα της ξενιτειάς στο Βέλγιο, στην Αυστραλία, στην Αμερική έχει να μας μάθει ακόμη πολλά για τη νοοτροπία των δικών μας ανθρώπων που προσπάθησαν να φτιάξουν τη ζωή τους από το μηδέν. Και οι οποίοι συχνά έβλεπαν το πρόσωπο της πατρίδας στις τρυφερά καρακίτς ταβέρνες, με τις τραγουδίστριες να είναι όχι μόνο οι βασίλισσες της νύχτας αλλά οι κρίκοι με την ιθαγένεια και οι σύνδεσμοι με τη συλλογική μνήμη των αποδήμων.

Δυστυχώς, αυτό το τόσο γοητευτικό θέμα, μια άλλη όψη της Ελλάδας, όπως παρουσιάστηκε από τη σκηνή του Εθνικού στο Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας με απογοήτευσε. Από τη μια αναγνώριζες τις προθέσεις του δημιουργού, συγγραφέα και σκηνοθέτη: ανάδειξη της διαφορετικότητας όσων ζουν στον μικρόκοσμό τους, και ομαδική εργασία από τους συντελεστές της παράστασης. Αλλά έβλεπες και τη ρήξη με την επίσημη ιστορία με την έμφαση στις μικρές ιστορίες των ηρώων του που ζουν κάπου στη Γερμανία. Ωστόσο, κάθε πρόθεση, όσο καλή και να είναι και να συνοδεύεται από ευφάνταστες ιδέες στο θέατρο κρίνεται από τη δοκιμασία της σκηνής.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣΤι ήταν λοιπόν o Χορός της μοναχικής καρδιάς του Ακύλλα Καραζήση; Να το πω αυτοέκφραση, ένας προσωπικός λόγος που δεν ενδιαφέρεται για συνομιλία; Ήταν σχηματικοί διάλογοι ερήμην της σκηνής; Η διαφωνία μου είναι με το χειρισμό της υπόθεσης. Με την αρχιτεκτονική του δράματος και την οικονομία του. Όχι τόσο με τη σκηνοθεσία. Σίγουρα ήταν πολύ φιλολογικό, όλο αυτό που έζησα ως παράσταση, ανάμεσα σε ένα κοινό μαγκωμένο. Και όταν λέω φιλολογικό εννοώ δύο πράγματα: διανοητικό κατασκεύασμα, αλλά και πλαδαρό. Ίσως, κατά βάθος ναρκισσιστικό.  Με εκρήξεις υπερέντασης.

Μπορεί πάλι να τα λέω όλα αυτά γιατί έχω ανάγκη, δική μου ανάγκη, να ακούσω καθαρά τον λόγο επί σκηνής. Και όταν λέω λόγο δεν εννοώ μόνο τις εικόνες και την οπτική πλευρά του θεάματος (ο Καραζήσης παρουσίασε εύστοχα οπτικά σχόλια) αλλά τις λέξεις που εκφωνούνται από τους ηθοποιούς. Με ενδιαφέρει το δραματικό υλικό και ανιαρό να μην είναι και σωστά επεξεργασμένο να παραδίδεται στους σκηνικούς εργάτες. 

O ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣΕκτιμώ, απεριόριστα, τη δουλειά των καλλιτεχνών και οφείλω να πω ότι δεν υποτιμώ τους ερασιτέχνες ηθοποιούς. Και γενικά είμαι ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος που επιδιώκει να μιλά για τη θετική όψη που μπορεί να κρύβει μια εργασία που προβάλλεται δημόσια. Η σκέψη λοιπόν που μου καρφώθηκε στο τέλος της παράστασης είναι ότι ο καλός ηθοποιός Ακύλλας Καραζήσης, ένας άνθρωπος με ουσιαστικές πνευματικές αναζητήσεις, εάν θέλει να ασχοληθεί πολύ σοβαρά με τη δραματική συγγραφή έχει να κάνει ακόμη δρόμο. Γιατί  άλλο είναι να έχεις τους πόνους σου και να θέλεις να τους μοιραστείς με την παρέα σου, και άλλο να στοχεύεις στην επικοινωνία μέσα από το θέατρο. Τα παρεΐστικα ανέκδοτα δεν σημαίνει ότι επειδή γελάνε οι φίλοι μας περνάνε και στη σκηνή και δημιουργούν δραματικές καταστάσεις.

O σκηνοθέτης όμως και συγγραφέας επιμένει. Και πιστεύει ότι έχει ενδιαφέρον, όπως λέει στη City Press, να βάλει δύο που δεν είναι επαγγελματίες ηθοποιοί στην παράσταση που σκηνοθέτησε υποστηρίζοντας ότι «για το θεατή φέρνουν ένα άλλο είδος γλώσσας από τη θεατρική, και είναι ενδιαφέρον.» Ποιο είναι το άλλο είδος γλώσσας, άραγε; Και μήπως η θεατρική γλώσσα είναι κάτι το εξωγήινο και δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα και τις μικρές προσωπικές μας ιστορίες; Και βάζει τους φίλους του επί σκηνής: μία ψυχοθεραπεύτρια, που είναι και της μόδας, και έναν ταβερνιάρη, που έχει μαγαζί στη Γερμανία. Η μέν πρώτη εκστόμισε κοινοτυπίες και κλισέ που αρμόζουν σε πρωτάκια ομάδων Ψ, ο δε δεύτερος είχε έναν λόγο που δεν με άγγιξε. Και αναρωτιέμαι, πραγματικά, ποιους μπορεί να άγγιξε η παράσταση…

Πέρα από τους επί σκηνής μουσικούς καλλιτέχνες με την ζωτική τους ενέργεια έλαμπε η Μαρία Σκουλά και ξεχώρισα τη Θεανώ Μεταξά. 

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Εθνικό Θέατρο

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

  • Σκηνοθεσία Ακύλλας Καραζήσης
  • Σκηνικά Ζυλιέτ Ζανκλώντ
  • Κοστούμια Κατρίν Κρούμπαϊν
  • Μουσική σύνθεση – επιμέλεια Λόλα Τότσιου
  • Φωτισμοί Γιάννης Δρακουλαράκος
  • Βοηθός σκηνοθέτη / δραματουργική συνεργασίαΜαριλένα Ρασιδάκη
  • Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγουΕυαγγελία Κατέχη
    Διανομή:
  • Ευθύμης Θέου
  • Ακύλλας Καραζήσης
  • Γιώργος Κοζομπόλης
  • Θεανώ Μεταξά
  • Άλκηστις Πουλοπούλου
  • Ζωή Σίλλατ
  • Μαρία Σκουλά
  • Γιώργος Τζαβάρας
  • Πιάνο παίζει η Λόλα Τότσιου (τις ημερομηνίες 20/2 έως 22/2, 25/2 έως 27/2, 11/3 έως 15/3, 8/4 έως 12/4)
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s