Daily Archives: Tuesday, October 6, 2009

Η κηδεία του Μάκη δεν θα γίνει ποτέ!

Ο Μάκης πέθανε προχθές στο νοσοκομείο, μόνος, σε ηλικία 82 ετών. Έζησε τα τελευταία χρόνια σε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, μόνος, χωρίς συγγενείς και χωρίς φίλους. Πριν από μία εβδομάδα, άρρωστος και εξαντλημένος, κάλεσε μόνος του το ασθενοφόρο να έλθουν να τον πάρουν. Οι τραυματιοφορείς δεν μπορούσαν να μπουν στο διαμέρισμα, γιατί ο Μάκης, που φοβόταν, είχε κλειδωμένη την πόρτα και κατάκοιτος, δεν στάθηκε δυνατό να σηκωθεί να τους ανοίξει. Τηλεφώνησε τότε ο ίδιος στην αστυνομία, να έλθουν να σπάσουν την πόρτα του. Έζησε στο νοσοκομείο πέντε μέρες και κατέληξε.

Στο διάστημα αυτό τον επισκέφθηκαν τρεις άνθρωποι, ένοικοι της πολυκατοικίας όπου έμενε, που τον γνώριζαν και τον λυπόντουσαν. Προχθές, που πέθανε ο Μάκης, ζήτησαν να πάρουν τη σωρό να τον κηδέψουν. Όμως δεν είναι συγγενείς και δεν τους επετράπη.

Δεν έχουν, τους είπαν, το δικαίωμα.

Η Διεύθυνση του νοσοκομείου δεν μιμήθηκε τη συγκατάβαση του Πιλάτου προς τον Αριμαθαίας και, έτσι ο Μάκης παραδόθηκε στην Ιατρική Σχολή, για το μάθημα της ανατομίας.

Μέχρι πότε αυτή η πολιτεία θα επιμένει να μην αναγνωρίζει τη φιλία ως αξία της ζωής? Να μην αναγνωρίζει το δικαίωμα του ανθρώπινου ενδιαφέροντος παρά μόνον στον εξ αίματος ή αγχιστείας συγγενή?

Θα γεννήθηκε τη δεκαετία του ΄30, στα τέλη της «μπέλ επόκ». Στο μαιευτήριο, ή ίσως στο σπίτι, που είδε πρώτη φορά το φως της ζωής, θα είχανε μεγάλη χαρά. Η μητέρα του θα τον παρέλαβε μωρό τρυφερά στην αγκαλιά της, ο πατέρας του περήφανος, γύρω τους συγγενείς, οικογενειακοί φίλοι, κεράσματα, φωτογραφίες.

Κι ύστερα παιδί, νεαρός άντρας, μεσήλικας, ο Μάκης θα γέλασε, θα έπαιξε, θα φοβήθηκε, θα χόρεψε, θα γλέντησε, θα αγάπησε και θα αγαπήθηκε.

Πως έμεινε στο τέλος έτσι μόνος?

Ίσως η αιτία να ήταν προσωπικές του λανθασμένες επιλογές. Ίσως πάλι οι συγκυρίες της ζωής του, αναποδιές, ατυχίες ή απώλειες έφεραν τα πράγματα με τέτοιο τρόπο που έμειναν στο τέλος μόνο μερικοί γείτονες της πολυκατοικίας, λίγο–πολύ άγνωστοι, να ενδιαφερθούν για αυτόν.

Όμως είναι σωστό η κοινωνία μας, οι θεσμοί μας και οι νόμοι να του στερούν αυτό το ελάχιστο των ανθρωπίνων σχέσεων που του είχε απομείνει?

Είναι σωστό να μένει ακήδευτος άνθρωπος που πέθανε λίγα μέτρα πιο πέρα από εκεί που έγραψε ο Σοφοκλής την Αντιγόνη?

Είναι αυτό το ήθος μιας Πόλης που, κάποτε, το άγος των ακήδευτων νεκρών βάραινε γενεές και προκαλούσε πολέμους?

Μέχρι πότε αυτή η πολιτεία θα επιμένει να μην αναγνωρίζει τη φιλία ως αξία της ζωής? Να μην αναγνωρίζει το δικαίωμα του ανθρώπινου ενδιαφέροντος παρά μόνον στον εξ αίματος ή αγχιστείας συγγενή? Και όλοι οι άλλοι να θεωρούνται «ξένοι».

Οι νόμοι μας δεν προβλέπουν Σαμαρείτες.

Και αυτά να συμβαίνουν στην Αθήνα, το 2009 (δηλαδή, δύο χιλιάδες εννέα χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού).