Category Archives: 80’s

Αναζητώντας τον Οιδίποδα από το Θέατρο της σιωπής

 

Η παράσταση για τον Οιδίποδα στον χώρο Σχολείον (Πειραιώς 52) είναι μια δουλειά που είχε πρωτοπαρουσιαστεί πριν από πέντε χρόνια στο Από Μηχανής Θέατρο, τον χώρο της Ασπασίας Κράλλη και του Χρήστου Βαλαβανίδη. Τώρα, υιοθετήθηκε από το Φεστιβάλ Αθηνών για να δείξει έναν τρόπο εργασίας που δεν βασίζεται στην προφορική συνομιλία των ηρώων, αλλά στην εκφραστική του προσώπου κι ολόκληρου του σώματος. Η απαγγελία, είτε διαλογική είτε αφηγηματική, εξορίζεται. Θα είμασταν πιο ακριβείς εάν λέγαμε ότι εδώ, έχουμε ένα μιμόδραμα, σύμφωνα με το δίδαγμα του Μαρσέλ Μαρσώ (1923-2007), στον οποίο έχει μαθητεύσει η σκηνοθέτρια της παράστασης: επεισόδια σε μια λογική σειρά τα οποία συνθέτουν μιαν ιστορία με στόχο την επανεύρεση των αφηγηματικών δομών της τραγωδίας και κωμωδίας.

Μόνο σιωπηλό, λοιπόν, δεν είναι το «Θέατρο της σιωπής» όπως  ονομάζει την ομάδα της η Ασπασία Κράλλη. Βέβαια, απουσιάζει η έναρθρη ομιλία, αλλά το κενό αυτό καλύπτεται από την τέχνη της αναπαραστικής χειρονομίας, την υποκριτική του σώματος και την μιμική εν γένει. Επιπλέον η συνεχής παρουσία της έξοχης μουσικής, σχολιάζοντας το κάθε τι, δεν άφησε να φανούν παύσεις σιωπής. Πιστεύω ότι είμαστε τυχεροί που έχουμε στην Ελλάδα την Κράλλη να μεταγγίζει τα μαθήματα μιμικής που πήρε στο Παρίσι από τον μεγάλο δάσκαλο Μαρσώ.

Στην παράσταση, που έγραψε το κείμενο και σκηνοθέτησε θέλησε να πάει στην αφετηρία του δράματος του Οιδίποδα και στο «προπατορικό αμάρτημα» που στοίχειωσε τον ίδιο, την οικογένειά του, αλλά και την πόλη του, τη Θήβα. Πρόσωπο κλειδί, ο Χρύσιππος, ο γιος του βασιλιά της Ηλείας Πέλοπα, τον οποίο βἰασε ο δάσκαλός του Λάιος, ο πατέρας του Οιδίποδα. Ο Χρύσιππος αυτοκτονεί και «παίρνει εκδίκηση» όταν αποκαλύπτεται ότι ο δολοφόνος του Λάιου είναι ο γιος του Οιδίποδας, ο οποίος αυτοτυφλώνεται, ενώ έχει προηγηθεί η αυτοκτονία της μητέρας-συζύγου του Οιδίποδα, της Ιοκάστης. Αυτά σύμφωνα με την εκδοχή της Κράλλη.

Η αρπαγή του Χρύσιππου από τον Λάιο (4ος αι. π.Χ.). Μουσείο Getty, Malibu, Καλιφόρνια. Η ιστορία του νεαρού Χρύσιππου και η κατάρα του πατέρα του Πέλοπος προς τον απαγωγέα ήταν η αφετηρία για την παράσταση της Ασπασίας Κράλλη Αναζητώντας τον Οιδίποδα.

