Category Archives: ΜΟΥΣΙΚΗ

Δόμνα Σαμίου: Ένα κομμάτι μιας άλλης Ελλάδας

Μόλις μια εβδομάδα πριν πληροφορήθηκα ότι η Δόμνα είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Και σήμερα έμαθα ότι αναχώρησε από τη ζωή. Την πρωτοάκουσα μαζί με τον Σαββόπουλο να τραγουδάει για τα τραγούδια τα ζαχαρωμένα ποὺ ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα αλλά όχι για κείνην. Όπως αυτό το σαββοπουλικό τραγούδι έτσι και όσα τραγούδησε υπήρξαν μικρά δράματα της βιογραφίας της. Τα παραδοσιακά τραγούδια που έλεγε χρόνια τώρα λες και είναι συνθέσεις προορισμένες για τη φωνή της. Κι αυτό γιατί όσο γνωστά και να ήταν (βλ. «Τζιβαέρι») το έλεγε με τέτοιο τρόπο ώστε ήταν σαν να το ακούω για πρώτη φορά.

Η Σαμίου ανήκει στον Χορό με κορυφαίους μιας άλλης Ελλάδας. Ανοιχτή σε προσκλήσεις κι εξαιρετική επαγγελματίας χωρίς ωστόσο να συμβιβαστεί με την αγορά επέμεινε στο είδος που υπηρετούσε με πάθος και ερευνητικό ζήλο και με ένα αίσθημα αποστολής να διαδώσει και να μεταδώσει γνώση και εμπειρία. Με σταθερούς συνεργάτες μουσικούς όπως τα αδέλφια Κώστας και Νίκος Φιλιππίδης, εθνολόγους και ανθρωπολόγους, όπως η Μιράντα Τερζοπούλου, ένωσε διαφορετικές γενιές σε τραγούδια, συναυλίες, δισκογραφία.

Θέλω να τη θυμάμαι να μας χαμογελάει και να μας διδάσκει την ουσία της απλότητας. Πιστεύω ότι μαζί με τη Μπέλλου και τον Μπιθικώτση συναποτελούν την τριάδα των πλέον επικών φωνών της μουσικής μας στα τελευταία 40 χρόνια του 20ού αιώνα.

Με δάσκαλο τον σεβάσμιο Σίμωνα Καρρά αγωνίστηκε σε όλη τη ζωή της για το δημοτικό μας τραγούδι, έφερε στο προσκήνιο τα τολμηρά αποκριάτικα, μας έκανε να δακρύσουμε, να γελάσουμε, να στοχαστούμε. Και να χορέψουμε παρέες σε συρτούς και μπάλλους.  Μας έμαθε να μην ντρεπόμαστε για το μουσικό μας σώμα.

Ό,τι ἐκπροσωπεῖ σήμερα ο Λυκούργος Αγγελόπουλος στη βυζαντινὴ μουσικὴ ἀντιπροσώπευε η Δόμνα Σαμίου στην παραδοσιακή μας μουσική.

Ο Θεός να την αναπαύσει.

Ιστότοπος Δόμνας Σαμίου: http://www.domnasamiou.gr/

Advertisements

Και η ψυχή γλυκαίνεται… Στην Αγία Ειρήνη με τον Λυκούργο Αγγελόπουλο

Στην οδό Αιόλου. Ο ναός αυτός είναι μια κιβωτός στην πόλη. Είναι η πρώτη μητρόπολη της Αθήνας μετά την απελευθέρωση, που χρησιμοποιήθηκε από το παλάτι και τον βασιλιά Όθωνα. Στον χώρο της παλαιάς μεσαιωνικής εκκλησίας σχεδιάστηκε ένας νέος ναός συνδυάζοντας αρχιτεκτονικά στοιχεία της Αναγέννησης με βυζαντινές επιρροές από τον Λύσανδρο Καυταντζόγλου και εγκαινιάστηκε το 1850. Αυτά αφορούν την ιστορία. Δεν ξέρω τί θα συνέβαινε σήμερα, εκεί, εάν δεν υπήρχε ο Λυκούργος Αγγελόπουλος και ο πατέρας Θωμάς.

