Category Archives: ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ

Μας επέστρεψε στο αρχαίο κάλλος

Και αυτός είναι ο Λυκούργος Αγγελόπουλος. Που έφυγε από τον κόσμο τούτο την περασμένη Κυριακή για να συναντήσει στα ουράνια τον Σίμωνα, τη Δόμνα και άλλα αγαπημένα πρόσωπα.

Η σύναξη που συγκροτήθηκε στην Αγία Ειρήνη βουρκωμένη κήδευσε τον δάσκαλο του γένους, αφού αφιέρωσε τη ζωή του στην ιερουργία της μουσικής. Όσο υπήρχε ο Λυκούργος έψαλλε τη δόξα του Θεού, ήτανε επικεφαλής στις περιφορές του Επιταφίου στα σοκάκια και τις λεωφόρους του ιστορικού κέντρου, έψαλλε μοναδικά κάθε Μεγάλη Τρίτη το τροπάριο της Κασσιανής. Και ο κόσμος έρρεε εκεί, στην Αγία Ειρήνη. Για να ακούσει και να λειτουργηθεί. Για να απολαύσει και να κατηχηθεί. Για να σηκώσει τα μάτια ψηλά στον θόλο και να προσευχηθεί. Και ο Λυκούργος αρχιτεκτονούσε αυτή την απίστευτη μουσική πανδαισία όπου ήταν περιττός κάθε ψίθυρος, και δεν είχες μυαλό για άλλες σκέψεις. Ο πρωτοψάλτης της Αγίας Ειρήνης επιβαλλόταν με το κύρος του, δίδασκε με το ήθος του σε αργά μέλη, σε σπάνιες συνθέσεις που ανεκάλυπτε και ήθελε να τις μοιραστεί με τον λαό του Θεού. Και έτσι γινόταν ο ξεναγός σου στο υπέροχο ταξίδι της μουσικής, διαγράφοντας παραμορφώσεις και επιδείξεις, που σε γύριζε με την απλότητα και την ουσία του στη ζώσα πηγή, σε μια αίσθηση αρχαίου κάλλους.

Στην εξόδιο ακολουθία παρών ήταν ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος, ο μητροπολίτης Ηλείας, ο σεβασμιώτατος Περγάμου, πλήθος ιερέων και κυρίως μια λαοθάλασσα που ήρθε να τον χαιρετήσει. Ο κόσμος που συγκεντρώθηκε σήμερα το πρωί στην Αγία Ειρήνη, ήταν πολύ νέα παιδιά, άνθρωποι που διέκρινες ότι οφείλουν ευγνωμοσύνη σε αυτόν τον χαριτωμένο άνθρωπο που αναχώρησε για τα ουράνια.

Στη συνέχεια στο νεκροταφείο Ζωγράφου τη θρηνητική αποχαιρετηστήρια πομπή οδηγούσαν οι μαθητές του Λυκούργου με ύμνους που ταίριαζαν στην περίσταση. Το βουβό πλήθος συνόδευσε τον δάσκαλο μέχρι το μνήμα. Στο τέλος της τελετής το Χριστός ανέστη ακούστηκε στα ελληνικά, στα ρουμανικά, στα αραβικά (με σπαραγμό) και στα ρωσικά. Στο τέλος, είχε μείνει αποσβολωμένη η ομάδα των μαθητών από Ρουμανία να αντικρίζει το μνήμα σα να μη θέλει να πιστέψει αυτό που έβλεπε.

Μαζί με τη Δόμνα Σαμίου που αγωνίστηκε για τη διάδοση του δημοτικού τραγουδιού,  ο Λυκούργος Αγγελόπουλος έδωσε με όλες του τις δυνάμεις για την καταξίωση της βυζαντινής μουσικής στη συνείδηση των νεοελλήνων από πολλές και διαφορετικές θέσεις, σε επιτροπές του υπουργείου Παιδείας, σε ωδεία, σε αναλόγια εκκλησιών, σε συναυλίες, σε εμπνευσμένα μαθήματα. Χωρίς την υπεροψία του ειδικού αγκάλιασε ως εξαίρετος παιδαγωγός τις ανησυχίες των νέων, μεταφέροντας πέρα από τη γνώση ένα ήθος και μια μοναδική ευγένεια. Η ανθρωπιά, η κληρονομιά και το δίδαγμά του θα μείνει εις τον αιώνα. Ο Θεός ας τον αναπαύσει.

 

 

Advertisements

Χαιρετισμοί στον Άγιο Χαράλαμπο

Βρέθηκα μετά από δύο χρονιές στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, που είναι κτισμένη μεσα στο Πεδίον του Άρεως, κοντα στο ύψος της Σχολής Ευελπίδων. Ο ναός είναι ιδιαίτερος και μοναδικός γιατί είναι ιστορημένος από τον μεγάλο Έλληνα και ομολογητή της ορθοδοξίας Φώτη Κόντογλου. Στα μέσα ακριβώς της δεκαετίας του 1950 ο αιβαλιώτης ζωγράφος με το συνεργείο των μαθητών του έντυσαν τους γυμνούς τοίχους του σταυροειδούς κτηρίου με πανέμορφες  εικόνες καμωμένες με την τεχνική της νωπογραφίας.