Γιατί η ιστορία με τον Χρύσιππο έχει πολλές και διαφορετικές εκδοχές, όπως ότι αρπάχτηκε σαν τον Γανυμήδη από τον Δία, Άλλοι έλεγαν ότι ο Χρύσιππος διδάχτηκε από τον Λάιο πώς να χειρίζεται τα ηνία της άμαξας και τον άρπαξε από τη Νεμέα για να τον φέρει στη Θήβα. Μια άλλη παραλλαγή διηγείται ότι ο Λάιος ταξίδεψε πέντε μέρες σε ξένη χώρα, όπου ερωτεύτηκε τον Χρύσιππο και τον πήρε μαζί του στη Θήβα. Και για το τέλος του νεαρού υπάρχει η εκδοχή ότι τον δολοφόνησε η μητριά του Ιπποδάμεια, αφού μπήκε στο δωμάτιο που κοιμόταν με τον Λάιο, πήρε το ξίφος του Λαΐου, τον έσφαξε και άφησε στην πληγή το όπλο. Ο Χρύσιππος δεν πέθανε αμέσως κι αποκάλυψε τον δράστη, ώστε να μην τιμωρηθεί ο εραστής του. Έτσι, ο Πέλοπας τιμώρησε την Ιπποδάμεια με εξορία.

Η ιδέα της παράστασης ήταν ο αμφίφυλος Τειρεσίας, στον οποίο είχε επιτρέψει ο Δίας να ζήσει επτά ανθρώπινες γενιές, να κυριαρχήσει στα δρώμενα, αφού είδε τη μοίρα του Οιδίποδα. Έτσι, η επιβλητική μορφή, που ζει στο περιθώριο του ανθρωπίνου γένους, επικοινωνώντας με τα πετεινά, νοηματοδοτεί σε καίρια σημεία τη δράση, παραμένοντας αόρατος από τους ήρωες.

Ομολογώ ότι μου άρεσε η παράσταση σαν εργασία συνόλου, κι εκτίμησα ιδιαίτερα την ακρίβεια των κινήσεων των ηθοποιών, τον έλεγχο και την ασκητική τους στο γλιστερό κεκλιμένο έδαφος, στην αναπαράσταση της υπόθεσης που άγγιζε την χορογραφία εκμεταλλευόμενοι κάθε διάσταση του σκηνικού χώρου. Τα πάντα συνέβησαν στο ημίφως, σε έναν χρόνο ακαθόριστο, ρευστό, σε ένα τοπίο φουτουριστικό με τρύπες ρουφήχτρες ή σχισμές που έδιναν ζωή με το φως που έρεε στο σκοτάδι.

Παρόλη την ομορφιά που ένιωσα νομίζω ότι η συγκεκριμένη παράσταση, έπασχε από έναν ευανάγνωστο ορθολογισμό μειώνοντας έτσι την ποιητικότητα, και μου φάνηκε ότι ανήκε στη δεκαετία του 1980. Τότε, θα ήταν ένα γεγονός κορυφαίο. Σήμερα, τα στάνταρντς έχουν διαφοροποιηθεί κατά πολύ και σε αυτό έχει συμβάλει αποφασιστικά η παρουσία του Δημήτρη Παπαϊωάννου στον χώρο. Αυτό που είδα στο Σχολείον ήταν μια πολύ καλή εισαγωγή στην ιστορία του Οιδίποδα, μια δραστική περίληψη η οποία δεν μπόρεσε να υπερβεί τα όρια της περιγραφής, της γνωστής ιστορίας, όπου, εφόσον ασχοληθείς σοβαρά με τα πρόσωπα, δεν μπορείς παρά να συναντήσεις και τον Χρύσιππο. Η προσθήκη του λαβύρινθου, το όνειρο του Οιδίποδα ότι έχει ερωτική επαφή με τη «μητέρα» του Μερόπη ή ο επί σκηνής βιασμός του Χρύσιππου, η περιπλάνηση ως αναζήτηση του εσώτερου εαυτού, παρέμειναν σχήματα, που χρειάζονται περαιτέρω εμβάθυνση. Προσωπικά, δεν μου είπε κάτι η επί σκηνή γέννηση του Οιδίποδα από τη μήτρα της Ιοκάστης. Απαιτείται ακόμη πολύς δρόμος να διανυθεί για να βρεθούν προτάσεις που θα προάγουν ακόμη περισσότερο τη συζήτηση γύρω από τον ζόφο της ψυχής, τις σκοτεινές κι ανομολόγητες όψεις της ανθρώπινης ύπαρξης.  

