Category Archives: representation

Φως εκ σκιάς. Ο Μεγαλέξανδρος του Δήμου Αβδελιώδη

Όποιος έχει δει την ταινία το Δέντρο που πληγώναμε θα αναγνωρίσει στη σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη στην παράσταση Ὁ Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος Δράκος τη ματιά που βλέπει μέσα από ένα καλειδοσκόπιο: σχηματικές εικόνες  με χρυσόσκονη. Έτσι, τουλάχιστον θυμάμαι όταν έβλεπα παιδάκι τις ανακλάσεις με τα πολύχρωμα γυαλάκια.

Ο Αβδελιώδης στην παράσταση χωρίς να εξιδανικεύει το παρελθόν επαναδημιουργεί εικόνες για να βρει την πατρίδα των παιδικών χρόνων, τη γενέθλια γη, που αισθάνεσαι ότι δεν ανήκει μόνο σε εκείνον. Αλλά και σε σένα, που μπορεί να μην έχεις πάει ποτέ στους τόπους του. Και αυτό δεν είναι η αποστολή της τέχνης; να σε κάνει κοινωνό μιας αλήθειας που ενώ έχει προσωπική αφετηρία, τελικά υπερβαίνει ατομικές ανάγκες και μεταλαμβάνει σε αυτήν τουλάχιστον ένας εκτός από τον δημιουργό. Γιατί η τέχνη είναι σαν τη λειτουργία, απαιτεί όχι μόνο τελεστή ή ιερουργό αλλά και πλήρωμα. Κοινότητα.

 

Το γαλάζιο και το βαθύ κυανό κυριαρχούσαν στην παράσταση του Αβδελιώδη.

Μέσα στο γαλάζιο και το βαθύ κυανό έπαιζαν οι ηθοποιοί τους ρόλους τους δημιουργώντας μια εξαιρετική ατμόσφαιρα ποιήσεως.

Με μια αγνότητα στο βλέμμα ο Αβδελιώδης προσπάθησε να συγκεράσει την τέχνη του Θεάτρου Σκιών με το σωματικό θέατρο. Και τα κατάφερε. Από τη μια οι χάρτινες φιγούρες που ζωντανεύουν όταν το φως διαχέεται στα χαράγματα των μορφών επάνω στον μπερντέ και από την άλλοι ηθοποιοί που παίζουν με βάση τον κώδικα του Θεάτρου Σκιών: διαρκώς προφίλ και με μάσκα για να εξαφανιστούν τα φυσιογνωμιστικά χαρακτηριστικά, με δάκτυλα γροθιά ή παλάμες ακίνητες, με φωνή που δεν μιμείται συναισθήματα αλλά διατηρεί έναν επικό τόνο, κορμιά που σουστάρονται όπως οι φιγούρες, κοστούμια ευφάνταστα εμπνευσμένα από τα χρώματα των λαϊκών ζωγραφιών. Επιπλέον, άλλες εικόνες παραμυθένιες έρχονται μπροστά μας με μαγικά οπτικά φίλτρα, αποκτούν μια στερεοσκοπική διάσταση. Και το παιχνίδι των διηγήσεων αποκτάει νόημα μόνο όταν όλα θα λουστούν στο μοναδικό φως που γνωρίζει να πλαστουργεί ο Αβδελιώδης. Για να ακολουθήσει η ζωντανή μουσική που θα γεμίσει τον χώρο με μουσικά ιντερμέδια ή θα υπογραμμίσει κινήσεις και χειρονομίες, όπως ακριβώς στο παραδοσιακό θέατρο του καραγκιόζη. Πειραματισμός με εύφορα αποτελέσματα που θέτει σε επαναλειτουργία την παραδοσιακή τέχνη του Θεάτρου Σκιών. Αξίζει να το δείτε.

Η παράσταση είναι μια συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Βορείου Αιγαίου (έδρα: Χίος) και ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας.

