Category Archives: 60’s

η δεκαετία του ᾽60: ένα ορμητικό φουσκωμένο ποτάμι

Στο κεντρικό κτήριο του Μουσείου Μπενάκη παρουσιάστηκε η σημαντική έκθεση  60’s το ροκ του μέλλοντός μας με την υπογραφή του Διονύση Σαββόπουλου. Το είχα σαν εκκρεμότητα, αφού είχα δει τη μουσική παράσταση του Σαββόπουλου στο Παλλάς, αν και δεν κατάφερα να πάω στη Βουλή για μια ακόμη έκθεση για τη δεκαετία του 1960.

1969, Αράχωβα. Μια αναπάντεχη συνάντηση των Μπητλς με παραδοσιακούς μουσικούς.

Η πρώτη μου εντύπωση από την έκθεση είναι πως ήταν σα μια συμπερίληψη της δεκαετίας, ενώ οι επί μέρους ενότητες θα μπορούσαν να είναι αυτόνομες εκθέσεις οι οποίες, είμαι βέβαιος, θα μαγνήτιζαν το ενδιαφέρον του κοινού. Ποιος δεν θα ήθελε να δει περισσότερο λεπτομερειακά τα φοιτητικά κινήματα στα σίξτις, το τραγούδι στην Ελλάδα, τις τέχνες, το θέατρο, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο, αρχιτεκτονική, φωτογραφία, design, μόδα, επιστήμες και  αθλητισμό;

Ο Διονύσης Σαββόπουλος με τα Μπουρμπούλια (1969).

Μιλώ, προσωπικά, γιατί θα ήθελα να παρασυρθώ σε κάθε μια από τις προηγούμενες θεματικές και να αφιέρωνα περισσότερο χρόνο να σκεφτώ. Τη δεκαετία του 60 γίνονται τόσο πρωτόγνωρα πράγματα, διατυπώνονται τόσο καινούργια αιτήματα που αξίζει να τα δούμε σοβαρά, αλλά και να τα μάθουν οι νεώτεροι. Γιατί τότε η νεολαία έρχεται στο προσκήνιο,  με δύναμη, αποκτά πρόσωπο, καθορίζει εξελίξεις στην πολιτική, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική.

1962. Εφαρμογή του νόμου 4000. Οι αστυνομικοί περιφέρουν νεαρό κουρεμένο που φέρει σε πινακίδα το έγκλημά του:«Είμεθα τέντυ-μπόης. Πετάξαμε γιαούρτι κατά γυναικός».

Σήμερα, η σημαντικότερη επαφή των περισσότερων με τη δεκαετία του 60 είναι ο κινηματογράφος. Κάθε είδους, αλλά κυρίως ο εμπορικός, όπως λέγεται, ο οποίος όπως και τότε γαλουχεί, αν και μέσα από την μικρή οθόνη. Αλλά δεν φτάνει.

Είμαστε παιδιά μεταναστών. Άλλοι στις φάμπρικες της Γερμανίας, άλλοι στις στοές του Βελγίου, πολλοί στα καράβια, όλοι Έλληνες που ξενιτεύονται για να επιβιώσουν. Εδώ στο αεροδρόμιο του Ελληνικού για το ταξίδι στην Αυστραλία.

Χρειάζεται να αναλυθούν και να συζητηθούν φαινόμενα όπως η ποδοσφαιρομανία, ο ρόλος του στρατού, η πολιτική σκηνή, ο ρόλος της χούντας με τρόπο ελκυστικό, που να ξεφεύγει από τον διδακτισμό και τη λογική της σχολικής αίθουσας. Υπάρχουν πολλά μαθήματα και μηνύματα που είναι τόσο ζωντανά για όλους. Και επιστρέφω ξανά στους νέους, που αναζήτησαν τη γνησιότητα και την αλήθεια σε διαδηλώσεις της εποχής, διαπομπεύθηκαν ως μαλλιάδες και τεντυμπόιδες, ήθελαν να δώσουν το δικό τους στίγμα, ως κάτι μοναδικό, και όχι ως αντίγραφα του μπαμπά ή της μαμάς. Και τους οφείλουμε πολλά.

Ο Χατζιδάκις τα λέει υπέροχα το 1968: Ο γάλλοι νέοι που επαναστατούν στους δρόμους, στα δημόσια πάρκα και στις ιστορικές πλατείες δεν κάμουν Ιστορία, τραγουδούν καθώς παλιά οι πρωτοχριστιανοί τη γέννηση ενός κόσμου που θά ᾽ρθει για να ξεπλύνει τούτη τη γη από χιλιάδων χρόνων σκόνη, μίσος και μωρία.

