Monthly Archives: January 2010

Η πόλη που χάσαμε

Πορεύομαι προς Νέα Σμύρνη, κατεβαίνοντας την Αμαλίας, λίγο μετά την πύλη του Αδριανού, αφήνω πίσω τον ολύμπιο περίβολο του γιγαντιαίου ναού του Διός, και στρίβω μαλακά δεξιά, όπως με πάει ο δρόμος. Εκεί, μόλις αρχίζει η Συγγρού με τυφλώνει το φως που έρχεται στο τέλος της λεωφόρου. Η λάμψη είναι τόσο έντονη που μοιάζει να έχει πάρει φωτιά. Κοιτάω καλύτερα. Από τα ηχεία ένα ξεχασμένο άσμα των Dire Straits από τον rock fm που μου θυμίζει καλοκαιράκι. Προσπαθώ να εστιάσω στο φως του βάθους. Όλα μοιάζουν σκοτεινά στο πλάι, σαν στοά και στο βάθος αυτό το φως. Το σοκ είναι φοβερό όταν καταλαβαίνω ότι βλέπω τη θάλασσα και το ηλιακό φως αντανακλάται στον νερένιο καθρέπτη του Σαρωνικού. Νιώθω αγαλλίαση! Τόσο κοντά και τόσο μακριά. Αφήνω τον δρόμο για να δω καλύτερα. Νιώθω να έχω περάσει στη second life και μπορώ να πετάω πάνω από τη Συγγρού. Δεξιά, βλέπω το νέο Μουσείο Ακρόπολης, να συναγωνίζεται σε κλίμακα τον ιερό βράχο. Απέναντι ο λόφος του Φιλοπάππου να δίνει χρώμα στην γκρίζα περιοχή. Α, βλέπω και τα σπίτια διασήμων συνθετών και ποιητών, και το γκαζοχώρι να ξεχωρίζει με τα φουγάρα και τα λοφτ νέας εσοδείας και δίπλα με τους ρακοσυλλέκτες εκεί στο αρχαίο σήμα του Κεραμεικού να πουλάνε κουρέλια και θρύψαλλα. Πιο αριστερά βλέπω το λοφάκι του Νέου Κόσμου.

Πηγμένο μέχρι την κορυφή από σπίτια. Αλλά κοιτάω πάλι μπροστά μου. Δεν έχω περάσει το παλιό κτήριο του Φιξ και η θάλασσα είναι πιο κοντά. Νά και η Αίγινα. Πεντακάθαρα φαίνεται. Μόλις φτάσω στον Άγιο Σώστη τα θαλάσσια νερά είναι παραδίπλα. Η πόλη μας είναι τόσο κοντά στη θάλασσα. Βάζω στους χάρτες της google να δω τι απόσταση μου δίνει από σύνταγμα. Get directions: From here Σύνταγμα – To here Χαντ Μπολ. Η απόσταση με τα πόδια είναι 1 ώρα και 24 λεπτά! Είμαι βέβαιος ότι είναι πολύ λιγότερο.

Πόσο ονειρικό μοιάζει το παλαιότερο τοπίο της Αθήνας με τη θάλασσα να είναι ορατή από την πόλη! (Την παλιά κάρτα τη βρήκα ψάχνοντας στο ιστολόγιο http://roadartist.blogspot.com)

Μια ευθεία είναι. Η θάλασσα είναι κομμάτι της Αθήνας. Ναί, είμαστε προνομιούχοι με τόσο πολύ μπλε. Και πάνω ψηλά, και μπροστά μας. Και αέρινο και υδάτινο! Μπλε! Εάν θέλετε να εντυπωσιάσετε κάποιον που δεν ξέρει την πόλη, Έλληνα ή ξένο, κάντε μια βόλτα από το κέντρο της πόλης να βγείτε στη θάλασσα. Ας πούμε στο Φάληρο. Είναι εκπληκτικό πόσο δίπλα μας είναι καί πόσο κρυμμένη είναι από τις πολυκατοικίες και από την ασχήμια μας.

Warhol/Icon στο Βυζαντινό Μουσείο

Ο πάπας της ποπ, όπως έχει αποκληθεί ο Andy Warhol, παραμένει στο επίκεντρο των συζητήσεων για την τέχνη και τη σχέση της με τη μάζα, τον καταναλωτισμό, αλλά και τη σχέση που έχει ο ίδιος ο καλλιτέχνης με την κατασκευή εικόνων διασημοτήτων που προορίζονται να αγιοποιηθούν, ώστε να γίνουν αιώνια είδωλα τιμής και λατρείας.

