Monthly Archives: February 2010

Η Αγία Παρασκευή των Μουσών

Την αντάμωσα στη στροφή. Λες και ήθελε να μείνει μυστική από τα βλέμματα των περαστικών, επάνω αριστερά, δίπλα στη αρχαία Άσκρη της άγνωστης Βοιωτίας. Στις Θεσπιές.

Το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής είναι κρυμμένο από τα βλέμματα των επισκεπτών.

Πάνλευκη. Ένα σημείο λατρείας. Ένα ιερό, δίπλα στο ιερό. Ένας χώρος ευλογημένος σε έναν τόπο καθιαγιασμένο. Όχι μόνο γιατί εκεί είδε το φως ο Ησίοδος. Αλλά γιατί εκεί είναι το σπίτι των Μουσών. Στις πλαγιές του Ελικώνα, εκεί στα σπαράγματα της αρχαίας πόλης, της βυθισμένης στην ανοιξιάτικη πρασινάδα, είχαν την τιμητική τους οι Μούσες: Ευτέρπη, Κλειώ, Θάλεια, Ερατώ, Μελπομένη, Τερψιχόρη, Πολύμνια, Ουρανία, Καλλιόπη. Μια κοιλάδα εκπληκτικής ομορφιάς. Με ένα μικρό ποτάμι να την ποτίζει.

Τα κατάλοιπα του μικρού ναού των Μουσών στον Ελικώνα.

Tα θεμέλια ενός μικρού ταπεινού ναού του 3ου αι. π.Χ., ένα θέατρο εξαφανισμένο από τα βάτα και τις πηγές που αναβλύζουν από παντού. Η ιωνική στοά που φύλασσαν τα τάματα για τις Μούσες, κι αυτή κρυμμένη από την αδιακρισία των περαστικών επισκεπτών.

Μεταφέρω από τον ιστότοπο του Υπουργείου Πολιτισμού στοιχεία για τη ζωή του τόπου στην αρχαιότητα:

«Η ιστορία του πανύμνητου ιερού άλσους των Ελκιωνίων Μουσών στις ανατολικές υπώρειες του Ελικώνα, άρχισε ήδη στον 6ο αιώνα. π.Χ. Ωστόσο γνώρισε την ιδιαίτερη ακμή του από τον 3ο αιώνα. π.Χ. κι εξής, χάρη στη γιορτή των Μουσείων που ιδρύθηκαν και οργανώνονταν κάθε πέντε χρόνια από τους Θεσπιείς στο χώρο αυτό. Ποιητές και μουσικοί από όλη την Ελλάδα έπαιρναν μέρος στους αγώνες που κοσμούσαν τις γιορτές. Αγωνίζονταν στη σάλπιγγα, την επική ποίηση, τη ραψωδία, την κιθάρα, τον αυλό, τη σατυρική ποίηση, την υποκριτική τραγωδίας και κωμωδίας. Τον 2ο και 1ο αιώνα π.Χ. προστέθηκαν ακόμη στον κατάλογο αγώνες εγκωμίων για το ρωμαίο αυτοκράτορα, ο οποίος χρηματοδοτούσε στο εξής την οργάνωση των γιορτών. Γι’ αυτό ονομάζονταν πλέον “Μεγάλα Καισαρεία” κι όχι Μουσεία, εφόσον τιμώνταν πρώτα οι αυτοκράτορες και κατόπιν οι Μούσες.

Η κοιλάδα των μουσών από ψηλά.

Οι νικητές των αγώνων αφιέρωναν τα έπαθλά τους, κυρίως τρίποδες, στο ιερό. Ανάμεσά τους ήταν στημένος κι ο τρίποδας του ποιητή Ησιόδου ως ανάμνηση της νίκης του σε μουσικό αγώνα στη Χαλκίδα, καθώς και ο αδριάντας του. Πλήθος αγαλμάτων που σχετίζονταν με τις Μούσες, διάσημους ποιητές ή μουσικούς ήταν στημένα στον υπαίθριο χώρο του ιερού άλσους.»

Οι ανασκαφές έγιναν στο τέλος του 19ου αιώνα από τους Π. Σταματάκη και P. Jamot. Αγνοώ πού βρίσκονται τώρα τα ευρήματα. Σίγουρα θα υπάρχουν οι φωτογραφίες των ανασκαφών στη γαλλική αρχαιολογική σχολή που είχε την ευθύνη της τελικής ανασκαφικής έρευνας. Λεπτομέρειες πού μπορεί κανείς να δει ζωντανά τα ευρήματα σήμερα δεν εντόπισα.