Και πρώτα, ο Λυκούργος Αγγελόπουλος. Βρίσκεται πολλά χρόνια στον δεξιό χορό. Άρχων πρωτοψάλτης της Μεγάλης Εκκλησίας τιμάει τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή μουσική παράδοση με ένα ήθος αξεπέραστο. Και τον τιμούν οι πάμπολλοι μαθητές του που ψάλλουν στην Ελλάδα και στη διασπορά και καμαρώνουν για τον δάσκαλο. Ο Λυκούργος είναι δάσκαλος που ξέρει να δίνει τα μυστικά της μουσικής από παλιά σκονισμένα χειρόγραφα μεγάλων μαϊστόρων. Κάθε Κυριακή νέοι ψαλτάδες τον έχουν κορυφαίο άρχοντα στην Αγία Ειρήνη να τους οδηγεί σε άγνωστους μυστικούς δρόμους, σε αργόσυρτα και γοργά μέλη, σε ιλαρούς και χαροποιούς σκοπούς δοξολογίας του σύμπαντος κόσμου. Και η ψυχή γλυκαίνεται όταν ο Αγγελόπουλος διδάσκει Κουκουζέλη. Ο Αγγελόπουλος σήμερα είναι το κατ᾽ εξοχήν πρότυπο ψάλτη που ψάλλει με αντικειμενικότητα.

Ο πατέρας Θωμάς είναι το δεύτερο πρόσωπο που καθορίζει τη φυσιογνωμία της ενορίας της Αγίας Ειρήνης. Με τη βαθειά φωνή μιλάει στην καρδιά τής σύναξης χωρίς υπερβολές στη λατρευτική τάξη και κυρίως, όταν κηρύττει, χωρίς να κολακεύει τους πιστούς, χωρίς να θρέφει την οργή ή τις ενοχές με το πρόσχημα του Θεού. Είναι απλός και αυτό περνάει άμεσα. Συγκρατώ τον λόγο του στους πρώτους Χαιρετισμούς. Πώς απογείωσε τους παρευρισκόμενους μιλώντας για τη φιλανθρωπία με σύγχρονους όρους.

Με δυο λόγια: η Αγία Ειρήνη είναι ένας εξαιρετικός προορισμός για παραμυθία και ψυχική τροφοδότηση τώρα που ξεκίνησε η Σαρακοστή. Οι πύλες της είναι ανοιχτές. Άσε τις προκαταλήψεις σου, άναψε ένα κεράκι, σκέψου έναν καλό λόγο και κάνε αυτόν τον λόγο ευχή…

Πενθεί ο κόσμος της βυζαντινής μουσικής

Έφυγε ο Βασίλης Νόνης από τη ματαιότητα του κόσμου. Ήταν ένας από τους ξεχωριστούς μαθητές του μεγάλου δασκάλου Σίμωνα Καρρά. Αντιγράφω από την ιστοσελίδα του:

Ο Βασίλειος Νόνης είναι παραδοσιακός ψάλτης με βαθύτατη και πολύχρονη θεωρητική και τεχνική κατάρτιση.
Θήτευσε περίπου 25 χρόνια κοντά στον Σίμωνα Καρά, τα μουσικολογικά συμπεράσματα του οποίου ενίσχυσε από την εμπειρία του κοντά στον Νίκο Στεφανίδη, που υπήρξε μαθητής του και συνεχιστής του στο κανονάκι, ίσως ο μόνος καταρτισμένος από διττή άποψη – θεωρητική και πρακτική. Αναμφισβήτητα όμως, ο μοναδικός που μπορεί να ερμηνεύσει στο όργανο αυτό οποιαδήποτε παρτιτούρα, γραμμένη είτε στην παρασημαντική είτε στο πεντάγραμμο,

Η πολύπλευρη αυτή γνώση διασταυρώθηκε με την μελέτη του ύφους των παλαιοτέρων ψαλτών (Μαυρόπουλος, Καμπανίδης, Παναγιωτίδης, Χατζησταμάτης, Μουτάογλου, Καραμάνης, Πρίγγος κλπ.) με τους περισσότερους από τους οποίους συμβίωσε, με τελευταίο και πλέον αξιόλογο όλων τον Θρ. Στανίτσα, που ήταν συνεργάτης του για πολλά χρόνια.

