Category Archives: performance

O μελωδικός μάγος της σκηνής

Nαί, ανάψαν τα φώτα στο περιβόλι του τρελλού. Kαι ιδού: επί σκηνής ο Διονύσης. Στα μαύρα με δύο γλώσσες φωτιάς από τα βαθυκόκκινα σπορτέξ. Αυτός και η κιθάρα του. Αυτός και το κοινό του. Έτοιμος να υποκριθεί αληθινά για τη σύναξη του Παλλάς. Είναι η τελευταία του νύχτα, αφιερωμένη στα σίξτις. Όλοι έχουν ησυχάσει. Κάθε τραγούδι είναι μία μικρή ιστορία που γίνεται παράσταση. Βλέπουμε πρόσωπα μέσα από τη μουσική και τους στίχους του. Η Ζωζώ είναι πραγματική, οι φαντάροι κινούνται, τα παιδιά μας κοιτούν, άλλοτε με απορία άλλοτε με χαμόγελο. Βλέπω για πρώτη φορά τη Συννεφούλα. Αυτός και εκείνη ήταν δεκαπέντε ετών. Την αντικρίζουμε σε ένα πορτραίτο να διαβαίνει τη σκηνή: ένα πανέμορφο κοριτσόπουλο, μελαχρινό. Η μούσα του Διονύση είναι εφηβική, ενώ αυτός έφηβος ασπρομάλλης την καμαρώνει.

Ο Σαββόπουλος δεν είναι ακόμη ένας συνθέτης της νεώτερης μουσικής ιστορίας του τόπου μας, αλλά ένας καλλιτέχνης πρότυπο για τις νεότερες γενιές.

Το μυστικό του Διονύση είναι που μας κάνει μέτοχους των ιστοριών του. Τουλάχιστον εκείνων που σχολιάζουν τα τραγούδια του, εξηγούν τα στιχάκια, μας ταξιδεύουν στις συνθήκες της δημιουργίας. Η συννεφούλα με τον γοργό ρυθμό δεν αργεί να γίνει τσάμικο, για να καταλήξει στο παιδικό φινάλε και στα τρίγωνα κάλαντα. Να γίνει μια ευχή: «Χρόνια πολλά!». «Σε σένα χρόνια πολλά, Διονύση!»

Μοιράζεται εικόνες των νεανικών του χρόνων, την εποχή των διαδηλώσεων, την επομένη της δολοφονίας Λαμπράκη: «Το πρωί μας καταβρέχανε το βράδυ ταβέρνα. Τσιτσάνης, Θεοδωράκης». Μας δείχνει το λεύκωμά του με φίλους. Στην παρέα και ο Παπαδιαμάντης που κρατάει μαζί του σαν φυλαχτό. Έρχεται και ο Τσαρούχης. Μετά ο Χριστιανόπουλος: «Η Αθήνα είναι μια γάτα που θα σε κατουρήσει». Συμβουλή του Θεσσαλονικού προς Θεσσαλονικιό που πρόκειται να κατέβει Αθήνα.

Μας λέει τα όνειρά του: Να είναι στην Αμερική, να γράφει τραγούδια διαμαρτυρίας, να γνωριζόταν με ηθοποιούς, να σκάρωνε και καμιά διαδήλωση… Ονειρεύεται αλλά βρίσκεται στην Μπουμπουλίνας , στα κρατητήρια. Τον δέρνουν. Κάθε μπερντάκι και σύνθεση. «Ολόκληρο long play φτιάξαμε η ασφάλεια κι εγώ», θα καταλήξει και ο κόσμος γελά πικρά. Η ζωή του μοιάζει ταινία. Όπως και η δεκαετία του 60, που έχει βαλθεί να μας ταξιδέψει. Γιε, γιε, γιε.

Πολιτικός και λυρικός

Δεν ξέρω εάν υπάρχει άλλος καλλιτέχνης που να μετουσιώνει την πολιτική πραγματικότητα χωρίς να γίνεται διδακτικός, ηθικιστής ή κοινότυπα περιγραφικός. Παραμένοντας λυρικός. Βλέποντας μέσα στη μάζα ένα πρόσωπο να φωσφορίζει και να λάμπει.