Πάντως ο τόπος αξίζει να τον περπατήσεις. Κι ας είναι αγριεμένα τα βάτα. Η ησυχία είναι μοναδική, η θέα των χιονισμένων πλαγιών του βουνού χαλαρώνει τα νεύρα της πόλης, τα μάτια χαμογελούν στις μικρές αρχαιολογικές ανακαλύψεις: σε ένα βάθρο που έστεκε ένα άγαλμα, στις πέτρες που δημιουργούν τις αρχιτεκτονικές γραμμές των οικοδομημάτων, σε μια κερκίδα φαγωμένη από τον καιρό. Σε όσα νοητά μπορείς να δεις ή και να μη δεις. Αλλά ξέρεις ότι υπάρχουν. Κάπου εκεί, κάτω από τα υγρά βάτα.

Δίπλα, στην Αγία Παρασκευή το θυμίαμα ξεχύθηκε στον κάμπο. Είναι το άρωμα της λατρείας και τα γυαλιστερά αφιερώματα με τα ματάκια θα σου θυμίσουν ότι εδώ κάτι συμβαίνει.

Η κομμένη κεφαλή του αγίου Ιωάννου Προδρόμου δείχνει πως ο ζωγράφος των έργων της Αγίας Παρασκευής είχε ιδιαίτερο ταλέντο.

Μια συνομιλία που δεν είναι φωναχτή. Είναι χαμηλή, όπως το φως που μπαίνει από τα παραθυράκια του τρούλου. Οι ακτίνες είναι ικανές να φωτίσουν  το εσωτερικό του ναού. Κι εδώ είναι η έκπληξη. Δύο στρώματα τοιχογραφιών καλύπτουν όλες τις επιφάνειες του εσωτερικού της εκκλησίας. Κοινό και στις δύο η χρωματική ένταση. Απίστευτα μπλε κοβαλτίου διαλέγονται με το χοντροκόκκινο και τα φώτα της σάρκας των μορφών. Όλα καταυγάζονται με χάρη. Και τα παλαιά, και τα νεώτερα. Δηλαδή παντού διαχέεται κατάνυξη. Που σε αγκαλιάζει τρυφερά.

Η εικόνα του τέμπλου της Αγίας Παρασκευής στην Άσκρη του Ελικώνα.

Η Αγία Παρασκευή προβάλλει μέσα από την ευλάβεια των ανώνυμων πιστών σαν μία άλλη μούσα, αέρινη και στοχαστική να τραγουδάει τα θαυμάσια, αφιερωμένα στο φως το απρόσιτο που φαίνει πάσι.

Είμαι Έλληνας κωφάλαλος πεινάω

έτσι έγραφε η χάρτινη ταμπέλα του κυρίου που βρισκόταν σε ένα φανάρι, κάπου στην Αλεξάνδρας, επιδιώκοντας να προκαλέσει τη συμπόνια των οδηγών. Οι 4 λέξεις είναι η ταυτότητά του, ο ρόλος του στο σενάριο που συμπληρώνουμε μόνοι στη θέα του. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η αλήθεια ή το ψέμα του, όσο η εικόνα που θέλει να μας παρουσιάσει για τον εαυτό του. Απευθύνεται σε συμπατριώτες του Έλληνες, δεν ανήκει στο άλλο στρατόπεδο των περιπλανώμενων αλλοδαπών από τα Βαλκάνια. Βέβαια, κι εκείνοι γράφουν μερικές φορές στην ταμπέλα τους, θέλοντας να συγκινήσουν την κοινή μας θρησκευτική ρίζα: Είμαι Σέρβος ορθόδοξος, πεινάω. Έλα, όμως, που είναι πιο ισχυρό το να πεινάς και να είσαι Έλληνας. Ίσως είναι η ταύτιση πιο εύκολη. Μπορεί να μην γίνουμε ποτέ κωφάλαλοι, αλλά μπορεί ως Έλληνες να μείνουμε άφραγκοι και να βρεθούμε στον δρόμο. Πώς γίνεται όμως ένας υποτίθεται περιθωριακός ως κωφάλαλος, δηλαδή ανάπηρος, να κάνει διακρίσεις στους όμοιους συνανθρώπους του; Τί θα άλλαζε αν βλέπαμε την επιγραφή «Είμαι Αφγανός, κωφάλαλος, πεινάω»;  Θα είμασταν το ίδιο πρόθυμοι να ελεήσουμε, μἐρες πού ᾽ναι, ξεφορτώνοντας από την ψυχή μας ενοχικά βάρη; Ο ίδιος δεν έχει καμία σημασία τι ιθαγένεια έχει. Θα μπορούσε ο Έλληνας κωφάλαλος να είναι ένας αλλοδαπός λαλίστατος που απλώς προσποιείται αφού έχει βρει το κουμπί μας, κατορθώνοντας να ξεκλειδώσει την εθνική μας περηφάνεια. Ναι, αυτό τον καταξιώνει στη συνείδησή μας πρωταρχικά. Είναι δικός μας και όχι ξένος. Είναι κανονικός, ανήκουμε στην ίδια φυλή, στο ίδιο έθνος και μάλλον στην ίδια θρησκεία. Άρα είναι πιο επιθυμητός. Ενώ ένας άλλος, από άλλη φυλή, από άλλη πατρίδα, από άλλη πίστη, με άλλο χρώμα δεν είναι εντελώς άνθρωπος. Είναι λιγότερο φυσιολογικός, περισσότερο επικίνδυνος, μπορεί να μιάνει, άσε τις μολυσματικές αρρώστιες που μπορεί να μεταφέρει… Τελικά, σκέφτομαι πως ο Έλληνας κωφάλαλος είναι σάρκα μας, η υπόσταση των φόβων μας, το δικό μας αντικαθρέφτισμα σε μια κοινωνία που αναζητάει στηρίγματα κανονικότητας.