Τέλος, ας σημειώσω, πως το διδακτικό φυλλάδιο με τον καμβά της παράστασης που μοιραζόταν στην είσοδο πρόδιδε την αγωνία μήπως και το κοινό δεν καταλάβει όσα επρόκειτο να δει, παρόλο που η κυρία Κράλλη έχει δηλώσει ότι «η παντομίμα, είναι μια τέχνη πάει κατευθείαν στο ασυνείδητο, δεν χρειάζεται λόγος για να επικοινωνήσει κανείς, με τη σιωπή επικοινωνεί κανείς πολύ καλύτερα». Πιστεύω ότι ανάλογες παραστάσεις θα τις δουν μάλλον πληροφορημένοι θεατές και όχι αμύητοι μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο – Σκηνοθεσία – Σκηνικά: Ασπασία Κράλλη-Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος-Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος-Επιμέλεια κίνησης: Ζωή Χατζηαντωνίου-Αρχικός σχεδιασμός σκηνικού στην πρώτη παράσταση (2005): Χριστίνα Πέννα-Κατασκευή σκηνικών: Adrian Fluture-Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη-Βοηθός σκηνοθέτη: Βάσια Παρασκευοπούλου-Διανομή: Τειρεσίας: Ασπασία Κράλλη-Οιδίποδας: Γιώργης Τσαμπουράκης-Λάιος: Ηλίας Μελέτης-Ιοκάστη: Μαλαματένια Γκότση-Βοσκός Α’ & Β’ – Μερόπη: Κώστας Κορωναίος-Παίζει ο μουσικός Δημήτρης Γιαννόπουλος, σαξόφωνο

 

Σύνδεσμοι

Σκηνές από την πρώτη παράσταση : seeking oedipus

Από μηχανής Θέατρο

Marcel Marceau

Advertisements

Ο τυφλός Οιδἰποδας σαν κήρυγμα : Gospel at Colonus στο Ηρώδειο

Μαγικό Ηρώδειο. Λίγο πριν πέσει το φως της πιο μεγάλης μέρας του χρόνου. Το ρωμαϊκό ωδείο μπορεί να χωρέσει τα πάντα. Ακόμη και σε ναό αφροαμερικανών πεντηκοστιανών μπορεί να μετατραπεί η σκηνή του, με λίγη φαντασία και μπόλικη αφαίρεση. Αν και από την αρχή μας ξεκαθάρισαν οι μαύρες γυναίκες του χορού ότι στο ναό τους δεν υπάρχουν θεατές. Όλοι συμμετέχουν ενεργά. Και για αυτό μας κάλεσε να χορέψουμε στις κερκίδες. Όπου υπήρχε πλήθος αμερικανών θεατών, ανακατεμένο με Έλληνες που έσπευσαν να δουν μια παράσταση που γιορτάζει εφέτος 25 έτη ζωής.