Η γενιά της αμφισβήτησης, με τις νίκες και τις ματαιώσεις της, έδωσε κορυφαία θέση στη φαντασία, ενώ θέλησαν να βιώσουν την παραίσθηση των ουσιών.Κυρίως διεκδίκησαν έναν άλλον κόσμο που δεν θα υπακούει στη λογική του συμβιβασμού και του κατεστημένου, αλλά θα χαρακτηρίζεται από ελεύθερη έκφραση της επιθυμίας, από ερωτική αυτοδιάθεση. Μια κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο και με απλότητα. Μια πνευματικότητα και θρησκευτικότητα διαφορετική από τα δεκανίκια του συστήματος. Χωρίς διακρίσεις σε μαύρους, γυναίκες και ομοφυλόφιλους. Μακριά από τον συντηρητισμό, τον καταναλωτισμό, τους μικροαστούς και την καθωσπρεπική ηθική τους. Γενικεύω, αλλά νομίζω δεν είμαι εκτός θέματος. Όλα αυτά έγιναν για πρώτη φορά. Και για αυτό έγραψαν.

Σϊγουρα έχει σχέση ο αγώνας των ελλήνων φοιτητών με κορύφωση  τη Νομική και το Πολυτεχνείο του 70 με τα έντονα γεγονότα που είχαν προηγηθεί το 68 στη Γαλλία, το Γούντστοκ, έστω και ετεροχρονισμένα. Δεν θέλω να κάνω καμιά αξιολογική αποτίμηση. Τι κερδήθηκε και τι χάθηκε. Αυτό που έμεινε είναι το μήνυμα για έναν κόσμο καλύτερο. Πέρα από ατομικό βόλεμα. Ναί, νομίζω αυτό μου μένει ως αίσθηση ψηλαφώντας την εποχή: αγώνας για κάτι άλλο πέρα από την απλή επιβίωση…

Ο κατάλογος τεκμηριώνει εξαιρετικά την έκθεση, περιέχει κείμενα των Σαββόπουλου, Τ. Σακελλαρόπουλου, Π. Τσίμα, Λ. Λιάβα, Στ. Ελληνιάδη, Γ. Χρονά, Β. Παπαβασιλείου, Σ. Τριανταφύλλου, Μ. Κοτζαμάνη, Τ. Κουμπή, Πλ. Ριβέλλη, Γ. Τσεκλένη, Ν. Γ. Ξυδάκη, Κ. Δ. Μπλιάτκα και πολύ φωτογραφικό υλικό (από όπου και οι εικόνες της ανάρτησης).

Σε ευχαριστούμε πάτερ Διονύσιε στις στιγμές της αμηχανίας μας για το μέλλον που μας ταξίδεψες στις μέρες τις παλιές.

Advertisements

O μελωδικός μάγος της σκηνής

Nαί, ανάψαν τα φώτα στο περιβόλι του τρελλού. Kαι ιδού: επί σκηνής ο Διονύσης. Στα μαύρα με δύο γλώσσες φωτιάς από τα βαθυκόκκινα σπορτέξ. Αυτός και η κιθάρα του. Αυτός και το κοινό του. Έτοιμος να υποκριθεί αληθινά για τη σύναξη του Παλλάς. Είναι η τελευταία του νύχτα, αφιερωμένη στα σίξτις. Όλοι έχουν ησυχάσει. Κάθε τραγούδι είναι μία μικρή ιστορία που γίνεται παράσταση. Βλέπουμε πρόσωπα μέσα από τη μουσική και τους στίχους του. Η Ζωζώ είναι πραγματική, οι φαντάροι κινούνται, τα παιδιά μας κοιτούν, άλλοτε με απορία άλλοτε με χαμόγελο. Βλέπω για πρώτη φορά τη Συννεφούλα. Αυτός και εκείνη ήταν δεκαπέντε ετών. Την αντικρίζουμε σε ένα πορτραίτο να διαβαίνει τη σκηνή: ένα πανέμορφο κοριτσόπουλο, μελαχρινό. Η μούσα του Διονύση είναι εφηβική, ενώ αυτός έφηβος ασπρομάλλης την καμαρώνει.

Ο Σαββόπουλος δεν είναι ακόμη ένας συνθέτης της νεώτερης μουσικής ιστορίας του τόπου μας, αλλά ένας καλλιτέχνης πρότυπο για τις νεότερες γενιές.