κουκούτσι περιποίησης

Μία νέα περιοδικὴ ἔκδοση περὶ ποίησης, σὲ καιροὺς ποὺ ἀπὸ παντοῦ προσπαθοῦν νὰ μᾶς μαυρίσουν τὴν ψυχὴ μὲ μέτρα καὶ ἐπιτηρήσεις, γκρίνια καὶ φοβίες γιὰ τὸ εὐρωπαϊκὸ ὄνειρο, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι τόλμημα ἀλλὰ καὶ ἐλπίδα. Τόλμημα γιατὶ πάντοτε ἡ ποιητικὴ γραφὴ εἶχε ἕνα μικρὸ κοινὸ ἀναγνωστῶν ποὺ δὲν συγκρίνεται μὲ ὅσους διαβάζουν πεζογραφία. Ἐλπίδα, γιατὶ βλέπεις ἀνθρώπους νὰ ρισκάρουν οἰκονομικὰ (ἐκδ. Βασίλης Ζηλάκος) ἐπενδύοντας σὲ μία πνευματικὴ τράπεζα προσφέροντας ἕνα ἄλλο μοντέλο δράσης, χωρὶς ἰσχυροὺς προστάτες καὶ ἐπιχορηγήσεις.

Ἄγγελος Ἀντωνόπουλος, «Ἕνα μνημεῖο γιὰ τὸν ἄνθρωπο». Μέταλλο, πλαστικό, ἀκρυλικό.

Τὸ περιοδικὸ λέγεται κουκούτσι καὶ τὸ πρῶτο τεῦχος του ποὺ μόλις κυκλοφόρησε δομεῖται σὲ τέσσερα εὐδιάκριτα μέρη: ποίηση ἑλληνικὴ καὶ ξένη, δοκίμια, προτάσεις γιὰ ἀνάγνωση καὶ ἕνα εἰκαστικὸ τμῆμα μὲ ἔργα ἀπὸ πρόσφατες ἐκθέσεις. Πιὸ συγκεκριμένα, ἡ ἔκδοση περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα ἀπὸ τοὺς Δημήτρη Λαμπρέλλη, Γιῶργο Βέη, Κώστα Ριζάκη, Ἀντώνη Γκάντζη, Μαρία Σερβάκη, Τάσο Γαλάτη, Ἕλλη Συναδινοῦ, Ἔρη Κασίμη, Βίκυ Δερμάνη, Ναταλία Κατσού, Λίνα Στεφάνου, Δημήτρη Ξενογιαννάκη, Σταῦρο Καμπάδαη, Ἄλκηστη Μαυροκεφάλου, Δῆμο Μαυρουδῆ, Παναγιώτη Ράμμη, Βασίλη Ζηλάκο.  Καὶ ἀκόμα: Τζὼν Μίλτον, Σάμουελ Ταίυλορ Κόλριτζ, Γουΐλλιαμ Γουέρτζγουορθ, Γκέορκ Τράκλ, Ραμπιντρανὰθ Ταγκόρ, Σαλβατόρε Κουασιμόντο, Κόνραντ Ἔικεν, Ρόμπερτ Πὲν Γουῶρεν, Μάργκαρετ Ἄτγουντ. Μετράω συνολικὰ 46 ποιήματα τῶν Ἑλλήνων, καῖ σὲ αὐτὰ προσθέστε τὰ ἔργα τῶν ξένων. Πλουσιώτατη συγκομιδή. Ἕνα ἀνθολόγιο πολύχρωμο ποὺ μᾶς προσφέρεται γιὰ στοχασμὸ καὶ ἀπόλαυση.

