Category Archives: innocence

Τὸ μυστικὸ τῆς ρέγκας

Ἤτανε στὸ περιβόλι ὁ γέροντας καὶ βοτάνιζε. Ὁ προσκυνητὴς μὲ συστολὴ τὸν παρακολουθοῦσε. Ἡ ἀγωνία του νὰ τοῦ μιλήσει, τὸν ἔκανε μὲ ἕνα «εὐλογεῖτε» νὰ διακόψει τὴ γαλήνη τοῦ περιβολιοῦ. «Ὁ Κύριος» ἀπάντησε ὁ γέροντας καὶ συνέχισε σκυφτὸς νὰ βοτανίζει τὴν ἀλία μὲ τὰ ραπανάκια.

Σιγὰ σιγὰ καὶ πιὸ μετά, ἴσιωσε τὴ μέση του σὰν νὰ μὴν τὸν ἔβιαζε τίποτα καὶ μ᾽ ἕνα μάτσο ραπανάκια στὰ χέρια πλησίασε ἀργὰ ἀργὰ στὸ πεζούλι ποὺ στεκόταν ὁ νεαρός. «Καλῶς τονα» τοῦ εἶπε καὶ ἄνοιξε τὴ βρύση πλένοντας τὰ ραπανάκια καὶ τὰ χέρια του μαζὶ μέσα στὴ γούρνα. Ὁ νέος, φορτωμένος μὲ τὸ σακίδιό του καὶ μ᾽ αὐτὰ πού ᾽χε μέσα στὴν καρδιά του, στεκόταν ὄρθιος κάτω ἀπὸ τὴ φλαμουριὰ δίπλα στὸ πεζούλι, παγωμένος ἀπ᾽ τὴν ἀγωνία – σὰν τὸν ἄρρωστο πρὶν ἀπὸ τὴ διάγνωση.

Μὲ χαμόγελο ὁ γέροντας γύρισε πρὸς τὴ μεριά του καὶ καθὼς τὰ χέρια του μὲ τὰ ραπανάκια ἦταν βρεγμένα, τοῦ ρἀντισε τὶς σταγόνες τους σὰν ἁγιαμὸ στὸ πρόσωπο, ἕνα πρόσωπο ὅλο μάτια, ψάλλοντας τὸ «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου…». Ξαφνιάστηκε ὁ νέος. Αὐτὴ ἡ χειρονομία τοῦ γέροντα ἔσπασε λίγο τὴν παγωμάρα τῆς πρώτης ἐπαφῆς. Ὁ γέροντας προχώρησε πρὸς τὸ νεροχύτη. Τώρα ἡ ἔγνοια τοῦ νέου ἦταν νὰ βρεῖ τὸ γράμμα φίλου, ποὺ ἔγραφε συστάσεις στὸ γέροντα, ποὺ τὸν εἶχε παροτρύνει νὰ πάει στὸ Ὄρος, σ᾽ αυτό τὸ κελί, νὰ βρεῖ αὐτὸν τὸν γέροντα καὶ νὰ τοῦ τὰ πεῖ ὅλα.

Ἀγκυλωμένα τὰ δάχτυλά του ὅμως, δὲν εἶχαν τρόπο ἀπὸ τὴν ταραχὴ νὰ ψάξουν μέσα στὸ σακίδιο, ἐνῶ ὁ γέροντας στὸ νεροχύτη κάτι ἑτοίμαζε καὶ μὲ βαριὰ φωνὴ τοῦ σιγόψελνε, γεμίζοντας μὲ κατάνυξη τὸ μικρὸ ἀρχονταρίκι.

Τὸ παλικάρι, ποὺ ἀπὸ μικρὸς στὸ ψαλτήρι τοῦ χωριοῦ του ἤξερε καλὰ ὅλα τὰ νὴ πὰ βοῦ, γὰ δή, τώρα καιγότανε. Εἶχε ἀγαπήσει τὸ φίλο του, στὴ μονάδα ποὺ ὑπηρετοῦσε -ἦταν καὶ οἱ δύο ἀπ᾽ τὸ ἴδιο χωροό- λίγο περισσότερο ἀπὸ τὰ καθιερωμένα. Εἶχαν κοιμηθεῖ μαζὶ στὸ πλυντήριο οὐλαμοῦ κάνα δύο βράδια ἀγκαλιὰ πάνω στοὺς μπόγους μὲ τ᾽ ἄπλυτα σεντόνια τῶν σμηνιτῶν. Αὐτὰ κουβαλοῦσε μέσα του, αὐτὰ τοῦ εἴχανε θολώσει τὸ μυαλό, γι᾽ αὐτὰ εἶχε ἔρθει νὰ μιλήσει στὸ γέροντα, νὰ τὸν ρωτήσει: τὶ νὰ τὴν κάνει αὐτὴ τὴν ἀγάπη ποὺ τοῦ τυραννάει τὴν καρδιά; Κοιτοῦσε γύρω του, ἔψαχνε ἀπὸ κάπου νὰ γαντζωθεῖ. ᾽Ασπρόμαυρες φωτογραφίες γερόντων στὰ ντουβάρια μὲ βλέμματα αὐστηρὰ καὶ μακριὲς γενειάδες σὲ μικρὲς ξύλινες κορνίζες, μιὰ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ δίπλα στὸ μικρὸ παράθυρο νὰ βλέπει τὴ θάλασσα, ἡ Παναγία σὲ μία σκοτεινὴ πονίτσα, καὶ πάνω στὰ πάτερα τῆς στέγης, μιὰ ρέγκα, μιὰ ρέγκα κρεμασμένη κατακέφαλα!