Το μυστικό του Διονύση είναι που μας κάνει μέτοχους των ιστοριών του. Τουλάχιστον εκείνων που σχολιάζουν τα τραγούδια του, εξηγούν τα στιχάκια, μας ταξιδεύουν στις συνθήκες της δημιουργίας. Η συννεφούλα με τον γοργό ρυθμό δεν αργεί να γίνει τσάμικο, για να καταλήξει στο παιδικό φινάλε και στα τρίγωνα κάλαντα. Να γίνει μια ευχή: «Χρόνια πολλά!». «Σε σένα χρόνια πολλά, Διονύση!»

Μοιράζεται εικόνες των νεανικών του χρόνων, την εποχή των διαδηλώσεων, την επομένη της δολοφονίας Λαμπράκη: «Το πρωί μας καταβρέχανε το βράδυ ταβέρνα. Τσιτσάνης, Θεοδωράκης». Μας δείχνει το λεύκωμά του με φίλους. Στην παρέα και ο Παπαδιαμάντης που κρατάει μαζί του σαν φυλαχτό. Έρχεται και ο Τσαρούχης. Μετά ο Χριστιανόπουλος: «Η Αθήνα είναι μια γάτα που θα σε κατουρήσει». Συμβουλή του Θεσσαλονικού προς Θεσσαλονικιό που πρόκειται να κατέβει Αθήνα.

Μας λέει τα όνειρά του: Να είναι στην Αμερική, να γράφει τραγούδια διαμαρτυρίας, να γνωριζόταν με ηθοποιούς, να σκάρωνε και καμιά διαδήλωση… Ονειρεύεται αλλά βρίσκεται στην Μπουμπουλίνας , στα κρατητήρια. Τον δέρνουν. Κάθε μπερντάκι και σύνθεση. «Ολόκληρο long play φτιάξαμε η ασφάλεια κι εγώ», θα καταλήξει και ο κόσμος γελά πικρά. Η ζωή του μοιάζει ταινία. Όπως και η δεκαετία του 60, που έχει βαλθεί να μας ταξιδέψει. Γιε, γιε, γιε.

Πολιτικός και λυρικός

Δεν ξέρω εάν υπάρχει άλλος καλλιτέχνης που να μετουσιώνει την πολιτική πραγματικότητα χωρίς να γίνεται διδακτικός, ηθικιστής ή κοινότυπα περιγραφικός. Παραμένοντας λυρικός. Βλέποντας μέσα στη μάζα ένα πρόσωπο να φωσφορίζει και να λάμπει.

Ακούγοντας ξανά τον Σαββόπουλο ανακαλύπτω έναν μεγάλο δάσκαλο, με την έννοια του προτύπου, για τους ομοτέχνους του. Βρίσκω, όμως και τον performer της λαϊκής σύναξης. Τον παραμυθά που ξέρει να αφηγείται μύθους και τον τροβαδούρο που παίζει τις ιστορίες του στις νότες της μουσικής του κλίμακας, σε ρυθμούς γνωστούς, που δημιουργούν πάντα ένα παραξένισμα. Είναι το παραξένισμα της πρωτοτυπίας, η έκπληξη του νέου και θαυμάσιου. Του εξαίρετου και μοναδικού. Κι ας είναι 64 χρονών. Έχει ενέργεια εικοσάρη. Και η φωνή του είναι άψογη.

Κορυφαία στιγμή της βραδιάς η εμφάνιση στη σκηνή του Γιώργου Ρωμανού. Μεταξύ των τριών τραγουδιών που ερμήνευσε, και το «Αστέρι του βορριά», του δασκάλου Μάνου Χατζιδάκι. Καταχειροκροτήθηκε.

Δεν θέλω να αγιολογήσω. Απλώς, νιώθω το σώμα μου να μουδιάζει. Τα μάτια μου βουρκώνουν όχι μόνο από στίχους και προσωπικές αναμνήσεις αλλά ακόμη όταν βλέπω τους μουσικούς να απογειώνονται, να γίνονται ξωτικά, να τρελλαίνονται ωραία.

Ανάμεσα σε δύο πλατείες…

Η παράσταση οφείλει πολλά και στη σκηνογραφία του γνωστού εικαστικού Μάριου Σπηλιόπουλου και της Λαμπρινής Καρδαρά. Κυρίως, όμως, πίσω από την ιδέα ανακαλύπτω τις εμμονές του Σπηλιόπουλου με τα πρόσωπα που αρθρώνουν ένα εικονοστάσι της νεότερης ιστορίας μας. Η κάθε φωτογραφία διηγείται μια ιστορία. Και όλες οι ιστορίες αυτές φαίνεται ότι γράφουν την πραγματική ιστορία μας, που συχνά δεν θα τη διαβάσουμε ποτέ σε επίσημα εγχειρίδια.