Ἀντιγράφω: Δημήτρης Λαμπρέλλης, ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια

κάθε βράδυ.

Τὰ χέρια μου

δὲν ἀντέχουν

νὰ κρατήσουν

τὸ σκοτάδι.

Γι᾽ αὐτὸ κάθε πρωὶ

ξυπνῶ

τῆς μνήμης μου

τὴ μικρὴ καρδερίνα

Κι ἕνα σπίτι

τῆς δείχνω

γεμάτο τραγούδια

— Ἐκεῖ μένει

τῆς λέω

τὸ φῶς.

Στὰ δοκίμα ὁ Σέργιος Μαυροκέφαλος γράφει γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες τῆς ποίησης καὶ τοὺς σοφολογιώτατους ποὺ κρίνουν καὶ ἀξιολογοῦν τοὺς ποιητές, ὁ Κωνσταντίνος Μπούρας κάνει μία ἀναδρομὴ στὸν ποιητή-προφήτη, ἐνῶ ταυτόχρονα σκιαγραφεῖ τὶς φυλὲς τῶν ποιητῶν, ὁ Δῆμος Μαυρουδῆς γράφει γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Σαχτούρη καὶ τοῦ Τσέλαν καὶ ἡ Ἔλσα Κορνέτη γράφει γιὰ τὴν ὀνειρικὴ ἀναζήτηση τοῦ μὴ πραγματικοῦ (ἢ μήπως τοῦ πραγματικοῦ;) μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου τοῦ Ἀντόρνο Πρωτόκολλο ὀνείρων.

Βίκυ Τσαλαματά, «City spaces, Οὐτοπικὲς πόλεις». Χαρακτική-φωτογραφία, μεικτὴ τεχνική. Τὸ εἰκαστικὸ μέρος τοῦ τεύχους βασίστηκε σὲ ἔκθεση ποὺ ἔγινε στὴ γκαλερὶ ἔκφραση - γιάννα γραμματοπούλου σὲ ἐπιμέλεια Χρήστου Θεοφίλη (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2009).

Μὲ 10 μόνο εὐρὼ τὸ Κουκούτσι περιποιεῖται τὴ νόησή μας ἀνοίγοντας παράθυρα στὴ μνήμη καὶ στὸ μέλλον. Ἀξίζει τὰ λεφτά του! Γιὰ ὅσους θέλουν νὰ σπάσουν τὸ τσόφλι ποὺ μᾶς τυλίγει…

Ιστοσελίδα: http://periodikokoukoutsi.blogspot.com

Πότε ο θεός πεθαίνει;

Με την παρουσία του οικουμενικού πατριάρχη και του αρχιεπισκόπου Αθηνών, πολλούς ιεράρχες και πλήθος κόσμου παρουσιάστηκε στο Βυζαντινό Μουσείο, την περασμένη Παρασκευή, το βιβλίο του Αλέξανδρου Κατσιάρα Όταν ο Θεός πεθαίνει (α´ έκδ. Δόμος, Αθήνα 2003, β´ έκδοση Αρμός, Αθήνα 2008).

Το πίνεις σα νεράκι

Την εκδήλωση άνοιξε η Μάρω Βαμβουνάκη, το πνεύμα «αντιλογίας» του βιβλίου, το οποίο δημιουργικά κατεύθυνε τον θεολόγο Αλέξανδρο Κατσιάρα να φωτίσει δρόμους δύσβατους, μονοπάτια επικίνδυνα που συχνά οδηγούν σε απότομους γκρεμούς, δηλαδή σε πτώσεις ή σε περιχαρακώσεις ναρκισσιστικές.

