Monthly Archives: August 2010

Ο μόνος πειρασμός τα όνειρά μου. Στην έρημο του Αγίου Αντωνίου

Υπάρχει ένας  μοναχισμός που μας πηγαίνει στη ρίζα της χριστιανικής άσκησης. Στην έρημο που έζησε ο Άγιος Αντώνιος, στην Αίγυπτο, από εκεί που ξεκίνησαν οι πατέρες της ερήμου, στην ίδια γη συνεχίζεται μια πολύ αρχαία παράδοση προσευχής και δακρύων. Μοναχικότητας και διαλόγου με τον Θεό. Οι εικόνες μοιάζουν να έρχονται από πολύ μακριά αλλά και από πολύ κοντά. Αισθάνεσαι πόσο συγγενεύουν οι αναζητήσεις για την κάθαρση της ψυχής από τα πάθη, μέσα από έναν προσωπικό αγώνα, όπου οι τελευταίοι πειρασμοί κατοικούν στα όνειρα. Στο κοινόβιο ή στο σπήλαιο. Με απώτερο σκοπό την έλλαμψη και την ένωση με το φως του Θεού. Ο πατέρας Λάζαρος στο ταινιάκι μιλά για τον εαυτό του, απλά και καθαρά. Μοιάζει με μια αρχαία δημόσια εξομολόγηση. Ήρθε από τον κόσμο, από την Αυστραλία, άφησε την καριέρα του για να ζήσει ντυμένος στα μαύρα με ανθρώπους που δεν γνώριζαν τη γλώσσα του. Για να βρει τον πραγματικό του εαυτό. Και για να βρει τον Θεό που συνομίλησε ο Άγιος Αντώνιος. Στην έρημο. Ο πατέρας Λάζαρος, μέσα από τα λεγόμενά του, και την εικόνα που παρουσιάζει, δίνει ένα μάθημα ελευθερίας αλλά και ταπείνωσης. Ναί, υπάρχουν παρόμοιες ιστορίες στην Ορθοδοξία. Υπάρχουν πολλοί που άφησαν στα πόδια της Παναγίας πτυχία και διπλώματα και εγκαταβίωσαν στον Άθωνα. Μερικοί εγκατέλειψαν το κελί τους και επέστρεψαν στον κόσμο. Άλλοι συνεχίζουν τον αγώνα τους. Διαλέγω, όμως τον πατέρα Λάζαρο, γιατί είναι κάτι που με βοηθάει να καταλάβω πόσο κοντά είναι οι χριστιανοί ασκητές, κι ας λέγοντες κόπτες ή ορθόδοξοι ερημίτες.

Μέσ᾽ στὴν καρδιὰ τῆς σιωπῆς ὁ μαθητὴς τοῦ Κόντογλου, Ράλλης Κοψίδης

Έφυγε, αθόρυβα, από τον κόσμο τούτο ο Ράλλης Κοψίδης, ὁ ζωγράφος μὲ ἕνα τεράστιο ἔργο ποὺ συνιστᾶ ἕνα σπουδαῖο κεφάλαιο στὴν ἱστορία τῆς τέχνης τοῦ τόπου μας.

Γεννήθηκε στὴ Λῆμνο, στὸ Κάστρο, τὸ 1929. Εἶχε καταγωγὴ ἀπὸ Ἀλεξανδρούπολη. Ἔφτασε στὴν Ἀθήνα τοῦ 1950 γιὰ νὰ σπουδάσει στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν. Λίγα χρόνια μετὰ τὸν ἐμφύλιο, σὲ μία πόλη φτώχειας, σὲ ἕνα κράτος ποὺ προσπαθεῖ νὰ διαμορφώσει τὸ μεταπολεμικό του πρόσωπο. Ἀμέσως μετὰ τὶς σπουδές του στὴν Καλῶν Τεχνῶν, στὸ ἐργαστήριο τοῦ Ἀνδρέα Γεωργιάδη,  ἔγινε μαθητὴς τοῦ Φώτη Κόντογλου. Μαζὶ ἁγιογράφησαν ἐκκλησίες. Ἦταν ἡ ἐποχὴ τῆς μεγαλύτερης ζήτησης βυζαντινῆς ζωγραφικῆς στοὺς ὀρθόδοξους ναοὺς τῆς Ἑλλάδας καὶ ὁ Κόντογλου δούλευε μὲ τοὺς Βαμπούλη, Γεωργακόπουλο καὶ Κοψίδη.