Αντίστοιχη ήταν και η ενασχόληση του με το Δημοτικό τραγούδι, καθώς διηύθυνε δική του ορχήστρα και χορωδία και εργάσθηκε επί 20 χρόνια στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ, ως παραγωγός παρεμφερών εκπομπών. Είναι γνωστές οι έρευνες και η εμμονή του στην μη αλλοίωση του τοπικού ύφους, στην αισθητική της παραδοσιακής μουσικής και στον τρόπο ερμηνείας, που προσέδωσαν στην όλη του προσπάθεια αξιοσημείωτη καλλιτεχνική βαρύτητα.

Ο Νόνης ξεχώρισε ως ψάλτης που αναζητούσε την αυθεντικότητα στην ερμηνεία της βυζαντινής μουσικής, ως εξαίρετος δεξιοτέχνης στο κανονάκι και ως δάσκαλος της μουσικής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη δουλειά του με τα όργανα και τα κρατήματα που με έχει συγκινήσει βαθιά και με έχει κάνει να αγαπήσω ακόμη πιο πολύ τη βυζαντινή μελωδία.

Αναζητώντας ένα ίχνος από τη δουλειά του στο διαδίκτυο ανακάλυψα τη φωνή του να ερμηνεύει έναν ύμνο από τη γιορτή των Εισοδίων σε μια ραδιοφωνική εκπομπή της Φεβρωνίας Ρεβύνθη, που τον αγαπούσε και τον πίστευε. Ο Θεός ας τον αναπαύσει!

Στο καλό, Αντίοχε…

Είμαι συγκλονισμένος, οργισμένος και ταραγμένος για την αιφνίδια αναχώρηση του Αντίοχου. Ήταν όμορφος, γελαστός. Και ταλαντούχος. Είχε πάθος με τον στίχο και το τραγούδι. Έψαχνε το φως και δεν άντεξε η καρδιά του. Και ήταν μόλις 24. Κρίμα! Αντίο, Αντίοχε. Φιλιά στον παππού, στη γιαγιά και στη μητέρα σου. Στο καλό! Εκεί, που είναι όλα μουσική! Kαι φως που δεν σβήνει ποτέ!

O μελωδικός μάγος της σκηνής

Nαί, ανάψαν τα φώτα στο περιβόλι του τρελλού. Kαι ιδού: επί σκηνής ο Διονύσης. Στα μαύρα με δύο γλώσσες φωτιάς από τα βαθυκόκκινα σπορτέξ. Αυτός και η κιθάρα του. Αυτός και το κοινό του. Έτοιμος να υποκριθεί αληθινά για τη σύναξη του Παλλάς. Είναι η τελευταία του νύχτα, αφιερωμένη στα σίξτις. Όλοι έχουν ησυχάσει. Κάθε τραγούδι είναι μία μικρή ιστορία που γίνεται παράσταση. Βλέπουμε πρόσωπα μέσα από τη μουσική και τους στίχους του. Η Ζωζώ είναι πραγματική, οι φαντάροι κινούνται, τα παιδιά μας κοιτούν, άλλοτε με απορία άλλοτε με χαμόγελο. Βλέπω για πρώτη φορά τη Συννεφούλα. Αυτός και εκείνη ήταν δεκαπέντε ετών. Την αντικρίζουμε σε ένα πορτραίτο να διαβαίνει τη σκηνή: ένα πανέμορφο κοριτσόπουλο, μελαχρινό. Η μούσα του Διονύση είναι εφηβική, ενώ αυτός έφηβος ασπρομάλλης την καμαρώνει.

Ο Σαββόπουλος δεν είναι ακόμη ένας συνθέτης της νεώτερης μουσικής ιστορίας του τόπου μας, αλλά ένας καλλιτέχνης πρότυπο για τις νεότερες γενιές.

Το μυστικό του Διονύση είναι που μας κάνει μέτοχους των ιστοριών του. Τουλάχιστον εκείνων που σχολιάζουν τα τραγούδια του, εξηγούν τα στιχάκια, μας ταξιδεύουν στις συνθήκες της δημιουργίας. Η συννεφούλα με τον γοργό ρυθμό δεν αργεί να γίνει τσάμικο, για να καταλήξει στο παιδικό φινάλε και στα τρίγωνα κάλαντα. Να γίνει μια ευχή: «Χρόνια πολλά!». «Σε σένα χρόνια πολλά, Διονύση!»