Ο καλλιτέχνης διαμορφώνει το δημόσιο πρόσωπό του σε ένα ουδέτερο μονόχρωμο φόντο.

Η είδηση, λοιπόν, για την έκθεση έργων του Warhol με τον τίτλο Η δημιουργία της εικόνας στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας δείχνει να ξαφνιάζει, όταν μάλιστα παρουσιάζεται με τίτλους σε εφημερίδες όπως Ο «Βυζαντινός» Warhol ή Ο Άντι Γουόρχολ συνομιλεί με τη βυζαντινή τέχνη. Και, ομολογώ, ότι αυτό το στοιχείο του διαλόγου του βασικότερου εκπροσώπου της ποπ αρτ με την εικαστική δημιουργία του Βυζαντίου ήταν που με δελέασε περισσότερο να επισκεφθώ την έκθεση.

Μόττο της έκθεσης είναι μια φράση του James Warhola, γιού του Paul, μεγάλου αδελφού του Andrew: «όταν μας ρωτούσαν ποιοι είμαστε, εμείς απαντούσαμε ότι είμαστε Βυζαντινοί». Η δήλωση σίγουρα λειτουργεί επικοινωνιακά, και μάλλον αυξάνει το μυστήριο γύρω από τη μορφή του Andrew (ο ίδιος ο Warhol δεν ήθελε να μιλάει ιδιαίτερα για το οικογενειακό παρελθόν του)  παρά φωτίζει το έργο του αυτό καθ᾽ εαυτό.

Βέβαια, δεν είναι δύσκολο, ψάχνοντας λίγο τη βιογραφία του να βρεις τη σχέση του καλλιτέχνη με το Βυζάντιο (σωστότερα με τον χριστιανισμό) η οποία ριζώνει στην καταγωγή του. Ο Warhol, παρά το έντονο κοσμικό προφίλ, είχε μια πλευρά ενός θρησκευόμενου ανθρώπου με συχνούς εκκλησιασμούς. Οι γονείς του Warhol φθάνουν πρόσφυγες στην Αμερική από το ορεινό χωριό Mikova της βορειοανατολικής Σλοβακίας. Ο ίδιος γεννήθηκε σε ένα γκέτο Ουκρανών στο Πίτσμπουργκ το 1928.

Από τη μητέρα του Τζούλια (έζησε μαζί του έως τον θάνατό της το 1972) έμαθε την χριστιανική πίστη, την οποία ο ίδιος κρατούσε μυστική από τα φώτα της δημοσιότητας, και έχει θεωρηθεί κλειδί για την ερμηνεία του έργου του.

Αυτή η πνευματικότητα τον οδήγησε σε πολλά έργα με καθαρά θρησκευτική θεματική. Ουσιαστικά ανατράφηκε σε μια παράδοση Βυζαντινοκαθολικών-Ρουθηνών (διατηρούσαν το βυζαντινό τυπικό), μία σλαβική μειονότητα που δεν απέκτησε ποτέ κράτος. Στην κουζίνα του πατρικού σπιτιού υπήρχε κρεμασμένος ένας Μυστικός Δείπνος, και σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού υπήρχε μια εικόνα.

Το φύλλο χρυσού καλύπτει όλο το πρόσωπο με το κεφάλι, ενώ γραμμές από μελάνι αποτυπώνουν τα φυσιογνωμιστικά χαρακτηριστικά

Η έκθεση (επιμέλεια: Paul Moorhouse), στην οργάνωση της οποίας συμμετέχει η αίθουσα τέχνης Πότνια Θηρών – Bank of Attention και η γκαλερί Haunch of Venison, εκτείνεται σε τρεις αίθουσες παρουσιάζοντας την εργασία του χωρισμένη θεματολογικά και υφολογικά σε τρεις φάσεις από το 1950 έως το 1987. Σε κάθε αίθουσα ένα σύντομο κείμενο δίνει το στίγμα της εποχής, τις επιλογές και τις τάσεις του Warhol, που καταλήγει σε μια αφηρημένη έκφραση των πορτραίτων του, με απλά περιγράμματα, απομακρυνόμενος αρκετά από τη ρεαλιστική αποτύπωση που του πρόσφεραν οι φωτογραφίες.