Ἀλλὰ ἡ ζήτηση ὑπῆρχε καὶ στὸ ἐξωτερικό. Ὁ Κοψίδης ἱστόρησε τὸ ναὸ στὸ Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Chambesy τῆς Γενεύης ἀλλὰ ζωγράφισε καὶ στὸ μοναστήρι τοῦ Cheverogne τοῦ Βελγίου.

Ἀπὸ τὸ 1958 παρουσιάζει τὴ δουλειά του σὲ ἀτομικὲς ἐκθέσεις στὴν Ἀθήνα στὴ γκαλερἰ Τέχνη (1958), στὴν Ὥρα (1969, 1973, 1976, 1978), Κρεωνίδη, 1978, Αργώ (1982), ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες πόλεις στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Εὐρώπη. Ἡ μεγάλη του ἀναδρομικὴ ἔγινε στὴν Ἐθνικὴ Πινακοθήκη τὸ 1989. Εἰκονογράφησε βιβλία, ἔγραφε τὶς δικές του ἱστορίες ποὺ εἰκονογραφοῦσε, ἀλλὰ ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὴν ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ Κάνιστρο.

Ο Άγιος Σεβαστιανός στη Μονή Πεντέλης.

Σύμφωνα μὲ τὴν Ἀθηνᾶ Σχινᾶ ὁ Κοψίδης «ἀφηγεῖται, συνταιριάζει, συναιρεῖ καὶ διαστέλλει στὸν χρόνο, τοὺς ρυθμοὺς καὶ τοὺς τρόπους μίας συμβίωσης παραδοξοτήτων καὶ ἀντιθέσεων. Οἱ εἰκόνες του λειτουργοῦν ὡς μία μεταφορικὴ γλώσσα ἐννοιῶν, ποὺ ἐμπεριέχει συμβολισμούς, ἀλληγορίες, ἕνα ἄρωμα λεπτῆς εἰρωνίας καὶ μία κριτικὴ διάσταση, ἡ ὁποία δὲν ἀναστέλει τὴν ποιητικὴ κι ἐλεγειακὴ ἀτμόσφαιρα τῶν ἔργων του. Οἱ φόρμες του ὁλοκάθαρες, πειστικές, ζωντανὲς καὶ ὑποβλητικὲς συνεγείρουν τὸ αἴσθημα καὶ τὴν εὐλαβικὴ ἀναπόληση. Δὲν ἀφήνουν ὅμως τὴ σύνθεση νὰ καθηλωθεῖ στὴν γραφικότητα, γιατὶ ὁ διάλογος ποὺ ἀνοίγει σ᾽ αὐτὲς τὶς εἰκαστικὲς αὐλαῖες του, εἶναι ἕνας διάλογος ὑπερβάσεων τοῦ ὁρατοῦ» (κατάλογος ἀναδρομικῆς ἔκθεσης τοῦ Κοψίδη, Δῆμος Πατρέων, Δημοτικὴ Πινακοθήκη 6 Ἀπριλίου-16 Μαΐου 1994, σ. 11). Κατὰ τὴν κριτικὸ τέχνης, μιλάει στὶς ἱστορίες του γιὰ τὶς πληγὲς τῆς Ρωμιοσύνης, τοὺς καημούς καὶ τοὺς πόθους της.

Ο νεομάρτυρας Άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος.

Ὁ Κοψίδης εἶχε ἕνα μοναδικὸ ὕφος, ἀφοῦ μαθήτευσε μὲ συνέπεια στὸν μεγαλύτερο δάσκαλο βυζαντινῆς ἁγιογραφίας τοῦ νεοελληνισμοῦ, τὸν Κόντογλου, ἀλλὰ στὴ συνέχεια, ἀφομοιώνοντας τὰ ἀρχαῖα πρότυπα, πέρασε σὲ ἕνα δικό του, πολὺ προσωπικὸ ἰδίωμα ποὺ παραμέμπει στὸν ὑπερρεαλισμὸ χωρὶς νὰ χάνει τελικὰ ποτὲ τὴ ρίζα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Εὐαγγελιστὴς Μάρκος, 1955. Ἀπὸ τὴν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Κόντογλου εἰκονογράφηση τοῦ βιβλίου «Νέον Κυριακοδρόμιον», τοῦ Κ. Μπαστιᾶ (Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1957).