Μοιράζεται εικόνες των νεανικών του χρόνων, την εποχή των διαδηλώσεων, την επομένη της δολοφονίας Λαμπράκη: «Το πρωί μας καταβρέχανε το βράδυ ταβέρνα. Τσιτσάνης, Θεοδωράκης». Μας δείχνει το λεύκωμά του με φίλους. Στην παρέα και ο Παπαδιαμάντης που κρατάει μαζί του σαν φυλαχτό. Έρχεται και ο Τσαρούχης. Μετά ο Χριστιανόπουλος: «Η Αθήνα είναι μια γάτα που θα σε κατουρήσει». Συμβουλή του Θεσσαλονικού προς Θεσσαλονικιό που πρόκειται να κατέβει Αθήνα.

Μας λέει τα όνειρά του: Να είναι στην Αμερική, να γράφει τραγούδια διαμαρτυρίας, να γνωριζόταν με ηθοποιούς, να σκάρωνε και καμιά διαδήλωση… Ονειρεύεται αλλά βρίσκεται στην Μπουμπουλίνας , στα κρατητήρια. Τον δέρνουν. Κάθε μπερντάκι και σύνθεση. «Ολόκληρο long play φτιάξαμε η ασφάλεια κι εγώ», θα καταλήξει και ο κόσμος γελά πικρά. Η ζωή του μοιάζει ταινία. Όπως και η δεκαετία του 60, που έχει βαλθεί να μας ταξιδέψει. Γιε, γιε, γιε.

Πολιτικός και λυρικός

Δεν ξέρω εάν υπάρχει άλλος καλλιτέχνης που να μετουσιώνει την πολιτική πραγματικότητα χωρίς να γίνεται διδακτικός, ηθικιστής ή κοινότυπα περιγραφικός. Παραμένοντας λυρικός. Βλέποντας μέσα στη μάζα ένα πρόσωπο να φωσφορίζει και να λάμπει.

Ακούγοντας ξανά τον Σαββόπουλο ανακαλύπτω έναν μεγάλο δάσκαλο, με την έννοια του προτύπου, για τους ομοτέχνους του. Βρίσκω, όμως και τον performer της λαϊκής σύναξης. Τον παραμυθά που ξέρει να αφηγείται μύθους και τον τροβαδούρο που παίζει τις ιστορίες του στις νότες της μουσικής του κλίμακας, σε ρυθμούς γνωστούς, που δημιουργούν πάντα ένα παραξένισμα. Είναι το παραξένισμα της πρωτοτυπίας, η έκπληξη του νέου και θαυμάσιου. Του εξαίρετου και μοναδικού. Κι ας είναι 64 χρονών. Έχει ενέργεια εικοσάρη. Και η φωνή του είναι άψογη.

Κορυφαία στιγμή της βραδιάς η εμφάνιση στη σκηνή του Γιώργου Ρωμανού. Μεταξύ των τριών τραγουδιών που ερμήνευσε, και το «Αστέρι του βορριά», του δασκάλου Μάνου Χατζιδάκι. Καταχειροκροτήθηκε.

Δεν θέλω να αγιολογήσω. Απλώς, νιώθω το σώμα μου να μουδιάζει. Τα μάτια μου βουρκώνουν όχι μόνο από στίχους και προσωπικές αναμνήσεις αλλά ακόμη όταν βλέπω τους μουσικούς να απογειώνονται, να γίνονται ξωτικά, να τρελλαίνονται ωραία.

Ανάμεσα σε δύο πλατείες…

Η παράσταση οφείλει πολλά και στη σκηνογραφία του γνωστού εικαστικού Μάριου Σπηλιόπουλου και της Λαμπρινής Καρδαρά. Κυρίως, όμως, πίσω από την ιδέα ανακαλύπτω τις εμμονές του Σπηλιόπουλου με τα πρόσωπα που αρθρώνουν ένα εικονοστάσι της νεότερης ιστορίας μας. Η κάθε φωτογραφία διηγείται μια ιστορία. Και όλες οι ιστορίες αυτές φαίνεται ότι γράφουν την πραγματική ιστορία μας, που συχνά δεν θα τη διαβάσουμε ποτέ σε επίσημα εγχειρίδια.