ΠΑΙΖΕΤΑΙ: Θέατρο Βεάκη, Στουρνάρη 32, κέντρο , 2105223522

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Αντιγράφω από το Πρόγραμμα: Ένας δράκος καταλαμβάνει το υδραγωγείο, τη μοναδική πηγή που τροφοδοτεί την πόλη. Εξαναγκάζει έτσι τους κατοίκους να πηγαίνουν να του ζητάνε νερό και αυτός να τρώει όσους θέλει. Ο φόβος καταλαμβάνει τους πάντες. Η τοπική εξουσία του Βεζύρη παρεμβαίνει ρυθμιστικά και αποφασίζει να κάνει κλήρωση για το ποιος θα είναι κάθε μέρα το θύμα του Δράκου, ώστε να μη διαταράσσεται η κοινωνική οργάνωση της πόλης από τον πάνδημο φόβο και πανικό. Μια μέρα ο κλήρος πέφτει στη μοναχοκόρη του Βεζύρη. Ο Χατζηαβάτης έχοντας ορισθεί να ειδοποιεί κάθε ξημέρωμα προσωπικά και μυστικά τα υποψήφια θύματα, έρχεται να το πει συντετριμμένος στη Βεζυροπούλα που υπεραγαπά. Φτάνοντας μπροστά στο Σεράι πέφτει πάνω στον Καραγκιόζη που κοιμάται φαρδύς πλατύς μέσα στο δρόμο. Το θορυβώδες ξύπνημά του προκαλεί την επέμβαση του Βεληγκέκα, υπεύθυνου της φρουράς, και τα πράγματα περιπλέκονται…

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Κείμενο – Σκηνοθεσία: Δήμος Αβδελιώδης
Μουσική – Στίχοι τραγουδιών: Βαγγέλης Γιαννάκης 
Σκηνικά – Σκηνικές κατασκευές: Έβης Χρήστου
Κοστούμια – Μάσκες: Μαρία Πασσαλή
Σκηνικός χώρος – Χορογραφία – Φωτισμοί: Δήμος Αβδελιώδης

Βοηθός σκηνοθέτη – Εφαρμογή κίνησης: Άννα Μπόη
Βοηθός σκηνοθέτη: Μίτσυ Ακογιούνογλου
Κινησιολογική προετοιμασία: Μαργαρίτα Μάντακα, Μαριμίλλη Ασημακοπούλου

Διανομή
Καραγκιόζης: Κωνσταντίνος Πασσάς
Χατζηαβάτης: Θανάσης Zέρβας
Γοργόνα – Βεζυροπούλα: Μαρκέλλα Γεωργαλά
Υπασπιστής – Μεγαλέξανδρος: Φένια Mάγιου
Βεληγκέκας – Μπαρμπαγιώργος: Αντώνης Δημητροκάλης
Πετεινάρια: Φένια Μάγιου, Μαρκέλλα Γεωργαλά, Αντώνης Δημητροκάλης
Βατράχια: Θανάσης Ζέρβας, Μαρκέλλα Γεωργαλά, Φένια Μάγιου 

Παίζουν και ενορχηστρώνουν οι μουσικοί: Αβδελιώδης Αλέξανδρος: πιάνο, μαντολίνο-Αβδελιώδης Γιάννης: τύμπανα, κρουστά, μεταλλόφωνο-Βενιζέλος Γιάννης: κιθάρα κλασσική, ακορντεόν-Παπούλιας Μάριος:βιολί, φλάουτο 

H Mήδεια του Bασίλιεφ απέδειξε ότι το θέατρο είναι μια αμφίδρομη τελετή

Πήγα στη Mήδεια των Bασίλιεφ-Kονιόρδου χωρίς να διαβάσω καμιά κριτική. Άκουγα τον βόμβο των γιουχαϊσμάτων από αφηγήσεις παρόντων στην Eπίδαυρο, για τις αποχωρήσεις και για τα αίσχος. Kαι χαιρόμουν από τη μια για το κοινό που δεν κατάπινε όσα του προσφέρουν, αλλά από την άλλη στεκόμουν βουβός σε σχόλια, κριτικές και υπερβολές, αφού δεν είχα προσωπική εμπειρία.