Ἡ ἱστόρηση τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸν Κοψίδη τὸ 1988 προσπαθεῖ νὰ ὑπερβεῖ παλαιότερες ἀπεικονίσεις, εἰσάγοντας σουρεαλιστικὰ στοιχεῖα στὸν πίνακα, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀποδομεῖ ἢ νὰ ἐκμηδενίζει τὸ πρότυπο.

Ζοῦσε σχεδὸν ἐρημικὰ στὴ Γλυφάδα, χωρὶς νὰ ἀξιώνει κανέναν προβολέα να πέφτει ἐπάνω του. Ἡ σπουδὴ στὸ ἔργο του, θεωρῶ ὅτι εἶναι ὑποχρέωση κάθε νέο εἰκαστικὸ καὶ ὄχι μόνο καλλιτέχνη. Ἰδίως, ὅμως, τὸ μέγα μάθημα τοῦ Κοψίδη ἀπευθύνεται σὲ κάθε φιλόδοξο ἁγιογράφο ποὺ θέλει νὰ πειραματιστεῖ μὲ τὴ φόρμα καὶ τὸ χρῶμα.

Λεπτομέρεια ἀπὸ τὴ μικρὴ εἰκαστικὴ μυθολογία τοῦ Κάστρου Λήμνου (μακέττα, 1994).

Τὀ ἀπόσταγμα γιὰ τὴν τέχνη του, νομίζω βρίσκεται στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ τὸ διαβάζω στὸν κατάλογο τῆς ἀναδρομικῆς ἔκθεσης μὲ ἔργα τοῦ Κοψίδη στὴν Πάτρα, τὴ Δημοτικὴ Πινακοθήκη 6 Ἀπριλίου-16 Μαΐου 1994.

Τὰ ἀνεξήγητα

Ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν ζωγραφική, τὰ λόγια φεύγουν μέσα ἀπ᾽ τὰ χέρια μου. Πετοῦν σὰν σιωπηλὰ πουλιὰ καὶ χάνονται μακρυά.»

Γράψε δυὸ λόγια γιὰ τὴν ζωγραφική», σημαίνει: ἔμπα μέσ᾽ στὴν καρδιὰ τῆς σιωπῆς γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ζωγραφική.

Κι ἀφοῦ ἀντικρύσεις τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια, τὰ νομιζόμενα καὶ οὐ βλεπόμενα, κατανοεῖς τὴν πτωχεία τῶν λέξεων, τὴν ἀνεπάρκεια τῆς λογικῆς.

Τὸ πρόβλημα ὑπάρχει μέσ᾽ τὴν καρδιὰ τῶν ἐποχῶν: Πόσο εἶναι μπορετὸ νὰ ἑρμηνεύσεις; Κατανοῶντας τὸ ἀνυπέρβλητο, κάθομαι σὲ μιὰ πέτρα ἔξω ἀπ᾽ τὴν κεκλεισμένη θύρα τοῦ νοητοῦ κήπου, ὅπου μαντεύω τὰ εὐφρόσυνα ἄνθη χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ τ᾽ ἀντικρύσω, καὶ συλλογιέμαι τὴν δυσκολία τοῦ ἐγχειρήματος. Δέος μὲ κυριεύει μπροστὰ σ᾽ αυτό. Κι ἔτσι πιάνω καὶ ζωγραφίζω. Δουλεύω σ᾽ αὐτὴν τὴν τέχνη τῆς σιωπῆς, ἀπὸ τότε ποὺ θυμᾶμαι τὸν ἑαυτό μου, παιδὶ σ᾽ ἕνα μακρυνὸ νησί, κι ἔπειτα σ᾽ ἕνα θρακιώτικο ἀκρογυάλι μὲ τὴν βαθύτατη ἐπίγνωση πὼς κι ἡ ἁπλὴ γειτονία κι ἡ ἁπλὴ προσέγγιση σ᾽ ἕναν τέτοιο κῆπο εἶναι δώρημα μέγα καὶ πρέπει νὰ εἶμαι ἕτοιμος πάντα γιὰ ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ. Καὶ ἴσως, ποιός ξέρει, ὅταν ὁ ζόφος κάπως λιγοστέψει, κι ἀνοίξουν στιγμιαῖα οἱ οὐρανοί, ν᾽ ἀξιοποιηθεῖ κι ἐγώ, ὁ τῶν σχημάτων καὶ χρωμάτων θηρευτὴς καὶ θεωρὸς τῶν ἀνεξήγητων, ν᾽ ἀκιωθῶ τὴν πολυπόθητη ἐνατένιση…