Συγχωρείστε μου την υπερβολή που δείχνει ο λόγος μου, αλλά η θεολογία στους καιρούς μας ακούγεται σαν ένα απολίθωμα ή για να μην είμαι τόσο αφοριστικός, σαν κάτι που αφορά μια ομάδα επαγγελματιών ή τέλος πάντων τους παπάδες. Ευτυχώς, ο Κατσιάρας δεν απολογείται για κάτι. Αφήνοντας φοβίες και σύνδρομα, διχασμούς και εχθρότητες, δεν κοιτάει πίσω για να μιλήσει για δόξες και καυχήματα μιας παράδοσης που δεν έχει αντίκρυσμα σήμερα. Με το βλέμμα στο μέλλον μιλάει για το παρόν και για τα πάντα, αποφεύγοντας τον πειρασμό του ηθικισμού, δηλαδή συνταγές μαζικής σωτηρίας που αγνοούν τι σημαίνει προσωπική πρόσκληση  και ήθος που πηγάζει από μια σχέση προσώπων.

Η Βαμβουνάκη τοποθέτησε τον εαυτό της στη θέση εκείνου που έχει μείνει ακατήχητος, παρόλο που τυπικά θεωρείται χριστιανή. Μαγνητοφώνησε τις συνομιλίες τους και ιδού το αποτέλεσμα: ένας τόμος ο οποίος στην πρώτη έκδοση πλησίασε σχεδόν τις 700 σελίδες, ωστόσο στο περιεχόμενό του το πίνεις σα νεράκι. Φτάνει να είσαι διψασμένος, δηλαδή να αναζητάς ακόμη πίσω από τα αυτονόητα και τις καταφυγές του μυαλού, τις παγίδες που φτιάχνουμε για να αιχμαλωτιστούμε σε βεβαιότητες που δεν πονάνε.

Τί μας κάνει να σκεφτούμε η ανάγνωση του βιβλίου;

Παρά την αμφισβήτηση του θρησκευτικού κατεστημένου, η εικόνα του πονεμένου Ιησού ως σύμβολο εμπνέει και είναι ένα θέμα πολύ αγαπητό σε τατουάζ στις μέρες μας.

Ο τίτλος εύγλωττος, αν και δημιουργεί ερωτηματικά για τον θάνατο του θεού. Ο Άγγελος Καλογερόπουλος στη δική του κατάθεση βασίστηκε επάνω στον τίτλο για να θυμηθεί τον Νίτσε, αλλά και την αναγγελία για τον θάνατο του Χριστού. Ο Θεός πρόλαβε τον Νίτσε, θα πει. Για να συνεχίσει: Ναί, ο χριστιανισμός μιλάει για έναν θεό, ο οποίος δια του υιού πεθαίνει, ως άνθρωπος, για να αναστηθεί, ως θεός. «Πρόκειται για ένα βιβλίο κατήχησης για μυημένους και αμύητους» θα υπογραμμίσει ο Καλογερόπουλος, στο οποίο ο Κατσιάρας επέλεξε μια γλώσσα βιωματική παρά εμπλουτισμένη με αφηρημένες έννοιες, «σημερινή και χωρίς εκπτώσεις στη θεολογική ακρίβεια».

Προσθέτω: εφόσον ο θεός και η ηθική που επαγγέλονται οι «εκπρόσωποί του» είναι κατασκευές, ναι ο θεός θα πεθάνει και μαζί κάθε κτιστή εικόνα που δημιουργείται για ένα επίγειο παιχνίδι. Και αναφέρομαι  στην ταύτιση της εκκλησίας με ιστορικές δομές, με σχήματα και καθεστώτα του κόσμου τούτου, με ηθικές και κατεστημένα που δεν έχουν καμιά σχέση με το κήρυγμα της αγάπης, μιας αγάπης που δεν είναι μεροληπτική αλλά αγκαλιάζει τον εχθρό.

Στη συνέχεια, ο σοφός λόγος του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, έθεσε την ουσία του προβλήματος σε σχέση με το τι είναι η εκκλησία και ποιος είναι ο ρόλος της στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ποια είναι η ταυτότητα της εκκλησίας; «Πάντως δεν είναι ρυθμιστής της ηθικής και της εθνικής ζωής των κοινωνιών», θα τονίσει ο σεβασμιώτατος Ιωάννης.

