Monthly Archives: June 2011

Συμμαχία για τη φύση: 77 καλλιτέχνες τραγουδούν Ερωτόκριτο

Μια προσπάθεια αφύπνισης και δράσης για το περιβάλλον είναι ένα καλοδεχούμενο τραγούδι που ερμηνεύουν 77 καλλιτέχνες σε δρόμους της Αθήνας, των προαστίων, σε γνωστά και λιγότερο γνωστά σημεία της πόλης και του ελάχιστου φυσικού τοπίου που την περιβάλλει.

Ποιό είναι το σκεπτικό της συγκεκριμένης παραγωγής; Ας δούμε τι λένε οι δημιουργοί της πρωτοβουλίας που ονομάζεται Παίζουμε Οικολογικά:

Υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ φύσης και μουσικής : η φύση, όταν δεν την κακοποιούμε, μας προσφέρει τα αγαθά της, φροντίζοντας το σώμα μας, ενώ η μουσική ουσιαστικά «φροντίζει» την ψυχή μας!

Ένα από τα βασικά μας προβλήματα είναι η … αδύνατη μνήμη μας! Τις περισσότερες φορές ξεχνάμε ή «θέλουμε» να ξεχνάμε – προκειμένου να μην «δυσκολέψουμε» την καθημερινότητά μας – τις προσωπικές ευθύνες μας απέναντι στη φύση, στο περιβάλλον, σε επίπεδο πρακτικά εφαρμόσιμων δραστηριοτήτων αλλά και εναλλακτικών αντιλήψεων – στάσεων και συμπεριφορών για τον κοινωνικό και πολιτισμικό περίγυρό μας.

Η ιδέα λοιπόν, είναι να εκμεταλλευτούμε τη δύναμη της μουσικής ακριβώς σ’ αυτό το σημείο : στην ενίσχυση της μνήμης μας, δηλαδή με απλά λόγια, στην υπενθύμιση των ευθυνών μας.

Υποδεχόμαστε με χαρά την προσπάθεια. Τη χρειαζόμαστε.

Καλή συνέχεια! Με νέες δράσεις, πρωτότυπες.

Ήσυχη πλατεία

Έτσι γράφει το πανώ με τα 70᾽ς λουλούδια στο Κάτω Σύνταγμα, όπως ονόμασε ο Νίκος Ξυδάκης την κεντρική πλατεία στις εξόδους του μετρό στο άρθρο «Το πλήθος είναι πολιτικό». Και είναι όντως ήσυχη η πλατεία. Φίλος από το εξωτερικό μου είπε ότι όλη αυτή η καθημερινή συγκέντρωση των αγαναχτισμένων είναι πολύ ευγενική. Προσθέτοντας: και πολιτισμένη. Ήταν σα να μου επιβεβαίωνε το πανώ. Μετά θυμήθηκα πως και η αφίσα στο Woodstock  έγραφε: 3 Days of Peace & Music.

Εχθές έκανα μια βόλτα από εκεί. Στην ήσυχη πλατεία. Το Πάνω Σύνταγμα συνέχιζε στους ρυθμούς των κρουστών, σαν τελετή εξορκισμού για να φύγουν τα δαιμόνια. Οι ελληνικές σημαίες πολλές. Ένας ημίγυμνος ανεβασμένος στους ώμους μπρατσωμένων, πρωτοκαθεδρία, κρατάει ένα λάβαρο, αλλά δεν κατόρθωσα να το διαβάσω. Ξεχώρισα ένα σύνθημα σε πλακάτ κατά των μασόνων. Με ντουντούκες κάποιοι φώναζαν τους διασκορπισμένους να γίνουν μια μάζα. Η εικόνα θύμιζε κερκίδες με εκστασιασμένους ποδοσφαιρόφιλους. Τα λόγια των τραγουδιών τους σαφώς πιο τολμηρά από τις προηγούμενες μέρες συνθέτουν έναν μονόλογο που χτυπά στους τοίχους του κοινοβουλίου και αντηχεί πιο δυνατά στην πλατεία. Εάν ήμουν βουλευτής θα ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί…

Λίγα μέτρα πιο κάτω αρχίζει να σχηματίζεται ένας οικισμός. Πρόχειρες κατασκευές, αλλά είναι ένας οικισμός με γειτονιές. Και οργάνωση. Οι σκηνές επάνω στο πράσινο έχουν αυξηθεί. Δίπλα μια σειρά από αποχωρητήρια χημικά. Ένας παιδότοπος φιλοξενεί μικρά που τρέχουν και ζωγραφίζουν. Όταν μεγαλώσουν θα βλέπουν τις φωτογραφίες τους κοντά στο συντριβάνι και θα χαμογελούν. Γονείς και φίλοι, παραπέρα. Είναι μια οικογενειακή πλατεία. Ήσυχη.