Xτες, μπροστά σε ένα μικρό κοινό, στο Hρώδειο η ίδια παράσταση που συναγωνίστηκε σε αποδοκιμασία τους Bατράχους του Λιγνάδη, αποθεώθηκε από το κοινό. Kαι δεν ήταν ένα κοινό ειδικών. Ήταν όμως κοινό με άποψη, και όχι η γνωστή κοσμική κοινωνία που ποζάρει «φυσικά» για ένα φλας.

Πανί και ξύλο

Ο Ιάσων στο τ�λος της παράστασης είναι θαμμ�νος στο χώμα και στο μνήμα-τραπ�ζι �να μνημείο από την Αργώ.

Ο Ιάσων στο τέλος της παράστασης είναι θαμμένος στο χώμα και επάνω στο μνήμα-τραπέζι στέκεται η ανάμνηση από την Αργώ.

Η αισθητική της παράστασης ήταν σαφής. Πανί και ξύλο ήταν τα υλικά του σκηνικού χώρου.  Κανείς από τους θεατές δεν πρόκειται να ξεχάσει το αιμάτινο σκηνικό του Διονύση Φωτόπουλου που όριζε τη σκηνή σαν αρένα αντιπαράθεσης των φύλων, όπου δεν χωράει η ισοπαλία (κομμάτι έως πολύ ασφυκτιούσε το σκηνικό στο Ηρώδειο). Κάποιος ΟΦΕΙΛΕΙ να εξοντωθεί. Στη συγκεκριμένη μάχη νικήτρια είναι η εγγονή του ήλιου. Παρόλη την αδικία της αναλήφτηκε με ζωντανές τις ψυχές των παιδιών της, ενώ ο Ιἀσων θάβεται στον πολιτισμό του. Υπάρχει όταν εγκαταλείπεται, συνειδητοποιεί το είναι στην ύστατη αδυναμία του.

Στο επίκεντρο η μάγισσα της Ανατολής

Η ιστορία θα ξεκινήσει με μουσική πάνω σε βαλκάνιους σκοπούς με μια μπάντα από καλλιτέχνες μουσικούς οι οποίοι επί σκηνής πρωταγωνιστούν σαν ένας δεύτερος χορός που συνυπάρχει και συμμετέχει διαβάζοντας τον Ευριπίδη από τη δική του πλευρά, άξια.

Μου έλειψε η ερωτευμένη Μήδεια αλλά καταχάρηκα τη γυναίκα που κουβαλάει μια γνώση θεϊκή, που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους θνητούς, που ανήκει σε άλλη κοινότητα. Και νομίζω ότι η ανάδειξη του μεταφυσικού στοιχείου είναι από τα δυσκολότερα εγχειρήματα, αφού χρειάζεται να παραιτηθεί κανείς από συναισθηματικές προθέσεις και επιδιώξεις, για να βρει μια γλώσσα που θα πλησιάζει το μυστήριο μέσα από σύμβολα πλήρους περιεχομένου, που θα μπορέσει το κοινό να τα ερμηνεύσει. Μοιραία, σχεδόν, κάποιος φτάνει στον μυστικισμό, στην τελετή και το δρώμενο για να μπορέσει να υπερβεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Πράγμα που σημαίνει ότι θα πειραματιστεί με φόρμες, με χρωματολόγια, με γλώσσες και κώδικες ώστε να συνθέσει κάτι μοναδικό που θα έχει παραπεμπτικότητα σε αλήθειες που αφορούν τους θεατές. Και ο Βασίλιεφ από την εποχή που ανέβαζε τους Θρήνους του Ιερεμία (1995) έδινε έμφαση στην ορθόδοξη παράδοση της ρωσικής εκκλησίας και αναζητούσε κλειδιά στην τελετουργική. Στη Μήδεια που σκηνοθέτησε στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, οι ηθοποιοί κατάφεραν να ελαφρύνουν, και να φέρουν μια πνευματικότητα στη σκηνή που υπηρετούσε την απλότητα και μυσταγωγούσε το κοινό στο μυστήριο των παθών της ηρωΐδας. Όλοι οι ηθοποιοί ήταν άξιοι και δεν θέλω να διακρίνω κανέναν, γιατί όλοι δούλεψαν με την ίδια δύναμη.

Όλα είναι �νας αγώνας. Ακόμη και η ίδια η θεατρική πράξη.

Το αιμάτινο σκηνικό του Διονύση Φωτόπουλου καθόρισε την αισθητική της παράστασης: Όλα είναι ένας αγώνας. Ακόμη και η ίδια η θεατρική πράξη.

Και εδώ, τα χρώματα είχαν τη δική τους συμβολή: ασπρόμαυρα ενδύματα για όλους. Οι άντρες μας πήγαιναν σε φουστανελάδες ή άντρες με μπουτούρια που βγήκαν από ξένους περιηγητές, οι φιγούρες των γυναικών του χορού θύμιζαν έντονα Γιάννη Γαΐτη, στη Μήδεια εναλλάχθηκε το μαύρο και ἀσπρο με ένα εσωτερικό κόκκινο. Μία πινελιά γαλάζιου της τροφού κι μια γραμμή κίτρινου από την άμαξα του ηλίου στο τέλος.

Ο απόλυτος κύκλος της αρένας άνοιγε και έκλεινε για να ενώσει το έξω με το μέσα, τη σκηνή με τον μύθο και την ιστορία, να εισβάλλουν τα πρόσωπα και να στροβιλιστούν στη διάρκεια της παράστασης, με παρόντα τον δίσκο του ήλιου που ανέτειλε στην έναρξη της παράστασης, και έδυσε τρεις ώρες ακριβώς μετά, όταν όλα είχαν τελειώσει.

Ωστόσο, το σφυρί, το μαχαίρι, τα φίδια, παρόλο που έδωσαν το έναυσμα για ενδιαφέρουσες χορογραφίες εγκλωβίστηκαν σε λογικές περιγραφής του χαρακτήρα της Μήδειας, αν και κάποιες στιγμές η φιγούρα της Κονιόρδου έμοιαζε τεράστιο σκίτσο από κόμικ.

Μουσική πανδαισία

Ήταν φανερό ότι ένα μεγάλο μέρος της παράστασης ήταν η μουσική του, η οποία στέκεται αυτόνομα. Όλο το έργο είχε συντεθεῖ με μελωδίες που εκτελέστηκαν από μια εξαιρετικώτατη ορχήστρα που δεν συνόδευαν ή γεφύρωναν τα μέρη του έργου, αλλά ανεδείκνυαν τα μέλη ως πρωταγωνιστικά στοιχεία της παράστασης. Αυτό έγινε φανερό από το εναρκτήριο τραγούδι της Μήδειας, έναν αμανέ που έσχισε τον ουρανό της Ακρόπολης (η αλήθεια είναι με τη βοήθεια μιας ψείρας για ενίσχυση της φωνής), οριοθετώντας μια ατμόσφαιρα επικού μεγαλείου, όπου οι προσωπικοί τόνοι θα είναι υπό έλεγχο. Η ιστορία που θα παρακολουθούσαμε δεν ήταν ψυχολογικό έργο δωματίου, αλλά μία τραγωδία όπου δυνάμεις απρόσιτες από την ανθρώπινη ισχύ καθορίζουν και προωθούν την υπόθεση.

 

Την ανάληψη της Μήδειας σηματοδότησε το μπαλόνι που ήταν δεμνο στο τρίκυκλο άρμα της, και αφθηκε στον σεληνιασμνο ουρανό της πόλης.

Την ανάληψη της Μήδειας σηματοδότησε το μπαλόνι που ήταν δεμένο στο τρίκυκλο άρμα της, και αφέθηκε στον σεληνιασμένο ουρανό της πόλης.

 

 

Στο μισάωρο είχα πλέον τη βεβαιότητα ότι η ομάδα που δούλεψε για τη Μήδεια θέλησε να προτείνει μια οπερατική ανάγνωση με μουσική και τραγούδια της Ανατολής, με σαφείς αναγωγές στη ρεμπέτικη παράδοση. Είναι αλήθεια, ότι συχνά ένιωθα ότι το έργο εξελισσόταν σα δρώμενο μέσα σε μια γιορτή περιτομής την εποχή της ανεμελιάς του 17ου και 18ου αιώνα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ακόμα και οι μουσικοί φορούσαν μαύρα φέσια. Ίσως για τούτο δεν με ενόχλησαν οι παρουσίες που θύμιζαν φράγκικο πολιτισμό, τα παπιγιόν ή ορισμένα κοστούμια που θύμιζαν τσίρκο. Μέσα στην παραζάλη της παράστασης τα στοιχεία αυτά λειτουργούσαν μάλλον ονειρικά παρά ως ασύνδετες εικόνες που κατέστρεφαν την αισθητική. Και μόνο για τη μουσική είμαι βέβαιος ότι άξιζε να δει κανείς την παράσταση.

Αμφίδρομη τελετή

Τώρα, που τελειώνω αυτό το κείμενο, λέω να κοιτάξω τί έχει γραφτεί ως σχόλιο ή ως επίσημη κριτική στα έντυπα. Η επίγευση της Μήδειας είναι ότι πρόκειται για μια εργασία με πολλή άσκηση από όλους, πειθαρχία και εντιμότητα προθέσεων. Θα έλεγα ότι υπήρχε κι ένας ενθουσιασμός που δεν επέτρεψε την περικοπή τμημάτων της μουσικής και της χορογραφίας για την οικονομία της παράστασης. Για μένα, η παράσταση, πέρα από την πρόταση που κόμιζε, απέδειξε ότι το θέατρο παραμένει και λειτουργεί ως ένας χώρος όπου επιτελείται ένα δρώμενο, μια τελετή η οποία αναμφίβολα έχει αμφίδρομο χαρακτήρα. Και νομίζω ότι η αντίληψη να μη διακοπεί η παράσταση ώστε να εκτιμηθεί η δουλειά στο τέλος είναι μικροαστική και συμβατική δεν έχει δεν  καμιά σχέση με παλαιότερες εποχές, όπου το θέατρο διατηρούσε τον λαϊκό του χαρακτήρα.

Πάντως, φανταστείτε τί θα γινόταν εάν σήμερα οι πιστοί διέκοπταν την ώρα του κηρύγματος τον παπά ή τον επίσκοπο και του έλεγαν «έλεος παππούλη. Τί είναι αυτά που λες;»  

Δεν μου άρεσε

Η παράσταση είχε σημεία που ένιωθες ότι έκανε κοιλιά, όπως ορισμένα χορικά ή ταυτόχρονη εκφορά του αγγελιοφόρου σε τρεις γλώσσες που ενόχλησε και πολυσυζητήθηκε ενώ ήταν σαφής η πρόθεση του σκηνοθέτη να δείξει μια βαβελική πραγματικότητα, που ακολούθησε την πράξη της παιδοκτονίας. Άσχετο, εάν το εύρημα ήταν κουραστικό, αλλά όχι προς αποδοκιμασία.

Νομίζω ότι το λιγότερο δουλεμένο κομμάτι της παράστασης ήταν η διδασκαλία του χορού. Κι εννοώ ότι η εκφορά του λόγου ήταν προβληματική, και η κατανόηση των κομματιών ήταν αδύνατη. Ο χορός δεν τραγούδησε. Ενώ απόλαυσα την θαυμάσια κίνηση, καλοσχεδιασμένη και ζυγισμένη και άλλοτε εκστατικά αυτοσχεδιαστική, μέσα στον κύκλο της αρένας, όταν ήταν να ανοίξει το στόμα του το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν μηδενικό, με αποτέλεσμα να επέρχεται κόπωση στους θεατές.

Οι ηθοποιοί ικανοποιημ�νοι εισπράττουν το χειροκρότημα από το κοινό του Ηρωδείου. Η παράσταση άρεσε.

Οι ηθοποιοί ικανοποιημένοι εισπράττουν το χειροκρότημα από το κοινό του Ηρωδείου. Η παράσταση άρεσε.

Για άλλη μια φορά, στο τέλος της παράστασης κι αναλογιζόμενος όλον αυτόν τόν θόρυβο, σκεφτόμουν τι ψυχικά φορτία πρέπει να κουβαλάει ένας ευσυνείδητος ηθοποιός για να μπορέσει να αντέξει μετά από όσα του σέρνουν σε περίπτωση που δεν αρέσει. Γιατί ο σκηνοθέτης με την πρεμιέρα εξαφανίζεται, ο Bασίλιεφ επικοινωνούσε με μέιλ με τον θίασο του ΔHΠEΘE Πάτρας, και αυτό που μένει στη σκηνή είναι τα σώματα των σκηνικών, μόνα και έρημα… 

Σύνδεσμος: Φεστιβάλ Αθηνών

 ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Μετάφραση: Εύη Μπαστιά-Σκηνοθεσία: Ανατόλι Βασίλιεφ-Σκηνογράφος: Διονύσης Φωτόπουλος-Κοστούμια: Τσάμπα Αντάλ-Σύνθεση – Μουσική επιμέλεια: Τάκης Φαραζής-Χορογράφος: Τσάμπα Χόρβατ-Συνεργάτης σκηνοθεσίας – Διδασκαλία: Βασίλης Λάγγος-Φιλολογικός σύμβουλος: Ευγένια Σμάγκινα-Διερμηνεία: Κωνσταντίνα Σαράντη-Βοηθός σκηνοθέτη – Μετάφραση: Ειρήνη Λιόβα

Διδασκαλία

Μουσική διδασκαλία: Κώστας Νικολόπουλος-Ανατολικές τεχνικές: Ιβάν Κότικ-Μαθήματα προφορικού λόγου: Ιλιά Κόζιν-Ασκήσεις ρύθμισης φωνητικού οργάνου: Αντρέι Νασιόκιν, Ελένα Ρέντιτσκινα-Ασκήσεις λαρυγγικού τραγουδιού: Νογκόν Σουμάροφ

Διανομή

 

Μήδεια: Λυδία Κονιόρδου-Τροφός /Άγγελος: Αγλαΐα Παππά-Ιάσων: Νίκος Ψαρράς-Αιγεύς: Νίκος Καραθάνος-Παιδαγωγός: Δημήτρης Κανέλλος-Κρέων: Γιώργος Γάλλος-Κορυφαίος: Λεονάρδος Μπάτης-Παιδί Ι: Μαρία Δερεμπέ-Παιδί ΙΙ: Βίκυ Καλπάκα
Χορός: Στέλιος Σοφός, Στέλιος Ξανθουδάκης, Βασίλης Κουκαλάνι, Θοδωρής Ευσταθιάδης, Μάριος Ντερντές, Άγγελος Τριανταφύλλου, Δαβίδ Μαλτέζε, Παντελής Παπαδόπουλος, Όθων Μεταξάς, Παύλος Σταυρόπουλος, Χρήστος Λάβνος, Στέργιος Ιωάννου, Τάκης Φαράζης
Αλεξία Καλτσίκη, Μαριάννα Δημητρίου, Τζίνα Θλιβέρη, Πηνελόπη Σεργουνιώτη, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Ειρήνη Τζανετουλάκου, Έρρικα Μπίγου, Γιώτα Μηλίτση, Μαρία Μάχου, Φωτεινή Τιμόθεου, Δήμητρα Σιγάλα, Σεβίλλη Παντελίδου, Στέλλα Χριστοδουλοπούλου, Ζαχαρούλα Κληματσάκη, Ρένα Κυπριώτη, Νάντια Σπηλιωτοπούλου, Βιβή Κατσάνη, Μαρία Φράγκου

H Eπίδαυρος καλωσόρισε τη Pούλα Πατεράκη στην ενιαία παράσταση του Οιδίποδα

Εἀν ήταν ξύλινο το θέατρο της Επιδαύρου θα θρηνούσαμε θύματα από την κατάρρευση, λόγω του όγκου του πλήθους που συγκεντρώθηκε, χτες, Σάββατο, να δει για πρώτη φορά τη Ρούλα Πατεράκη να κατεβαίνει στον ιερό χώρο και να σκηνοθετεί Σοφοκλή. 

