Daily Archives: Friday, May 29, 2009

Πολλά με σπρώχνουν να αναχωρήσω

από την πόλη… Αυτή η σκέψη έσχισε τον νου μου όταν περπατώντας στο πεζοδρόμιο, σήμερα το μεσημέρι, φορτωμένος με τσάντες, άνοιξα δρόμο για να περάσει ένας οδηγός με τη μηχανή του… Έκανα πλάι, σα να ήταν αυτονόητο να τον εξυπηρετήσω. Εκπαιδεύτηκα, εγώ και οι γύρω μου, να δεχόμαστε την αυθαιρεσία του κάθε μηχανόβιου που όχι μόνο παρκάρει μπροστά στις εισόδους των σπιτιών αλλά έρχεται προς το μέρος μου, ορμητικά, διεκδικώντας το πεζοδρόμιο ως λωρίδα κίνησης του διτρόχου του.

Eάν ήμουν χρήστης αμαξιδίου θα ήταν η ζωή μου αφόρητη. Όλες οι προσβάσεις στις γωνίες των δρόμων είναι πιασμένες από γαϊδούρια που άραξαν για τα ψώνια τους ή απλώς να πιούνε ούζο.

Eχτές, μαθαίνω από δύο διαφορετικούς επαγγελματίες το σπορ που επιδίδονται διάφοροι άγνωστοι στη γειτονιά μου: σε περιμένουν στο εσωτερικό της εισόδου της πολυκατοικίας και σε ακινητοποιούν ή σε ρίχνουν κάτω για να σου πάρουν ό,τι έχεις. Άλλοι, συνήθως δύο τη στήνουν σε οδηγούς: ο ένας τραβάει την προσοχή του οδηγού για να βγει έξω από το αμάξι, ενώ ο άλλος ορμά και παίρνει ό,τι βρει μέσα. Άσε το σπάσιμο στα παράθυρα των αυτοκινήτων. Μόλις βρεθεί ένα αυτοκίνητο έστω και παρκαρισμένο για επίσκεψη πέφτει θύμα κάποιου επιτήδειου. Δεν ξέρω εάν είναι πεινασμένοι αυτοί οι άνθρωποι, άνεργοι ή τοξικομανείς. Ούτε μπορώ να δικαιολογήσω τη φτώχεια ως αιτία όλης αυτής της παραβατικότητας. Και οι γονείς μας ήταν πένητες. Και άλλοι δούλευαν από μικρά στα καράβια, σα μελό του 60 και άλλοι έκαναν κάθε αγγαρεία που μπορεί να βάλει ο νους για να σταθούν με αξιοπρέπεια στη ζήση τους. Κάτι τέτοια σκέφτομαι και πικραίνομαι για το πόσο έχει εγκαταλειφθεί το κέντρο της Αθήνας. Γιατί έχουν εγκαταλειφθεί οι άνθρωποι Έλληνες, φιλέλληνες, μισέλληνες, αλλοδαποί, ομόδοξοι, ετερόδοξοι και αλλόδοξοι στην τύχη τους…

 

Η βεράντα είναι ένας μικρός παρηγορητικός βιότοπος στην πόλη που διώχνει τους κατοίκους της.

Η βεράντα είναι ένας μικρός παρηγορητικός βιότοπος στην πόλη που διώχνει τους κατοίκους της.

Ναί, έφυγαν σε μια ώρα από την Τοσίτσα όλες οι παρέες που μοιράζονταν τον θάνατο σε γνωστούς και αγνώστους. Επειδή πλησιάζουν οι εκλογές ή επειδή κάτι αλλάζει στο κέντρο; ή επειδή επιτέλους ευαισθητοποιήθηκαν για ένα πρόβλημα που εσκίαζε την τουριστική μας βιτρίνα, μερικά μέτρα δίπλα από το αρχαιολογικό μουσείο;

Και λοιπόν; Το αίσθημα του φόβου αναβλύζει και το εκμεταλλεύονται δεξιοί και αριστεροί, χριστιανοσυντηρούκλες και μπαχαλάκηδες. Δεν νιώθω μόνο εγώ την ανασφάλεια. Τη νιώθουν όσοι κυκλοφορούν και βλέπουν ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα προς το χειρότερο. Την καταλαβαίνουν όσοι δεν αντιμετωπίζουν τη γειτονιά τους ως πέρασμα για μια άλλη χώρα ή ως μία προσωρινή κατοικία αλλά ως επένδυση ζωής.

Kαι τώρα είναι σα να τελειώνω μαθητική έκθεση… Και να φύγω, να πάω πού; Δεν έχω πατρίδα. Εδώ γύρω γεννήθηκα, εδώ έκανα τις σχολικές κοπάνες, εδώ ερωτεύθηκα, εδώ πρωτοδούλεψα στην εφηβεία μου, εδώ σπούδασα, εδώ λαχτάρησα. Η Αθήνα είναι η πόλη μου. Kαι δεν μου αρέσει που τη βλέπω να μετατρέπεται σε ζούγκλα και να νιώθω εξόριστος μέσα στον ιστό της…