Στις θεματικές συναντήσεις κάποτε τα αίματα ανάβουν. Βρέθηκα σε μια. Οι παρευρισκόμενοι καμιά τριανταριά νοματέοι μπορούσαν να ψηφίσουν σε αποφάσεις που θύμιζαν όψιμα απελευθερωτικά μανιφέστα, όπως: Είμαστε άνθρωποι, όχι αριθμοί. Είμαστε μοναδικοί. Δεν εκπροσωπούμε κανένα κόμμα… Και βεβαίως ρήσεις κατά του μνημονίου. Ακόμη, κατά των διακρίσεων για το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Στην τελευταία ψηφοφορία ο κύριος που συνόδευε τη διπλανή μου αναφώνησε έντρομος: «Πάμε, πάμε. Εδώ είναι για λαθρομετανάστες και gay».

Το ερώτημα ποιοί συνθέτουν το ετερόκλητο πλήθος της ήσυχης πλατείας δεν μπορεί να απαντηθεί εύκολα. Ούτε και το μετά είναι προσδιορίσιμο. Αυτό που είναι εξαιρετικά ευδιάκριτο είναι η ανάγκη της έκφρασης: να μιλήσω ανοιχτά και κάποιος να με ακούσει. Σα να είχε χαθεί στον τόπο η επικοινωνία. Να μοιραστώ ιδέες και φόβους. Όπως παλιά στο καφενείο ή στη βρύση… Και τώρα, νά, πάλι, μετά την οικονομική ασφυξία, η εκ νέου ανακάλυψή της συνομιλίας έρχεται στο φως. Και η ατμόσφαιρα θυμίζει πανήγυρη. Οι άνθρωποι που είναι εκεί το απολαμβάνουν προσπαθώντας να δώσουν σχήμα στην άρνησή τους, μορφή σε αυτό που αγωνίζονται, προοπτική. Και όλα αυτά ειρηνικά σε κόσμια πλαίσια για να παραμείνει η πλατεία ήσυχη…

Προσωπικά δεν νιώθω παραμυθία στην πλατεία. Ίσως γιατί μέσα στην «ησυχία» οσμίζομαι την απώλεια ενός κοινού στόχου και την κυοφορία διχασμών. Παραμένω ένας σιωπηλός παρατηρητής, μετέωρος, προσπαθώντας να καταλάβω τί συμβαίνει.

Μέσα και βαθιά

Η πόλη σε όλο το μεγαλείο της καταστροφής! Η θάλασσα και ένα πλοίο που ταξιδεύει δίνουν μια απόδραση από το τοπίο-εφιάλτης. Αυτό που το ομορφαίνει η ανθρώπινη παρουσία. Το μοναδικό στοιχείο της φύσης που εγγράφεται στο τσιμέντο. Και τα απλά: νεράκι που πλένεσαι, οι βιολογικές ανάγκες του σώματος… και ένα κρεβάτι που καταπίνει το σώμα για να το λυτρώσει στον ύπνο. Μέρα και νύχτα, γυμνός και ντυμένος κατά βάση ο άνθρωπος είναι ο ίδιος. Η παράσταση είναι ένας επαναστοχασμός στην ιστορία του ανθρώπου της πόλης. Του ανθρώπου που ζη μέσα και βαθιά στον ιστό της και στον ρυθμό της. Όχι του θεατή που παρατηρεί εκτός των ορίων της. Είναι μια ευκαιρία να δούμε τον εαυτό μας στην απλότητά του, στην απόλυτη αλήθεια του. Γινόμαστε κοινό του εαυτού μας στον κύκλο της επανάληψης και της μοναξιάς. Αυτό που αισθάνθηκα να μας λέει ο Παπαϊωάννου είναι πως ο άνθρωπος είναι ένα απόλυτα μοναχικό πλάσμα. Μια βεράντα στην πόλη και το βλέμμα καρφωμ

Κάπου εδώ τελειώνουν οι σημειώσεις μου που κράτησα στο σκοτάδι της παράστασης Μέσα του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Πήγα με απίστευτη προκατάληψη. Αλλά ήθελα να δείξω σε φιλοξενούμενό μου τί συμβαίνει στην πόλη. Ενθουσιάστηκε. Εάν ρωτήσετε έναν χορευτή πώς του φάνηκε μπορεί να σας πει πως βαρέθηκε. Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για μια ροή επαναλαμβανόμενων κινήσεων που δείχνει να εξαντλείται σύντομα. Για μένα η πρώτη εντύπωση ήταν σα να μπαίνω σε μία ταινία τρισδιάστατη, στη συνέχεια αναρωτιόμουν διαρκώς για τεχνικά ζητήματα, αλλά στο τέλος αφέθηκα στην ποίηση της θέασης. Είπα: ναί, η πόλη είναι άσχημη, αλλά υπάρχει η παρηγοριά του ανθρώπινου κάλλους. Και αυτό αλλάζει τα δεδομένα. Η αταξία παίρνει μορφή, το αστικό χάος έχει δείκτες. Το σώμα δίνει τον κανόνα. Και την ελπίδα. Πέρασαν παραπάνω από δύο ώρες απόλαυσης χωρίς να το καταλάβω. Έφυγα μετά από επίμονα μηνύματα για το στήσιμο που είχα κάνει λίγα μέτρα πιο πέρα στην πλατεία.