Monthly Archives: May 2011

Αυτός ο κύκλος αίματος πρέπει να διακοπεί

Αντιγράφω από το εξαιρετικό ιστολόγιο Vlemma του Νίκου Ξυδάκη.

Κάθε εικοσιτετράωρο κι ένας νεκρός. Στο δρόμο, στο κέντρο, στην πρωτεύουσα. Κι η κοινωνία, σπαραγμένη, φοβισμένη, κατασυγχυσμένη, αποτραβιέται ακόμη βαθύτερα στο καβούκι της, όσο διάφορες ομάδες διεκδικούν σώματα και σορούς. (Μερικές σορούς δεν τις διεκδικεί κανείς, μένουν αταύτιστες στα ψυγεία. Με μια ανορθόγραφη ετικέτα.)

Ο Μανώλης Καντάρης δολοφονήθηκε λίγο προτού γεννηθεί το παιδί του. Ο Γιάννης Καυκάς κρατούσε ένα πανώ και βρέθηκε να χαροπαλεύει. Ο νεαρός από το Μπαγκλαντές έπεσε νεκρός από μαχαιριές αγνώστων. Βία εγκληματική, βία παρακρατική, βία φασιστική. Οι φονιάδες παραμένουν άγνωστοι, κυκλοφορούν ανάμεσά μας· κι είμαστε όλοι υποψήφιοι θύτες και θύματα, όλοι βυθισμένοι σ’ έναν δαιμονικό κύκλο βίας και μίσους, φόβου και μισαλλοδοξίας, εξαθλίωσης και αυτοδικίας. Και παράλογης διεκδίκησης νεκρών: κάθε φατρία διεκδικεί το αίμα ενός αθώου.

Αυτός ο κύκλος αίματος πρέπει να διακοπεί. Τώρα. Με ευθύνη της πολιτικής κοινωνίας και του δημοκρατικού κράτους, όσου έχει απομείνει, με ευθύνη κάθε έμφρονος πολίτη, είτε κατοικεί πέριξ της Πατησίων είτε κατοικεί στο Παγκράτι, στα Εξάρχεια, στους Αμπελόκηπους, στο Μαρούσι. Γιατί η βία απειλεί να γίνει πάνδημη. Γιατί οι νεκροί βαραίνουν όλη την κοινωνία: η βίαιη διακοπή μιας ζωής μάς βαραίνει όλους, η μνήμη τους μας στοιχειώνει. Ο οικογενειάρχης Μανώλης Καντάρης, ο δάσκαλος Γιάννης, ο νεαρός Μπαγκλαντέζος, είναι όλοι πλάσματα του ίδιου Θεού· δεν ανήκουν σε καμιά ναζιστική σέχτα, σε κανέναν αυτόκλητο υπερασπιστή της φυλής και της τάξης.

Στη ματοβαμμένη άσφαλτο της Γ’ Σεπτεμβρίου, της Στρατηγού Καλλάρη, της Πανεπιστημίου, οι Ελληνες πολίτες να ανάψουν κεριά και να μείνουν σιωπηλοί, απειλητικοί, αποφασισμένοι. Να στείλουν μήνυμα προς την εγκληματικά ολιγωρούσα πολιτική ηγεσία, την κουφή, τυφλή και μοιραία, που περιφρουρεί τα προνόμιά της, ότι η πρωτεύουσα έχει μετατραπεί σε slum και η χώρα βυθίζεται στην κατάθλιψη.

Θα περιμέναμε από τον δήμαρχο και το δημοτικό συμβούλιο να τεθούν επικεφαλής σε τέτοιες εκδηλώσεις αισθήματος και αποφασιστικότητας, υπεράσπισης του δημόσιου χώρου και της ζωής. Θα περιμέναμε από τους υπουργούς να σπεύδουν ακαριαία στα νοσοκομεία και στις κηδείες, να παίρνουν, έστω την υστάτη ώρα, το μήνυμα μιας κοινωνίας που βουλιάζει και σπαράσσεται. Δεν το έκαναν. Κρύβονται από την πραγματικότητα, κρύβονται από την κοινωνία, κρύβονται από την Ελλάδα. Εγκατέλειψαν την Κάτω Αθήνα στην εξουσία της Χρυσής Αυγής. Οι τιμηθέντες με την ψήφο του λαού, οι λειτουργοί της δημοκρατίας, οι υπερασπιστές της νομιμότητας, οι εγγυητές της συνταγματικής τάξης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κρύβονται, δειλιάζουν, ψελλίζουν διαχειριστικές ανοησίες, πλασάρονται σε κούρσες διαδοχής, νίπτουν τας χείρας τους.

Η κλεπτοκρατική τάξη που διοίκησε τη χώρα την οδήγησε στη χρεοκοπία και την αναξιοπρέπεια. Εκχώρησε τη σημαία της Επανάστασης και τον Υμνο προς την Ελευθερία στο αυγό του φιδιού. Τώρα παρακολουθεί εξ αποστάσεως τον ευτελισμό της ζωής στο αθηναϊκό slum: εκεί, στον ζόφο, βρισκόμαστε εμείς, οι πολίτες.

ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ («Οι νεκροί βαραίνουν όλη την κοινωνία», 13 Μαΐου 2011)

Πού χάθηκα;

Έχω καιρό να γράψω. Και σήμερα, διαβάζοντας ένα κείμενο του Δ. Καμπουράκη για τις Λέξεις, ένιωσα κι εγώ σα να με πρόδωσαν οι λέξεις, να έχασαν τη στολή τους, και πεισματικά να αρνούνται να αναδυθούν. Σα να θέλουν να ξεκουραστούν στο βασίλειό τους. Άκοσμες! Και δεν τις ενόχλησα. Τις άφησα να αναπαυθούν. Και είπα πως όταν έρθει η στιγμή θα κτυπήσουν την πόρτα για να βγουν στο φως. Έτσι έμεινα σιωπηλός. Και όταν άκουσα τη Λίνα Νικολακοπούλου σε μια δημόσια συζήτηση να μιλάει για την «περιφρούρηση της σιωπής μας» αισθάνθηκα πως βρήκα απρόσμενα έναν σύμμαχο. Βέβαια εκείνη μιλούσε για την κατάχρηση των κινητών σε ανοιχτούς χώρους όπου ο καθένας εκθέτει τον πόνο του ανενδοίαστα. Εγώ είχα στο νου μου τούτο το ιστολόγιο. Αλλά εμένα μου ταίριαζε γάντι η προτροπή της. Χάθηκα. Αλλά δεν εξαφανίστηκα. Μήπως πρόδωσα εγώ τις λέξεις; Μήπως, δηλαδή, το ιστολόγιο δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα παιχνίδι που το βαριέσαι;

Αλλά, νά, η θέα και το άκουσμα προχτές μια μπάντας με ανατρίχιασε σύγκορμο και μέ ᾽φερε πάλι εδώ. Στη γωνία Αθηνάς και πλατείας, δίπλα στον φούρνο, εκεί που άλλες μέρες βλέπεις παράλυτα σώματα από ουσίες να κείτονται στο πεζοδρόμιο. Γύρω στους οκτώ μουσικούς έπαιζαν βαλκανικές μελωδίες με πνευστά. Εμβατήρια που δεν γνώριζα. Το μάτι μου πήρε μια λέξη σε cd που πουλούσαν: «Transylvania». Καλοντυμένοι, περιποιημένοι στη τρίχα, χωρίς να χαμογελάει κανείς για να ικετεύσει τους περαστικούς ήταν εκεί. Δεν επαιτούσαν βλέμματα και καλοσύνη. Απλώς έκαναν τη δουλειά που ήξεραν να κάνουν. Βούρκωσα. Δεν ξέρω γιατί. Σα να ονειρεύομαι. Μήπως ανακάλυψα τη μουσική επένδυση της αυτοβιογραφίας μου και ψιχαλίζουν τα μάτια μου; Σύνελθε. Αισθάνομαι πως σε όλη τη μιζέρια που μας περικυκλώνει και μας βαραίνει και μας κάνει «ξένους» είχαν τόση πραγματικά αξιοπρέπεια στη μουσική τους. Έπαιζαν υπερήφανοι ταπεινά τη μουσική τους. Τη μουσική που είχαν μάθει να δίνουν στους άλλους. Και είχαν δίκιο. Ήθελα να τους έχω φίλους μου. Τους αισθάνομαι συγγενείς μου.