Για κάποιον που δεν έχει δει από κοντά έργα του Warhol η έκθεση ήταν μια ευκαιρία να πάρει μια πρώτη γεύση της δουλειάς του καλλιτέχνη. Ωστόσο, ο σκοπός της έκθεσης, όπως διαβάζω στο φωτοτυπημένο κειμενάκι που μοιραζόταν, ήταν άλλος: «η συνομιλία των πορτραίτων/εικόνων με τις φορητές εικόνες της βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης, παρέχει τη δυνατότητα μιας βαθύτερης ανάγνωσης των έργων σε επίπεδο συμβολικό, δημιουργώντας το πλαίσιο ανακάλυψης δημιουργικών αντιστοιχιών και αντιθέσεων».

Μόνο που αυτή η συνομιλία έμεινε ως δυνατότητα ή ως πρόκληση για στοχασμό παρά ως ένα εγχείρημα στον χώρο της έκθεσης. Για να γίνω πιο σαφής, ενώ στο διαφημιστικό τηλεοπτικό σποτάκι, όπως και σε δημοσιεύματα συνυπάρχουν έργα του Warhol με βυζαντινές εικόνες, στο κτήριο του Μουσείου η έκθεση είναι μια παρουσίαση έργων του αμερικανού καλλιτέχνη στην οποία δεν συσχετίζεται το πορτραίτο του Μάο ή της πριγκίπισσας Νταϊάνας με αγιογραφίες ούτε έργα με χρυσό φόντο, όπως η προσωπογραφία της Μονρόε, με κάτι από τον βυζαντινό κόσμο που οι σχεδιαστές της έκθεσης να θεωρούν συγκρίσιμο.

Το έργο «Μέγας Αλέξανδρος» ανήκει στην τελευταία φάση της δουλειάς του Warhol.

Αναζήτησα την αντιπαραβολή με τον βυζαντινό κόσμο και δεν την βρήκα. Την ανακάλυψα στο διαδίκτυο σε ένα αγγλόφωνο δελτίο τύπου όπου μία εικόνα προφανώς του Αγίου Νικολάου με τα θαύματά του βαφτίζεται σε εικόνα της Αγίας Μαρίνας!!! Ξέρω πως αν είσαι μελετητής της ιστορίας της τέχνης θα πάρεις γόνιμα ερεθίσματα. Ωστόσο, εάν είναι κάποιος αμύητος, αναρωτιέμαι πόσο μπορεί να ωφεληθεί αφού απουσιάζει η οπτική παραπεμπτικότητα στη βυζαντινή ζωγραφική. Εκτός εάν είναι τυχερός και ακολουθήσει ξενάγηση από ειδικό στους άλλους χώρους του Μουσείου ή τέλος πάντων αναζητήσει ο ίδιος συγγένειες και ομόλογες σχέσεις. Σκέπτομαι πως εφόσον ο επιθυμός διάλογος με το Βυζάντιο δεν γίνεται στον εκθεσιακό τόπο, η ίδια ακριβώς έκθεση θα μπορούσε να έχει γίνει σε έναν άλλο μουσείο ή χώρο πολιτισμού.

Αυτό που μένει σε μένα είναι η αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Και ακόμη μένει μια γεύση σα να έσπασε ένα ταμπού, ένας χώρος που ήταν καταστατικά προορισμένος να φιλοξενήσει χριστιανική τέχνη, κα τώρα να υποδέχεται έναν «βέβηλο» καλλιτέχνη.

Για μένα θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να δω συγκεντρωμένα τα καθαρόαιμα χριστιανικά του έργα, από τη χρυσή φάτνη των παιδικών του χρόνων που κρατάει στην παλάμη του, έως τον Μυστικό Δείπνο. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Παράλληλα, λειτουργεί και η έκθεση «Warhol: Screen Tests» (Πότνια Θηρών – Bank of Attention, Ζαΐμη 7).

