Monthly Archives: February 2012

Στο μετρό με τον φόβο

σήμερα. Κι έκανε κρύο. Η είδηση με τον μηχανισμό που δεν λειτούργησε στην πράσινη τσάντα, την αφημένη στον συρμό δεν με άφησε στιγμή. Από την ώρα που ξεκίνησα να πάω να δω τη μάνα μου, μέχρι και που γύρισα. Δεν έχω βιώσει παρόμοιο φόβο ούτε στο Λονδίνο ούτε στη Νέα Υόρκη. Έλεγα, σήμερα, μέσα μου: τί χρειάζεται για να κλείσεις τα μάτια σου για πάντα; πόσο αναπάντεχα μπορεί να σου συμβεί; Eκεί που μέχρι σήμερα δεν είχαμε παρατράγουδα, παρά μόνο πολιτισμό. Ναί, στο μετρό αισθάνεσαι ότι οι άνθρωποι αλλάζουν. Αφήνουν έξω από την είσοδο του σταθμού τον μίζερο εαυτό τους και ενδύονται έναν εαυτό πώς να το πω, πιο αξιοπρεπή, πιο ευρωπαίο, πιο προσεχτικό στους γύρω του, ίσως και πιο ανθρώπινο. Ώσπου άκουσα αυτή την είδηση και πάγωσα. Και φαντάζομαι όσοι χιλιάδες άλλοι στην Αθήνα μπαινοβγαίνουν στον υπόγειο. Πώς μπορούν να μισούν τη ζωή ορισμένοι και να παίζουν έτσι με τη ζωή των συνανθρώπων τους; Και τότε θυμήθηκα τη θεία μου που δεν έχει διαβεί την αποβάθρα του μετρό. Φοβάται μήπως της συμβεί κάτι και δεν έχει διέξοδο διαφυγής. Και ταράχτηκα, σκεπτόμενος αυτό το ξαφνικό κι αναπάντεχο τράνταγμα της έκρηξης και μετά τα μάτια κλειστά, το στόμα βουβό. Άραγε πονάς εκείνη τη στιγμή ή σε παίρνει ένα γλυκός ύπνος; Τι συμβαίνει μετά; Δεν θα ξεχάσω ποτέ τί μου συνέβη, κάποτε στην Αμερική, ένα βράδυ που περπατούσα και ξαφνικά άρχισα να μην αισθάνομαι τα κάτω άκρα, να με διαπερνάει μια ευχάριση τάση για νάρκωση, και να καταλαβαίνω ότι θα σωριαστώ στο έδαφος. Ήταν κάτι που δεν το επεδίωκα. Συνέβαινε. Έλεγα θα πέσω κάτω. Και θα κλείσω για πάντα τα βλέφαρα. Ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης, τότε, με κινητοποίησε. Σκεφτόμουν να ζητήσω βοήθεια. Αλλά όχι. Είπα θα τρέξω. Να ζεσταθώ. Να γυρίσω σπίτι μου. Μέχρι να δω τη μεγάλη πόρτα της εισόδου η ψυχή μου είχε φτάσει και γω δεν ξέρω πού. Πανικός. Σώθηκα. Την άλλη μέρα έμαθα ότι η θερμοκρασία είχε πέσει πολλούς βαθμούς κάτω από το μηδέν. Αλλά και αυτή η φάση είχε μια εξέλιξη (αν και ταχύτατη), και τέλος πάντων μια συμφιλίωση με την ιδέα του θανάτου. Αυτό με το μετρό, το ξαφνικό κι αναπάντεχο που μπορεί να μας συμβεί, είναι κάτι που με τρελλαίνει και με κάνει να μην μπορώ να ειρηνέψω.

Shame

Ο λόγος για την ταινία του Steve McQueen με τον τίτλο Shame. O κεντρικός ήρωας (Michael Fassbender) έχει κάθε λόγο να δεχτεί τη μομφή: ο Μπράντον είναι εθισμένος στο σεξ, όπως είναι κανείς εθισμένος να πίνει νερό. Σα να μην έχει τίποτα άλλο στο νου του, παρά μόνο την ικανοποίησή του με όποια του προκύψει. Τυχαία ή σχεδόν τυχαία.  Επιλέγοντας ένα θηλυκό ή επιλεγόμενος. Σα ζώο που υπακούει τυφλά στις ορμές του. Χωρίς σκέψη και λογική. Υπακούει, είναι στον ζυγό της ανάγκης. Δεν ξεφεύγει, ακόμη και όταν του προσφέρεται η ευκαιρία να κάνει υπέρβαση. Με μεγάλη ευκολία μπορεί να του αποδώσει κάποιος το ταμπελάκι του «μη νορμάλ», θέλοντας να δηλώσει εκείνον που δεν μπορεί να συνάψει σταθερές σχέσεις και περιφέρει το σώμα του χωρίς σκοπό. Τον παρακολουθούμε να ζει σε μια Νέα Υόρκη που δεν ωραιοποιείται αλλά παραμένει σκοτεινή και μυστηριώδης. Οικεία και τρομακτική. Θα μπορούσε να είναι κάθε μεγαλούπολη σύγχρονη. Στο νου μου έρχεται η πόλη, όπως την είδε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου στο Μέσα. Και πάλι ένας οργανισμός σε κρίση. Και το σώμα της πόλης μπορεί να εξαγιαστεί ή να πληγώνεται από τη χρήση του. Και κάθε τραύμα του να δείχνει ένα βαθύτερο αίτημα που ξεπερνάει τις βιολογικές λειτουργίες ή μια απλοϊκή ηδονιστική δικαίωση.

Δεν μαθαίνουμε ποτέ τί δουλειά ακριβώς κάνει ο Μπράντον. Εργάζεται σε μια μεγάλη εταιρεία. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε επιχείρηση στον όροφο ενός ουρανοξύστη. Ωστόσο, η λεπτομέρεια που ενδιαφέρει είναι ότι είναι «φίλος» με το αφεντικό του, που είναι παντρεμένος.

Ώσπου, εμφανίζεται η αδελφή του Σίσσυ  Carey Mulligan) για να φωτιστεί η προσωπικότητα του Μπράντον. Η άποψή του για τον έρωτα και το σεξ και η μάλλον ενοχική του διάθεση θα διατυπωθούν στην απρόσμενη για αυτόν συμπεριφορά της Σίσσυς. Σημειώνω από το έργο την καθηλωτική ερμηνεία της Carey Mulligan όταν τραγουδάει δίνοντας ένα άλλο νόημα της Νέας Υόρκης πέρα από όσα είχα αισθανθεί σε ερμηνείες όπως των Σινάτρα ή της Μινέλι. Προσέξτε πώς αρθρώνει κάθε συλλαβή, κάθε λέξη, πώς μοιράζεται με έναν άλλο τρόπο το κλασικό άσμα.

Η ταυτότητα του ήρωα είναι στο επίκεντρο της ταινίας. Τί συμβαίνει με αυτόν τον τύπο που μπορεί να τρομάξει τον θεατή γιατί είναι τόσο πολύ αληθινός; Τί είναι αυτό που μας δείχνει η ταινία και τί εκείνο που μας κρύβει; Τί ανακαλύπτουμε στην αγωνία του Μπρένταν να κάνει διαρκώς σεξ σε ξενοδοχεία, σε γκέυ μπαρ ή στον δρόμο; Ποιός είναι τελικά ο ήρωας που μέσα από την επιβητορική του πρακτική αναδύεται μια εκλεπτυσμένη θηλυκότητα;

Ένας ανήλικος που δεν θέλει να ωριμάσει;

Ένας νέος τύπου ανθρώπου, ο εθισμένος στην κατανάλωση των προϊόντων της σύγχρονης κουλτούρας του πορνό, όπως μάλιστα διαδίδεται από το διαδίκτυο;

Ένας ομοφυλόφιλος που δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με τις πραγματικές ερωτικές του επιθυμίες που απωθεί με τη σεξουαλική υπερκατανάλωση;

Ή ένας που καταπιέζει τον έρωτά του για την αδελφή του;

Η απάντηση είναι προσωπική για τον κάθε έναν που είδε την ταινία. Εγώ δεν πέρασα σε αυτή τη διαδικασία. Αιχμαλωτίστηκα από την πρώτη έως και την τελευταία σκηνή. Αφέθηκα σε όλα τα πλάνα που εικονογράφησαν την πραγματική ηρωίδα της ταινίας: την πόλη της Νέας Υόρκης με τον ορίζοντά της, εκεί στην προκυμαία, να μένει ανοιχτός για την απόδραση και το όνειρο από μια αφόρητη μοναξιά.