Ακούγοντας ξανά τον Σαββόπουλο ανακαλύπτω έναν μεγάλο δάσκαλο, με την έννοια του προτύπου, για τους ομοτέχνους του. Βρίσκω, όμως και τον performer της λαϊκής σύναξης. Τον παραμυθά που ξέρει να αφηγείται μύθους και τον τροβαδούρο που παίζει τις ιστορίες του στις νότες της μουσικής του κλίμακας, σε ρυθμούς γνωστούς, που δημιουργούν πάντα ένα παραξένισμα. Είναι το παραξένισμα της πρωτοτυπίας, η έκπληξη του νέου και θαυμάσιου. Του εξαίρετου και μοναδικού. Κι ας είναι 64 χρονών. Έχει ενέργεια εικοσάρη. Και η φωνή του είναι άψογη.

Κορυφαία στιγμή της βραδιάς η εμφάνιση στη σκηνή του Γιώργου Ρωμανού. Μεταξύ των τριών τραγουδιών που ερμήνευσε, και το «Αστέρι του βορριά», του δασκάλου Μάνου Χατζιδάκι. Καταχειροκροτήθηκε.

Δεν θέλω να αγιολογήσω. Απλώς, νιώθω το σώμα μου να μουδιάζει. Τα μάτια μου βουρκώνουν όχι μόνο από στίχους και προσωπικές αναμνήσεις αλλά ακόμη όταν βλέπω τους μουσικούς να απογειώνονται, να γίνονται ξωτικά, να τρελλαίνονται ωραία.

Ανάμεσα σε δύο πλατείες…

Η παράσταση οφείλει πολλά και στη σκηνογραφία του γνωστού εικαστικού Μάριου Σπηλιόπουλου και της Λαμπρινής Καρδαρά. Κυρίως, όμως, πίσω από την ιδέα ανακαλύπτω τις εμμονές του Σπηλιόπουλου με τα πρόσωπα που αρθρώνουν ένα εικονοστάσι της νεότερης ιστορίας μας. Η κάθε φωτογραφία διηγείται μια ιστορία. Και όλες οι ιστορίες αυτές φαίνεται ότι γράφουν την πραγματική ιστορία μας, που συχνά δεν θα τη διαβάσουμε ποτέ σε επίσημα εγχειρίδια.

Η εξομολόγηση με τη φωτογραφία του πατέρα του, τα στιχάκια του και ένα μυστικό που αποκαλύπτεται με τον θάνατό του, δίνει τον τόνο. Ερμηνεύει την πατρική μορφή: «Δεν είμαστε οι θεοί που νομίζατε. Δεν είμασταν οι σπουδαίοι που νομίζατε. Ό,τι μπορέσαμε κάναμε.» Για να καταλήξει αυτοκριτικά: Η γενιά μας δυσκολεύεται να το πεί, εμείς οι ανήλικοι διαρκώς.

Ο Σπηλιόπουλος είχε στήσει ως φόντο στο βάθος της σκηνής εικόνες από μία συγκέντρωση στα μέσα της δεκαετίας του 6ο, και ακριβώς μπροστά μια κερκίδες με ένα πολύ νεανικό κοινό να συμμετέχει ενεργά, αφήνοντας τον αυθορμητισμό του να εκδηλωθεί με σιγοντάρισμα, με συνοδεία ρυθμική ή και με σωματική κίνηση. Έτσι, ο Σαββόπουλος έπαιζε αγκαλιασμένος ανάμεσα σε δύο ομάδες θεατών από διαφορετικές γενιές: οι νέοι παρακολουθούν τους μεγαλύτερους και οι παλιοί βλέπουν πώς προσλαμβάνουν τις μουσικές του 60 οι εικοσάριδες. Προς το τέλος τα νέα παιδιά εξέλιξαν τη βραδιά σε πάρτι. Η λειτουργικότητα της ομάδας αυτής αποδείχτηκε ευφάνταση στον τρόπο που μετέφεραν τις αναμνήσεις του Διονύση από τον έξω κόσμο στα φώτα της σκηνής, περνώντας από χέρι σε χέρι φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων, πάνω σε πλαίσια, εικόνες που είχαν μια διαφάνεια, σαν να ήταν άυλες. Όταν τις άγγιζαν τα παιδιά οι εικόνες αυτές ανέβαιναν ψηλά για να χαθούν.

Να σημειωθεί ότι στο πρώτο μέρος είμασταν παρέα με τον Σταύρο Λάντσια στο πιάνο και στα κρουστά, και στο δεύτερο μέρος διηύθυνε ο Γιάννης Παπαζαχαριάκης. Ο ίδιος ο Διονύσης πάντα με την κιθάρα, την ίδια εκείνη που κατέβηκε στην πρωτεύουσα. Τη σκηνοθεσία την υπογράφει ο Σαββόπουλος, μαζί με τη Σοφία Σπυράτου.