Το άγιο χέρι της Αγίας Παρασκευής του τέμπλου.

Το άγιο χέρι της Αγίας Παρασκευής του τέμπλου.

Παντού ζωντανά χρώματα, χονδροκόκκινο, βαθυκύανο για το φόντο, πράσινο για το έδαφος, δεν υπάρχει σημείο που να μην είναι περασμένο από τα αγιασμένα χέρια του Φωτίου. Σκέφτομαι, λες να είναι ο φόβος του κενού που καλύπτει τα πάντα ή η ανάγκη να μην υπάρχουν «τρύπες» στο περιβάλλον της Βασιλείας του Θεού που εικονογραφείται εξαίσια σε θόλους, τύμπανα και αψίδες; Προσέχω τη θέση που έχει παραδοσιακά το Δωδεκάορτο, ακριβώς στην τελευταία λωρίδα του τέμπλου. Αντί για αυτό ιστορούνται απόστολοι και μαθητές του Ιησού. Από κάτω φιλοτεχνούνται σε φυσικό μέγεθος οι μορφές του Ιησοῦ, της Παναγίας, του Προδρόμου, του Αγίου Χαραλάμπους και της Αγίας Παρασκευής. Το τέμπλο κλείνει με ζωγραφισμένες ποδιές. Κανένα μάρμαρο, κανένα επιτηδευμένο στόλισμα. Ο αρχιτέκτονας του κτηρίου επιβάλλει μια λιτότητα στις γραμμές που ακολουθεί ο Κόντογλου. Μόνη παραφωνία το ύψος των καντηλιών που πέφτουν ακριβώς στα πρόσωπα των μορφών. Εάν ανέβαιναν 20 εκατοστά ψηλότερα τα μάτια των αγίων εικονιζομένων θα συναντούσαν τα βλέμματα της σύναξης.

Στέκομαι σχεδόν κάτω από τη δεξιά κεραία και αντικρίζω το μαρτύριο του τιμώμενου αγίου. Καμιά υπερβολή στην εικονογράφηση της βίας. Η εικόνα παραπέμπει, δεν έχει σκοπό να τρομάξει τον θεατή. Δείχνει ένα μονοπάτι ζωής, δίχως να το επιβάλλει. Προσκαλεί σε συγκέντρωση και προσευχή. Σε διάλογο και επικοινωνία. Διαβάζω: «Ο Άγιος Χαράλαμπος προσευχόμενος παραδίδει το πνεύμα του προ του αποτμηθήναι την κεφαλήν  υπό του δημίου». Και δίπλα: «Ο Άγιος Χαράλαμπος εν πυρά βληθείς αλώβητος ετηρήθη».

Η Παναγία των χαιρετισμών.

Η Παναγία των χαιρετισμών.

Όμως, η βραδιά επιφύλασσε μια έκπληξη. Στο ναό είχε έρθει να λειτουργηθεί μια εικόνα παλαιά από τη Χάλκη της Δωδεκανήσου. Είναι μία εικόνα των Χαιρετισμών ή Ρόδο το αμάραντο. Έχει αγοραστεί από Τεργέστη, από έναν σφουγγαρά της Χάλκης που την έφερε στο νησί του. Είναι η εικόνα στην οποία προσευχόταν το νησί στους Χαιρετισμούς έως τον Μεσοπόλεμο. Αργότερα, μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια και στη συνέχεια στην Αθήνα. Δύο άγγελοι δορυφορούν τη Θεομήτορα και κρατούν ειλητάρια που γράφουν: «Χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα». Και: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα».

Ο κόσμος προσκυνά σιωπηλά και με τάξη. Μια παράξενη ενέργεια διαχέεται στον χώρο. Όλοι χαμογελούν μετά τον ασπασμό. Το άγγιγμα των χειλιών στο εικόνισμα δέχεται την ανταπόκριση της ευεργεσίας της Παναγίας.

Κυβέλη ή Περσεφόνη;

Κατεβαίνεις από το κάστρο και κοντοστέκεσαι. Είναι απόγευμα και ο ήλιος απέναντι επιμένει να βουτηχτεί στα νερά. Εσύ βλέπεις ψηλά, μήπως πετύχεις κάτι εξαίσιο στον αέρα του νησιού. Ένα γλαροπούλι που ξέφυγε από το βλέμμα της μητέρας του ή δύο σπουργίτια που παιχνιδίζουν στο τέλος της μέρας. Και ξαφνικά το μάτι στέκεται σε ένα θραύσμα εντοιχισμένο.