Η διασκευή του Οιδίποδα επί Κολωνώ σε των Lee Breuer (κείμενο, στίχοι, σκηνοθεσία) και Bob Telson (μουσική και μουσική διεύθυνση) είναι από τις δημοφιλέστερες και από τις πλέον δημιουργικές αναγνώσεις αρχαίας τραγωδίας από το 1970 μέχρι σήμερα. Αυτό οφείλεται ότι η δράση μεταφέρεται κάπου στο Χάρλεμ, την ώρα του εκκλησιασμού μιας κοινότητας, η οποία αν κι εχριστιανίστικε από τους αποίκους διατήρησε τη δική της ξεχωριστή παράδοση στη χριστιανική λατρεία. Μια παράδοση γεμάτη ενέργεια που έρχεται από τις αφρικανικές ρίζες και δεν έγινε δυνατόν να ευνουχιστεί από την κυρίαρχη κουλτούρα των λευκών. Ένας ακόμη λόγος πρωτοτυπίας της παράστασης είναι ότι ο σκηνοθέτης Lee Breuer δεν επέλεξε έναν ηθοποιό να παίξει τον Οιδίποδα, αλλά μια ομάδα πραγματικών τυφλών οι οποίοι είναι και τραγουδιστές και λέγονται The Blind Boys of Alabama, ένα μουσικό γκρουπ που ιδρύθηκε το 1939 από ένα ίδρυμα τυφλών.

Εδώ, μέσα στις προσευχές και την εκστατική ανάταση η ιστορία του Οιδίποδα μετατρέπεται από τον πάστορα σε παραβολή για το καλό και το κακό, την αμαρτία και την τιμωρία, την αγάπη του θεού και την αιωνιότητα. Στη γυμνή σκηνή του Ηρωδείου, τα μέλη του θιάσου-εκκλησιαστικής συνάξεως εισέρχονται από διάφορα σημεία του θεάτρου αφού πρώτα δώσουν τα χέρια τους, περνώντας από τους θεατές. 

Η σύζευξη μεταξύ λατρείας και θεατρικής πράξης δεν ήταν πάντα σε αρμονία αλλά αυτό έχει λίγη σημασία μπροστά στο λαμπρό μουσικό αποτέλεσμα. Ένα φανταστικό μίγμα αφροαμερικάνικων ρυθμών, με μελωδίες που είναι μεταγραφές εκκλησιαστικών ύμνων ή μπιτάτες συνθέσεις που μας πάνε πίσω στη δεκαετία του 1980, που στέκουν σήμερα, ως κλασικά πλέον κομμάτια, που ξεσηκώνουν για χορό. Γενικά, από την ιστορία κρατιέται ο βασικός ιστός, χωρίς συνέπεια στα πρόσωπα και κυρίως στον Οιδίποδα, ο οποίος παρουσιάστηκε σα να πάσχει από άνοια, ένα ραμολί επί σκηνής. Αλλά, ξαναλέω αυτό ήταν το λιγότερο μπροστά στη μουσική απογείωση της παράστασης.

Για μένα το ενδιαφέρον είναι πώς συντηρείται ο μύθος μιας παράστασης για 25 χρόνια, σκέπτομαι την καταπληκτική υποστήριξη που κρύβει από πίσω, έχοντας υπόψη ένα μεγάλο target group. Κάτι που στην Ελλάδα είναι ακόμη ζητούμενο για μεγάλα καλλιτεχνικά γεγονότα, τα οποία δεν έχουν τύχη πέραν των ελληνικών συνόρων.

Πέρα από τις βραβεύσεις με θεατρικά βραβεία όπως το OBIE, την υποψηφιότητα για TONY, η τηλεοπτική παραγωγή κέρδισε βραβείο EMMY, η παράσταση έλαβε το National Black Programming Award for Best Production Communicating Excellence to Black Audiences, ενώ και το National Institute for Music Theater τίμησε την παράσταση με βραβείο “Outstanding Achievement” η δουλειά  Gospel at Colonus γίνεται παντού δεκτή με θερμά λόγια από την κριτική και το κοινό περνάει ευχάριστα δύο ώρες.