Έφυγα από το Παλλάς αισθανόμενος την ευλογία της επικοινωνίας σε μια κυψέλη συγκινήσεων. Κερδισμένος. Και ακόμη ένιωσα την ευεργεσία και το προνόμιο να είναι ένας συμπατριώτης μας ο Διονύσης.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥΣ!

Στο Πουθενά και στο Τίποτα

Ξάφνιασε το κοινό των εγκαινίων του Εθνικού ο Δημήτρης Παπαϊωάννου όταν στην παράσταση της Τετάρτης ενώθηκαν επάνω στη σκηνή οι χορευτές με τους θεατές της δεύτερης παράστασης. Μέσα από διαδρόμους οδηγήθηκαν όλοι ανύποπτοι προς την υποτιθέμενη είσοδο, και ξαφνικά βρέθηκαν σε έναν κύκλο γύρω από έναν χορευτή που ζητούσε να κάνουν ησυχία. Ανάβουν τα φώτα της πλατείας. Από εκεί ξεχωρίζουν τα κεφάλια των καθισμένων που χειροκροτούν στο φινάλε, ενώ η καθρέπτινη αυλαία πέφτει. Ο κόσμος πάνω στη σκηνή σχολιάζει έκπληκτος το εντυπωσιακό εύρημα…

Κάπου εκεί ολοκληρώθηκε και η μαγεία. Μετά από το τέχνασμα της «εξαπάτησης» του κοινού η παράσταση κύλισε σαν μία πρόβα αυτοσχεδιασμών που μάλλον κούρασε, παρόλη τη μικρή διάρκεια. Αποκαλύφθηκαν οι κρυμμένοι μηχανισμοί της σκηνής, άνοιξαν τα τραμπουκέτα, κατέβηκαν τα στηρίγματα των σκηνικών. Μέσα σε γκρι τόνους από τα μέταλλα των εξοπλισμών κινήθηκαν οι χορευτές με απλά κοστούμια σε γήινα γκρι καφέ χρώματα. Ωστόσο όλη η παράσταση βασίστηκε μεν στις μηχανές της σκηνής και στην επιδεξιότητα των εκπληκτικών χορευτών να συνομιλήσουν μαζί τους, αλλά αυτό και μόνο δεν έδεσε σε μια ιστορία. Έλειπε ο μύθος που περίμενα να μοιραστώ με τους υπόλοιπους. Έμοιαζε όλο το πράγμα να μην οδηγεί και πουθενά και στην ουσία να μην είναι κάτι που προσφέρει συγκίνηση. Έχω δει σχεδόν τις περισσότερες παραστάσεις του Παπαϊωάννου, αλλά μόνο εδώ ένιωσα την απουσία οικείων αισθήσεων που σημαίνει έλλειψη αναγνωρισιμότητας όσων έβλεπα. Σχεδόν τα πάντα ξένα. Ίσως, υπερβολικά αφηρημένα. Έννοιες χωρίς υλικό αντίκρυσμα. Και πλέον στις μέρες μας η γυμνότητα του σώματος εάν δεν εντάσσεται κάπου είναι άδεια εικόνα. Το αποτέλεσμα: ενδιαφέρον πιο πολύ για σπουδαστές χορού, και φοιτητές ΤΕΦΑ.

Ξέρω ότι οι περισσότεροι θα γράψουν ύμνους για τον άνθρωπο που άλλαξε τον τρόπο του χορού στην Ελλάδα. Εγώ μιλώ σαν ένας κοινός θεατής που θέλει να γίνεται παιδί σε κάθε παράσταση που βλέπει. Να μην αναζητάει ερμηνείες εκ των υστέρων ούτε να διαβάζει απολογητικά υπομνήματα των δημιουργών για το τί ήθελαν να υποστηρίξουν. Και εδώ παιδί δεν έγινα.

Σκέπτομαι τι μπορώ να περιμένω πλέον από τον Παπαϊωάννου. Πόσο έχουν ανέβει οι προσδοκίες μου; Νομίζω ότι θα ήθελα να τον δω να μεταγράφει αρχαία δράματα, τραγωδία και κωμωδία. Ακόμη να συνεργάζεται με ξένους καλλιτέχνες και να δοκιμαστεί σε χώρες με παράδοση στον χορό. Να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί σε νέες σκηνές, σε άλλους όρους, με άλλα ερεθίσματα και άλλες εμπειρίες. Και να είμαι εκεί να τον δω. Να ξαναγίνω παιδί. Και μαθαίνω ότι θα πάει για μερικούς μήνες στην Αμερική, κοντά στη Λώρη Άντερσον. Είμαι βέβαιος ότι μόνο καλό μπορεί να έχει μια τέτοια μετακίνηση.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

TAYTOTHTA
Σύλληψη – Σκηνοθεσία Δημήτρης Παπαϊωάννου
Σκηνικός σχεδιασμός Ζάφος Ξαγοράρης
Μουσική σύνθεση – Ηχητικός σχεδιασμός Coti K.
Κοστούμια Θάνος Παπαστεργίου
Φωτισμοί Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθός σκηνοθέτη – Διεύθυνση καλλιτεχνικής παραγωγής Τίνα Παπανικολάου
Διανομή:
Παίζουν: Θανάσης Ακοκκαλίδης, Νίκος Δραγώνας, Μανώλης Θεοδωράκης, Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης, Γιώργος Καφετζόπουλος, Ευριπίδης Λασκαρίδης, Γιώργος Μάτσκαρης, Χρήστος Παπαδόπουλος, Σίμος Πατιερίδης, Βαγγελιώ Ράντου, Ηλίας Ραφαηλίδης, Διογένης Σκάλτσας, Συμεών Τσακίρης, Αltin Huta

Χορευτές: Προκόπης Αγαθοκλέους, Πάνος Αθανασόπουλος, Αντώνης Βάης, Κωνσταντίνος Μαραβέλιας, Γιάννης Μίχος, Μαρία Μπρέγιαννη, Ίλια Ντετσάβες-Πόγκα, Γιάννης Παπακαμμένος, Άρης Πλασκοβίτης, Καλλιόπη Σίμου, Σοφία Τσιαούση, Tadeu Liesenfeld

Οι Πέρσες ήρθαν μέσω Γερμανίας: Και κούρασαν και απογοήτευσαν

Ο κόσμος αποχωρούσε σιωπηλός, μουρμουρίζοντας ή και με έκδηλη αγανάκτηση από την παράσταση μεμονωμένα ή κατά ομάδες. Σε ορισμένα σημεία φάνηκε να δυσκολεύεται η ερμηνεία της Αμαλίας Μουτούση, η οποία σε μεγάλο μέρος της παράστασης στεκόταν στα όρια των διαζωμάτων. Στο τέλος αρκετοί γιουχάισαν και μία κοπέλα φώναξε «Έξω από την Επίδαυρο». Οι αποχωρήσεις, όπως σωστά σχολίασε η διπλανή μου, ακουγόντουσαν σαν οπλές αλόγων, ένα ποδοβολητό… Ήταν ενοχλητικές οι αποχωρήσεις αλλά επιβεβαίωναν τη ζωντάνια της θεατρικής τέχνης. Κανείς δεν μπορεί να μείνει καθηλωμένος εάν το θέαμα που βλέπει δεν τον ικανοποιεί. Και στους Πέρσες τι ήταν αυτό που ενόχλησε; Continue reading

Σώματα που πιάνουν ουρανό

Είναι μελλοντικό. Αλλά έρχεται από πολύ παλιά. Είναι η εξέλιξη της ρωμαϊκής αρένας και του ιπποδρόμιου. Μόνο που εδώ δεν έχει θέση ο τζόγος. Πρωταγωνιστεί το σώμα πλήρες ελαφρότητος, η μουσική χωρίς εθνικούς περιορισμούς, τα παιγνίδια πτήσεων, ανόδων και καθόδων.

Εδώ, στο Τσίρκο του ήλιου (Cirque du Soleil) το τσίρκο και οι τεχνίτες του που έχουν στιγματιστεί με τη μομφή της κακοποίησης των ζώων παίρνουν τη θέση που του αξίζει. Γιατί δεν είναι μόνο που η τέχνη του έρχεται από το παρελθόν, αλλά γιατί μπορεί και μιλάει ακόμη και σήμερα στους θεατές, συγκινεί και κυρίως μαγεύει.

Η εκρηκτικότητα της ομάδας δεν βρίσκεται μόνο στην ικανότητα και στα ταλέντα όσων παίζουν, αλλά και σε μια σειρά υπερβάσεων και δημιουργικών επινοήσεων: Το Τσίρκο του ήλιου ανακαλύπτει από την αρχή τί είναι και τι δεν είναι τσίρκο σήμερα. Οι πρώτες μορφές της ομάδας εντοπίζονται στο τέλος της δεκαετίας του 1970, αλλά η μεγάλη επιτυχία έρχεται το 1984 στο Κεμπέκ (ιδρυτές: Guy Laliberté, Daniel Gauthier) όταν παίρνει κρατική επιχορήγηση για να συμμετέχουν στον εορτασμό για τα 450 χρόνια της ανακάλυψης του Καναδά. Η ιστορία τους περιλαμβάνει περιοδείες από απλούς καλλιτέχνες του δρόμου, από ξυλοπόδαρους, από εκείνους που καταπίνουν φωτιές, από ζογκλέρ που συναντάει κανείς παντού.