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: http://www.warhol-icon.com/

O μελωδικός μάγος της σκηνής

Nαί, ανάψαν τα φώτα στο περιβόλι του τρελλού. Kαι ιδού: επί σκηνής ο Διονύσης. Στα μαύρα με δύο γλώσσες φωτιάς από τα βαθυκόκκινα σπορτέξ. Αυτός και η κιθάρα του. Αυτός και το κοινό του. Έτοιμος να υποκριθεί αληθινά για τη σύναξη του Παλλάς. Είναι η τελευταία του νύχτα, αφιερωμένη στα σίξτις. Όλοι έχουν ησυχάσει. Κάθε τραγούδι είναι μία μικρή ιστορία που γίνεται παράσταση. Βλέπουμε πρόσωπα μέσα από τη μουσική και τους στίχους του. Η Ζωζώ είναι πραγματική, οι φαντάροι κινούνται, τα παιδιά μας κοιτούν, άλλοτε με απορία άλλοτε με χαμόγελο. Βλέπω για πρώτη φορά τη Συννεφούλα. Αυτός και εκείνη ήταν δεκαπέντε ετών. Την αντικρίζουμε σε ένα πορτραίτο να διαβαίνει τη σκηνή: ένα πανέμορφο κοριτσόπουλο, μελαχρινό. Η μούσα του Διονύση είναι εφηβική, ενώ αυτός έφηβος ασπρομάλλης την καμαρώνει.

Ο Σαββόπουλος δεν είναι ακόμη ένας συνθέτης της νεώτερης μουσικής ιστορίας του τόπου μας, αλλά ένας καλλιτέχνης πρότυπο για τις νεότερες γενιές.

Το μυστικό του Διονύση είναι που μας κάνει μέτοχους των ιστοριών του. Τουλάχιστον εκείνων που σχολιάζουν τα τραγούδια του, εξηγούν τα στιχάκια, μας ταξιδεύουν στις συνθήκες της δημιουργίας. Η συννεφούλα με τον γοργό ρυθμό δεν αργεί να γίνει τσάμικο, για να καταλήξει στο παιδικό φινάλε και στα τρίγωνα κάλαντα. Να γίνει μια ευχή: «Χρόνια πολλά!». «Σε σένα χρόνια πολλά, Διονύση!»

Μοιράζεται εικόνες των νεανικών του χρόνων, την εποχή των διαδηλώσεων, την επομένη της δολοφονίας Λαμπράκη: «Το πρωί μας καταβρέχανε το βράδυ ταβέρνα. Τσιτσάνης, Θεοδωράκης». Μας δείχνει το λεύκωμά του με φίλους. Στην παρέα και ο Παπαδιαμάντης που κρατάει μαζί του σαν φυλαχτό. Έρχεται και ο Τσαρούχης. Μετά ο Χριστιανόπουλος: «Η Αθήνα είναι μια γάτα που θα σε κατουρήσει». Συμβουλή του Θεσσαλονικού προς Θεσσαλονικιό που πρόκειται να κατέβει Αθήνα.

Μας λέει τα όνειρά του: Να είναι στην Αμερική, να γράφει τραγούδια διαμαρτυρίας, να γνωριζόταν με ηθοποιούς, να σκάρωνε και καμιά διαδήλωση… Ονειρεύεται αλλά βρίσκεται στην Μπουμπουλίνας , στα κρατητήρια. Τον δέρνουν. Κάθε μπερντάκι και σύνθεση. «Ολόκληρο long play φτιάξαμε η ασφάλεια κι εγώ», θα καταλήξει και ο κόσμος γελά πικρά. Η ζωή του μοιάζει ταινία. Όπως και η δεκαετία του 60, που έχει βαλθεί να μας ταξιδέψει. Γιε, γιε, γιε.

Πολιτικός και λυρικός

Δεν ξέρω εάν υπάρχει άλλος καλλιτέχνης που να μετουσιώνει την πολιτική πραγματικότητα χωρίς να γίνεται διδακτικός, ηθικιστής ή κοινότυπα περιγραφικός. Παραμένοντας λυρικός. Βλέποντας μέσα στη μάζα ένα πρόσωπο να φωσφορίζει και να λάμπει.

Ακούγοντας ξανά τον Σαββόπουλο ανακαλύπτω έναν μεγάλο δάσκαλο, με την έννοια του προτύπου, για τους ομοτέχνους του. Βρίσκω, όμως και τον performer της λαϊκής σύναξης. Τον παραμυθά που ξέρει να αφηγείται μύθους και τον τροβαδούρο που παίζει τις ιστορίες του στις νότες της μουσικής του κλίμακας, σε ρυθμούς γνωστούς, που δημιουργούν πάντα ένα παραξένισμα. Είναι το παραξένισμα της πρωτοτυπίας, η έκπληξη του νέου και θαυμάσιου. Του εξαίρετου και μοναδικού. Κι ας είναι 64 χρονών. Έχει ενέργεια εικοσάρη. Και η φωνή του είναι άψογη.