Μὲ ἀργόσυρτο βῆμα καὶ τὸ δίσκο στὸ χέρι πλησίασε ὁ γέροντας, ἀκούμπησε τὸ δίσκο μ᾽ ἕνα ματσάκι κατακόκκινα ραπανάκια, ἕνα κομμάτι πρόσφορο, δυὸ ποτήρια τοῦ νεροῦ γεμάτα μαῦρο κρασὶ κι ἕνα πιατάκι ἁλάτι. Τράβηξε ἕνα καμνὶ καὶ κάθησε κι αὐτὸς ἀπέναντί του. «Τὶ βλέπεις, εὐλογημένε,» τοῦ εἶπε. Ὁ νέος εἶχε καρφώσει τὸ βλέμμα του πάνω στή ρέγκα πού ᾽ταν κρεμασμένη στὰ πάτερα. «Πάρε ἐδῶ νὰ δεῖς μεζές», τοῦ βούτηξε ἕνα ραπανάκι στὸ ἁλάτι κι ἔτσι χιονισμένο τοῦ τό ᾽δωσε στὸ χέρι μαζὶ μ᾽ ἕνα κομμάτι πρόσφορο, πού ᾽ταν ξερὸ σὰν παξιμάδι ραντισμένο μὲ νάμα, «νιῶσε νοστιμιὰ κι ὕστερα θὰ σοῦ πῶ τὸ μυστικὸ τῆς ρέγκας». Χωρὶς νὰ τὸν ἀφήνει νὰ πάρει ἀνάσα τοῦ λέει: «Πιὲς ἀπὸ τοῦτο, μὴν τὸ φοβᾶσαι, εἶναι δικό μας», καὶ ἀμέσως σήκωσε τὸ ποτῆρι του, ποὺ μὲ μιὰ γουλιὰ τὸ ἔφερε στὴ μέση. «Ξέρεις παιδί μου», συνέχισε, «ἐμεῖς ἐδῶ στὸ Ὄρος ἤρθαμε ὁ καθένας καὶ μὲ τὰ δικά του χούγια. Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅλους μας ἔδωσε τέτοια σιγουριά – ποὺ μᾶς ἔκανε νὰ φωλιάσουμε ἐδῶ μέσα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ κυρὰ Παναγιά, σὰν διακονιάρα μάνα μᾶς νοικοκύρεψε. Γιατὶ ἂν ἤμαστε μόνοι μας, παιδί μου, ἐδῶ μέσα μὲ τὸ Χριστό, θὰ τά ᾽χαμε ὅλα ρουμπούλιο. Στὸν ἐνθουσιασμό μας πάνω θὰ νομίζαμε ὅτι ἡ θάλασσα, τὰ δίχτυα καὶ τὰ ψάρια εἶναι ἕνα. Θά ᾽χαμε μόνο τὸ νοῦ μας στὸ ποτῆρι καὶ τὴ σκάρα, δὲ θὰ βλέπαμε οὔτε θράψαλο. Τὶς καλὲς ἡμέρες, στὶς μεγάλες γιορτὲς τρῶμε ψάρι, τὶς ἄλλες βολευόμαστε μὲ ὅλ᾽ αὐτὰ ποὺ βγάζουν τὰ περιβόλια μας. Ἔτσι, καὶ μόνο ἀπ᾽ τὸ φαῒ ξεχωρίζουμε τὴ μιὰ μέρα ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὅμως εἶναι πάντα πανηγύρι, θέλει κρασὶ καὶ μεζέ. Γι᾽ αὐτὸ ἔχω κι ἐγὼ αὐτὴ τὴ ρέγκα ἐκεῖ πάνω. Τὴ θυμιατίζω μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους, τήνε βλέπω καὶ λέω: Ποῦ θὰ πάει; Θὰ ἔρθουν καὶ οἱ καλὲς ἡμέρες. Κι ὅταν ἔρχονται αὐτὲς οἱ ἡμέρες, τὴν ξεκρεμάω τὴ ρέγκα, τὴ βράζω λίγο καὶ στὸ ζουμί της ρίχνω λίγη μανέστρα, ἐκεῖ νὰ δεῖς νοστιμιά. Ὕστερα καὶ πάλι τὴν ξανακρεμάω στὰ πάτερα, καὶ πάλι μπαίνω στὸν ἀγώνα, Γιατὶ τὸ μυστικὸ στὴν ἀγάπη εἶναι νὰ βρίσκεις τρόπο νὰ κόβεις τὴ λιγούρα σου. Κατάλαβες;»

Ὁ νέος εἶχε γουρλώσει τὰ μάτια μ᾽ αὐτὰ ποὺ ἄκουγε. Εἶχε ξεχάσει πρὸς στιγμὴ τὸ φίλο του. Δὲν ἤξερε μὲ τὶ τρόπο μποροῦσε νὰ συνταιριάξει τὰ δικά του μὲ τὴν πρακτικὴ τοῦ γέροντα.

Νὰ τοῦ μιλάει γιὰ τὰ ραπανάκια, γιὰ τὸ κρασί, γιὰ τὸ ζουμὶ τῆς ρέγκας, μὲ τέτοια λατρεία – ποὺ τὸν ἔκανε νὰ τὸν ζηλεύει. «Μὴν τὰ θεωρεῖς τρελὰ αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω», συνέχισε, βλέποντας τὴν ἀμφιβολία τοῦ νέου νὰ ζωγραφίζεται στὸ πρόσωπο μὲ γκριμάτσες, πότε στὸ μέτωπο, πότε στὰ φρύδια, πότε στὰ χείλη. «Ἂν δοκιμάσεις τὸ ζουμὶ τῆς ρέγκας, θὰ δεῖς θαῦμα – θὰ σὲ ξετρελάνει!

Πορτραίτο Αθωνίτη μοναχού.

Μοναχὸς στὶς Καρυές, ἀρχὲς 20ού αίώνα.

Ἐξάλλου τὶ νὰ τὸ κάνεις τὸ μυαλό;» ἀναρωτήθηκε κάπως μελαγχολικὰ αὐτὴ  τὴ φορά, «τὴν εἶδα κι ἐγὼ τὴν προκοπή μου τόσα χρόνια στὰ καράβια πρὶ ἔρθω ἐδῶ – ποὺ προσπαθοῦσα μόνο μ᾽ αὐτὸ νὰ τὰ βγάλω πέρα. Τὶ τὰ θές, παιδί μου; Τὰ χούγια δὲν κόβονται μὲ χούι, καὶ τὸ μυαλὸ χωρὶς καρδιὰ εἶναι τὸ χειρότερο χούι» τοῦ εἶπε καὶ τσούγκρισε τὸ τρίτο κέρασμα, ποὺ τοὺς εἶχε κοκκινίσει καὶ τῶν δυονῶν τὰ μάτια σὰν τὰ ραπανάκια.

Στὸ μονοπάτι γιὰ τὶς Καρυές, ἔνιωθε περίεργα ἀνάλαφρος. Τὰ λόγια τοῦ γέροντα μ᾽ ἕνα μυστικὸ τρόπο τόνε είχανε μαλακώσει. Χωρὶς νὰ ἔχει πεῖ τὴν παραμικρὴ κουβέντα γιὰ τὴν περίπτωσή του, χωρὶς νὰ ἔχει κάνει καμιὰ μετάνοια, εἶχε ξαλαφρώσει . Πετοῦσε ἡ περπατησιά του. Μόνο μιὰ λαχτάρα εἶχε τώρα, νὰ βρεῖ κι αὐτὸς τὸν τρόπο του – νὰ δοκιμάσει ἔστω καὶ μιὰ φορὰ αὐτὸ τὸ ζουμὶ τῆς ρέγκας, νὰ γευθεῖ ἔστω μιὰ φορὰ αὐτὸ τὸ «θαῦμα» ποὺ σὲ κάνει τελικὰ νὰ κόβεις τὴ λιγούρα σου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Πρώτη δημοσίευση: Τὸ ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ τοῦ Μπιλιέτου [36], Παιανία, Μάρτιος 2003 καὶ στὴ συλλογὴ Τὸ μυστήριο τῆς αγάπης. Διηγήματα 1992-2005, ἐκδ. Μπιλιέτο, 2006.

To λουτρό του μαύρου φίλου μου

Ἡ πτώση ἀπὸ ἕνα ὀνειρικὸ σῶμα στὴν καλοκαιρινὴ γῆ, ἀναζητώντας δροσιὰ καὶ ἀναψυχή.

Wolfgang: Το μυστήριο της αγάπης και της κακοποίησης

ΑΑπό την αρχή καθηλώνεσαι: Κομμένα χέρια προβάλλουν από το χάος του σκότους κρατώντας τεράστια ψαλίδια κήπου. Ο υπερρεαλιστικός πίνακας παίρνει άλλο νόημα όταν ο ήχος κοπής των λεπίδων σκίζει τον αέρα. Χριτς! Χρατς! Ο ήχος αυτός γίνεται και μότο της παράστασης με πρωταγωνιστές ένα παιδί που μεγαλώνει έγκλειστο σε ένα υπόγειο και τον άντρα που το έχει φυλακίσει.

Τα ψαλίδια

Η έγκλειστη Φαμπιέν μπορούσε να εξοντώσει τον Βολφ, αλλά ανέπτυξε μέσα από τη σχέση θετικά συναισθήματα, κα αισθανόταν ότι την είχε προφυλάξει από κινδύνους. Στο τέλος, όταν επιστρέφει ελεύθερη στο σπίτι μονολογεί: «Θα μπορούσα να σε είχα σκοτώσει… Είχα την ευκαιρία… Το βράδυ που σε πήρε ο ύπνος δίπλα μου… Ήσουν αδύναμος… και το κλαδευτήρι ξεχασμένο στην άκρη… Θα μπορούσα να σου έχω κλαδέψει το κεφάλι».

Η ιστορία του έργου του Γιάννη Μαυριτσάκη Wolfgang βασίζεται στη ζωή της Νατάσας Κάμπους που βίωσε για οκτώ έτη μια σχέση ομηρίας που φαινομενικά αποκλίνει από τον μέσο όρο. Τ0 1998 στη Βιέννη, η Νατάσα, μόλις 10 ετών, εξαφανίστηκε όταν πήγαινε στο σχολείο. Η μαθήτρια είχε απαχθεί από τον Βόλφγκανγκ Πρίκλοπιλ. Μετά από δέκα χρόνια εγκλεισμού η Νατάσα κατάφερε να αποδράσει. Ο Βόλφγκανγκ, όταν κατάλαβε ότι εἰχε φύγει αυτοκτόνησε. Όταν εκείνη βγήκε από τον τάφο της, τρέχοντας, πηδώντας φράχτες, χτυπώντας κουδούνια για βοήθεια,  ο Βολφ έδραμε στις ράγες του τρένου..

Σύνδρομο της Στοκχόλμης

Στις πρώτες δηλώσεις που είχε κάνει η Νατάσα προκάλεσε την έκπληξη του κόσμου: «Ήταν μέρος της ζωής μου και γι’ αυτό, κατά κάποιο τρόπο, θρηνώ γι’ αυτόν». Ακόμη περισσότερο είχε εντυπωσιάσει η αποστροφή της για τη σχέση τους, τη βία που εξασκούσε επάνω της, αλλά και την τρυφερότητα που της πρόσφερε: «Αλλοτε με σήκωνε στα χέρια του και άλλοτε με κλώτσαγε με τα πόδια του».

Λόγια που περιγράφουν καθαρά την εξάρτηση από έναν δυνατό, αλλά εκείνη δεν έβλεπε έναν τυραννικό κύριο: «Δεν ήταν ο αφέντης μου. Ποτέ δεν τον αποκάλεσα έτσι, παρόλο που εκείνος το ήθελε». Για τους ειδικούς η κατάσταση αυτή ορίζεται ως «Σύνδρομο της Στοκχόλμης», όταν τα οι όμηροι σε μια ληστεία στη σουηδική Στοκχόλμη (1973), μετά από έξι μέρες εγκλεισμού, ένιωθαν θετικά συναισθήματα για τους απαγωγείς τους και τους υπερασπίστηκαν όταν απελευθερώθηκαν.