Το Τσίρκο του ήλιου ποντάρει στις φιλοζωικές ευαισθησίες του παγκόσμιου κοινού, και καταφέρνει να αναπληρώσει το κενό των θηριομαχιών και των σύγχρονων θεατροκυνηγίων, των  μαϊμούδων και των λαϊκών αρκουδιάρηδων, των θηριοδαμαστών με τους υπάκουους λέοντες, πάνθηρες, παρδάλεις ή τίγρεις, τέρατα της φύσεως ή ανθρώπους σιαμαίους με θαύματα που βασίζονται αποκλειστικά στο ανθρώπινο σώμα και την κίνησή του στις τρεις διαστάσεις.

Aξιοποιεί στο έπακρο μια τάση που εμφανίστηκε στον χορό τη δεκαετία του 1970 (aerial dance), που δίνει έμφαση στην κάθετη διάσταση της σκηνής με τη χρήση ιμάντων, συνδυάζει γυμναστική, ακροβατικά και χορευτικό ρυθμό σε ένα σύνολο που κυριολεκτικά… ίπταται. Εάν προσθέσουμε σε αυτά τη ζωντανή πρωτότυπη μουσική που κατακλύζει κάθε παράσταση, τα τραγούδια, τα μοναδικά κοστούμια και τα απίστευτα σκηνικά εφέ που μας φέρνουν κοντά στα μεγαλειώδη θεάματα του μπαρόκ μπορούμε να αντιληφθούμε τη μοναδικότητα των παραστάσεων.

Το Τσίρκο του ήλιου είναι και ένα οικονομικό θαύμα. Η επιτυχία τους βασίζεται ότι δεν έχουν ανταγωνιστές. Κατάφεραν μέσα στην αγορά του θεάματος, των μεγάλων και ακριβοπληρωμένων shows, να απασχολούν πάνω από 1500 εργαζόμενους, να έχουν βάση σε διαφορετικές περιοχές, αλλά και να περιοδεύουν, να στέκονται αυτόνομα μέσα στην ηρεμία του γαλάζιου ωκεανού

Αυτός ο μεγάλος θρίαμβος βασίζεται και στο γεγονός ότι το Τσίρκο δεν απευθύνεται σε παιδιά και τους γονείς τους, αλλά μιλάει στις ψυχές όλων με τις ιστορίες που παρουσιάζει. Γιατί κάθε παράσταση δεν είναι ορισμένα νούμερα με χαλαρό δέσιμο, αλλά κάθε σκηνή υπηρετεί οργανικά μια αφήγηση ή διαθέτει ένα μήνυμα: Το 1992 στην παράσταση Saltimbanco η βασική ιδέα πηγάζει από τα μεταναστευτικά ρεύματα και προσδιορίζεται από την πολιτισμική πολυμορφία και τον σεβασμό του διαφορετικού, προσφέροντας ένα φιλειρηνικό μήνυμα. Έτσι στην παράσταση έπαιξαν καλλιτέχνες από 15 διαφορετικές χώρες. Το Alegría βασίζεται στην ιδέα του αγώνα για ελευθερία, καθώς και στη χρήση μια γοτθικής αισθητικής. Στο Love το επίκεντρο είναι η μουσική των Μπτηλς,

Πρόσωπα υπέρφυλα σε μια φελινική χρωματική πανδαισία, σώματα πανάλαφρα, αἐρινα, που δεν προβάλλουν τον τον αισθησιασμό, το νερό, η φωτιά, ο αέρας, τα χρώματα και τα σύμβολα, το παιχνίδι με τους φυσικούς νόμους και η αναγωγή στην ιστορία των μορφών λαϊκών πολιτισμών ή παραδοσιακών μύθων δημιουργούν ένα ασύλλυπτης ομορφιάς περιβάλλον ποιητικής δράσης και κυρίως ψευδαίσθησης.

Μετά από την εμπειρία με το Τσίρκο του ήλιου μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα πού μπορεί να ενταχθεί η δουλειά δικών μας ανθρώπων, όπως ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και όσων προσπαθούν να δώσουν τον δικό τους προσωπικό λόγο, προσπερνώντας την ευκολία της αντιγραφής και της δουλικής μίμησης.

Επίσημη ιστοσελίδα: Cirque du Soleil