Ο ζωγράφος Α.Κ. δια χειρός Γεωργίου Χατζημιχάλη

Είδα την τελευταία δουλειά του Γιώργου Χατζημιχάλη στο Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Εκεί, στα υπόγεια του κτηρίου του Ωδείου Αθηνών είχε εγκατασταθεί το μυθιστόρημα με θέμα τον ζωγράφο Α.Κ. Ο χαρακτήρας του Χατζημιχάλη αυτοπαρουσιάζεται μέσα από τα έργα του, αφηγήσεις μιας ζωής που ξεκίνησε το 1924 και ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Δηλαδή, δύο χρόνια μετά τη μικρασιατική εκστρατεία και λίγο μετά την πολιτική αλλαγή με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι ένα παιδί που γεννήθηκε από πρόσφυγες, που έρχεται στον κόσμο λίγο μετά την εγκατάσταση των γονιών του στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να είναι γιος του Κόντογλου ή του Στρατή Δούκα που γεννήθηκαν το 1895.

Οι αφηγήσεις του Α.Κ. δια χειρός Γεωργίου Χατζημιχάλη συνιστούν μια ιστορία χωρίς λόγια αλλά αποκλειστικά με εικόνες και με υλικά μελάνι, κάρβουνο, χρώματα διαφόρων προέλευσεων, φωτογραφίες και βίντεο. Τα μέρη του μυθιστορήματος εἶναι πέντε κεφάλαια: 1) 1939-1951, 2) 1952-1961, 3) 1962-1969 4) 1970-1976 5) 1976-1985 (περίπου). Η τελευταία περίοδος του Α.Κ. είναι φάση ἐγκλεισμού στο σπίτι του.

Τα πέντε τμήματα ισοδυναμούν με πέντε ηλικίες του ζωγράφου, από την εφηβεία έως τον θάνατο. Το πρώτο πορτραίτο που ανοίγει το μυθιστόρημα είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης στη νεανική ηλικία, μετέωρος σε μια εποχή που είναι σφραγισμένη από τη μεταξική δικτατορία, για να ωριμάσει στη διάρκεια της κατοχής και του εμφυλίου. Όταν πλέον είναι ενήλικος το 1951 βγαίνει από μία Ελλάδα σπαραγμένη που προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τον εαυτό της και να σταθεί στα πόδια της. Τα πρόσωπα έχουν χαθεί στο σκοτάδι της βίας και των δεινών, ένας ηλεκτρικός λαμπτήρας έρχεται να φωτίσει ελάχιστα φιγούρες που βιώνουν την καταπίεση, τα βασανιστήρια, την εξορία. Άλλα πρόσωπα σκυμμένα από την εγκαρτέρηση είναι πλήρως σαβανωμένα, κάτοικοι τάφων. Τρόμος παντού. Στη δεύτερη ηλικία αποκαλύπτεται το έτερο σώμα μέσα από τη γυναίκα. Εδώ προσγράφεται η ελπίδα και η αισιοδοξία, αλλά και μία αίσθηση φθαρτότητας. Στην τρίτη ηλικία περιέχεται η περίοδος της δικτατορίας. Και πάλι ο ζωγράφος μας εκφράζεται με σκοτεινούς χώρους, τον γλόμπο, και το φως που δεν λείπει ποτέ, έστω κι αν είναι από μια μικρή χαραμάδα. Στην τετάρτη ηλικία τα υποφωτισμένα έργα αυξάνονται και ένα αίσθημα μελαγχολίας καταλαμβάνει τους χώρους. Ο ήρωας Α.Κ. δείχνει να ανακαλεί τη ζωή του, να εκτιμά και να αξιολογεί την πορεία του, να θέλει να πάρει αποφάσεις. Και παίρνει.