Μια κοινωνία αντρών

Η ιστορία που αφηγείται ο Μαυριτσάκης προϋποθέτει ένα περιβάλλον που συντηρεί μια νοοτροπία υπεροχής του αρσενικού, πράγμα που δηλώνεται στο έργο από πολύ νωρίς με την τρομακτική παρουσία του πατέρα, που στοιχειώνει τον ήρωα, τον παρακινεί σε τέτοιο σημείο που να αναρωτιέσαι πού βρίσκεται η ελευθερία του ή πόσο ετεροκίνητη είναι η συμπεριφορά του. Με άλλα λόγια, μέσα από τον λόγο του συγγραφέα ανακύπτουν βασικά ζητήματα που αφορούν γενικά τις επιστήμες Ψ, αναφορικά με το πού οφείλεται η διαμόρφωση του χαρακτήρα του ενηλίκου, και τι επηρεάζει καταλυτικά περισσότερο τις επιλογές του, πόσο υπεύθυνοι είναι οι γονείς, οι αυταρχικοί και διαταραγμένοι γονείς. Το όνομα του ήρωα Wolfgang αποκαλύπτει και την ιδιοσυγκρασία του: είναι ο λύκος και αναζητάει τη λεία του. Μόνο που δεν πρόκειται να την κατασπαράξει αλλά να τη συντηρήσει στη ζωή.

Σε ένα καταφύγιο είχε κλειστεί και ο ίδιος όταν ήταν παιδί, ώστε να εκβιάσει περισσότερη αγάπη από τους γονείς του. Νά, μία ακόμη πλευρά αυτού του ψυχισμού, αφού δείχνει να υιοθετεί αυτή την πίστη. Από τον πόλεμο στον έξω κόσμο και ο ίδιος είναι προφυλαγμένος. Μοιάζει να είναι καθηλωμένος στο παρελθόν. Ακόμη και το αμάξι του είναι πολύ παλιό, αλλά δεν το αλλάζει.  Ο Βολφ έχει εκπαιδευτεί να είναι κυνηγός σε μια κοινωνία φιλοθηρική, γραββατοφορούντων και αξιοπρεπών θηρευτών-κτηνών. Μόνο που αυτός δεν κυνηγάει το χρήμα.  Το δόλωμα που χρησιμοποιεί για να παρακινήσει τη μικρή Φαμπιέν (όπως λέγεται η ηρωΐδα στο έργο) να μπει στη φάκα είναι ο πόλεμος που γίνεται, εκεί, έξω. Και τώρα την προστατεύει στο καταφύγιο που έσκαψε από αυτά τα δεινά του πολέμου. Θα την παντρευτεί σε μια παρωδία τελετής-παιδικού παιχνιδιού. Και το παραμύθι συνεχίζεται: οι γονείς της δεν ήρθαν στον γάμο γιατί πέθαναν στον πόλεμο.

Ο έρωτας ως κτήση

Το ιδανικό του Βόλφγκανγκ είναι η μονογαμία. Θα έλεγα το χριστιανικό του προφίλ, οφείλει να εκπληρωθεί μέσα από μία αποκλειστική σχέση που δεν θα μπορέσει κανείς να διαταράξει. Επομένως, μία σχέση που θα βασιστεί στη βία και στον αποκλεισμό της ελεύθερης συγκατάθεσης του άλλου.

Ο φίλος

Ο φίλος του Βολφ είναι μια γέφυρα με τον έξω κόσμο που έχει αρνηθεί ο Βολφ.

Το παιδί, που είναι και θα παραμείνει αγνό (αλλά και αγέραστο) είναι το τέλειο ταίρι για έναν γάμο που θα τελεστεί με όρκους αιώνιας αφοσίωσης και αφιέρωσης. Οι δύο «έσονται εις σάρκα μία» ως υποδούλωση του παρθενικού σώματος σε κάθε όρεξη κι επιθυμία του άντρα συζύγου. Επομένως, η προδοσία του ιδανικού σημαίνει ακύρωση του εισιτηρίου για τον παράδεισο. Ενώ, την ίδια στιγμή σημαίνει αμφισβήτηση της αρρενωπότητάς του. Μήπως δεν φανερώνει και ότι σε μια υποτιθέμενη μοιχεία, όταν συντρίβεται το δοσμένο αρσενικό πρότυπο, ο φόβος της ανάδειξης ή και διεκδίκησης του ομόφυλου εαυτού είναι ορατός, και εφιαλτικός; Κάτι το οποίο στην παράσταση εκφράστηκε με τον φίλο του Βολφ, και την πρότασή του να βρεθούνε χωρίς γυναίκες. Η ενοχική του συνεύρεση με το γυναικείο σώμα του δίνει την αφορμή να οικτείρει τον εαυτό του, να αισθανθεί την ανικανότητά του να σχετιστεί ισότιμα: «Θα βρεις έναν καλύτερό μου» λέει στη γυναίκα που σχετίζεται και τη διώχνει.

Από κάτω καίγεται

Αυτή η αντρική άποψη για το γυναικείο φύλο, από τη μια η αναζήτηση της αγνότητας, μιας μαντόνας, και από την άλλη η απαξίωση, η εχθρότητα και το μίσος, αποκρυσταλλώνεται περίφημα στο φάντασμα του πατέρα, όπου η γυναίκα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα έμμονο πλάσμα που επιζητεί τη σεξουαλική επαφή: «Πάντα τρομοκρατημένη… με το στήθος της πεσμένο μέχρι τον αφαλό… Από κάτω καίγεται. Και τι δεν θα ᾽δινε για λίγο ξένο σάλιο στο ζαρωμένο στόμα της, για ένα σκληρό χάδι ανάμεσα στα πόδια. Οι γυναίκες έχουν ένα κενό εκεί… ανάμεσα στα πόδια, ένα δεύτερο στομάχι κάτω απ᾽ το κανονικό τους στομάχι, που δεν χορταίνει ποτέ. Ακόμη κι αν σε καταπιούν ολόκληρο, πάλι πεινασμένες θα είναι. Αυτή η πείνα δεν σταματάει. Μόνο στον τάφο. Μόνο εκεί βρίσκουν ευτυχία». (5η σκηνή)

father

Ο Βόλφ ήδη ήταν φυλακισμένος και ζητούσε έναν σύντροφο. Η διαταραχή του οφείλεται σε έναν πατέρα με τον οποίο παλεύει, αλλά πάντοτε νικάται από τον ίσκιο του.

Πρόκειται για μια εικόνα που γνωρίζουμε από τον Μεσαίωνα: η γυναίκα που έχει κηδεμόνα τον πατέρα και αδελφό ή ο σύζυγός της. Οι γυναίκες που μπορούσαν να ξεφύγουν από τον κανόνα της υποταγής ήταν οι μοναχές, οι οποίες μπορούσαν να αναπτύξουν τη δημιουργικότητά τους σε άλλους ρόλους πέραν της μηχανής παιδοποιΐας και της ανατροφής των μικρών.

Άρνηση ενηλικίωσης

Η παγίδα για τον συγγραφέα είναι να ηθικολογήσει μιλώντας για την παιδεραστία ή την παιδική κακοποίηση, και γαργαλώντας τα χαμηλώτερα αισθήματα του παραλήπτη του. Εδώ μας εξαναγκάζει ο Μαυριτσάκης να δούμε την όψη των πραγμάτων πέρα από σκανδαλολογία και ντοκυμενταρίστικη λογική. Οι σχέσεις που περιγράφονται παρά το ακραίο της προϊστορίας τους, τις αναγνωρίζουμε στην καθημερινότητα, παρόλο που δεν ονοματίζονται εύκολα. Η σκηνή της ανάκρισης όταν ο Βολφ πιέζει τη Φαμπιέν να του πει τις σκέψεις της , πόσοι ήταν εκείνοι που την πλησίασαν, αν ἠταν ένας ή πολλοί, αν χόρτασε και η ίδια, με τη μυστική ηδονή που δείχνει να βιώνει ο ίδιος όταν αφηγείται τα σενάρια που έχει φαντασιωθεί, είναι μια εικόνα οικεία η οποία φωτίζεται αποκαλυπτικά στο περιβάλλον κατάρρευσης ενός ανθρώπου που δυσκολεύεται να ενηλικιωθεί.

balloon

Η μικρή είναι ένα κουτσουρεμένο λουλούδι που συντηρείται στο σκοτάδι και στην ερημία. Το κορίτσι στη διάρκεια του έργου γίνεται γυναίκα, αλλά η ίδια αγωνιά εάν θα αρέσει πλέον στον Βολφ. Για εκείνον η αγάπη που της ζητάει είναι η πλήρης υποταγή της με την ακύρωση της σκέψης: «Αν είσαι ήσυχη και καλή, θα σ᾽ αγαπάω πάντα. Θα σε φροντίζω. Θα είμαι ο ωραιότερος και δυνατότερος άντρας του κόσμου, αν είσαι ήσυχη και καλή» (σκηνή 22).

Και ίσως, εδώ είναι και το κλειδί του έργου. Όπως η Φαμπιέν είναι αγέραστη, ακόμη και όταν μεγαλώνει, έτσι και ο Βολφ είναι ένας άντρας που δεν έχει καταφέρει να βγει από την εφηβεία του, όσο και αν θέλει να ξαναγεννηθεί. Έχει μάθει να κακοποιεί, ώστε να απολαύσει την ένωση και τη συνύπαρξη. Αλλά με έναν σαφώς πιο αδύναμό του. Το παιχνίδι από την αρχή δείχνει να μην είναι έντιμο.

Ωστόσο, η σκοτεινή πλευρά του Βολφ με τη θρησκόληπτη προσήλωση στον γάμο του με τον τυφλοπόντικα Φαμπιέν, δεν είναι τίποτ᾽ άλλο παρά ένας κόσμος σε ταραχή που αναζητάει το φως αλλά δεν ξέρει το μονοπάτι να το φτάσει. Για αυτό ο ήρωας είναι πέρα από το καλό και το κακό. Και μαζί με την Φαμπιέν προκαλεί αισθήματα συμπάθειας του θεατή για τον πόνο του και τον εσωτερικό του πόλεμο.

Ο Μαυριτσάκης ανανεώνει τη θεατρική γραφή με ένα έργο που μπορεί να σταθεί σε οποιαδήποτε σκηνή στο δυτικό θέατρο. Κάπου μετεωρίζεται με τους πολλούς συμβολισμούς, αλλά η σκηνοθεσία διασώζει την παράσταση από το να αναδειχτούν μικρές παρόμοιες ατέλειες.

Ηρωΐδα ενός κουκλόσπιτου

Οι κήποι, τα φυτά και τα κλαδέματά τους, (ανακαλεί το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι του Τεννεσσή Ουίλλιαμς), η κηπουρική ως φροντίδα μικρών υπάρξεων δίνει την ευκαιρία στην Κατερίνα Ευαγγελάτου να δομήσει ένα εύστοχο σχόλιο πάνω στο περίπλοκο των ανθρωπίνων σχέσεων, στη βία ως εμπειρία μυστική και μεταμφιεσμένη, για να θέσει τα δικά της ερωτήματα για το πώς μπορεί να συγκεραστεί η αγάπη με την κακοποίηση, η εξάρτηση με την ανάγκη επικοινωνίας, η αφοσίωση με τον εκμαυλισμό.

Η Ευαγγελάτου μας οδηγεί μέσα από την εξαίρετη διδασκαλία των ηθοποιών να δούμε τη μικρή Φαμπιέν να μεταμορφώνεται ως παιδί σε ηρωΐδα ενός κουκλόσπιτου., αναλαμβάνοντας να παίξει σε ένα παιχνίδι, και δεσμεύεται με τους όρους του, ὠστε να κρατήσει μυστικό το καταφύγιο που κατασκευάζει ο Βολφ.

Η Ευαγγελάτου στην τέταρτη δουλειά της (έχει σκηνοθετήσαει μία από τις Δέκα Εντολές, την Πλαστελίνη, και την Ερωτευμένη νεκρή) μέσα σε ένα πολύ μικρό διάστημα αναδεικνύεται σε μια από τις πιο ουσιαστικές και στιβαρές δυνάμεις στη νεοελληνική σκηνή. Δεν προδίδει τον λόγο του συγγραφέα, τον υπηρετεί έως τέλους συνδιαλεγόμενη με τα ζητήματα που θέτει, είναι πάντα σε εγρήγορση και σε ετοιμότητα, ώστε να υπάρχει πάντοτε ως ομάδα με τους ηθοποιούς της. Ξεχώρισα τον Βασίλη Ανδρέου ο οποίος με το απελευθερωτικό του παίξιμο επιτρέπει να βγάλει το παιδί που εξωτερικά είναι άντρας αλλά ακόμη κυνηγιέται από τον τρομοκράτη-πατέρα. Η Λουκία Μιχαλοπούλου σωστή και πειστική ως παιδί-έφηβος-γυναίκα, αν και ορισμένες φορές μου φάνηκε ότι αισθανόταν αμήχανα με τις μεταλλαγές του ρόλου. Ο Βακούσης άψογος ως πατέρας και κοσμηματοπώλης. Η Μαρἰα Ζορμπά με κέρδισε από τη δεύτερη εμφάνισή της. Καλός και ο γείτονας Σωτήρης Τσακομίδης, όπως και ο φίλος Νικόλας Αγγελής, και τώρα που το σκέφτομαι η αμηχανία του ταίριαζε. Τέλος η Σεραφίτα Γρηγοριάδου ως η γυναίκα με την οποία συνδέεται για λίγο ο Βολφ εξαιρετική παρουσία.

Όχι μόνο ακούς τέλεια την εκφορά του λόγου, αλλά και ο τρόπος της παρουσίασης υπερβαίνει το ειδικό και την περιπτωσιολογία για να αναδείξει με ευαισθησία το φαινόμενο της ζήλιας και της κακοποίησης που συμπλέκεται με έναν παράξενο τρόπο με την τρυφερότητα. Και αυτή η θετική σχέση της σύνδεσης θύτη και θύματος αγγίζει και μας, εφόσον μπορεί να εντοπιστεί σε κάθε μορφής προσωπική δεσμό: από την οικογένεια και τις φιλικές σχέσεις, έως τον επαγγελματικό χώρο ή και το σχολείο.

Ακόμη, αυτό που μου αρέσει στην Κατερίνα Ευαγγελάτου είναι ότι κάθε της παράσταση πυρακτώνεται από θεατρική μαγεία. Χρησιμοποιεί ακομπλεξάριστα τις μηχανές της σκηνής, και σε βάζει σε μια κατάσταση απογειωτική από το πρώτο δευτερόλεπτο, όπως η σκηνή με τα ψαλίδια έως το τέλος που η ηρωΐδα σχεδόν στενοχωρημένη νοσταλγεί τον άνθρωπο που έζησε οκτώ χρόνια. H Ευαγγελάτου είναι πανάξια. Και είμαι βέβαιος ότι θα συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό και με την ίδια σοβαρότητα που λείπει στο θέατρο, χωρίς να επαναπαυτεί στην επιτυχία της.

Το έργο με την παραβολή της κοινωνίας, ως κήπου που οφείλει να δείχνει εύρρωστος, και καταπράσινος, οι φράχτες που κλαδεύονται και το καταφύγιο-φωλιά κάτω από το γκαράζ, μέσα σε μια εξαιρετικά μικρή σκηνή, έδωσαν την ευκαιρία στον Κωνσταντίνο Ζαμάνη να δημιουργήσει ίσως τη σημαντικότερη σκηνογραφία του: όρισε τον χώρο με ιμάντες που έδιναν την αίσθηση των φρακτών και των ανοιγμάτων με εισόδους για το έξω. Ένας ασφαλτένιος διάδρομος ένωνε ένα άλλο μέρος του κήπου: εκεί μαστορευόταν το παμπάλαιο αμάξι, και εκεί συνδεόταν το επέκεινα με το παρόν, το φάσμα του πατέρα ὅταν εμφανιζόταν ως παραίσθηση στον γιο.

Τέλος να σημειώσω την εμπνευσμένη μουσική του Γασπαράτου και γενικά την επιμέλεια των ήχων που συνέβαλαν τα μάλα στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Η Μελίνα Μάσχα, απόλυτα συντονισμένη με το πνεύμα της σκηνοθέτιδος. Εύγε σε όλους και κυρίως στους ηθοποιούς που τα δίνουν όλα.

ΣΥΝΔΕΣΜΟI «Θρηνώ γι’ αυτόν…» δηλώνει για τον απαγωγέα της η Νατάσα Κάμπους», ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Συγγραφέας Γιάννης Μαυριτσάκης, Σκηνοθεσία Κατερίνα Ευαγγελάτου, Σκηνικό – Κοστούμια Κωνσταντίνος Ζαμάνης, Μουσική Σταύρος Γασπαράτος, Φωτισμοί Μελίνα Μάσχα, Βοηθός σκηνοθέτη Μελίνα Σκούφου, Βοηθός φωτιστή Σοφία Ίτο, Δραματολόγος παράστασης Εύα Σαραγά
Διανομή: Wolfgang Βασίλης Ανδρέου, Ο Γείτονας Σωτήρης Τσακομίδης, Ο Φίλος Νικόλας Αγγελής, Η Μητέρα Μαρία Ζορμπά, Fabienne Λουκία Μιχαλοπούλου, Το φάντασμα του πατέρα Μάνος Βακούσης, Η Γυναίκα Σεραφίτα Γρηγοριάδου, Ο Κοσμηματοπώλης Μάνος Βακούσης

Η τρέλα του Ηρώδη

Επιστρέφω στον Ρωμανό τον Μελωδό, γιατί τα έχει πει όλα. Ή σχεδόν όλα. Στον Ρωμανό δεν ξεχωρίζω απλώς την ευφυία του καλλιτέχνη και τη λατρεία στο κάλλος, αλλά κάτι το οποίο στην ορθόδοξη παράδοση δεν το συναντούμε συχνά σε επίσημα λατρευτικά κείμενα. Ή εάν υπάρχει υποτιμάται και δεν αναδεικνύεται. Εννοώ, μια έμφαση στα συναισθήματα, και εκρήξεις συγκίνησης στα απλά και ανθρώπινα πράγματα. Κάτι που μας φέρνει πάρα πολύ κοντά στα πρὀσωπα των ιστοριών που διηγείται σαν ένας τροβαδούρος παρασύροντας το κοινό του σε ταυτίσεις και συμ-μετοχή στα δρώμενα.

Ο σεβασμός του Ελύτη («Pωμανός ο Mελωδός», Eν λευκώ, εκδ. Ίκαρος, Aθήνα 1993) επικυρώνει τη σημασία που είχε ο ποιητής από τη Συρία για τη γενιά του ᾽30:

Oι χρόνοι που ακολούθησαν μας έδωσαν ασφαλώς περισσότερο έμπειρους στο χειρισμό της γλώσσας υμνογράφους. Όμως αυτός, ο πρώτος, παραμένει μοναδικός· ο πλησιέστερος και προς τους αρχαίους και προς τους σύγχρονους ποιητές μας· ένας κρίκος ανοξείδωτος ανάμεσα σε δύο μεγάλες περιόδους ενός και του ίδιου πολιτισμού. Aυτός επέτυχε να διατηρήσει και ν’ ανανεώσει τους εκφραστικούς πυρήνες που πρέπουν στο ήθος του ελληνικού λόγου. Kαι αυτός θεμελίωσε αρχιτεκτονήματα που ο ἰδιος σχεδίασε πάνω στις ανάγκες της συγγραφικής του αποστολής. Tα δύο αυτά, επιστεγασμένα από την ηθική του προσωπικότητα, την αναπτυγμένη στο μάκρος μιας συνεπέστατης προς τις ιδέες του ζωής, είναι που του έδωσαν το δικαίωμα να πλαγιοϋπογράφει τις συνθέσεις του με την τόσο περήφανη, στο βάθος, ρήση: Tούτο του ταπεινού Pωμανού. 

Στέκομαι στον ύμνο του Ρωμανού που αφορά τον Ηρώδη τον «ωμότατο» σφαγέα και τον παραλογισμό του στο Κοντάκιον τῶν ἁγίων νηπίων, φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε: τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ. Αν και έχει αμφισβητηθεί το γεγονός της βρεφοκτονίας ο Ηρώδης ο Α´ ή  Μέγας ( 73 π.Χ. – 4 μ.Χ) υπήρξε ένα τέρας αφού σκότωσε τη γυναίκα του Μαριάμνη και δύο παιδιά του. Πιστεύω ότι αυτή η ποιητική ανάγνωση της βιβλικής ιστορίας του από τον Ρωμανὀ είναι η καταρράκωση κάθε ανθρώπινης, εδώ πολιτικής εξουσίας: «το κράτος του Ηρώδη καθαιρείται». Ταυτόχρονα, δεν αγνοεί την ανθρώπινη πλευρά του και διεισδύει στον ψυχισμό του με λεπτές αναλύσεις. Κυρίως αντιλαμβάνεται τον παραλογισμό του. Ο Ηρώδης δεν ήταν στα καλά του, όταν αποφάσισε να φονευθούν τα μωρά: είχε μανιάσει και «ἐσκοτίσθη τὰς φρένας».

 

  ὥσπερ πῦρ ἐγένετο    καὶ βολίδας ἐξέπεμπεν    τῆς ὀργῆς τὰ ὁρμήματα,
  οὐ φλέγων ἐν ἀκάνθαις,    ἀλλὰ φονεύων βρέφη
    καὶ καταμολύνων    αἵμασι τὴν γῆν·
ἐσείσθη γὰρ τὸν νοῦν    καὶ ἐσκοτίσθη τὰς φρένας,
    οὐκ ἀπὸ μέθης,    ἀλλ’ ἀπὸ φθόνου· 

 

 

Ο Ηρώδης θερίζει ως σίτο τα άκακα βρ�φη.

Duccio di Buoninsegna, Η σφαγή των νηπίων, 1308-1311.

Έχει, λοιπόν ενδιαφέρον, ότι ο Ηρώδης αν και «θερίζει τὰ νήπια ὥσπερ σῖτον» είναι «ὀδυρόμενος» και παρουσιάζεται απογυμνωμένος από το μεγαλείο του με εικόνες που τονίζουν πόσο φοβισμένος είναι, πόσο νήπιο νιώθει, αλλά και ταραγμένος, τρέμει, πενθώντας από τη γέννηση ενός βρέφους. Διατάσσει το στράτευμα να σκοτώσει τα μικρά και οι στρατιώτες φοβούνται ότι θα γελοιοποιηθούν και αναρωτιούνται:

 

Ποῖος γὰρ τῶν ἀφρόνων    ἀνθρώπων οὐ γελάσει
    ὅτι κατὰ νηπίων    στρατευόμεθα; 

 

155905153_9e87521ce0_m

«Πατέρες ἔκλαιον υἱοὺς καὶ μητέρες σὺν αὐτοῖς», λέει ο Ρωμανός για τη σφαγή των νηπίων. Ο σημερινός Ηρώδης δεν κάνει διάκριση στο φύλο των άκακων παιδιών που δολοφονεί. (Πηγή: christopherhitchenswatch.blogspot.com)

 

Από την πλευρά εκείνων που ἐκλαψαν τα αθώα παιδιά (τόσο δυνατός θρήνος σαν βροντή που έπεσε στη γη) δεν είναι μόνο οι άνθρωποι αλλά συμπάσχει όλη η φύση κλαίγοντας:

 

 Ὁ ἦχος τῶν θρηνούντων    τοὺς νέους παῖδας
    ὡς βροντὴ ἐπὶ γῆς    κτύπον ἐποίει·
    βουνοὶ γὰρ καὶ φάραγγες    καὶ κοιλάδες τῶν ὀρῶν    ἀντηχοῦντες ὠλόλυζον·
  τὴν οἰμωγὴν ἐκείνην    ὥσπερ ἀφομοιοῦντες,
    συνέπασχον ἀλλήλοις    συγκοπτόμενοι. 

 

 

Είναι τόσο κακός ο Ηρώδης που δεν σκέπτεται ούτε τους γονείς των άκακων παιδιών:

 

Ὢ κακία, ὢ μανία    τοῦ βασιλέως.
    Ὢ ἀνοίκτιστος τρόπος,    ὅτι νηπίοις
    πόλεμον ἐξήγειρε,    καὶ τὸ γένος τὸ ἴδιον    οὐδὲ ὅλως ᾠκτείρησε.
  Τῶν τέκνων τῶν ἰδίων    οὐχ ὑπεμνήσθη τότε,
    οὐδ’ ὅτι μία φύσις    τοῖς πᾶσίν ἐστιν· 
οὐκ ᾤκτειρεν γονεῖς,    ἀλλ’ ὀργισθεὶς ἐμεθύσθη
    καὶ ἑαυτόν τε    πρῶτον ἠγνόει,    καὶ τότε πάντας    τοὺς ὁμοφύλους,
ἐπιδραμὼν τοῖς ἅπασιν    ὥσπερ θηρίον ἄγριον,
    ὅταν φεύγῃ τοὺς βάλλοντας    παγίδας καὶ διώκοντας.
 

Πατέρες ἔκλαιον υἱοὺς    καὶ μητέρες σὺν αὐτοῖς,    καὶ οὐδὲν τὸν ἀναιδῆ 
    ἔμελε περὶ αὐτῶν,    ἀλλ’ ἢ μόνον αὐτὸς    τοῦτο ἐφρόντιζε θρηνῶν

 

    ὅτι τὸ κράτος αὐτοῦ    καθαιρεῖται ταχύ.

 

 

Guido Reni, Η σφαγή των νηπίων, 1611 (λεπτομ�ρεια).

Guido Reni, Η σφαγή των νηπίων, 1611 (λεπτομέρεια).

Είναι απίστευτα ακριβής στις περιγραφές των σφαγών που προκαλούν φόβο και πόνο, όπως όταν τα παιδάκια που σφάζονται κρατούν στο στόμα με τα τρυφερά δόντια τους τις θηλές των μητέρων τους:
Μαχαίραις ἀνηλεῶς    ἀπεκτάνθησαν,
    ὡς ἐν σχήματι φόνου,    ἄμεμπτα βρέφη.
    Τὰ μὲν ἐκεντήθησαν    ἀπρεπῶς καὶ ἀπέψυξαν,    τὰ δὲ διεμερίσθησαν·
  ἄλλα κάρας ἐτμήθη,    τοὺς μασθοὺς τῶν μητέρων
    καθέλκοντα καὶ γάλα    ποτιζόμενα,
ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν    ἐν τοῖς μασθοῖς κρεμασθῆναι
    τὰ τῶν νηπίων    σεπτὰ κρανία,    καὶ τὰς θηλὰς δὲ    κατασχεθῆναι
ἔνδον αὐτῶν τοῦ στόματος    τοῖς ὀδοῦσι τοῖς τρυφεροῖς.
 

Διπλαῖ τότε γέγοναν    ὀδύναι καὶ ἀφόρητοι
  ταῖς θηλαζούσαις γυναιξὶ    διασπωμέναις φυσικῶς    ὑπὸ παίδων διετῶν,
    στερουμέναις δὲ αὐτῶν,    ὡς φησὶν ὁ βασιλεύς·    διὰ τοῦτο καὶ θρηνεῖ
ὅτι τὸ κράτος αὐτοῦ    καθαιρεῖται ταχύ.

 

Τα αθώα μικρά.

Τὰ μὲν ἐκεντήθησαν ἀπρεπῶς καὶ ἀπέψυξαν, τὰ δὲ διεμερίσθησαν. (Πηγή: christopherhitchenswatch.blogspot.com)

Το μεγάλο μάθημα από την ποίηση του Ρωμανού είναι ότι ο Ιησούς-βρέφος δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη γραφικότητα και τον ρομαντισμό που έχουμε τραφεί, που χαϊδεύει παιδικές μνήμες και γλυκερές φαντασιώσεις. Αντίθετα από τη στιγμή που έρχεται στον κόσμο συναντά εχθρότητα, μίσος και οργή. Είναι ο στόχος της πολιτικής εξουσίας που τρέμει μήπως χάσει τα ηνία της.
Κατά τον Ρωμανό ο Ηρώδης είναι άδικος και παράνομος. Ένας κτηνώδης φονιάς, ωστόσο που γίνεται παιδοκτόνος από φόβο, αλλά είναι συνάμα και αλαζόνας και κακός.
Πόσο επίκαιρο, ή μάλλον, πόσο πολύ διαχρονικό,  μου ακούγεται…
*Τα αποσπάσματα είναι από την κριτική έκδοση του ύμνου 15 της σειράς Sources chrétiennes: J. Grosdidier de Matons, Romanos le Mélode. Hymnes, Παρίσι 1964-1981.