Η εξομολόγηση με τη φωτογραφία του πατέρα του, τα στιχάκια του και ένα μυστικό που αποκαλύπτεται με τον θάνατό του, δίνει τον τόνο. Ερμηνεύει την πατρική μορφή: «Δεν είμαστε οι θεοί που νομίζατε. Δεν είμασταν οι σπουδαίοι που νομίζατε. Ό,τι μπορέσαμε κάναμε.» Για να καταλήξει αυτοκριτικά: Η γενιά μας δυσκολεύεται να το πεί, εμείς οι ανήλικοι διαρκώς.

Ο Σπηλιόπουλος είχε στήσει ως φόντο στο βάθος της σκηνής εικόνες από μία συγκέντρωση στα μέσα της δεκαετίας του 6ο, και ακριβώς μπροστά μια κερκίδες με ένα πολύ νεανικό κοινό να συμμετέχει ενεργά, αφήνοντας τον αυθορμητισμό του να εκδηλωθεί με σιγοντάρισμα, με συνοδεία ρυθμική ή και με σωματική κίνηση. Έτσι, ο Σαββόπουλος έπαιζε αγκαλιασμένος ανάμεσα σε δύο ομάδες θεατών από διαφορετικές γενιές: οι νέοι παρακολουθούν τους μεγαλύτερους και οι παλιοί βλέπουν πώς προσλαμβάνουν τις μουσικές του 60 οι εικοσάριδες. Προς το τέλος τα νέα παιδιά εξέλιξαν τη βραδιά σε πάρτι. Η λειτουργικότητα της ομάδας αυτής αποδείχτηκε ευφάνταση στον τρόπο που μετέφεραν τις αναμνήσεις του Διονύση από τον έξω κόσμο στα φώτα της σκηνής, περνώντας από χέρι σε χέρι φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων, πάνω σε πλαίσια, εικόνες που είχαν μια διαφάνεια, σαν να ήταν άυλες. Όταν τις άγγιζαν τα παιδιά οι εικόνες αυτές ανέβαιναν ψηλά για να χαθούν.

Να σημειωθεί ότι στο πρώτο μέρος είμασταν παρέα με τον Σταύρο Λάντσια στο πιάνο και στα κρουστά, και στο δεύτερο μέρος διηύθυνε ο Γιάννης Παπαζαχαριάκης. Ο ίδιος ο Διονύσης πάντα με την κιθάρα, την ίδια εκείνη που κατέβηκε στην πρωτεύουσα. Τη σκηνοθεσία την υπογράφει ο Σαββόπουλος, μαζί με τη Σοφία Σπυράτου.

Έφυγα από το Παλλάς αισθανόμενος την ευλογία της επικοινωνίας σε μια κυψέλη συγκινήσεων. Κερδισμένος. Και ακόμη ένιωσα την ευεργεσία και το προνόμιο να είναι ένας συμπατριώτης μας ο Διονύσης.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥΣ!

Τι θα πούμε στον λαό;

αναφώνησε, όπως έμαθα προχτές, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος σε μια στιγμή έντασης στο βιβλιοπωλείο Ιανός, στην παρουσίαση της νέας έκδοσης της Μητρόπολης Δημητριάδος Αναταράξεις στη μεταπολεμική θεολογία: Η θεολογία του ᾽60 (Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, εκδ. Ίνδικτος). Μόνο που ο λαός έχει κουραστεί από λόγια. Και στέκει μακριά από κατασκευές που εξυπηρετούν γενιές θεολόγων  που αισθάνονται ένα κενό στον δικό τους λόγο και χρειάζονται στηρίγματα από το παρελθόν. Continue reading

Η ενοχή της γενιάς της μεταπολίτευσης και άλλες άτακτες σκέψεις

Tο πρωτόγνωρο θέαμα εφήβων να αντιπαρατίθενται στους αστυνομικούς μοιάζει να είναι η ενσάρκωση μιας ιδεατής εικόνας του ατόμου με εξαιρετικές δυνάμεις, που διαθέτει μια γενναιότητα που ταιριάζει σέ ήρωες. Από την άλλη πλευρά η χωρίς διάκριση καταστροφή ξένης περιουσίας, που υπερβαίνει σύμβολα καταπίεσης ή εκμετάλλευσης του ανθρώπου, παραπέμπει σε μια θριαμβευτική εκδίκηση: τώρα, μπορώ κι επιτυγχάνω, είμαι τόσο δυνατός που μπορώ και ταπεινώνω τους θεσμικά πανίσχυρους.