Στὸ μεταξὺ διάγω κι ἐγὼ ἐν μεγίστῃ ἀπορίᾳ, ὅπως ὅλοι, ὑπηρετώντας τὴν τέχνη τῆς Σιωπῆς, κατὰ νοῦν ἔχων πάντοτε τὰ πανάρχαια ἀρχέτυπα.

Αὐτὰ ποὺ ὅλοι οἱ ζωγράφοι ὀνειρεύονται νὰ προσεγγίσουν. Ὅλοι, πιστέψτε με, ὅλοι.

Ράλλης Κοψίδης

1992, Γλυφάδα

Ὁ Θεὸς ἂς τὸν ἀναπαύσει!

Για μια στέγη αστέγων

Στην Πάρο, διαβάζουμε, ανήμερα της Παναγίας, με οικοδεσπότη τον υπουργό εσωτερικών, συνομιλεί ο αρχιεπίσκοπος με τον πρωθυπουργό για θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Για πρωτοβουλίες που αφορούν το κοινωνικό έργο. Τους βλέπουμε και σε φωτογραφία να κουβεντιάζουν αντικρυστά σε ένα τραπέζι. Είναι μία είδηση που προσφέρεται για κατανάλωση από τα μέσα. Άραγε μπορεί να είναι κάτι περισσότερο;

Ο αρχιεπίσκοπος

Περιπλανώμενη φτώχεια

Η Αθήνα μοιάζει με μία μεσαιωνική πόλη που ο καθένας επιδεικνύει αυτό που είναι: στο Κολωνάκι και κάτω τα Prada συνεχίζουν να φοριούνται προς τέρψιν των νεοπλούτων ή των αφίλητων μεγαλοκόριτσων. Από την πλατεία το cabrio θα κατηφορίσει στα νότια, προς Γλυφάδα και Βουλιαγμένη. Πιο κάτω, από την Ακαδημίας οι άθλιοι των Αθηνών θα εκλιπαρούν να τους λυπηθούμε με μωρά ζαλισμένα από τον ήλιο, με κομμένα χέρια, με κομμένα πόδια, γριές τσιγγάνες ξαπλωμένες στην άσφαλτο ή παιδιά που επαιτούν με θράσος. Συνήθισα πλέον. Αλλά δεν ηρεμώ. Βλέπω και άλλους που είναι σε ελεεινή κατάσταση. Βρώμικοι και νηστικοί. Άστεγοι και κάποτε νικημένοι από την τύχη τους. Γέροντες που μου σπαράζουν την καρδιά. Περιφερόμενοι ίσκιοι, κάποτε επικίνδυνοι για τη δημόσια υγεία. Υπάρχει φτώχεια στην Αθήνα. Περιπλανώμενη ή στάσιμη σε στέκια.

Βλέπω τώρα τη φωτογραφία από την Πάρο και σκέπτομαι πως ο αρχιεπίσκοπος δεν έχει την αγωνία του πολιτικού να επανεκλεγεί. Είναι ισόβιος. Αυτό του δίνει το καταπληκτικό πλεονέκτημα να μην προβάλει εντυπώσεις με κομματική υστεροβουλία αλλά έργα ουσίας. Και για μένα έργα ουσίας είναι να βρεθούν τρόποι να διακονηθεί ο άνθρωπος που είναι σε ανάγκη. Και πνευματικά και υλικά. Δεν μπορώ να τα διαχωρίσω αυτά τα δύο. Ο πλησίον που είναι στα χάλια του. Aυτός που κυριολεκτικά πεινάει και κυριολεκτικά διψάει.

Η φιλανθρωπία εκτρέπεται;

Στην αρχιεπισκοπή Αθηνών υπάρχει τομέας της Χριστιανικής Αλληλεγγύης που παρέχει βοήθεια σε άτομα που πένονται. Έχει και αριθμούς. Λέει ότι φροντίζει 73.000 άτομα ετησίως. Προσφέρει φαγητό, είδη ένδυσης, έχει στέγες γερόντων και κατακοίτων. Προσωπικά, δεν με ενοχλεί αυτή η προβολή. Αλλά, νομίζω ότι η δυναμική της Εκκλησίας είναι πολύ μεγαλύτερη. Ναι, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του αφηρημένου, μια προσφορά που δεν έχει σχέση με εκκλησία, θα σκεφθούν κάποιοι που βλέπουν τον πειρασμό να εκτραπεί η εκκλησιαστική φιλανθρωπία σε μία δράση, σαν να πρόκειται για κρατική πρόνοια. Σωστό. Αλλά και λάθος. Πουθενά το μοίρασμα δεν προϋποθέτει μια γνώση του άλλου. Αυτό που εννοώ δεν είναι να μιμηθεί η Εκκλησία το ελληνικό κράτος αλλά το αντίθετο: το κράτος να εμπνευσθεί από την εκκλησιαστική πρακτική. Μακάρι, να υπήρχε στην Ελλάδα η πρόνοια που υπάρχει σε άλλες χώρες. Και μακάρι να λειτουργούσε η γειτονιά. Εδώ, δεν γνωρίζονται οι άνθρωποι σε μια πολυκατοικία. Ξένοι μεταξύ ξένων.

Ο ναρκισσισμός ελλοχεύει για τα πάντα

Ούτε το ζήτημα είναι να ψαρέψει πιστούς η Εκκλησία. Με τη φιλανθρωπία μπορεί να δημιουργήσεις υπηκόους, αλλά μπορεί και να γίνεις εσύ ο υπηρέτης του άλλου. Εάν η Εκκλησία προσφέρει, αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς! Όχι γιατί είναι δυνατή, αλλά γιατί είναι φιλανθρωπία. Ούτε γιατί δικαιώνεται μέσα από την αγαθοεργία. Η παλιά νοοτροπία που ερχόταν από θρησκευτικές οργανὠσεις με τις κυρίες του φιλοπτώχου ταμείου έχει πεθάνει. Για την ακρίβεια έχει πεθάνει η φιλανθρωπία της βιτρίνας. Η Εκκλησία δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί κάτι. Χρειάζεται να ακούσει, να δει και να μοιραστεί με τον πλησίον. Υλικά και πνευματικά. Ψωμί και προσευχή. Νερό και πνευματικές εμπειρίες. Δεν χρειάζεται να ειπωθεί ότι «εγώ ενδιαφέρομαι για σένα». Φτάνει να ενδιαφερθεί. Και μετά ας το κρύψει. Ή ας το διαδηλώσει. Σε δίκτυα, δελτία τύπου και ραδιόφωνα. Δεν πειράζει. Θα έχει, όμως, απαλυνθεί ο πόνος τόσων που περιφέρονται και δεν έχουν πού να γείρουν την κεφαλή τους. Ας μη δαιμονοποιούμε την αγαθοεργία προς τους διπλανούς μας. Έτσι κι αλλιώς, ο ναρκισσισμός ελλοχεύει για τα πάντα: και σε όσους λένε ότι ασχολούνται με τα πνευματικά και σε όσους θεολογούν… ο πειρασμός της έπαρσης είναι πανταχού παρών.

Είπαμε, ο αρχιεπίσκοπος είναι ισόβιος, και δεν έχει εκλογές, όπως οι πολιτικοί.  Μακάρι να μπορέσει να συνεργαστεί και με τον πρωθυπουργό σε έργα που θα αναδείξουν την ανθρωπιά και όχι τις δημόσιες σχέσεις. Και ο αρχιεπίσκοπος έχει ανθρώπους κοντά του που μπορούν βρουν τους ειδικούς και να σχεδιάσουν τρόπους παρέμβασης μέσα από ενορίες ή και ανεξάρτητα μέσα από την αρχιεπισκοπή Αθηνών, τον χώρο διαποίμανσης του Ιερωνύμου. Χρειάζονται υποδείγματα εργασίας. Σε μικρή κλίμακα. Και να δοθεί χώρος στους λαϊκούς. Καμιά ενορία δεν είναι κτήμα του προϊσταμένου και των ιερέων της. Είναι χώρος σύναξης του λαού του Θεού. Μόνο που φαίνονται περισσότερο οι κληρικοί και οι λαϊκοί παραμένουν σε αδράνεια. Ας γίνει μια απλή στατιστική έρευνα με ερωτηματολόγια για το πόσοι είναι διαθέσιμοι να εργαστούν μέσα στην ενορία τους, σε έργα που αφορούν τον πλησίον.

Ενορία πέρα από δόγματα;

Επιστρέφω στις εικόνες εξαθλίωσης που γνωρίζουμε όσοι εναπομείναμε και ζούμε με καρτερία στο κέντρο της Αθήνας. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη και είναι ορατοί. Πώς θα αντιδρούσαν άραγε εάν τους προσέγγιζε κάποιος και τους έλεγε ότι υπάρχει ένα καταφύγιο κάπου; Και εκεί μπορούν να βρουν προσωρινά στέγη; Το θέμα δεν είναι όσοι είναι άστεγοι να εξαφανιστούν δια μαγείας ή να κρυφτούν πίσω από την κουρτίνα αλλά να έχουν τα στοιχειώδη που χρειάζεται ο άνθρωπος για την αξιοπρέπειά του: νερό, ένα κομμάτι ψωμί και στέγη.

Σκέφτομαι έναν χώρο που θα τηρούνται οι κανόνες υγιεινής και καθαριότητας, ενώ ταυτόχρονα οι φιλοξενούμενοι θα αισθάνονται ασφάλεια. Ένας χώρος όπου θα απαγορεύεται η κατοχή και η χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά και αλκοόλ, φυσικά και του καπνίσματος.

Και από εκεί, ένας προθάλαμος με ειδικούς ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς ή και άτομα πρώην άστεγα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους ανθρώπους αυτούς σε λύσεις που είναι δοκιμασμένες και αποτελεσματικές. Στο μυαλό μου στριφογυρίζουν οι εθισμένοι στα ναρκωτικά, οι αλκοολικοί και άλλοι που έχουν πιάσει πάτο. Αλλά θέλουν να ζήσουν. Θα μπορούσε να τους δοθούν λύσεις με έναν τρόπο δελεαστικά πειστικό; Κι εννοώ κοινότητες που εργάζονται με σκοπό τη θεραπεία. Θα μπορούσε να είναι μια ενορία που δεν περιορίζεται στους «δικούς μας», αλλά αγκαλιάζει κάθε έναν που έχει θέμα, πέρα από δόγμα και καταγωγή;

Το παράδειγμα της Κιβωτού

Στενοχωριέμαι γιατί μου φαίνομαι υπερκριτικός. Αλλά, στην πραγματικότητα θέλω να μοιραστώ ιδέες με τους αναγνώστες μου.

Στον ιστότοπο της αρχιεπισκοπής διαβάζω για 4.000 εθελοντές που δραστηριοποιούνται σε προγράμματα αλληλεγγύης. Αυτό είναι παρήγορο και είμαι βέβαιος ότι ο αριθμός μπορεί να μεγαλώσει.

Υπάρχουν πολλοί που είναι έτοιμοι να δουλέψουν για τον πλησίον. Το παράδειγμα της Κιβωτού του Κόσμου και της μεγάλης αγάπης που έχουν δείξει οι συμπολίτες μας, από κάθε κοινωνικό στρώμα και τάξη, είναι ένας δείκτης. Είναι κάτι που με κάνει υπερήφανο. Δεν το ζυγίζω ούτε το αξιολογώ με κριτήρια εκκοσμίκευσης. Αυτό που βλέπω είνο ότι εκεί οι άνθρωποι και η ψυχή του οργανισμού ο πατέρας Αντώνιος δείχνουν να γνωρίζουν τι σημαίνει ασχολούμαι με όσους έχουν ανάγκη. Πέρα από δουλειά γραφείου και διαβάσματα.

Οι ημερίδες είναι χρήσιμες όταν μάλιστα αφορούν τον κοινωνικό αποκλεισμό και είναι υπό την αιγίδα της Ιεράς Συνόδου. Αλλά χρειάζονται παραδείγματα. Μαθαίνω ότι στην Κιβωτό που ξεκίνησε από μια ομάδα παιδιών, σήμερα φροντίζονται 400 παιδιά, διαφόρων εθνικοτήτων και θρησκευτικών πίστεων. Η εμπειρία του ανθρώπου αυτού, του πατέρα Αντώνιου, πιστεύω πως θα είναι πολύτιμη και θα ανοίξει νέες προοπτικές στον κοινωνικό ρόλο που μπορεί να επιτελέσει η Εκκλησία της Ελλάδας σε επίπεδο ενοριακό, δηλαδή κοινοτικό.

Η παρθένος Μαρία στη χουρμαδιά

«Πώς θα έχω γιο, εφ᾽ όσον κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν μ᾽ έχει αγγίξει;», αναρωτιέται η παρθένος Μαρία στην αφήγηση του Κορανίου. Ενώ στο ιερό βιβλίο του Ισλάμ οι άγγελοι λένε στη Μαρία: «Ω Μαριάμ: ο ΑΛΛΑΧ σου αναγγέλλει ευχάριστα νέα μ᾽ έαν Λόγο Του, το όνομά του θα είναι Μεσσίας Ιησούς το παιδί της Μαριάμ, θα τύχει δε μεγάλης τιμής σε αυτό τον κόσμο και στο μελλοντικό» (Κοράνι, 3.45). Στην εικόνα ο Ευαγγελισμός της Μαρίας από μουσουλμανικό χειρόγραφο.

Είχε τοποθετήσει ένα προπέτασμα

(για να προφυλάξει τον εαυτόν της)

απ᾽ αυτούς. Τότε στείλαμε

σ᾽ αυτήν το πνεύμα μας

(έναν άγγελο) που

παρουσιάστηκε μπροστά της

-σαν ένα τέλειο ανθρώπινο πλάσμα.

Εκείνη είπε: «Αναζητώ

καταφύγιο, από σένα,

στον οικτίρμονα (ΑΛΛΑΧ) αν

(Τον) φοβάσαι (μη με πλησιάζεις)».

Εκείνος είπε: «Είμαι μόνο ένας

απεσταλμένος από τον Κύριό σου,

(να χαρίσω) σε σένα

ένα άγιο υιό».

Εκείνη είπε: «Πώς θα έχω γιο,

εφ᾽ όσον κανένα ανθρώπινο πλάσμα

δεν μ᾽ έχει αγγίξει,

κι ούτε είμαι ακόλαστη;»

Εκείνος είπε: «Έτσι (θα γίνει),

είπε ο Κύριός σου, αυτό

για Μένα είναι εύκολο.

Και (επιθυμία Μας είναι)

να τον προσδιορίσουμε σαν ένα

Θεϊκό Σημείο για τους ανθρώπους

και Έλεος από Μάς.

Είναι μια υπόθεση που

(έτσι) έχει θεσπιστεί.»

Έτσι τον σήκωσε (στη κοιλιά της)

-συνέλαβε- και αποσύρθηκε

μαζί του σ᾽ ένα απόμακρο μέρος.

Και την οδήγησαν οι πόνοι

του τοκετού στον κορμό

μιας χουρμαδιάς, και είπε

(μέσα στην αγωνία της):

«Αλλοίμονό μου! Μακάρι

να πέθαινα πριν απ᾽ αυτό

και να ήμουν ένα πράγμα

ξεχασμένο κι αόρατο»!

Αλλά (μια φωνή) την κάλεσε

από κάτω της (απ᾽ την χουρμαδιά):

«Μην λυπάσαι! γιατί

ο Κύριός σου έχει προβλέψει

ένα ποταμάκι κάτω από σένα».

«Και κούνησε -προς τη μεριά σου-

τον κορμό της χουρμαδιάς,

και θα πέσουν πάνω σου

φρέσκοι – ώριμοι χουρμάδες».

«Κι έτσι τρώγε και πίνε

και δρόσισε το μάτι (σου να ησυχάσεις)

Κι αν δεις κανένα ανθρώπινο

πλάσμα (και σε ρωτάει)

να του πεις. -Έχω, πραγματικά,

υποσχεθεί νηστεία

στο Φιλεύσπλαχνο (ΑΛΛΑΧ), κι έτσι

αυτή τη μέρα δεν θα μιλήσω

με κανέναν άνθρωπο».

Κοράνιο, Το Στάδιο «Μάριαμ», 19.17-26 (Από την έκδοση  της Μαριάννας Λάτση με ερμηνεία επιτροπής Αράβων Ελληνιστών, 1987)