Θέλει προσοχή για να το παρατηρήσεις. Είναι μια πολύ όμορφη νέα. Στη σκιά του κάστρου της Αστυπάλαιας. Στο πάνω μέρος του τοίχου σπιτιού ορατού από τον δρόμο. Κάποιος είπε ότι εικονίζεται η φρυγική Κυβέλη. Η θεότητα της γονιμότητας που λατρεύθηκε στην Ελλάδα είχε ερωτευθεί τον πανέμορφο Άττη. Έχασε, όμως τον αγαπημένο της όταν εκείνος χτυπήθηκε θανάσιμα από έναν κάπρο. Άλλοι έλεγαν ότι όταν το σπέρμα του Δία χύθηκε  μια νύχτα στη γη γεννήθηκε ένα ανδρόγυνο τέρας, η Άγδιστις, που ήταν η Κυβέλη με φρυγικό όνομα. Οι θεοί για να περιορίσουν τη δύναμή της την ευνούχισαν μια νύχτα αφαιρώντας το ανδρικό όργανο. Από εκεί βλάστησε μια αμυγδαλιά και όταν έφαγε ένα αμύγδαλο η κόρη του ποταμού Σαγγάριου γκαστρώθηκε. Όταν γέννησε είδε το φως του κόσμου ο Άττις. Όμως η Άγδιστις ήθελε να τον αποκτήσει και όταν εκείνος παντρευόταν στη Φρυγία μια βασιλοπούλα, τον τιμώρησε με μανία. Εκείνος στην τρέλα του ευνουχίστηκε και μετά πάει! Πέθανε! Μετανιωμένη η Άγδιστις παρακάλεσε τον Δία να τον αναστήσει. Το μόνο που κατάφερε είναι να μη λιώσει στον αιώνα τον άπαντα το νεκρό σώμα του νέου. Δεν μπορεί να είναι αυτό το τέρας, η Άγδιστις, η πανέμορφη κόρη της Αστυπάλαιας.Εἰκόνα

Φαίνεται ότι υπήρχε και ακόμη ένα (τουλάχιστον) πρόσωπο που κοιτάζει η μορφή της μαρμάρινης σύνθεσης. Θα έλεγα ότι ‘ναι η Περσεφόνη, εάν κρατούσε στα χέρια πετεινό ή στάχυα. Ίσως, πάλι, να ήταν ένα απότμημα από επιτύμβιο.

Ποιός ξέρει; Ποιος θα μας φωτίσει; Και πόσο σημασία έχει; Βέβαια, θα μπορούσε να γίνει ανακοίνωση σε ένα συνέδριο κουστουμαρισμένων. Ας ευγνωμονούμε τον άγνωστο ταπεινό κτίστη και τον άγνωστο ιδιοκτήτη που έδεσαν επάνω στην πέτρα το αρχαίο σπάραγμα, το έκαναν καινούργιο για να το προσφέρουν σε κοινή θέα στους περπατάρηδες σε αυτό το υπαίθριο μουσείο της μοναδικής χώρας του νησιού-πεταλούδας, εκεί στην άκρη των Δωδεκανήσων.

Σα να ήταν η πρώτη φορά

Στην είσοδο μας υποδέχθηκε ο ίδιος. Καλωσόρισμα στον χώρο Α της Πειραιώς 260. Η αγαπημένη μου φίλη πάντα παραπονιέται για τις συνθήκες και το άβολο που νιώθει όταν έρχεται εδώ, στο Φεστιβάλ της πόλης. Τώρα, μόλις είδε τον ίδιο τον Παπαϊωάννου να της χαμογελάει, ηρεμεί. Μετά από χρόνια απουσίας του ιδρυτή της Ομάδας Εδάφους από τη σκηνή τώρα θέλει να δει το κοινό του έναν προς έναν και μία προς μία σε απόσταση αναπνοής. Προτού λάβει θέση για να αρχίσει η παράσταση. Ο ίδιος ντυμένος σαν ανθρωπάκι του Γαΐτη. Ένας Έλληνας μπεκετικός.  Δεν θέλησα να διαβάσω τίποτα, δεν ήθελα να επηρεαστώ από κάπου, προτού ζεστάνω τα πλήκτρα με τις λέξεις που σχηματίζω στην οθόνη.

Βλέπω μπροστά μου μία μακρόστενη πλατφόρμα γύρω στο μέτρο ύψος, ένα ταμπλώ ξύλινο. Και ένα μαύρο. Ένας σκουπιδοτενεκές, ένα μικρόφωνο κι ένα λάστιχο ποτίσματος. Και δύο σώματα. Ένα ολόγυμνο και ένα κουστουμαρισμένο. Και γύρω μου ανθρώπους να περιμένουν ανυπόμονα, ξεγελώντας τη ζέστη του χώρου με βεντάλιες σουβενίρ του Φεστιβάλ από το 2010 που προσφέρουν οι ταξιθέτριες.

Αρχίζει η παράσταση. Ο αέρας πλήττεται από τα σώματα που αρχίζουν να ιδρώνουν κινούμενα στον χώρο. Εν αρχή, μία απλή ρυθμική κίνηση. Ένας άνδρας ρίχνει στο πάτωμα καφετιά κομμάτια. Είναι πηλός, προζυμάκια ή κάτι άλλο; Επάνω σε αυτά ορίζει τη διαδρομή του. Είναι ο καλλιτέχνης και σε λίγο θα δούμε το έργο του.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου με τον Tadeu Liesenfeld στην «Πρώτη ύλη». Το μοντέλο πλαισιώνεται από τον δημιουργό του αλλά στο πλαίσιο εγγράφονται και οι δύο. Δεν υπάρχει κανείς χωρίς τον άλλο. Πηγή: Φεστιβάλ Αθηνών

Το γυμνό είναι ωραίο

Συγκεκριμένα, το ανδρικό γυμνό μπορεί να είναι εξαιρετικά ωραίο. Ο Παπαϊωάννου επιμένει στη θέαση του γυμνού σώματος. Και η επιμονή αυτή προκαλεί αμηχανία σε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τις παραστάσεις του.

Η προτεραιότητα που έχει δοθεί στη θέα του γυναικείου σώματος και στη κλασική υπερεκτίμηση της εξωτερικής εμφάνισης των γυναικών (σε βάρος της εσωτερικότητας τους), νομίζω ότι μας εμποδίζει να χαρούμε το ανδρικό γυμνό. Είναι ευκολότερο να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει τους δικούς του λόγους να απολαμβάνει την εικόνα του αρσενικού σώματος. Δηλαδή ότι έλκεται ερωτικά από ένα ανδρικό σώμα, εάν είναι άνδρας. Εκτιμήσεις που περιστρέφονται γύρω από την ιδέα του σώματος ως ερωτικού αντικειμένου. Και μόνο. Μια αναπηρία που εάν την προεκτείνουμε στην ιστορία της τέχνης και του πολιτισμού, τότε καθένας που κουβαλάει μια τέτοια αντίληψη θα έχει σίγουρα μεγάλη δυσκολία με τα αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά γλυπτά. Ας μην ξεχνάμε τα φύλλα συκής που δέχθηκαν αναγεννησιακά αγάλματα. Και μια τέτοια αντίληψη τη φέρουν κυρίως άνδρες μη καλλιτέχνες. Και θα έλεγα άνδρες που έχουν ακόμη σε εκκρεμότητα θέματα με τον ερωτισμό τους. Μέχρι τον 19ο αιώνα το ανδρικό κορμί ήταν κυρίαρχο και άνετα μπορούσε να μεταμορφωθεί από τον εικαστικό καλλιτέχνη σε γυναικείο με ορισμένες τροποποιήσεις στο μοντέλο που πόζαρε. Από τον 19ο αιώνα και μετά το γυναικείο σώμα αποκτά πρωτοκαθεδρία, εκτοπίζοντας το ανδρικό.

Και σήμερα; Σήμερα δεν ζούμε στην εποχή του ενός ιδανικού. Όμορφο μπορεί να είναι και το ανδρικό και το γυναικείο κορμί. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Όμως, είναι παράλογο να λέμε ότι αυτός που αξιοποιεί επί σκηνής ένα ανδρικό κορμί το κάνει επειδή είναι gay, όσο θα ήταν παράξενο να λέμε κοίτα: αυτός έγδυσε τη χορεύτρια επί σκηνής επειδή είναι ετερό. Πάντα θα θυμάμαι τους Έρωτες που είδα σε τοιχογραφίες στην Πομπηία πόση χαρά μετέδιδαν. Το ίδιο και τα γυμνά αγγελάκια στις θόλους των ναών της Ρώμης. Ο έφηβος των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας: εκφράζει μια ιλαρότητα και δεν εξαντλείται στον αισθησιασμό. Η ενοχική στάση προς το σώμα στέκεται στη σεξουαλικότητα και δεν αναγνωρίζει στην εμφάνιση του γυμνού μια οσιότητα. Μία δηλαδή πραγματικότητα που δεν εξαντλείται στην υλική χρήση του σώματος και τη φιληδονία, δεν σχετίζεται με την αιδώ και επεκτείνεται στην έννοια του κάλλους.

Όλα αυτά δεν τα λέω τυχαία. Η παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου είναι μια μελέτη επάνω στο γυμνό, όπως δημιουργείται αγνό και άσπιλο μέσα από τα χέρια του καλλιτέχνη δημιουργού. Ένα γυμνό που δεν είναι άσεμνο. Ή είναι άσεμνο όσο υπήρξαν τα μοντέλα του Πραξιτέλη ή του Μιχαήλ  Άγγελου.