Κρίση εμπιστοσύνης

Τουλάχιστον, αυτή η εικόνα παίζει στα κανάλια. Αναμφίβολα, υπάρχει κοινωνική αναστάτωση. Κάποιοι οργισμένοι που τα σπάνε, κάποιοι άλλοι που κλέβουν, και οι περισσότεροι καθισμένοι στον καναπέ να παρακολουθούν με απληστία τα δρώμενα. Μετά το έργο «Εφραίμ ο Αθωνίτης» το έργο «Οργή και πλιάτσικο στη γιορτινή Αθήνα» κόβει πάρα πολλά εισιτήρια, έχει θέσεις για όλους και δεν διώχνει κόσμο. Φυσικά, κανείς, πλέον, δεν μιλά πια για τις καλογερικές επενδύσεις των δωρεών των υψηλών ευεργετών.

Στις συγκεντρώσεις, ωστόσο, παίζουν και άλλα σενάρια, για το ποιοι κρύβονται πίσω από τα γεγονότα. Κυρίως, όμως πέρα από τους πραγματικά ιθύνοντες των καταστροφών και των λεηλασιών οφείλω να πω ότι τα παιδιά στην πλειονότητά τους, αυτά που βγαίνουν και διαμαρτύρονται λειτουργούν αυθόρμητα και η ζωντάνια τους δεν έχει σχέση με τους βαριεστημένους αδρανείς φοιτητές που συμμετέχουν ελάχιστα στα κοινά, με εξαίρεση ορισμένες αριστερές παρατάξεις. Μάλιστα, στη σημερινή συγκέντρωση πάρα πολλοί το πληροφορήθηκαν μέσω μηνυμάτων στο MSN και στο Face book.

Αυτό που διαβάζω, πίσω από τις κινητοποιήσεις είναι πως το κυρίως μήνυμα των παιδιών που κραυγάζουν με άτακτο τρόπο τη συγκίνησή τους για τον άγριο θάνατο του συνομηλίκου τους επιβεβαιώνει την κρίση εμπιστοσύνης προς τους μεγάλους, και στρέφεται κατά μιας γενιάς που δεν κατάφερε να τους δώσει νόημα ζωής, και περιεχόμενο στην καθημερινότητα. Και με την πράξη αυτή δείχνουν να εκφράζουν όχι απλώς τον εαυτό τους, αλλά ένα γνήσιο κομμάτι που ασφυκτιούσε μέσα στην τυραννία των πρέπει και στη δεοντολογία της ανατροφής.

Ενίσχυση των ψευδαισθήσεων

Αλήθεια, πόσοι γονείς που οι ίδιοι θέλουν τα παιδιά τους να πρωτεύουν στο σχολείο, στην πισίνα, στις γλώσσες, στον χορό ή στον αθλητισμό, έχουν ρωτήσει τα ίδια τα παιδιά εάν θέλουν να υπερέχουν στην τάξη τους ή την ομάδα τους; Να έχουν την εμμονή και να είναι ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΑ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ; Πότε οι μεγάλοι, γονείς και δάσκαλοι, αναρωτιούνται κατά πόσο καλλιεργούν ψυχαναγκαστικές τάσεις στα εύπλαστα φυντάνια, χωρἰς τα ίδια να μπορούν να συλλάβουν τα αίτια αυτής της μανίας, και της φιλοδοξίας για την επίτευξη στόχου χωρίς, τελικά, ξεκάθαρη και πειστική αιτιολογία; Αλλά μόνο και μόνο επειδή πρέπει, το άτομο να είναι στο επίκεντρο! Επειδή είναι έξυπνο, επειδή είναι ταλαντούχο, είναι ετοιμόλογο ή είναι όμορφο. Χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς για την απληστία και την αγωνία του να είναι στο επίκεντρο, γιατί έτσι έχει μάθει μόνο να υπάρχει. Και δίχως να νοιάζεται για την ενίσχυση των ψευδαισθήσεων που αγνοούν τι σημαίνει όριο, τι σημαίνει δικαίωμα του άλλου, τι σημαίνει σέβομαι την ετερότητα, με άλλα λόγια: δίχως να ψάχνει πώς να σχετίζεται με τους άλλους. Και πόσο είναι αληθινά όσα αισθάνεται για τους γύρω του.  Απλά, θέλει και μόνο να ξεχωρίσει, να δοξαστεί. Όλα δείχνουν ότι το υλιστικό όραμα είναι αποτυχημένο. 

Η ανάγκη για ζεστασιά

Ίσως, θέτω πολλά, και άτακτα, αλλά στα γεγονότα των ημερών το στερεότυπο των καλὠν και των κακών επανέρχεται διαρκώς σε κάθε συζήτηση. Προσωπικά, είμαι σκεπτικιστής και αντίθετος σε διακηρύξεις που οριοθετούν τα πράγματα με κριτήριο έναν εχθρό και την εξαφάνισή του πέρα από κάθε έννοια ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην περίπτωση αυτή ο καθένας που βρίσκεται στη μία από τις δύο αντίπαλες ομάδες θα ονομάσει τρομοκρατία ότι δεν έχει συμφωνηθεί ως όρος του πολεμικού τους παιγνιδιού. Εννοείται ότι από την πλευρά του ισχυρού τα κριτήρια για την καταστολή τα θέτει ο ίδιος.

Μιλώντας για εχθρό στο νου μου έρχεται ο φανατισμός. Παλαιότερα υπήρχε ο χουλιγκανισμός. Δεκάδες νέα παιδιά στρατεύονταν και πλαισίωναν ομάδες φιλάθλων, όπου το ποδοσφαιρικό αγώνισμα γινόταν λατρεία και θρησκεία. Στο όνομα της ομάδας μπορούσαν να γίνουν σχεδόν τα πάντα. Ο έφηβος έβρισκε εκεί ταυτότητα, για να περάσει στη συνέχεια στην ενηλικίωση. Το σημαντικό είναι ότι εκεί τα παιδιά ένιωθαν ασφάλεια και ζεστασιά, σε ένα περιβάλλον εχθρικό, που καλλιεργούσε το όραμα μιας ατομικής ευδαιμονίας χωρίς να επιδιώκει την ένταξη στο εμείς. Σήμερα, είναι ορατή αυτή η αίσθηση της συλλογικότητας που βιώνουν τα παιδιά. Είναι μαζί ενωμένα μετά από ένα θλιβερό γεγονός και υπάρχουν με ένα νόημα που δεν τους δίνουν ούτε οι υποσχέσεις για το αβέβαιο μέλλον τους ούτε οι εικόνες για την ευτυχία τους, όπως τις κατασκευάζουν και τις σερβίρουν οι μεγάλοι. Ποιος μποροεί να αρνηθεί ότι οι μαθητές, μέσα από τα δρώμενα των ημερών, ενώνονται ωριμάζοντας μέσα σε μια αίσθηση κοινότητας;

Ευθιξία και αλαζονεία

Ο πυροβολισμός σε ένα πλάσμα ανυπεράσπιστο για λόγους ευθιξίας, λόγοι, δηλαδή, που απέχουν πόρρω από την επαγγελματικότητα που θα όφειλε να επιδειχθεί από έναν φύλακα της κοινωνικής ειρήνης, παραπέμπουν σε μια αλαζονεία που σχετίζεται με τη δύναμη και την απαίτηση της απαλλαγής από κάθε ενοχή, ή την ψευδαίσθηση ότι οι άλλοι οφείλουν να υπακούουν τυφλά ένα όργανο της τάξης, κι ας γίνεται όργανο αταξίας. Από την άλλη πλευρά ή αίσθηση ότι τα παιδιά, επειδή είναι παιδιά μπορούν να συγχωρούνται για όσα πράττουν, χωρίς τα ίδια να έχουν συναίσθηση των ορίων, δεν εκτρέφει μια αλαζονεία που μόνο καταστροφικά αποτελέσματα μπορεί να προκαλέσει; Ή μάλλον μέχρι πότε μπορεί να καλλιεργείται η υποκρισία που λέει ότι τα πάντα μπορούν να είναι εφικτά χωρίς κόστος και τίμημα; Και όταν έρθει η στιγμή της εφαρμογής κανονισμών, νόμου και ορίων τότε την στρίβει; Δηλαδή αποποιείται τις ευθύνες που του αναλογούν. Θέλω να πω ότι είναι συγκλονιστικό να βλέπει κανείς το μεθύσι μιας γιορτής σε μορφές εξέγερσης όπου αγνοείται ή υποτιμάται το γεγονός του δυστυχήματος ή και του θανάτου, απωθώντας ενδεχομένως μια τέτοια προοπτική: σε μένα δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ το κακό. Όταν, όμως, συμβεί το μοιραίο, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε φαινόμενα πανικού, όπου κυρίως, μεταβιβάζονται οι ευθύνες. Οι άλλοι είναι υπεύθυνοι για τις προσωπικές συμφορές.