Πληκτρολογώ όσα άκουσα από τον Ιωάννη Ζηζιούλα: «Η εκκλησία υπάρχει για να δείχνει με τον ίδιο τον τρόπο της ύπαρξής της με την ευχαριστιακή δομή της, που αντανακλά και τη διδασκαλία της, προς έναν τρόπο υπάρξεως που μεταβάλλει τον άνθρωπο από άτομο σε πρόσωπο, δηλαδή σε μια μοναδική ταυτότητα που πηγάζει από τη σχέση του με τους άλλους, που τον κάνει ον ευχαριστιακό, ελεύθερο και αγαπητικό, που βιώνει την ιστορική του ύπαρξη ως άσκηση στην ελευθερία και στην αγάπη. Με τον τρόπο αυτό η εκκλησία γίνεται εικόνα της βασιλείας του θεού, μιας βασιλείας που δεν ταυτίζεται με την ιστορία αλλά που παρά ταύτα ενσαρκώνει και νοηματίζει την ιστορία. Έτσι η ταυτότητα της εκκλησίας, με τα λόγια του Νικολάου Καβάσιλα, «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις», δηλαδή στη Θεία Ευχαριστία. Και αυτό σε κάθε εποχή και σε κάθε πολιτιτιστικό περίγυρο είναι δυνατόν και είναι το μόνο που διασώζει σταθερά διά μέσου της ιστορίας την ταυτότητα της εκκλησίας».

Συνομιλία με τον σύγχρονο κόσμο

Τη βραδιά έκλεισε ο μακαριώτατος πατριάρχης μας κ. Βαρθολομαίος. Σχολίασε ιδιαίτερα τον διαλογικό του χαρακτήρα, ως προς τη μορφή, έναν τρόπο συνομιλίας με τον σύγχρονο κόσμο. Ειδικότερα για το περιεχόμενο: Επισήμανε ότι «η εκκλησία υπάρχει όχι για να διαιρεί τους ανθρώπους  σε ομάδες αυτοδικαιουμένων αλλά να ενώνει τα διεστώτα, να μαρτυρεί έναν κόσμο μεταμορφωμένο». Τόνισε ακόμη πως «το βιβλίο εμφανίζει την εκκλησία και τη διδασκαλία της απαλλαγμένη από πολλές προκαταλήψεις… » για να καταλήξει «η προσφορά του βιβλίου στη μαρτυρία της εκκλησίας σήμερα είναι αξία αναγνωρίσεως.»

Ο χώρος του βυζαντινού μουσείου αν και εξαιρετικός ως περιβάλλον με τις καλοσυντηρημένες εικόνες να συντροφεύουν τους επισκέπτες αποδείχτηκε ασφυκτικός λόγω της μεγάλης προσέλευσης.

Ακόμη, ο κόσμος έδειχνε τρομερά την ανάγκη να χαιρετίσει πατριάρχη και αρχιεπίσκοπο, αλλά αυτό έγινε κατορθωτό μόνο από όσους ήταν στο διάδρομο της αίθουσας, από όπου πέρασαν οι καλεσμένοι. Ίσως χρειαζόταν μια φροντίδα για αυτό, κάτι δηλαδή σαν μια μικρή δεξίωση ώστε να συναντήσουν μακαριώτατο και παναγιώτατο όσοι δεν έχουν εύκολα την ευκαιρία να το κάνουν.

Συμπερασματικά θα έλεγα ότι είναι ένα βιβλίο που μας πάει μπροστά προτάσσοντας διαρκώς την έννοια και τη σημασία της σχέσης ως κλειδί για την ουσία της εκκλησίας και της θέσης της στον κόσμο σήμερα. Διαθέτει κριτική ματιά, συχνά είναι «ενοχλητικό» γιατί συζητάει ανοιχτά θέματα της ιστορικής εκκλησίας, εμπλοκές και διαπλοκές με συμφέροντα, χωρίς να θέλει να χαϊδέψει τα αυτιά κανενός.

Ίσως για αυτό αποκτά ξεχωριστό νόημα και η αφιέρωση του βιβλίου στον οικουμενικό πατριάρχη, πρόσωπο που ενσαρκώνει στις μέρες την εκκλησία που είναι υπερτοπική και υπερφυλετική, επομένως δεν ταυτίζεται μέ έναν εκλεκτό λαό αλλά με μια πραγματικότητα που αγκαλιάζει την οικουμένη, δεν κάνει διακρίσεις. Είναι το έλεος που έρχεται από το μέλλον για να δώσει νόημα στο παρόν.