Σε μια σειρά από φωτογραφίες αιχμαλωτίζει τις κινήσεις του τέλους. Έχει βάλει σε κουτιά τα έργα του, και έχει αφήσει για πάντα την παλιά ζωή του. Κλείνεται στο σπίτι του χωρίς να βγει ποτέ από μέσα. Και εκεί δεν κάνει τίποτα άλλο πέρα από αυτό που ξέρει: ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ. Δηλαδή, αντιστέκεται στον θάνατο. Σαν καρέ κινηματογραφικής ταινίας αποτυπώνει τον χώρο του εγκλεισμού του. Μικρές λεπτομέρειες φθοράς τις εξυψώνει και τις αφθαρτοποιεί. Ξύλινα παρκέ, ψηφίδες μωσαϊκών, σωλήνες μπάνιου, καλοριφέρ, διακόπτες, σύρτες, καλώδια, όλα πειραγμένα από τον χρόνο, την υγρασία, τη χρήση. Όλα αυτά γίνονται πολύτιμα εικονίσματα της ιστορίας μας. Μέσα σε αυτά κατοικεί η ύλη μας και η ψυχή μας.

Τώρα που το τελείωσα, δεν περίμενα ότι θα γράψω 475 λέξεις. Με την τελευταία 484. Και αυτό γιατί πριν λίγο διάβασα το υπέροχο κείμενο του Νίκου Ξυδάκη με τον τίτλο «Ανάμεσα στην ύλη και τη μεταφυσική» για την ίδια έκθεση και είπα δεν γράφω τίποτα, ούτε αράδα, τα λέει πολύ καλύτερα από εμένα. Νά, διαβάστε πώς κλείνει:

Ο βίος του Α.Κ. είναι η ζωγραφική στον 20ό αιώνα, οι αναζητήσεις και τα βάσανα των ζωγράφων, που παύουν να είναι αφηγητές του κόσμου και παρηγορητές των ανθρώπων, και γίνονται μοναχοδαρμένοι ήρωες, δημιουργοί των εαυτών τους. Κι είναι ακόμη μια σύνοψη του νεοελληνικού αστικού βίου, ένα τυραννισμένο χρονικό, φόρος τιμής στους δασκάλους των τεχνών, αλλά και φόρος τιμής στους σιωπηλούς ήρωες της ζωής, στους ανώνυμους, πλην όχι απρόσωπους, του ιστορικού πλήθους. Ο Α.Κ. δεν έχει ολόκληρο όνομα, κατάγεται από τους συνοπτικούς ήρωες του Κάφκα και του Καμύ, είναι υπαρξιακός ήρωας αλλά και ιστορικός άνθρωπος: πρωτοεκφράζεται στην αυγή του Δευτέρου Πολέμου, και σβήνει κατά τη δύση του Ψυχρού Πολέμου.

Εντοπίζω την ελληνικότητά του: τόση όση και η οικουμενικότητά του. Υπολογίζω το βάρος αυτού του μυθιστορήματος, του χρονικού, της παραβολής, στη σημερινή ιστορική σύμφραση: μου δείχνει τον Ελληνα του 21ου αιώνα, βασανισμένο, ραγισμένο, άτυχο, αλλά και βαθύ, πλούσιο, ποικίλο. Δεν εξωραΐζει, δεν νοσταλγεί, παρηγορεί κι εγκαρδιώνει, εξημερώνει. Ισως είναι ένα έργο που το γέννησε η κρίση: το άτομο τυραννισμένο από την ύπαρξη, ζωγραφισμένο στο κάδρο της ιστορικής διάρκειας. Σίγουρα ένα έργο που έτσι είχα ανάγκη να το εισπνεύσω, ζεστό, ψυχρό, οικείο, απόμακρο, αθηναϊκό, οικουμενικό, θραυσμένο, καθολικό, σαν τις ψηφίδες των μωσαϊκών και τις ραγισματιές στα σπίτια μας. Ανάμεσα στην ύλη και τη μεταφυσική της.

Τέλος πάντων, το εγώ μου δεν με άφησε να σιωπήσω. Ας είναι!

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s