Η Φιλιπινέζα του συστήματος 

Τελικά, ποια είναι τα παιδιά που αγριεύουν; γιατί τόσο ανυπακοή; Το ενδεχόμενο της χαρτογράφησης της κοινωνικής καταγωγής των παιδιών που εμφανίζονται πιο δραστήρια στα πρόσφατα γεγονότα, είναι πολύ πιθανό ότι θα απεικόνιζε μια ευρεία διαστρωμάτωση, χωρίς περιορισμούς, ας πούμε, στα δυτικά προάστια ή σε άλλες υποβαθμισμένες περιοχές.

Θέλω να καταλάβω τι έχει συμβεί. Και το πρώτο που βλέπω είναι για άλλη μια φορά η εύκολη λύση της ετικέτας: «Τα δεκαπεντάχρονα είναι κωλόπαιδα». Ή «οι αστυνομικοί είναι δολοφόνοι». Ωστόσο, πίσω από τα αυτά τα παιδιά, βλέπω μια ενοχή της γενιάς της μεταπολίτευσης για τα όρια. Και εννοώ μια νοοτροπία που κυριάρχησε και στην αγωγή και στην εκπαιδευτική πρακτική που ήθελε να αποτινάξει το στίγμα του αυταρχισμού μιας παιδείας που είχε βγει από τα σπλάχνα της δικτατορίας. Σκέπτομαι τους γονείς των σημερινών εφήβων. Εάν ήταν 25 ετών πριν 15 χρόνια, είχαν γεννηθεί το 1968, την εποχή της αμφισβήτησης. Την 9ετή υποχρεωτική παιδεία την έκαναν μεταξύ 1975 και 1981. Και κατά ένα παράξενο τρόπο όλες οι χρονολογίες είναι πολύ σημαντικές. Όταν ήταν οι γονείς αυτοί δεκαπεντάχρονοι βίωναν τον ενθουσιασμό της ελληνικής κοινωνίας για αλλαγή που έφερνε το θριαμβευτικό αποτέλεσμα των εκλογών. Αλλαγή στα πάντα. Και στην παιδεία. Το αίτημα μιας αγωγής που ήθελε τον μαθητή στο επίκεντρο μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο ανάπτυξης της προσωπικότητας του εφήβου. Ήταν η στιγμή που ολοκληρωνόταν η μετάβαση της αγωγής και της κοινωνικοποίησης από την οικογένεια στο σύγχρονο κράτος και τους θεσμούς του, όπως η εκπαίδευση. Κάτι που είχε ξεκινήσει από πολύ παλαιότερα, τον 19ο αιώνα, δείχνει να κάνει τον κύκλο του. Υπεύθυνοι για την αγωγή είναι οι επίσημοι δάσκαλοι, οι οποίοι, όμως αποκτούν μια δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, έρμαια πολιτικών αντιφατικών, ανάλογα με τη διακυβέρνηση. Από τη μεταπολίτευση, με την τρομερή κομματικοποίηση, η παιδεία μοιάζει να είναι για μια ακόμη φορά η Φιλιπινέζα του συστήματος. Και οι μαθητές πειραματόζωα των πολιτικών, υποψήφιοι ενήλικες και ψηφοφόροι χωρίς κριτικό πνεύμα, εγκλωβισμένοι σε εξετάσεις απομνημονευμένων κειμένων, σος, και σε μια βαριεστημάρα, που διακόπτεται από τα φροντιστήρια ή τις πολυήμερες.

Από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, ουσιαστικά δεν κτίζουμε ένα μέλλον για τους αυριανούς πολίτες του κόσμου. Δημιουργούμε ένα θερμοκήπιο για να συντηρήσουμε τον μικρόκοσμό μας, τα όνειρα που δεν προφτάσαμε οι μεγάλοι να υλοποιήσουμε. Και συνειδητά ή ασυνείδητα προσπαθούμε να τα δούμε να γίνονται πραγματικότητα στις προεκτάσεις μας, στα παιδιά.  Και όχι σαν αυτόνομες και μοναδικές οντότητες.