Στην Αθήνα είδαμε, εάν κρίνω από φωτογραφίες άλλων παραστάσεων, την πλέον απλουστευμένη εκδοχή σκηνικού της παράστασης Gospel at Colonus. Αυτό που βλέπω και ακούω είναι μιούζικαλ, φλερτάρει με τη λογική της όπερας αλλά είναι πολύ μακριά, αφού η εικόνα εξαντλείται στα πολύχρωμα κοστούμια (Ghretta Hynd) αφρικανικής καταγωγής και στους φωτισμούς (Jason Boyd).  Σίγουρα, το μεγάλο επίτευγμα είναι το μουσικό μέρος και όχι το θέαμα. Με τα σημερινά μάτια πιστεύω ότι το θέαμα, το οποίο αγγίζει τα όρια του φολκλόρ, εξαντλείται στο δεκάλεπτο. Λίγο πολύ όλα αναμενόμενα και χωρίς ιδιαίτερες σκηνικές εκπλήξεις. Η αποζημίωση του κοινού ερχόταν από τις υψηλές μουσικές επιδόσεις. Οι μεμονωμένες παρουσίες των μαύρων performers με τις εξαιρετικές φωνές, όπως της Jevetta Steele στο ρόλο της Ισμήνης ή του επισκόπου Carl Williams, Jr, στο ρόλο του Θησέα, της χορωδίας και των σολίστ έδωσαν με το παραπάνω τον καλύτερο εαυτό τους λίγα μέτρα πιο πέρα από όπου είχε παιχτεί στην αρχαιότητα η τριλογία του Σοφοκλή.

Πιστεύω ότι οποιαδήποτε υπόθεση αρχαίας τραγωδίας θα έφερνε λίγο πολύ το ίδιο σκηνικό αποτέλεσμα, και είναι αλήθεια ότι το αρχαίο δράμα αφορά τον σύγχρονο θεατή παραμένοντας ανοιχτό σε κάθε είδους πειραματισμό και διασκευή. Εδώ, στην προσαρμογή που είδαμε και καταχειροκρότηθηκε, ο Οιδίπους ήταν η αφορμή, για ξέφρενο τραγούδι και χορό του «εκκλησιάσματος», ένα δίδαγμα για την αστάθεια των ανθρωπίνων, μια κατήχηση για το έλεος του θεού, και ένας ύμνος στα αιώνια. Έτσι εξάλλου τελειώνει και η παράσταση:

Let no one mourn again

The love of God will bring you peace

There is no end.

Ποιος είναι ο σκηνοθέτης Lee Breuer

Ο Λη Μπρούερ, που ξεκίνησε την καριέρα του από το Σαν Φρανσίσκο και το Λος Άντζελες, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη το 1970 μαζί με τη θεατρική ομάδα Mabou Mines Theater Company, ένα σχήμα που ανάμεσα στα ιδρυτικά του μέλη συμπεριελάμβανε σημαντικές μορφές της αμερικανικής πρωτοπορίας του θεάτρου, αλλά και της μουσικής, όπως η JoAnne Akalaitis και ο Philip Glass. Οι παραστάσεις του Μπρούερ ήταν πειραματικές από κάθε άποψη: Ανέβαζε τα έργα του σε κάθε λογής χώρους εκτός θεάτρου, συχνά σε μουσεία· έβαζε τους ηθοποιούς να παίζουν ξαπλωμένοι στο πάτωμα, ή να εμφανίζονται στο κοινό μέσα από τεράστιους καθρέφτες· προσπαθούσε να εισάγει στοιχεία ποπ κουλτούρας στον κόσμο της υψηλής αισθητικής. Η χρήση στοιχείων από την δημοφιλή σύγχρονη ποπ κουλτούρα, σύμφωνα με τον Μπρούερ, μπορεί να λειτουργήσει και σαν καταλύτης για να προσεγγίσει το κοινό ένα έργο από κάποια ξένη θεατρική παράδοση. Σαν θεατρικός αλχημιστής, λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Μπρούερ ανέβασε τρία έργα από τρεις διαφορετικές εποχές του κλασικού ρεπερτορίου: Πρώτα την «Λούλου» του Βέντεκιντ, την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ, και τέλος τον «Οιδίποδα επί Κολονώ» του Σοφοκλή.