Κορυφαία στιγμή της βραδιάς η εμφάνιση στη σκηνή του Γιώργου Ρωμανού. Μεταξύ των τριών τραγουδιών που ερμήνευσε, και το «Αστέρι του βορριά», του δασκάλου Μάνου Χατζιδάκι. Καταχειροκροτήθηκε.

Δεν θέλω να αγιολογήσω. Απλώς, νιώθω το σώμα μου να μουδιάζει. Τα μάτια μου βουρκώνουν όχι μόνο από στίχους και προσωπικές αναμνήσεις αλλά ακόμη όταν βλέπω τους μουσικούς να απογειώνονται, να γίνονται ξωτικά, να τρελλαίνονται ωραία.

Ανάμεσα σε δύο πλατείες…

Η παράσταση οφείλει πολλά και στη σκηνογραφία του γνωστού εικαστικού Μάριου Σπηλιόπουλου και της Λαμπρινής Καρδαρά. Κυρίως, όμως, πίσω από την ιδέα ανακαλύπτω τις εμμονές του Σπηλιόπουλου με τα πρόσωπα που αρθρώνουν ένα εικονοστάσι της νεότερης ιστορίας μας. Η κάθε φωτογραφία διηγείται μια ιστορία. Και όλες οι ιστορίες αυτές φαίνεται ότι γράφουν την πραγματική ιστορία μας, που συχνά δεν θα τη διαβάσουμε ποτέ σε επίσημα εγχειρίδια.

Η εξομολόγηση με τη φωτογραφία του πατέρα του, τα στιχάκια του και ένα μυστικό που αποκαλύπτεται με τον θάνατό του, δίνει τον τόνο. Ερμηνεύει την πατρική μορφή: «Δεν είμαστε οι θεοί που νομίζατε. Δεν είμασταν οι σπουδαίοι που νομίζατε. Ό,τι μπορέσαμε κάναμε.» Για να καταλήξει αυτοκριτικά: Η γενιά μας δυσκολεύεται να το πεί, εμείς οι ανήλικοι διαρκώς.

Ο Σπηλιόπουλος είχε στήσει ως φόντο στο βάθος της σκηνής εικόνες από μία συγκέντρωση στα μέσα της δεκαετίας του 6ο, και ακριβώς μπροστά μια κερκίδες με ένα πολύ νεανικό κοινό να συμμετέχει ενεργά, αφήνοντας τον αυθορμητισμό του να εκδηλωθεί με σιγοντάρισμα, με συνοδεία ρυθμική ή και με σωματική κίνηση. Έτσι, ο Σαββόπουλος έπαιζε αγκαλιασμένος ανάμεσα σε δύο ομάδες θεατών από διαφορετικές γενιές: οι νέοι παρακολουθούν τους μεγαλύτερους και οι παλιοί βλέπουν πώς προσλαμβάνουν τις μουσικές του 60 οι εικοσάριδες. Προς το τέλος τα νέα παιδιά εξέλιξαν τη βραδιά σε πάρτι. Η λειτουργικότητα της ομάδας αυτής αποδείχτηκε ευφάνταση στον τρόπο που μετέφεραν τις αναμνήσεις του Διονύση από τον έξω κόσμο στα φώτα της σκηνής, περνώντας από χέρι σε χέρι φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων, πάνω σε πλαίσια, εικόνες που είχαν μια διαφάνεια, σαν να ήταν άυλες. Όταν τις άγγιζαν τα παιδιά οι εικόνες αυτές ανέβαιναν ψηλά για να χαθούν.

Να σημειωθεί ότι στο πρώτο μέρος είμασταν παρέα με τον Σταύρο Λάντσια στο πιάνο και στα κρουστά, και στο δεύτερο μέρος διηύθυνε ο Γιάννης Παπαζαχαριάκης. Ο ίδιος ο Διονύσης πάντα με την κιθάρα, την ίδια εκείνη που κατέβηκε στην πρωτεύουσα. Τη σκηνοθεσία την υπογράφει ο Σαββόπουλος, μαζί με τη Σοφία Σπυράτου.

Έφυγα από το Παλλάς αισθανόμενος την ευλογία της επικοινωνίας σε μια κυψέλη συγκινήσεων. Κερδισμένος. Και ακόμη ένιωσα την ευεργεσία και το προνόμιο να είναι ένας συμπατριώτης μας ο Διονύσης.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥΣ!