Category Archives: Το δικό μου Άγιον Όρος

Ο έρωντας του καλόγερου

Πρόβαλε χνουδάτος. Οι άκρες του αναζητούσαν να φιλήσουν τον ήλιο. Ήταν Νοέμβριος και ο ουρανός σκοτείνιαζε με νέφη γκαστρωμένα νερό. Και ο έρωντας χρειαζόταν φως για να ζήσει με άνεση. Είχε στη διάθεσή του μερικά εκατοστά χώμα. Ο χώρος που του είχε ετοιμάσει ο καλόγερος ήταν μία κονσέρβα γίγας από πελτέ «Κύκνος». Εκεί είχε ριζώσει και εκεί ξάπλωνε τα βλαστάρια του όταν κουραζόταν. Στα παλιά τα χρόνια οι ερωτευμένοι πρόσφεραν στην αγαπημένη τους δίκταμο που μάζευαν από τα βράχια. Ίσως για τούτο ονομάστηκε το βοτάνι αυτό έρωντας. Έχει και πανέμορφα λουλούδια που είναι έως τώρα, στα μέσα Οκτωβρίου ζωντανά!

Τώρα, ο γέροντας έκοβε τα φυλλαράκια του, τα έβραζε και έπινε το θεραπευτικό ποτό για τον στομαχόπονο αλλά και για να ηρεμεί τον λαιμό του μετά τις ατέλειωτες ολονύχτιες ψαλμωδίες. Στο κελλάκι μόνος ή μαζί με τους αδελφούς του.

Συχνά, όταν το ποτίζει, με προσοχή να μη χαλάσουν οι ρίζες του, του λέει και μια μαντινάδα ή ένα τραγούδι:

Τρεις καλογέροι κρητικοί και τρεις απ᾽ τ᾽ Άγιον Όρος καράβι αρματώσανε…

Και λίγο μετά:

Λουλούδι είναι ο έρωντας, που σε γκρεμό φυτρώνει

Τους λίγους κάνει ευτυχείς, και τους πολλούς πληγώνει.

Άραγε γιατί τον είχε στο περβάζι; στο σημείο που προστατευόταν από τους ανέμους και έκανε μια εσοχή στο κουζινάκι. Να ερχόταν στο νου του κάποια συχωριανή του που αγάπησε και της είχε χαρίσει κάποτε άγρια άνθη του βλογημένου φυτού; Ή μήπως να σκανδαλίστηκε όταν βγήκε στον κόσμο για τελευταία φορά; Το χαϊδεύει και μεταλαμβάνει τη ριγανάτη μυρωδιά.

Αναστενάζει και χαμηλώνει τα βλέφαρα.  Ξαφνικά, χωρίς να το πολυκαταλάβει, τα μάτια του γίνονται δύο βρύσες και τα ψαρά γένεια του βρέχονται. Θυμάται όταν είχε φύγει από το χωριό του και αποφάσισε να καλογερέψει το κλάμα που έκανε. Και θυμάται πως άφησε πίσω του ανθρώπους και τόπους, χώρισε από συνήθειες, άλλαξε ζωή, αλλά ποτέ δεν εγκατάλειψε μια λατρεία: να σκάβει τη γη και να την κάνει να καρπίζει. Και να κοιτά, ιδρωμένος, ψηλά, φχαριστώντας για τη μέρα που έκλεινε, χαιρετώντας με αγάπη το φως.

Ο έρωντας στην κατακόκκινη κονσέρβα ευχαριστημένος έβλεπε τα καραβάκια των προσκυνητών να περνάνε για να φτάσουν στην Αγία Άννα, εισέπνεε βαθιά τον φρέσκο αέρα του Αιγαίου, έστρεφε τα μαβιά του άνθη προς τη δύση, ενώ μπροστά του ορθωνόταν περήφανη η κορυφή του άγιου βουνού.

Μπερδεύω τους χρόνους. Το τώρα και το τότε. Ξέρω γιατί. Κάθε φορά που κοιτάζω προς το δικό μου φυτό θυμάμαι το παρτεράκι του καλόγερου,  και μουρμουρίζω τη μαντινάδα. Θεός σχωρέστον!

Ο δίκταμος από τον Αριστοτέλη έως τον Γαληνό, και από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, έως τις μέρες μας θεωρείται βότανο με εξαιρετικές ιαματικές ιδιότητες.

Ο έρωντας, το φυτό με τη φήμη του αφροδισιακού, καλλιεργείται εύκολα στην πόλη. Τα ροζ έως και μαβιά λουλούδια του κρέμονται τσαμπιά από τους βλαστούς του φυτού.

Advertisements

Τὸ χέρι τῆς Μαγδαληνῆς

Σημειώσεις τοῦ Ἄγγελου Σικελιανοῦ στὸ ταξίδι του στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ τὸν Νίκο Καζαντζάκη, τὸ 1914. Γιὰ σαράντα μέρες, ἀπὸ Νοέμβριο μέχρι Δεκέμβριο, περπάτησε τὰ μονοπάτια, συνάντησε κελλάκια, ἀγρύπνησε, ξαφνιάστηκε ἀπὸ ἀγγέλους, ἔνιωσε τὴν πνοὴ τῆς φύσης, ἔγινε μάρτυρας τῆς καρδιακῆς ἔκστασης. Ὅταν ἔβρισκε τὸν καιρὸ ἔγραφε μὲ ἕνα μολυβάκι σὲ μιὰ πολὺ μικρὴ ἀτζέντα μὲ τὶς ἡμέρες τυπωμένες στὰ γερμανικὰ τὴ συμπερίληψη τῆς καθημερινῆς ἐμπειρίας του. Ἡ πρώτη του σκέψη, τῆς πρώτης του μέρας ἐκεῖ, 15 Νοεμβρίου, στὸν Ἄθωνα γράφεται στὸ πρῶτο φύλλο τοῦ ἡμερολογίου, τὴν 1η Ἰανουαρίου. Ξεφυλλίζω τὴν ἀτζέντα. Καὶ πέφτω στὴ σημερινὴ μέρα. Γράφει γιὰ τὴ Μαγδαληνὴ καὶ τὸ χέρι της ποὺ φυλάσσεται στὴ Σιμωνόπετρα. Ἡ ζεστασιά της ἂς μᾶς συνοδεύει στὴν ἴνδικτο ποὺ ξεκινάει σήμερα. Καλὸ καὶ εὔφορο ἔτος!

Θυμάμαι ἕνα μεσημεράκι στὰ Καυσοκαλύβια ἕναν καλόγερο νὰ μᾶς δείχνει. μὲ ὑπερηφάνεια, σὲ ἕνα μεγάλο βιβλίο ἐπισκεπτῶν τὰ ὀνόματα τοῦ Καζαντζάκη καὶ τοῦ Σικελιανοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶχαν περάσει ἀπὸ τὴν ἔρημο τοῦ Ἄθωνα, ἀναζητώντας στὸ ἀθωνίτικο προσκύνημα τὸ ἄγγιγμα τοῦ Θεοῦ.

31. August

Εἰς τοῦ Γρηγορίου.

Τὸ κρανίον τοῦ μι-

ροῦ μάρτυρος Κηρύκου.

Καὶ μέρος τῆς κάρας

Διονυσίου τοῦ Ἀρε-

οπαγίτου.

1. September

Στῆς Σιμωνόπετρας.

Τὸ ἔβγα μας στὸν

ἀρσανά. Θάλασσα·

ὁ ἀφρὸς φαίνεται ἄξα-

φνα ζεστός, σὰ νὰ

καίει μιὰ ἀγαλλία-

ση ζωῆς.

Καὶ θυμοῦμαι ἄξαφνα

τὸ ζεστὸ χέρι τῆς

2. September

Μαγδαληνῆς, στὴ

Σιμωνόπετρα.

Ὁ ἀνήφορος στὴ

Σιμωνόπετρα.

Ἡ δάφνη δεξιὰ

ζερβὰ βλαστομασάει

ἀπίστευτα· δαφνο-

πόταμος. Δίπλα

3. September

τρέχει λαγκαδιὰ

ποὺ τὰ ξερόδεντρα

τυλίγουν ἄφθονα

οἱ κισσοί. Τὸ

κύμα ἀκούεται

κάτου, κι ἀπάνου

τὸ νερό.

Δάσος δαφνῶν

βαΐα.

Ἀπάνου καλεῖ ἕνα

4. September

σήμαντρο χαρού-

μενο, τρεμάμενο

σὰ γεράκι καὶ φέρνει κύκλους.

Μὴ τὸν

ξεχνᾶς αὐτὸν τὸν δρό-

μο· τὴ θεία θέρμη τῆς Μαγδαληνῆς.

Ὅλο τὸ σῶμα νικητή-

ριο μέσ᾽ ἀπ᾽ τὰ ἅγια.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Τὸ ἁγιορείτικο ἡμερολόγιο, Εἰσαγωγή – Φιλολογικὴ Ἐπιμέλεια: Ἰωάννα Κωνσταντουλάκη-Χάντζου, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 1988.

Τὸ μυστικὸ τῆς ρέγκας

Ἤτανε στὸ περιβόλι ὁ γέροντας καὶ βοτάνιζε. Ὁ προσκυνητὴς μὲ συστολὴ τὸν παρακολουθοῦσε. Ἡ ἀγωνία του νὰ τοῦ μιλήσει, τὸν ἔκανε μὲ ἕνα «εὐλογεῖτε» νὰ διακόψει τὴ γαλήνη τοῦ περιβολιοῦ. «Ὁ Κύριος» ἀπάντησε ὁ γέροντας καὶ συνέχισε σκυφτὸς νὰ βοτανίζει τὴν ἀλία μὲ τὰ ραπανάκια.

Σιγὰ σιγὰ καὶ πιὸ μετά, ἴσιωσε τὴ μέση του σὰν νὰ μὴν τὸν ἔβιαζε τίποτα καὶ μ᾽ ἕνα μάτσο ραπανάκια στὰ χέρια πλησίασε ἀργὰ ἀργὰ στὸ πεζούλι ποὺ στεκόταν ὁ νεαρός. «Καλῶς τονα» τοῦ εἶπε καὶ ἄνοιξε τὴ βρύση πλένοντας τὰ ραπανάκια καὶ τὰ χέρια του μαζὶ μέσα στὴ γούρνα. Ὁ νέος, φορτωμένος μὲ τὸ σακίδιό του καὶ μ᾽ αὐτὰ πού ᾽χε μέσα στὴν καρδιά του, στεκόταν ὄρθιος κάτω ἀπὸ τὴ φλαμουριὰ δίπλα στὸ πεζούλι, παγωμένος ἀπ᾽ τὴν ἀγωνία – σὰν τὸν ἄρρωστο πρὶν ἀπὸ τὴ διάγνωση.

Μὲ χαμόγελο ὁ γέροντας γύρισε πρὸς τὴ μεριά του καὶ καθὼς τὰ χέρια του μὲ τὰ ραπανάκια ἦταν βρεγμένα, τοῦ ρἀντισε τὶς σταγόνες τους σὰν ἁγιαμὸ στὸ πρόσωπο, ἕνα πρόσωπο ὅλο μάτια, ψάλλοντας τὸ «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου…». Ξαφνιάστηκε ὁ νέος. Αὐτὴ ἡ χειρονομία τοῦ γέροντα ἔσπασε λίγο τὴν παγωμάρα τῆς πρώτης ἐπαφῆς. Ὁ γέροντας προχώρησε πρὸς τὸ νεροχύτη. Τώρα ἡ ἔγνοια τοῦ νέου ἦταν νὰ βρεῖ τὸ γράμμα φίλου, ποὺ ἔγραφε συστάσεις στὸ γέροντα, ποὺ τὸν εἶχε παροτρύνει νὰ πάει στὸ Ὄρος, σ᾽ αυτό τὸ κελί, νὰ βρεῖ αὐτὸν τὸν γέροντα καὶ νὰ τοῦ τὰ πεῖ ὅλα.

Ἀγκυλωμένα τὰ δάχτυλά του ὅμως, δὲν εἶχαν τρόπο ἀπὸ τὴν ταραχὴ νὰ ψάξουν μέσα στὸ σακίδιο, ἐνῶ ὁ γέροντας στὸ νεροχύτη κάτι ἑτοίμαζε καὶ μὲ βαριὰ φωνὴ τοῦ σιγόψελνε, γεμίζοντας μὲ κατάνυξη τὸ μικρὸ ἀρχονταρίκι.

Τὸ παλικάρι, ποὺ ἀπὸ μικρὸς στὸ ψαλτήρι τοῦ χωριοῦ του ἤξερε καλὰ ὅλα τὰ νὴ πὰ βοῦ, γὰ δή, τώρα καιγότανε. Εἶχε ἀγαπήσει τὸ φίλο του, στὴ μονάδα ποὺ ὑπηρετοῦσε -ἦταν καὶ οἱ δύο ἀπ᾽ τὸ ἴδιο χωροό- λίγο περισσότερο ἀπὸ τὰ καθιερωμένα. Εἶχαν κοιμηθεῖ μαζὶ στὸ πλυντήριο οὐλαμοῦ κάνα δύο βράδια ἀγκαλιὰ πάνω στοὺς μπόγους μὲ τ᾽ ἄπλυτα σεντόνια τῶν σμηνιτῶν. Αὐτὰ κουβαλοῦσε μέσα του, αὐτὰ τοῦ εἴχανε θολώσει τὸ μυαλό, γι᾽ αὐτὰ εἶχε ἔρθει νὰ μιλήσει στὸ γέροντα, νὰ τὸν ρωτήσει: τὶ νὰ τὴν κάνει αὐτὴ τὴν ἀγάπη ποὺ τοῦ τυραννάει τὴν καρδιά; Κοιτοῦσε γύρω του, ἔψαχνε ἀπὸ κάπου νὰ γαντζωθεῖ. ᾽Ασπρόμαυρες φωτογραφίες γερόντων στὰ ντουβάρια μὲ βλέμματα αὐστηρὰ καὶ μακριὲς γενειάδες σὲ μικρὲς ξύλινες κορνίζες, μιὰ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ δίπλα στὸ μικρὸ παράθυρο νὰ βλέπει τὴ θάλασσα, ἡ Παναγία σὲ μία σκοτεινὴ πονίτσα, καὶ πάνω στὰ πάτερα τῆς στέγης, μιὰ ρέγκα, μιὰ ρέγκα κρεμασμένη κατακέφαλα!

Μὲ ἀργόσυρτο βῆμα καὶ τὸ δίσκο στὸ χέρι πλησίασε ὁ γέροντας, ἀκούμπησε τὸ δίσκο μ᾽ ἕνα ματσάκι κατακόκκινα ραπανάκια, ἕνα κομμάτι πρόσφορο, δυὸ ποτήρια τοῦ νεροῦ γεμάτα μαῦρο κρασὶ κι ἕνα πιατάκι ἁλάτι. Τράβηξε ἕνα καμνὶ καὶ κάθησε κι αὐτὸς ἀπέναντί του. «Τὶ βλέπεις, εὐλογημένε,» τοῦ εἶπε. Ὁ νέος εἶχε καρφώσει τὸ βλέμμα του πάνω στή ρέγκα πού ᾽ταν κρεμασμένη στὰ πάτερα. «Πάρε ἐδῶ νὰ δεῖς μεζές», τοῦ βούτηξε ἕνα ραπανάκι στὸ ἁλάτι κι ἔτσι χιονισμένο τοῦ τό ᾽δωσε στὸ χέρι μαζὶ μ᾽ ἕνα κομμάτι πρόσφορο, πού ᾽ταν ξερὸ σὰν παξιμάδι ραντισμένο μὲ νάμα, «νιῶσε νοστιμιὰ κι ὕστερα θὰ σοῦ πῶ τὸ μυστικὸ τῆς ρέγκας». Χωρὶς νὰ τὸν ἀφήνει νὰ πάρει ἀνάσα τοῦ λέει: «Πιὲς ἀπὸ τοῦτο, μὴν τὸ φοβᾶσαι, εἶναι δικό μας», καὶ ἀμέσως σήκωσε τὸ ποτῆρι του, ποὺ μὲ μιὰ γουλιὰ τὸ ἔφερε στὴ μέση. «Ξέρεις παιδί μου», συνέχισε, «ἐμεῖς ἐδῶ στὸ Ὄρος ἤρθαμε ὁ καθένας καὶ μὲ τὰ δικά του χούγια. Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅλους μας ἔδωσε τέτοια σιγουριά – ποὺ μᾶς ἔκανε νὰ φωλιάσουμε ἐδῶ μέσα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ κυρὰ Παναγιά, σὰν διακονιάρα μάνα μᾶς νοικοκύρεψε. Γιατὶ ἂν ἤμαστε μόνοι μας, παιδί μου, ἐδῶ μέσα μὲ τὸ Χριστό, θὰ τά ᾽χαμε ὅλα ρουμπούλιο. Στὸν ἐνθουσιασμό μας πάνω θὰ νομίζαμε ὅτι ἡ θάλασσα, τὰ δίχτυα καὶ τὰ ψάρια εἶναι ἕνα. Θά ᾽χαμε μόνο τὸ νοῦ μας στὸ ποτῆρι καὶ τὴ σκάρα, δὲ θὰ βλέπαμε οὔτε θράψαλο. Τὶς καλὲς ἡμέρες, στὶς μεγάλες γιορτὲς τρῶμε ψάρι, τὶς ἄλλες βολευόμαστε μὲ ὅλ᾽ αὐτὰ ποὺ βγάζουν τὰ περιβόλια μας. Ἔτσι, καὶ μόνο ἀπ᾽ τὸ φαῒ ξεχωρίζουμε τὴ μιὰ μέρα ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὅμως εἶναι πάντα πανηγύρι, θέλει κρασὶ καὶ μεζέ. Γι᾽ αὐτὸ ἔχω κι ἐγὼ αὐτὴ τὴ ρέγκα ἐκεῖ πάνω. Τὴ θυμιατίζω μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους, τήνε βλέπω καὶ λέω: Ποῦ θὰ πάει; Θὰ ἔρθουν καὶ οἱ καλὲς ἡμέρες. Κι ὅταν ἔρχονται αὐτὲς οἱ ἡμέρες, τὴν ξεκρεμάω τὴ ρέγκα, τὴ βράζω λίγο καὶ στὸ ζουμί της ρίχνω λίγη μανέστρα, ἐκεῖ νὰ δεῖς νοστιμιά. Ὕστερα καὶ πάλι τὴν ξανακρεμάω στὰ πάτερα, καὶ πάλι μπαίνω στὸν ἀγώνα, Γιατὶ τὸ μυστικὸ στὴν ἀγάπη εἶναι νὰ βρίσκεις τρόπο νὰ κόβεις τὴ λιγούρα σου. Κατάλαβες;»

Ὁ νέος εἶχε γουρλώσει τὰ μάτια μ᾽ αὐτὰ ποὺ ἄκουγε. Εἶχε ξεχάσει πρὸς στιγμὴ τὸ φίλο του. Δὲν ἤξερε μὲ τὶ τρόπο μποροῦσε νὰ συνταιριάξει τὰ δικά του μὲ τὴν πρακτικὴ τοῦ γέροντα.

Νὰ τοῦ μιλάει γιὰ τὰ ραπανάκια, γιὰ τὸ κρασί, γιὰ τὸ ζουμὶ τῆς ρέγκας, μὲ τέτοια λατρεία – ποὺ τὸν ἔκανε νὰ τὸν ζηλεύει. «Μὴν τὰ θεωρεῖς τρελὰ αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω», συνέχισε, βλέποντας τὴν ἀμφιβολία τοῦ νέου νὰ ζωγραφίζεται στὸ πρόσωπο μὲ γκριμάτσες, πότε στὸ μέτωπο, πότε στὰ φρύδια, πότε στὰ χείλη. «Ἂν δοκιμάσεις τὸ ζουμὶ τῆς ρέγκας, θὰ δεῖς θαῦμα – θὰ σὲ ξετρελάνει!

Πορτραίτο Αθωνίτη μοναχού.

Μοναχὸς στὶς Καρυές, ἀρχὲς 20ού αίώνα.

Ἐξάλλου τὶ νὰ τὸ κάνεις τὸ μυαλό;» ἀναρωτήθηκε κάπως μελαγχολικὰ αὐτὴ  τὴ φορά, «τὴν εἶδα κι ἐγὼ τὴν προκοπή μου τόσα χρόνια στὰ καράβια πρὶ ἔρθω ἐδῶ – ποὺ προσπαθοῦσα μόνο μ᾽ αὐτὸ νὰ τὰ βγάλω πέρα. Τὶ τὰ θές, παιδί μου; Τὰ χούγια δὲν κόβονται μὲ χούι, καὶ τὸ μυαλὸ χωρὶς καρδιὰ εἶναι τὸ χειρότερο χούι» τοῦ εἶπε καὶ τσούγκρισε τὸ τρίτο κέρασμα, ποὺ τοὺς εἶχε κοκκινίσει καὶ τῶν δυονῶν τὰ μάτια σὰν τὰ ραπανάκια.

Στὸ μονοπάτι γιὰ τὶς Καρυές, ἔνιωθε περίεργα ἀνάλαφρος. Τὰ λόγια τοῦ γέροντα μ᾽ ἕνα μυστικὸ τρόπο τόνε είχανε μαλακώσει. Χωρὶς νὰ ἔχει πεῖ τὴν παραμικρὴ κουβέντα γιὰ τὴν περίπτωσή του, χωρὶς νὰ ἔχει κάνει καμιὰ μετάνοια, εἶχε ξαλαφρώσει . Πετοῦσε ἡ περπατησιά του. Μόνο μιὰ λαχτάρα εἶχε τώρα, νὰ βρεῖ κι αὐτὸς τὸν τρόπο του – νὰ δοκιμάσει ἔστω καὶ μιὰ φορὰ αὐτὸ τὸ ζουμὶ τῆς ρέγκας, νὰ γευθεῖ ἔστω μιὰ φορὰ αὐτὸ τὸ «θαῦμα» ποὺ σὲ κάνει τελικὰ νὰ κόβεις τὴ λιγούρα σου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Πρώτη δημοσίευση: Τὸ ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ τοῦ Μπιλιέτου [36], Παιανία, Μάρτιος 2003 καὶ στὴ συλλογὴ Τὸ μυστήριο τῆς αγάπης. Διηγήματα 1992-2005, ἐκδ. Μπιλιέτο, 2006.

Τὸ βασίλειο τῆς σιωπῆς καὶ τῆς ὀμορφιᾶς: Μὲ τὸν Βέλμο στὸν Ἄθωνα

Ὁ καθένας μας ποὺ ἔχει ταξιδέψει στὸν Ἄθωνα ἔχει τὸ δικό του Ἅγιον Ὅρος καὶ μία γεύση Ὀρθοδοξίας ποὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς πόλης. Ὁ Νίκος Βέλμος, φίλος τῆς νιότης τοῦ Κόντογλου καὶ τοῦ Στρατῆ Δούκα, ἀνέβηκε καὶ γνώρισε τὸ Ὄρος τὸ 1926, τότε ποὺ ἀνακάλυπτε ἡ γενιά του κρίκους μὲ τὴν ἑλληνικὴ παράδοση, τὴ λαϊκότητα καὶ τὴ μαγεία τῆς φύσης, μακριὰ ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ τῶν ἄστεων. Οἱ περιγραφὲς τοῦ Βέλμου μοιάζουν σὲ ἀρκετὰ σημεῖα μὲ ὅσα ἔχω νιώσει κι ἐγὼ στὶς κατὰ καιροὺς περιοδεῖες μου.

Ἀνθολογῶ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ  βιβλίο του Στ᾽ Ἅγιον Ὄρος (ἐκδ. Πρόσπερος, 1984), ἀξιοπρόσεκτα γιὰ τὰ αἰσθήματα καὶ τὶς σκέψεις τοῦ Βέλμου. Ὅταν ὁ λόγος του γίνεται παραλήρημα ἀποκτᾶ ἀκόμη μεγαλύτερη δραστικότητα.

Νίκος Βέλμος, Ἅγιος Γεώργιος (ca. 1927)

Νίκος Βέλμος, Ἅγιος Γεώργιος (ca. 1927)

[…] Καβαλήσαμε δυὸ μουλάρια, ποὺ τά ᾽χε ἕνας ἄνθρωπος μικρόσωμος, πού ᾽μοιαζε μὲ ξανθιὰ γυναίκα περασμένη, μακροπρόσωπη καὶ φαλακρή.  Μπρός μας γιὰ ὁδηγὸ εἴχαμε ἕνα τόσο δὰ κασιδιάρικο σκυλάκι, ποὺ ἀνακατευόταν σ᾽ ὅλα‧ μπορεῖ νὰ πεῖ κανένας καὶ στὶς συμφωνίες πού ᾽κανε τ᾽ ἀφεντικό του μὲ τὸν κόσμο.

Κινήσαμε ἀκρογιαλιὰ ἀκρογιαλιά, ἀνάμεσα ἀπὸ δεντράκια πού ᾽χαν πολὺ σκοῦρα καὶ πολὺ χοντρὰ τὰ φύλλα σὰν τῆς βελανιδιᾶς, καὶ σὲ λίγο βρεθήκαμε πάνω ἀπὸ ἕνα θεόρατο γκρεμνό.

Ἄρχισα νὰ τὰ χάνω! Ὧς κι ἡ ἀνάσα μοῦ ᾽φταιγε καὶ τὸ μάτι του ξεκολλημὸ δὲν εἶχε ἀπ᾽ τὰ πόδια τοῦ μουλαριοῦ, ποὺ περπατοῦσε τσάτρα πατρα πάνω στὰ ζεστὰ καὶ γλιστερὰ καλντερίμια.

Τὸ τὶ γινόταν γύρω μου, στάθηκε ἀδύνατο νὰ τὸ δῶ! Τὸ μόνο ποὺ θυμᾶμαι εἶναι πὼς ὅταν φάνηκε ἕνα σπίτι ἄρχισα νὰ παίρνω ἀπάνω μου.

Δίχως νὰ τὸ περιμένω βρεθήκαμε σ᾽ ἕνα μισοϊσοδεπωμένο μέρος ποὺ ἀπ᾽ αὐτὸ φαινόντουσαν τ᾽ ἀπότομα γκρεμνὰ ποὺ ἀνεβήκαμε πιὸ τρομαχτικά. Ἔστριψα τὸ κεφάλι μου γιὰ νὰ μὴ τὰ βλέπω καὶ κατέβηκα ἀπ᾽ τὸ ζό.

Μπρός μου στεκόταν ἕνας γέρος, χλομὸς καὶ ψηλόλιγνος μὲ σβησμένα γαλανὰ μάτια, ποὺ ἂν δὲν χαμογελοῦσε, σίγουρα θὰ πίστευα πὼς εἶναι κανένας ἀπὸ κείνους τοὺς ἀμίλητους ἁγίους, πού ᾽δα στὸ ἱερὸ κάποιου ρημοκλησιοῦ τοῦ Ὑμηττοῦ. Τὸ χαμόγελό του μὲ συνέφερε κι εἶπα κάτι.

-Μὲ λένε Σεβεριανὸ κι εἶμαι ἀπ᾽ τὴν Τῆνο. Ἐλᾶτε μέσα.

Μιλοῦσε ἄψυχα σὰν ἄρρωστος κι ἡ φωνή του, ποὺ θαρροῦσε πὼς τὴν ἄκουγες νά ῤχεται ἀπ᾽ τὴν ἄκρη μιᾶς ὑγρῆς καὶ πολὺ μακριᾶς καμάρας, ταίριαζε τόσο μὲ τὴ μορφή του.

-Θὰ γυρίσουμε σὲ μέρες, συμπαθῆστε μας, ἡ ὥρα δὲ μᾶς παίρνει. Συμπαθῆστε μας. Νὰ πιοῦμε λίγο νερό…

Ἐδῶ πάνω θά ᾽ν᾽ὡραῖα γιὰ κείνους πού ᾽χουν συνηθίσει τὸ μέρος;

Καὶ σὲ λίγο:

-Εἶναι ἔτσι σὰν καὶ σᾶς ὅλοι οἱ καλόγεροι;

Χαμογέλασε, ὄχι γιατὶ τὸ παραδέχτηκε ἢ καὶ γιὰ νὰ ξεφύγει μιὰν ἀπόκριση μὰ γιατὶ παραξενεύτηκε μὲ τὴν ἐρώτησή μου.

Μὰ ὑπάρχουν, λοιπόν, ἀκόμα ἄνθρωποι μέσα στὴν πλάση ποὺ ἡ συνήθεια καὶ τὰ γηρατειὰ δὲν τοὺς προστυχεύουν τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ κι ὅπου μποροῦνε ἀκόμα νὰ σπαρταροῦνε σὰ μικρὰ παιδιὰ σ᾽ ἀγνώστους, σὲ ξένους; Νά ᾽ναι τόσο γλυκιὰ καὶ γιὰ τὸν ἐρημίτη ἡ νοσταλγία τῆς δυστυχίας ποὺ φωλιάζει ἐκεῖ ποὺ ζοῦν οἱ ἄνθρωποι ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλον;

-Εἶναι τόσο γλυκιά!

Ὁ ἅγιος πρόσταξε καὶ μᾶς ἔφερε κάτω ἀπ᾽ τὴν ἐλιὰ ποὺ καθίσαμε κρασὶ μαῦρο, καφέδες καὶ φροῦτα κι ἀφοῦ μᾶς ἐξέτασε δίχως ν᾽ ἀποφανθεῖ διόλου, κάθισε κοντά μας ἄφωνος λὲς καὶ γιὰ νὰ προσέξει κάθε λέξη μας καὶ κάθε κίνησή μας. Ἔλεγες πὼς ἡ σκιὰ τ᾽ ἀνθρώπου τὸν τρόμαζε, γιὰ δαῦτο καὶ φερνόταν ἔτσι. […]

Τελειωμὸ δὲν εἶχε ὁ δρόμος μὰ οὔτε κι ἡ σιωπὴ τέλος. Ὅλα στέκαν ἀκίνητα καὶ μεῖς ποὺ περπατούσαμε θαρροῦσες πὼς δὲν αἰστανόμαστε τὴν περπατηξιά μας. Πόση δροσεράδα μὰ καὶ πόση μελαγχολία σ᾽ ὅλα, ὣς καὶ στὸ κάθε φυλλαράκι. Σίγουρα τὸ βασίλειο τῆς σιωπῆς καὶ τῆς κάθε ὀμορφιᾶς ἐδῶ ᾽ναι!

Πρὶν καλοσβήσουν τ᾽ ἄστρα ξύπνησα καὶ πρὶν λαλήσει ὁ πετεινὸς ἤμουν στὸ πόδι καὶ χάζευα τὸ σκοτάδι ποὺ μένα τὸ φοβιτσιάρη δὲ μὲ φόβιζε τούτη τὴ φορά. Μά, πρὶν προφτάσω νὰ χαρῶ τοῦτο τὸν ξεφοβισμό μου, τά ᾽χασα γιατί, ἔτσι ποὺ ἤμουνα ξαπλωμένος ἀπάνω στὸ χαγιάτι, ἄρχισα νὰ βλέπω σκιὲς ν᾽ ἀνεβοκατεβαίνουν μέσα στὸ χάος, νά ᾽ρχονται πρὸς ἐμένα δίχως ὁλότελα νὰ μὲ ζυγώνουνε καὶ νὰ σβήνουν κάτι φλόγες ποὺ πετοῦσαν καὶ ποὺ ὅλο ἀνάβανε τρεμουλιαστά, λὲς καὶ φοβόντουσαν τοὺς ἤχους μιᾶς κουφῆς καμπάνας ποὺ σίγουρα κάνα χέρι ἀόρατο τὴν χτυποῦσε.

Καὶ νά ἡ καμπάνα πού ᾽παψε καὶ νά κι οἱ σκιὲς μὲ μιᾶς πληθύναν καὶ σβήσαν τὸ σκοτάδι μὲ τὴ μαυρίλα τους καὶ τ᾽ ἄστρα μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ νά κι ἐγώ, δίχως νὰ τὸ νιώσω, βρέθηκα ψηλὰ νὰ πετῶ μαζί τους μὲς στὸ χάος δίχως καρδιὰ καὶ δίχως νοῦ, ζωντανός, γιατὶ καὶ πεθαμένος, ἀλαφρὺς σὰν πνοή, σὰν καπνός!

-Ὤ, πόσα καὶ πόσα ζεῖ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ποτέ του δὲν τὰ περιμένει…

-Ὄχι πιὸ πέρα… ὄχι πιὸ κάτω… Στὸν τάφο ζοῦν οἱ πεθαμένοι τέτοιες ὧρες… Γιὰ τὴ ζωὴ μ᾽ ἀρέσει νὰ χαθῶ καὶ δὲ μὲ νοιάζει ὁ πόνος.

Ἀργές, σιγανές, νεκρώσιμες ψαλμωδίες ἀρχίσανε, ποὺ λὲς καὶ ξεπροβοδίζανε στὸν ἄλλο κόσμο μαζὶ μὲ μένα κι αὐτὸ τὸν κόσμο ποὺ τόσο τὸν μισοῦνε μὰ καὶ ποὺ τόσο τὸν ἀγαποῦνε οἱ ἄνθρωποι. Πῆγα νὰ ριζωθῶ στὸν τοῖχο, γιατὶ πάλι ξαναβρέθηκα μέσα στὸ χάος, μὰ τούτη τὴ φορὰ ἀλλιῶς. Θαρροῦσε πὼς ὅλο ἔπεφτα ἀπὸ κάστρα, ἀπ᾽ τὰ γκρεμνὰ ποὺ πέρασα κι ἀπὸ τὸν Ἄθωνα.

-Ἂ κι οἱ ἀνατριχίλες θὰ σχίζουν τὴν καρδιά.

Οἱ ψαλμωδίες πάψανε κι ἡ σιωπὴ ποὺ τὶς ἀκλουθοῦσε -καὶ ποὺ λὲς πὼς ἦταν ἀντίλογος σιωπῆς- ἄρχισε μαζεμένες νὰ τὶς ἀγκαλιάζει, μ᾽ αὐτὲς μαζεμένες ξεφεύγανε κι ἀνεβοκατεβαίνανε μέσα στὸ σκοτάδι, σηκώνοντας καὶ σπρώχνοντας καὶ διώχνοντας ἡ μιὰ τὴν ἄλλη.

Ἦταν μέρα πιὰ ὅταν βρέθηκα στὴν ἀπέραντη αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς. Κι ὅμως γύρω δὲν ἔβλεπες ἄλλον ἀπὸ κεῖνο τὸν ἀμίλητο ἀράπη ποὺ στέκεται ἐκεῖ ψηλά, αἰῶνες τώρα, πλάι στὸ ρολόι καὶ τὴν φυσάει. Μὰ οὔτε καὶ σκιὰ ἀπ᾽ τὸ φῶς δὲν ἔβλεπες πίσω ἀπ᾽ ὅλ᾽ αὐτὰ τ᾽ ἀμέτρητα παραθύρια καὶ μέσα σ᾽ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀτέλειωτους διαδρόμους τοῦ μοναστηριοῦ.

Στυλώθηκα σ᾽ ἕνα τοῖχο κι ἄρχισα νὰ χαζεύω τὶς πολύχρωμες φιγοῦρες.

Κάποιος σκυφτὸς κι ἔγκωμος καλόγερος, ποὺ στὰ δάχτυλα τοῦ κρεμασμένου του χεριοῦ εἶχε περασμένο ἕνα χαλκὰ μὲ κάτι μεγάλα κλειδιά, ξεπρόβαλλε ἀπὸ πέρα καὶ ζωήρεψε ὅλο κεῖνο τὸ μέρος. Δίχως νὰ βλέπει κὰν μπροστά του σίμωσε στὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ τὴν ἄνοιξε καὶ χάθηκε στὸ σκοτάδι, ποὺ πιὸ πολὺ τὸ πλήθαινε ἕνα φῶς ὅπου πετοῦσε μέσα σ᾽ αὐτὸ παρὰ ποὺ τὸ λιγόστευε.

Πέρασα δυὸ ζωγραφιστὲς στοὲς καὶ στάθηκα σὰ μάρμαρο στὴν πόρτα της. Ὁ καλόγερος ἄρχισε ν᾽ ἀνάβει τὰ καντήλια ἑνὸς πολυελαίου πού ᾽χε τὸ ἴδιο φάρδος τοῦ θόλου καὶ ποὺ γύρω-γύρω του κρεμόντουσαν ἀμέτρητα εἰκονισματάκια πού ᾽χαν ὅλα τὸ ἴδιο σχῆμα.

Τὸ φῶς ἄλλαζε λίγο λίγο καὶ πλήθαινε. Κι ὅσο πλήθαινε κι ἄλλαζε τόσο ἀλλιώτικη γινότανε ἡ ἐκκλησιά. Τὸ τὶ ἔκανε κεῖ μέσα δὲ λέγεται. Μὰ οὔτε καὶ λέγονται τὰ μύρια χρώματά του. Ποτὲς στὸν ὕπνο μου καὶ στὸν ξύπνιο μου δὲ φαντάστηκα τὰ πράματα πού ᾽δα κεῖ μέσα. Μά, κι οὔτε ποτὲς θὰ μποροῦσα νὰ τὰ μάθω, νὰ τὰ θυμηθῶ κι ἂν ἀκόμα τά ᾽βλεπα κάθε μέρα. Ἄ, τὸ λέω‧ ἐκεῖ μέσα πρωτόνιωσα βαθιὰ τὸ τὶ θὰ πεῖ κεῖνο ποὺ μισοῦσα, μὰ καὶ κεῖ μέσα τόσο κατάλαβα τὴ μικρότητά μου, ποὺ ἀπὸ φόβο μὴ μικρύνω πιὸ πολὺ μαζεύτηκα καὶ βγῆκα ὄξω. Τὸ παραμικρὸ μπορεῖ ν᾽ ἀλλάξει τὸν καθένα. Στὴ στιγμὴ δὲ βγάζεις μέσα ἀπ᾽ τὸ νοῦ σου ὁράματα ποὺ σὲ κάνουνε νᾶ τᾶ χάσεις. […]

Ἐδῶ ᾽μαι σὰν ἐρωτευμένος μὰ σὰν ἐρωτευμένος ποὺ βλέπει ὅ,τι θέλει κι ὅ,τι φαντάζεται καὶ ποὺ ξεχνᾶ, ξεχνᾶ, ξεχνᾶ. Κι ὅ,τι ξαναθυμᾶται, τὸ θυμᾶται ἀλλιῶς. Ἐδῶ πού ᾽μαι τὸ κοράκι εἶν᾽ ἀγαπητὸ σὰν τὸ περιστέρι καὶ τὸ ψωμοτύρι τὸ χαίρομαι σὰν κανένα πλουσιοπάροχο γεῦμα. Χαμηλὰ στὴ ρεματιὰ καὶ ψηλότερα ἀπ᾽ τὶς χῶρες τόσα μέτρα!… Ὤ, κανένας ἀπὸ κεῖ δὲ μὲ φτάνει. […]

Μᾶς ἄρεσε καὶ τῶν δυονῶν νὰ ξυπνᾶμε νύχτα, νὰ γυρίζουμε στὰ δεντροφορτωμένα βουνὰ καὶ στὶς ἀπόκρυφες ρεματιές νὰ μαζεύουμε ξύλα, νᾶ κουραζόμαστε καὶ νὰ ξαπλωνόμαστε καί, γλυκουρασμένοι καὶ χαρούμενοι, νὰ γυρίζουμε στὴ φωλιά μας ἔτσι σὰ νὰ μᾶς χαρίσανε ἢ σὰ νὰ κερδίσαμε κάτι. Κι ὕστερα ἀπ᾽ ὅλ᾽ αὐτὰ μᾶς ἄρεσε νὰ τρέχουμε βιαστικοὶ στὸ ψάρεμα λὲς κι αὐτή ᾽ταν ἡ μόνη δουλειά μας καὶ κεῖ, παίζοντας μὲ τὴ χαρούμενη θάλασσα, νὰ ξεχνᾶμε τὴν κάψα τοῦ ἥλιου σὰν τὰ πολὺ μικρὰ παιδιά, μὰ κι ὅλα, ὅλα νὰ τὰ ξεχνᾶμε‧ ὣς καὶ τὸν ἑαυτό μας. Κι ὅταν τελειὠναμε ἀπὸ κεῖ πηγαίναμε πάλι στὸ σπιτάκι, ἀνασκουμπωμένοι καὶ χαρούμενοι, νὰ καταπιαστοῦμε μὲ τὴ φωτιά, μὲ τὶς κατσαρόλες, μὲ τοῦτα καὶ μὲ κεῖνα, βιαστικοὶ γιὰ νὰ μὴν ἀργήσουμε, λὲς καὶ περιμέναμε ξένους, λὲς κι εἴχαμε γιορτὴ κι ἀκόμα λὲς καὶ προσμέναμε τὰ κουρασμένα παιδιά μας ἢ τὰ ἐγγόνια μας.

Ἀληθινὰ εἶναι τὸ μόνο ὡραῖο πράμα ἡ ἐρημιὰ γιὰ τὸ δυστυχισμένο καὶ τὸ μόνο ποὺ κάνει ὣς καὶ τὴ δουλειὰ ἀγαῆτὴ καὶ τὴ νοσταλγία συμπόνια. […]

Νά καὶ σκοτείνιασε. Πόσοι ἀθρῶποι αὐτὴ τὴν ὥρα, ἀπ᾽ τὴν πολλὴ κούραση κι ἀπ᾽ τὴ μεγάλη ἀνέχεια, ἀγανακτοῦνε‧ μὰ καὶ πόσοι ἀπελπίζονται γιατὶ ξέρουν πὼς ἡ νύχτα βαστάει λίγο… Καλέ μου Θεέ, κάνε καὶ γιὰ τοὺς φτωχοὺς ἀνθρώπους ἀτέλειωτη τὴ νύχτα μιὰ ποὺ μισήσανε τὸ πιὸ ὡραῖο εὕρημά σου τὴν ἡμέρα. […]

Ἕνα φύλλο νὰ πέσει κάτω θ᾽ ἀκουστεῖ κι ὁ θόρυβος τῆς νύχτας καὶ τῆς φωτιᾶς εἶναι τέτοιος ποὺ λὲς πὼς ἔρχεται ἀπ᾽ ἀλλοῦ ἢ πὼς εἶναι ἀπ᾽ τῆς σιωπῆς τὴ σιωπή! […]

Κάποιο κυπαρίσσι, ποὺ ὁ Θεὸς ξέρει πὼς φύτρωσε ἐκεῖ πέρα, παίζει στὸ σύννεφο μὲ τὴ μυτίτσα του καὶ μιὰ τὸ σκίζει καὶ φαίνεται ὁλοζώντανη ἡ σχισμάδα του καὶ μιὰ τὸ ξεθωριάζει λιγάκι. Σὰν ξεπιτούτου θαρρεῖς πὼς εἶναι κεὶ ποὺ βρίσκεται. Κι ἀκόμα μπορεῖ νὰ πεὶ κανένας πὼς τώρα δὰ φύτρωσε σ᾽ αὐτὴ τὴ θέση ἢ καὶ πὼς ἔμεινε ἐκεῖ σύξυλο καθὼς περνοῦσε. Τυχερὸς εἶναι κεῖνος ποὺ τοῦ λαχαίνουν στὸ δρόμο του κάτι τέτοια, μὰ πιὸ τυχερὸς κεῖνος ποὺ μπορεῖ καὶ βρίσκει, ἀνάμεσα στὶς ἄπειρες ὀμορφιὲς τῆς φύσης, τὴν ὀμορφύτερή της. Σὲ κάθε βῆμα κάτι νέο κι ὡραῖο. Σ᾽ ἕναν ἀτέλειωτο δρόμο πόσα νέα κι ὡραῖα πράματα γιὰ ὅποιον ἔχει ὀρεχτάτη ψυχή. Ἡ φύση μᾶς φέρνει στὴν τέχνη κι ἡ τέχνη σὲ μιὰν ἄλλη τέχνη μᾶς ἀνεβάζει ποὺ μ᾽ αὐτὴ μαθαίνεται ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς, ἡ ἀληθινὴ χαρά, ποὺ ἀσυνείδητα τὴν γυρεύουν ὣς κι οἱ ἄμαθοι ὣς κι οἱ πιὸ ἁπλοϊκοί.

Ἡ ἀληθινὴ χαρά! Γι᾽ αὐτῆνε δὲν ὑπάρχει οὔτε τὸ σήμερα μὰ οὔτε κι ὁ θάνατος τῆς ζωῆς. Μονάχα ἡ ζωὴ τοῦ αὔριο γι᾽ αὐτῆνε ὑπάρχει! Ἡ ἀληθινὴ χαρά! […]

Σταθήκαμε σὲ μιὰ σκήτη ποὺ γύρω γύρω στὴ σκεπή της εἶχαν χτισμένες τὶς φωλιές τους τὰ πουλιά. Στὴν πόρτα της ἕνας κόκορας ἔβοσκε καὶ παρακεῖ ἕνα μουλάρι. Μέσα στὸ τζάκι κάποιος γέρος κάτι σκάλιζε στὴ φωτιὰ καὶ πιὸ κεῖ ἕνα μαγκάλι στρίγκλιζε καὶ γουργούριζε. Τὰ φύλλα τῶν δέντρων πέφτανε καὶ τὰ φύλλα τοῦ κισσοῦ κεντούσανε ἕνα τοῖχο τῆς σκήτης. Στὴν κουφάλα τοῦ πλάτανου εἶχε στριμωχτεῖ ἕνας καλόγερος καὶ κάτι πασπάτευε! Ὁ οὐρανὸς ἀπὸ πάνω του χαιρόταν μ᾽ ἕνα σύννεφο ποὺ ἀπ᾽ τὴν ἄκρια του χαμογελοῦσε ὁ ἥλιος. Τί τρομερό! […]

Εἶναι τόσο ἥσυχη ἡ θάλασσα ποὺ ὅποιος θὰ τὴν ἀντικρίσει γιὰ πρώτη φορὰ σίγουρα θὰ ξεγελαστεῖ καὶ θὰ κάνει νὰ τὴν περπατήσει… κι ἄλλος θὰ βουτήξει σ᾽ αὐτὴ γιὰ νὰ ζήσει μαζὶ μ᾽ ὅ,τι ἄυλο καὶ ζωντανὸ ζεῖ μέσα της. […]

Ὦ ἄγνωστε γεννήτορα τῆς πλάσης, γιατὶ μᾶς ἔριξες ἔτσι, χωρὶς σκοπό, μέσα σὲ μιὰ τόσο ἄστατη μὰ καὶ τόσο βαθιὰ ὀμορφιά; Καὶ γιατὶ, μιὰ ποὺ μᾶς ἔριξες, δὲ μᾶς ἀφήνεις νὰ ζήσουμε ὀνειρεμένα, ὅπως ζοῦνε γύρω μας ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τά ᾽χουμε γι᾽  ἀναίσθητα;

Ποιὸς εἶναι ὁ Νίκος Βέλμος;

Nikos_VelmosὉ Νίκος Βέλμος (Νικόλαος Βογιατζάκης), ζωγράφος, λογοτέχνης καὶ ἠθοποιός, γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1889. Μαθήτευσε στὸν πρῶτο σκηνοθέτη τοῦ Ἐθνικοῦ (Βασιλικοῦ) Θεάτρου Θωμᾶ Οἰκονόμου. Ἔχει ἑρμηνεύσει ρόλους, ὅπως: Ἅμλετ, Ρωμαῖος, Φιλοκτήτης, Νίκαρος (Τρισεύγενη, Παλαμᾶ) κ.ἄ. Μετέφρασε τὸν Ὀθέλλο, Ἀντώνιο καὶ Κλεοπάτρα, Ὅπως ἀγαπᾶτε. Ἄλλα βιβλία του Βέλμου εἶναι: Ὁ ἐρωτόπαθος τραγουδιστής, Σεβντάς, Ὁ πιστὸς τῆς ἀπελπισίας, Δύο ἀγάπες, Κοινωνικό βιβλίο. Τὸ 1927 ἵδρυσε τὸ «Ἄσυλον Τέχνης» στὴν ὁδὸ Νικοδήμου (Πλάκα), χῶρος ἐκθέσεων καὶ οὐσιαστικῆς συνάντησης καὶ διαλόγου τῶν νέων καλλιτεχνικῶν δυνάμεων τοῦ Μεσοπολέμου (Κόντογλου, Παπαλουκᾶς, Πικιώνης, Λαπαθιώτης κ.ἄ.). Ἦταν ὁ ἐκδότης τοῦ ἐντύπου Φραγγέλιο, στὸ ὁποῖο μέ μιὰ κομμουνιστικὴ ματιὰ ἀσκοῦσε ἔντονη κριτικὴ σὲ πρόσωπα τοῦ καιροῦ του καὶ στὸ κάθε λογῆς κατεστημένο. Ἀναχώρησε γιὰ τὴν αἰωνιότητα τὸ 1930 ἀπὸ τροφικὴ δηλητηρίαση.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: NIKOS VELMOS

Μνήμη Ματθαίου, δούλου Ιησού, του Χίου, ποιητοῦ και δασκάλου

για τα εννέα χρόνια που αναχώρησε για τα πέρατα. Σαν χτες. Ήταν 65.

Παιδί του πολέμου και της κατοχής έφτασε στην Αθήνα τη δεκαετία του 1950 με τη συμπαράσταση του μητροπολίτη Χίου, Παντελεήμονα Φωστίνη. Ο δεσπότης τον ήθελε κληρικό. Στον ερχομό του στην πρωτεύουσα έμενε σε ένα οικοτροφείο, κάπου στα Εξάρχεια. Στη Θεολογική που φοιτούσε, τότε που άνθιζε η παραεκκλησιαστική νόσος των χριστιανών κυρίων και δεσποινίδων, ο Μουντές ήταν το κόκκινο πανί: μαζί με τα πανεπιστημιακά βιβλία έσφιγγε θαραλλέα και γραφές του Καζαντζάκη. Continue reading

O μοναχός είναι σκυλί παιδί μου

Στο Aγιονόρος ένας ασκητής που ζούσε σε σπηλιά, τις μεγάλες ημέρες κι αραιά και που, κατέβαινε στο μοναστήρι του για να μεταλάβει και να πάρει κανα καρβέλι ψωμί. Πάντα με δισταγμό έμπαινε στο μοναστήρι. Ένοιωθε άβολα μπροστά στην ευπρέπεια των μοναχών της μονής που είχαν το ζωστικό τους και το κοντό καθαρό να μοσχοβολάει λιβάνι, ενώ αυτουνού μισοσχισμένα ήταν τα ράσα του γεμάτα χώμα και στάμπες κιτρινιάρικες απ’ τον ιδρώτα.

Δόκιμος αγιορείτης μοναχός στις αρχές του 20ού αιώνα. (φωτογράφος: Προκόπιος ιεροδιάκονος)

Ένα μεσημέρι, λίγο πριν τον εσπερινό, φτάνοντας στην πόρτα του μοναστηριού, ακούμπησε το ταγάρι του στο πεζούλι δίπλα στις ποτίστρες κι αμέσως πήγε πιο πέρα να χαιρετήσει ένα φρέσκο καλογέρι, που σκούπιζε με θυμάρι στο καλντερίμι τις μπακαλίνες των μουλαριών. Αυτός, δόκιμος ακόμα, ήξερε όμως την περίπτωση του γέροντα, που νέος είχε φύγει απ᾽ το μοναστήρι για την κορυφή. Αμέσως παράτησε το θυμάρι και προσπάθησε να του βάνει μετάνοια και να του φιλήσει το χέρι. Όταν συναντήθηκε το βλέμμα τους μέσα στις πρόθυμες καλογερίστικες υποκλίσεις που έκανε ο ένας στον άλλον, με τη λαχτάρα του ποιος θα δώσει τελικά την υποταγή του-ο γέροντας αναχωρητής παγωμένος στάθηκε και έπιασε τα μαδημένα γένεια του.

Έβλεπε το νέο να έχει μεγάλο ενθουσιασμό στις μετάνοιες  – και θυμήθηκε τα νιάτα του. «Παιδί μου», του είπε, «όταν λιγοστέψουν οι τρίχες απ᾽ τα γένια σου, τότε θα νιώσεις και συ ότι ο μοναχός είναι σκυλί. Σε ένα σκυλί, αν του δώσεις ένα ξεροκόμματο, καλό θα του κάνεις, αν δεν του δώσεις ψωμί και του βαρέσεις μια κλωτσιά, να είσαι βέβαιος – το ίδιο καλό θα του κάνεις», κατέληξε κομπά ο γέροντας, κόβοντας κάθε περιθώριο για άλλη μετάνοια.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Ο Μοναχός και η ρέγκα του. Δύο μικρές ιστορίες από το Αγιονόρος,
Το Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου 36 (2003)