Και, τώρα, νά, μετά τον τραγικό θάνατο του Αλέξη, ίσως κάποιοι μιλήσουν για ένα κίνημα που αναδύεται… Πάντως, τα μήντια θα προσκαλέσουν τα παιδιά στις εκπομπές, δήθεν για να τα καταλάβουν, να πουν τα παράπονά τους στους μεγάλους, τα άγχη τους για να λάβουν το κήρυγμα των παρουσιαστών που παλιμπαιδίζουν…

Και τι θα μείνει άραγε μετά, αφού ξεθυμάνει η «οργή»; Απαντώ ευθέως αυτό που προαισθάνομαι: φόβος, φόβος, φόβος. Ότι καλύτερο δηλαδή για το σύστημα…

 

Ο ιστορικός Ιησούς, ο γλυκύτατος Χριστός και ο επαναστάτης ξανθός ροκάς

Το αίμα του Χριστού (Jim Caviezel) στην ταινία του Mel Gibson The Passion of the Christ (2004) ανακαλεί μαστιγώσεις εκστασιασμένων μουσουλμάνων όταν βιώνουν το δικό τους θείο δράμα (αναπαρίσταται και εδώ, κάπου στον Πειραιά), μετατρέποντας το σώμα τους σε μια ανοιχτή πληγή Continue reading

Power flower : έφυγε ο γόης γκουρού στα 91 του. Μοναδικό ντοκουμέντο των παιδιών των λουλουδιών με τον γέροντά τους

 

  • 1968. Φτάνουν στην Ινδία η Μία Φάροου, και οι Beatles δίπλα στο ποτάμι. Περιστοιχίζουν τον γκουρού Maharishi Mahesh Yogi με την οριακά κοριτσίστικη φωνή και τη φιγούρα που θυμίζει Ιησού, όχι clean και γλυκερό, αλλά ατημέλητο φρικιό. Είναι το υπόδειγμα του hippie που απορρίπτει το σύστημα, προτού εμπορευματοποιηθεί η ιδέα.  Continue reading

We are not afraid, we are not afraid today

“We Shall Overcome” είναι το τραγούδι που παίζει σήμερα σε όλη την Αμερική. Το άσμα που έγινε σύμβολο για το κίνημα των μαύρων, ένα παλιό αφροαμερικανικό τραγούδι το οποίο ανάγεται ήδη στον 19ο αιώνα, όταν το έλεγαν οι εργάτες των ορυχείων, ενώ ηχογραφήθηκε στον 20ό αιώνα από τον Pete Seeger. Οι στίχοι του είναι σύνθεση διαφόρων κομματιών και ως πιθανός δημιουργός του τραγουδιού που φτάνει σε μας είναι ο Atron Twigg. Εδώ σε τρεις μαγικές ερμηνείες:
 
Μahalia Jackson. Μυσταγωγία! Η θεά, τέλη δεκαετίας του 1960. Προσέξτε τις φατσούλες των νέων παιδιών, τη συγκίνηση που προκαλεί το τραγούδι-προσευχή.
 
 
Joan Baez. Η ισπανίδα που έχει εκφράσει καϋμούς και όνειρα της γενιάς της αμφισβήτησης. Πάλι στα 1960, τραγουδάει και όλοι κάνουν ιερό κύκλο γύρω της για να μετέχουν σωματικά.
 
 
Bruce Springsteen. Μπολώνια, 2006. Η αντοχή στον χρόνο. Το τραγούδι μπολιάζεται με κάντρυ στοιχεία, και ο Μπρους προσπαθεί να φέρει εις πέρας το βάρος της παράδοσης. Όλος ο κόσμος τον συνοδεύει. Γίνονται ένα.

 

We shall overcome, we shall overcome,
We shall overcome someday;
Oh, deep in my heart, I do believe, 
We shall overcome someday.
The Lord will see us through, The Lord will see us through,
The Lord will see us through someday;
Oh, deep in my heart, I do believe,
We shall overcome someday.
We’re on to victory, We’re on to victory,
We’re on to victory someday;
Oh, deep in my heart, I do believe,
We’re on to victory someday.
We’ll walk hand in hand, we’ll walk hand in hand,
We’ll walk hand in hand someday;
Oh, deep in my heart, I do believe,
We’ll walk hand in hand someday.
We are not afraid, we are not afraid,
We are not afraid today;
Oh, deep in my heart, I do believe,
We are not afraid today.
The truth shall make us free, the truth shall make us free,
The truth shall make us free someday;
Oh, deep in my heart, I do believe,
The truth shall make us free someday.
We shall live in peace, we shall live in peace,
We shall live in peace someday;
Oh, deep in my heart, I do believe,
We shall live in peace someday.