Ο Tadeu Liesenfeld (έχει συνεργαστεί με τον Παπαϊωάννου στο Πουθενά το 2009 και στο Μέσα 2011) εμφανίζεται ολόγυμνος στην παράσταση. Μοιάζει σα μορφή που κατέβηκε για χάρι μας από τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα. Ίσως από τη νότια μετόπη με την Κενταυρομαχία. Ίσως πάλι να ήταν ο ποταμός Κηφισός από το δυτικό αέτωμα. Eίναι ένα πλάσμα που υπάρχει χάρις στον δημιουργό του. Έχει πάψει να είναι αγόρι. Είναι άνδρας. Ο δημιουργός καλλιτέχνης θα το μελετήσει, θα το παρατηρήσει, θα το βασανίσει, θα το περιθάλψει, θα το υποστηρίξει. Και το δημιούργημα θα ανταποκριθεί. Ο καλλιτέχνης αποκτά νόημα από το έργο του.

Πριν το τέλος το πλάσμα δέχεται επάνω του την ευλογία του νερού. Μια σκηνή που μου θύμισε τα παιδικά μου καλοκαίρια: σε μια αυλή να βρέχομαι με το λάστιχο με άλλα παιδάκια, να γελάμε δροσίζοντας το δέρμα μας από την κάψα. Χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Χωρίς ενοχή. Κάτι παρόμοιο βλέπω τώρα εδώ.

Ποιόν αφορά τελικά αυτό;

«Δεν ξέρω τί είναι αυτό που βλέπω». Αυτό ίσως μπορεί να ερμηνεύσει τη δήλωση: «Δεν με αφορά αυτό που βλέπω». Νομίζω προκαλεί περισσότερο άγχος η αρρενωπότητα του χορευτή, όταν κανείς θα περίμενε στη θέση της αρρενωπότητας χάρη και πλαδαρότητα, λύγισμα της μέσης και πόζα ενός σώματος που επαμφοτερίζει κλίνοντας προς μια θηλυπρέπεια. Θυμάμαι τις ανδρικές φιγούρες του κλασικού χορού λες και ήταν μέλη ενός θηλυκού σύμπαντος με την εκλέπτυνση στην κίνηση και την προβολή της χάρης, να λειτουργούν ως αναβατόρια για τις χορεύτριες. Άργησε πολύ να προβληθεί το ανδρικό σώμα να είναι ισότιμο με το γυναικείο επί σκηνής.

Εδώ στη παράσταση του Παπαϊωάννου έχουμε δύο και μόνο ανδρικά σώματα. Μήπως όμως δεν είναι ακριβώς δύο; Και μήπως δεν είναι δύο άνδρες αλλά κάτι άλλο; Μου έρχεται στο νου αστραπιαία η πρώτη διήγηση της Γένεσης που δεν μιλάει για δημιουργία άνδρα και γυναίκας, αλλά αφηγείται τη δημιουργία του ανθρώπου. Αδάμ δεν σημαίνει άνδρας. Σημαίνει χωματένιος. Στα μάτια μου το ο Βραζιλιάνος χορευτής με τις αναλογίες και το κάλλος αρχαίου άνδρα εκπροσωπούσε κάτι παραπάνω από το φύλο που βλέπαμε. Ή καλύτερα, το φύλο που δηλωνόταν στην εμφάνισή του ήταν παραπλανητικό.

Από τους πολλούς ερμηνευτές του Μέσα (ήταν 30), φθάσαμε μόνο στους 2. Ο Παπαϊωάννου ερευνά το σώμα χωρίς παραπανίσια υλικά παρά μόνο αυτό το ίδιο το σώμα. Αυτή είναι η πρώτη ύλη: ό,τι ορίζει την παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο. Την ύπαρξη. Μέσα από τα προζυμάκια θα πλάσει το δημιούργημά του, θα υπερηφανευθεί για αυτό. Αυτοσαρκαζόμενος, όσο ποτέ άλλοτε θα δείξει τα όρια του δικού του σώματος, παραμορφώνοντας τα μέλη του, σε στάσεις που παραπέμπουν σε freak show και σε θεάματα τσίρκου. Συνθέτει επιλέγοντας τις κινήσεις που δημιουργούνται από τη συνάντηση των δύο σωμάτων για να οπτικοποιήσει την εσωτερική ζωή του. Τις ιδέες του και τις μανίες του ως καλλιτέχνη. Η Πρώτη ύλη θεωρώ ότι είναι η πιο αυτοβιογραφική εργασία του Παπαϊωάννου γιατί μας δείχνει το ατελιέ του καλλιτέχνη που παλεύει με τα υλικά του. Πλάθει εικόνες για τη σχέση του με τον χορό, με το βασικό του εργαλείο, το σώμα του χορευτή, με την εξουσία που ασκεί ή την επίδραση που δέχεται από τον άλλο, τη θέση του σώματος στον χώρο, τη φρεναπάτη και τη μαγεία που μπορεί να δημιουργήσει όταν ανέβει στη σκηνή. Ο δημιουργός και το πλάσμα του. Ο κονφερασιέ και το νούμερό του. Η εσωτερική ζωή του performer, η αγωνία της εικονοποιΐας με ήχους που ακούγονται μερικές φορές άναρθροι για να γίνουν κινήσεις εύγλωττες, σωματικές λέξεις έλλογοι.

Ελλάδα ανάπηρη

Από την άλλη, αυτό που βλέπω, σκέπτομαι ότι είναι ένας στοχασμός επάνω στο τί σημαίνει Ελλάδα του σήμερα. Με τις συχνές αναφορές του στην αρχαία γλυπτική σχηματίζει μορφές αγαλμάτων που έχει θαυμάσει η ανθρωπότητα, έρχεται και τα προσκυνάει από τα πέρατα του κόσμου στα μουσεία μας ή ἐρχεται να προσκυνήσει στα μνημεία μας. Ο Παπαϊωάννου ειρωνευόμενος την αρχαιολατρία μάς επανατοποθετεί ενώπιον αυτών των μορφών, μπροστά σε μια Ελλάδα κοινωνικά ακρωτηριασμένη που έχει ανάγκη να σταθεί στα πόδια της και να περπατήσει ξανά. Νά, πώς αποκτά τώρα νόημα η σκηνή που μου θύμιζε φωτογραφίες της Αλβανίας με τους υποβασταζόμενους ανάπηρους. Στο συγκλονιστικό φινάλε της παράστασης το άγαλμα δεν μπορεί να σταθεί σε κανένα πόδι. Είναι ένας κορμός χωρίς άκρα. Κάποιος πρέπει να δώσει τη λύση. Και δίνεται.

Η ιδέα του καλλιτέχνη που δημιουργεί φαίνεται και από τη διαχείριση του φωτισμού. Στην παράσταση δεν υπάρχει κάποιος μηχανικός στα φώτα ή φροντιστής. Όλα τα χειρίζεται επί σκηνής με δυο τρεις διακόπτες ο δημιουργός. Πλαισιώνει το έργο του, το φωτίζει και ιδού: θαυμάστε με. Οι ήχοι είναι κυρίως φυσικοί, παραγόμενοι επί σκηνής και σε ορισμένα σημεία ένα τζιτζίκι, ένα ταξίμι (του Γιάννη Παπαϊάννου), το σύρσιμο ενός αντικειμένου ή το ίδιο το νερό που καταβρέχει δίνουν το σάουντρακ της παράστασης. Ναί, μπορείς να πεις ότι η τέχνη δεν έχει ανάγκη από πολλά λεφτά. Η πενία δεν είναι αντίπαλός της. Δεν χρειάζεται σκηνικά, δεν έχει ανάγκη πολυτελή κοστούμια, περούκες και φτερά, δεν θέλει πολύπλοκα φώτα, μηχανισμούς και τραμπουκέτα. Κάτι άλλο χρειάζεται για να είσαι ποιητής. Και κάτι άλλο χρειάζεται για να σταθεί η Ελλάδα στα ποδάρια της. Πέρα από το χρήμα και τα μνημόνια. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού. Όχι πολύ μακριά μας.

Ο Παπαϊωάννου μας κάνει συμμέτοχους στο τί σημαίνει ομορφιά. Σχολιάζει ειρωνικά τον εαυτό του τη δική του προσωπική πορεία, μας αφήνει ελεύθερους να φαντασιωθοῦμε και σε κάθε σκηνή αισθάνεσαι να να είναι η πρώτη φορά που βλέπεις τη ζωή να ξετυλίγεται μπροστά σου…

Ταυτότητα παράστασης

Δημιουργία: Δημήτρης Παπαϊωάννου

Με τους Tadeu Liesenfeld και Δημήτρη Παπαϊωάννου

Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Τίνα Παπανικολάου και Παυλίνα Ανδριοπούλου – Ντίνος Νικολάου

Δόμνα Σαμίου: Ένα κομμάτι μιας άλλης Ελλάδας

Μόλις μια εβδομάδα πριν πληροφορήθηκα ότι η Δόμνα είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Και σήμερα έμαθα ότι αναχώρησε από τη ζωή. Την πρωτοάκουσα μαζί με τον Σαββόπουλο να τραγουδάει για τα τραγούδια τα ζαχαρωμένα ποὺ ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα αλλά όχι για κείνην. Όπως αυτό το σαββοπουλικό τραγούδι έτσι και όσα τραγούδησε υπήρξαν μικρά δράματα της βιογραφίας της. Τα παραδοσιακά τραγούδια που έλεγε χρόνια τώρα λες και είναι συνθέσεις προορισμένες για τη φωνή της. Κι αυτό γιατί όσο γνωστά και να ήταν (βλ. «Τζιβαέρι») το έλεγε με τέτοιο τρόπο ώστε ήταν σαν να το ακούω για πρώτη φορά.

Η Σαμίου ανήκει στον Χορό με κορυφαίους μιας άλλης Ελλάδας. Ανοιχτή σε προσκλήσεις κι εξαιρετική επαγγελματίας χωρίς ωστόσο να συμβιβαστεί με την αγορά επέμεινε στο είδος που υπηρετούσε με πάθος και ερευνητικό ζήλο και με ένα αίσθημα αποστολής να διαδώσει και να μεταδώσει γνώση και εμπειρία. Με σταθερούς συνεργάτες μουσικούς όπως τα αδέλφια Κώστας και Νίκος Φιλιππίδης, εθνολόγους και ανθρωπολόγους, όπως η Μιράντα Τερζοπούλου, ένωσε διαφορετικές γενιές σε τραγούδια, συναυλίες, δισκογραφία.

Θέλω να τη θυμάμαι να μας χαμογελάει και να μας διδάσκει την ουσία της απλότητας. Πιστεύω ότι μαζί με τη Μπέλλου και τον Μπιθικώτση συναποτελούν την τριάδα των πλέον επικών φωνών της μουσικής μας στα τελευταία 40 χρόνια του 20ού αιώνα.

Με δάσκαλο τον σεβάσμιο Σίμωνα Καρρά αγωνίστηκε σε όλη τη ζωή της για το δημοτικό μας τραγούδι, έφερε στο προσκήνιο τα τολμηρά αποκριάτικα, μας έκανε να δακρύσουμε, να γελάσουμε, να στοχαστούμε. Και να χορέψουμε παρέες σε συρτούς και μπάλλους.  Μας έμαθε να μην ντρεπόμαστε για το μουσικό μας σώμα.

Ό,τι ἐκπροσωπεῖ σήμερα ο Λυκούργος Αγγελόπουλος στη βυζαντινὴ μουσικὴ ἀντιπροσώπευε η Δόμνα Σαμίου στην παραδοσιακή μας μουσική.

Ο Θεός να την αναπαύσει.

Ιστότοπος Δόμνας Σαμίου: http://www.domnasamiou.gr/

Και η ψυχή γλυκαίνεται… Στην Αγία Ειρήνη με τον Λυκούργο Αγγελόπουλο

Στην οδό Αιόλου. Ο ναός αυτός είναι μια κιβωτός στην πόλη. Είναι η πρώτη μητρόπολη της Αθήνας μετά την απελευθέρωση, που χρησιμοποιήθηκε από το παλάτι και τον βασιλιά Όθωνα. Στον χώρο της παλαιάς μεσαιωνικής εκκλησίας σχεδιάστηκε ένας νέος ναός συνδυάζοντας αρχιτεκτονικά στοιχεία της Αναγέννησης με βυζαντινές επιρροές από τον Λύσανδρο Καυταντζόγλου και εγκαινιάστηκε το 1850. Αυτά αφορούν την ιστορία. Δεν ξέρω τί θα συνέβαινε σήμερα, εκεί, εάν δεν υπήρχε ο Λυκούργος Αγγελόπουλος και ο πατέρας Θωμάς.

Και πρώτα, ο Λυκούργος Αγγελόπουλος. Βρίσκεται πολλά χρόνια στον δεξιό χορό. Άρχων πρωτοψάλτης της Μεγάλης Εκκλησίας τιμάει τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή μουσική παράδοση με ένα ήθος αξεπέραστο. Και τον τιμούν οι πάμπολλοι μαθητές του που ψάλλουν στην Ελλάδα και στη διασπορά και καμαρώνουν για τον δάσκαλο. Ο Λυκούργος είναι δάσκαλος που ξέρει να δίνει τα μυστικά της μουσικής από παλιά σκονισμένα χειρόγραφα μεγάλων μαϊστόρων. Κάθε Κυριακή νέοι ψαλτάδες τον έχουν κορυφαίο άρχοντα στην Αγία Ειρήνη να τους οδηγεί σε άγνωστους μυστικούς δρόμους, σε αργόσυρτα και γοργά μέλη, σε ιλαρούς και χαροποιούς σκοπούς δοξολογίας του σύμπαντος κόσμου. Και η ψυχή γλυκαίνεται όταν ο Αγγελόπουλος διδάσκει Κουκουζέλη. Ο Αγγελόπουλος σήμερα είναι το κατ᾽ εξοχήν πρότυπο ψάλτη που ψάλλει με αντικειμενικότητα.

Ο πατέρας Θωμάς είναι το δεύτερο πρόσωπο που καθορίζει τη φυσιογνωμία της ενορίας της Αγίας Ειρήνης. Με τη βαθειά φωνή μιλάει στην καρδιά τής σύναξης χωρίς υπερβολές στη λατρευτική τάξη και κυρίως, όταν κηρύττει, χωρίς να κολακεύει τους πιστούς, χωρίς να θρέφει την οργή ή τις ενοχές με το πρόσχημα του Θεού. Είναι απλός και αυτό περνάει άμεσα. Συγκρατώ τον λόγο του στους πρώτους Χαιρετισμούς. Πώς απογείωσε τους παρευρισκόμενους μιλώντας για τη φιλανθρωπία με σύγχρονους όρους.

Με δυο λόγια: η Αγία Ειρήνη είναι ένας εξαιρετικός προορισμός για παραμυθία και ψυχική τροφοδότηση τώρα που ξεκίνησε η Σαρακοστή. Οι πύλες της είναι ανοιχτές. Άσε τις προκαταλήψεις σου, άναψε ένα κεράκι, σκέψου έναν καλό λόγο και κάνε αυτόν τον λόγο ευχή…

Ο έρωντας του καλόγερου

Πρόβαλε χνουδάτος. Οι άκρες του αναζητούσαν να φιλήσουν τον ήλιο. Ήταν Νοέμβριος και ο ουρανός σκοτείνιαζε με νέφη γκαστρωμένα νερό. Και ο έρωντας χρειαζόταν φως για να ζήσει με άνεση. Είχε στη διάθεσή του μερικά εκατοστά χώμα. Ο χώρος που του είχε ετοιμάσει ο καλόγερος ήταν μία κονσέρβα γίγας από πελτέ «Κύκνος». Εκεί είχε ριζώσει και εκεί ξάπλωνε τα βλαστάρια του όταν κουραζόταν. Στα παλιά τα χρόνια οι ερωτευμένοι πρόσφεραν στην αγαπημένη τους δίκταμο που μάζευαν από τα βράχια. Ίσως για τούτο ονομάστηκε το βοτάνι αυτό έρωντας. Έχει και πανέμορφα λουλούδια που είναι έως τώρα, στα μέσα Οκτωβρίου ζωντανά!

Τώρα, ο γέροντας έκοβε τα φυλλαράκια του, τα έβραζε και έπινε το θεραπευτικό ποτό για τον στομαχόπονο αλλά και για να ηρεμεί τον λαιμό του μετά τις ατέλειωτες ολονύχτιες ψαλμωδίες. Στο κελλάκι μόνος ή μαζί με τους αδελφούς του.

Συχνά, όταν το ποτίζει, με προσοχή να μη χαλάσουν οι ρίζες του, του λέει και μια μαντινάδα ή ένα τραγούδι:

Τρεις καλογέροι κρητικοί και τρεις απ᾽ τ᾽ Άγιον Όρος καράβι αρματώσανε…

Και λίγο μετά:

Λουλούδι είναι ο έρωντας, που σε γκρεμό φυτρώνει

Τους λίγους κάνει ευτυχείς, και τους πολλούς πληγώνει.

Άραγε γιατί τον είχε στο περβάζι; στο σημείο που προστατευόταν από τους ανέμους και έκανε μια εσοχή στο κουζινάκι. Να ερχόταν στο νου του κάποια συχωριανή του που αγάπησε και της είχε χαρίσει κάποτε άγρια άνθη του βλογημένου φυτού; Ή μήπως να σκανδαλίστηκε όταν βγήκε στον κόσμο για τελευταία φορά; Το χαϊδεύει και μεταλαμβάνει τη ριγανάτη μυρωδιά.

Αναστενάζει και χαμηλώνει τα βλέφαρα.  Ξαφνικά, χωρίς να το πολυκαταλάβει, τα μάτια του γίνονται δύο βρύσες και τα ψαρά γένεια του βρέχονται. Θυμάται όταν είχε φύγει από το χωριό του και αποφάσισε να καλογερέψει το κλάμα που έκανε. Και θυμάται πως άφησε πίσω του ανθρώπους και τόπους, χώρισε από συνήθειες, άλλαξε ζωή, αλλά ποτέ δεν εγκατάλειψε μια λατρεία: να σκάβει τη γη και να την κάνει να καρπίζει. Και να κοιτά, ιδρωμένος, ψηλά, φχαριστώντας για τη μέρα που έκλεινε, χαιρετώντας με αγάπη το φως.

Ο έρωντας στην κατακόκκινη κονσέρβα ευχαριστημένος έβλεπε τα καραβάκια των προσκυνητών να περνάνε για να φτάσουν στην Αγία Άννα, εισέπνεε βαθιά τον φρέσκο αέρα του Αιγαίου, έστρεφε τα μαβιά του άνθη προς τη δύση, ενώ μπροστά του ορθωνόταν περήφανη η κορυφή του άγιου βουνού.

Μπερδεύω τους χρόνους. Το τώρα και το τότε. Ξέρω γιατί. Κάθε φορά που κοιτάζω προς το δικό μου φυτό θυμάμαι το παρτεράκι του καλόγερου,  και μουρμουρίζω τη μαντινάδα. Θεός σχωρέστον!

Ο δίκταμος από τον Αριστοτέλη έως τον Γαληνό, και από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, έως τις μέρες μας θεωρείται βότανο με εξαιρετικές ιαματικές ιδιότητες.

Ο έρωντας, το φυτό με τη φήμη του αφροδισιακού, καλλιεργείται εύκολα στην πόλη. Τα ροζ έως και μαβιά λουλούδια του κρέμονται τσαμπιά από τους βλαστούς του φυτού.