Η εξομολόγηση με τη φωτογραφία του πατέρα του, τα στιχάκια του και ένα μυστικό που αποκαλύπτεται με τον θάνατό του, δίνει τον τόνο. Ερμηνεύει την πατρική μορφή: «Δεν είμαστε οι θεοί που νομίζατε. Δεν είμασταν οι σπουδαίοι που νομίζατε. Ό,τι μπορέσαμε κάναμε.» Για να καταλήξει αυτοκριτικά: Η γενιά μας δυσκολεύεται να το πεί, εμείς οι ανήλικοι διαρκώς.

Ο Σπηλιόπουλος είχε στήσει ως φόντο στο βάθος της σκηνής εικόνες από μία συγκέντρωση στα μέσα της δεκαετίας του 6ο, και ακριβώς μπροστά μια κερκίδες με ένα πολύ νεανικό κοινό να συμμετέχει ενεργά, αφήνοντας τον αυθορμητισμό του να εκδηλωθεί με σιγοντάρισμα, με συνοδεία ρυθμική ή και με σωματική κίνηση. Έτσι, ο Σαββόπουλος έπαιζε αγκαλιασμένος ανάμεσα σε δύο ομάδες θεατών από διαφορετικές γενιές: οι νέοι παρακολουθούν τους μεγαλύτερους και οι παλιοί βλέπουν πώς προσλαμβάνουν τις μουσικές του 60 οι εικοσάριδες. Προς το τέλος τα νέα παιδιά εξέλιξαν τη βραδιά σε πάρτι. Η λειτουργικότητα της ομάδας αυτής αποδείχτηκε ευφάνταση στον τρόπο που μετέφεραν τις αναμνήσεις του Διονύση από τον έξω κόσμο στα φώτα της σκηνής, περνώντας από χέρι σε χέρι φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων, πάνω σε πλαίσια, εικόνες που είχαν μια διαφάνεια, σαν να ήταν άυλες. Όταν τις άγγιζαν τα παιδιά οι εικόνες αυτές ανέβαιναν ψηλά για να χαθούν.

Να σημειωθεί ότι στο πρώτο μέρος είμασταν παρέα με τον Σταύρο Λάντσια στο πιάνο και στα κρουστά, και στο δεύτερο μέρος διηύθυνε ο Γιάννης Παπαζαχαριάκης. Ο ίδιος ο Διονύσης πάντα με την κιθάρα, την ίδια εκείνη που κατέβηκε στην πρωτεύουσα. Τη σκηνοθεσία την υπογράφει ο Σαββόπουλος, μαζί με τη Σοφία Σπυράτου.

Έφυγα από το Παλλάς αισθανόμενος την ευλογία της επικοινωνίας σε μια κυψέλη συγκινήσεων. Κερδισμένος. Και ακόμη ένιωσα την ευεργεσία και το προνόμιο να είναι ένας συμπατριώτης μας ο Διονύσης.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥΣ!

H παραμυθία της Shirley!

Τώρα που χειμωνιάζει, και το κεφάλι μου βαραίνει με τις μαύρες ειδήσεις, ανήμερα της εθνικής εορτής του ΟΧΙ, ο νους μου θέλει λίγο να ξεφύγει από λέξεις, αριθμούς σελίδων και ειδικά fonts, και θέλει να ταξιδέψει για λίγο, να πει ναι, σε μια φωνή που ακούγεται χρόνια και εμφανίστηκε πριν από λίγες μέρες σε ένα ειδικό πρόγραμμα του BBC. Είναι η φωνή-φαινόμενο της Shirley Bassey, που με πάει σε παιδικά καλοκαίρια με σινεμά του James Bond, πατατάκια και μαύρο αναψυκτικό, ένα πατατάκι-μια ρουφηξιά, και ξεγνοιασιά μιας ηλικίας που χαμογελά με όσα στραβά και να συμβαίνουν στην καθημερινότητα. Εδώ, ο ήχος της Shirley αυθεντικός, ακόμη όπως και τότε, ειρωνικός και μυστήριος, με παίρνει και με ελαφραίνει.

 

To λουτρό του μαύρου φίλου μου

Ἡ πτώση ἀπὸ ἕνα ὀνειρικὸ σῶμα στὴν καλοκαιρινὴ γῆ, ἀναζητώντας δροσιὰ καὶ ἀναψυχή.