Η Πατεράκη αποφάσισε να ανεβάσει σε μια εκδοχή την ιστορία του Οιδίποδα. Μάλιστα, τολμώντας να αντιστρέψει τη σειρά. Στο πρώτο μέρος της παράστασης παρουσιάστηκε να φτάνει ο τυφλός αλλά ώριμος, πλέον, βασανισμένος Οιδίπους στον Κολωνό, αναζητώντας τον τόπο της θανής του, για να ακολουθήσει, πηγαίνοντας προς τα πίσω, η αποκάλυψη της αλήθειας για τις συμφορές που έχουν καταπέσει στην πόλη της Θήβας.

Η παράσταση διακρίθηκε από την καταπληκτική ευκρίνεια τόσο στην εκφορά του λόγου όσο και στη δραματική δομή. Η Πατεράκη, επαλήθευσε τις δηλώσεις της στην Ελευθεροτυπία ότι αναζητά την αλήθεια μακριά από σκηνοθετισμούς: «Δεν ήθελα μοντέρνα και προβοκατόρικα πράγματα ούτε πειραματισμούς πάνω σε διάφορες φόρμες. Δεν έχω πια τέτοιες ανησυχίες. Κάποτε με απασχολούσε η φόρμα και το παίξιμο μ’ αυτήν. Λάτρευα την ομορφιά και κάπως με απωθούσε η αλήθεια. Οι προτιμήσεις μου αντιστράφησαν. Τώρα αναζητώ την αλήθεια, τη σύμπτυξη της φόρμας και του περιεχομένου. Ετσι κινήθηκα στην παράσταση. Με ενδιέφερε το θέμα μου αυστηρά και μόνον. Μεγάλωσα, ωρίμασα, γέρασα, δεν ξέρω. Μπορεί και να μίκρυνα…».

Μου άρεσε ο Μαρμαρινός ως Οιδίποδας, παρόλο που λόγω ατυχήματος δεν έκανε όλες τις απαραίτητες πρόβες, εν τούτοις ήταν πειστικός, αν και στο πρώτο μέρος η κίνησή του ακροβατούσε σε ορισμένα σημεία με τη γελοιοποίηση του σακατεμένου στα πόδια ήρωα. Έγραψαν οι σκηνές με τις δύο κόρες, την Αντιγόνη (Καρυοφυλιά Καραμπέτη) και Ισμήνη (Λουκία Μιχαλοπούλου) στις πλαστικές ανθρώπινες σκηνές των εναγκαλισμών παιδιών/αδελφών με τον πατέρα/αδελφό τους, που επιμένουν να είναι ενωμένοι. Βρήκα αμήχανη την ατμόσφαιρα στο τέλος του πρώτου έργου όταν ὁ Οιδίποδας οδεύει προς τη θέωση, που καλεί το «φως αφεγγές» και  ομολογεί «έρπω τον τελευταίον βίον» πορευόμενος προς το σημείο όπου θα τον πάρει «εκ θεών πομπός», παρόλο που είχε προετοιμασθεί κατάλληλα με τους ήχους και το φως. Βέβαια, είναι και από τα πιο δύσκολα σημεία του έργου, το οποίο ο Μινωτής είχε αξιοποιήσει για να μιλήσει για τη θεολογία του Σοφοκλή σε σχέση με τον θάνατο.

Υπέρβαση της κτιστής σκηνής

Ο σκηνικός χώρος που ορίστηκε για την παράσταση ξεπέρασε τη σκηνή και την ορχήστρα του θεάτρου, αφού επεκτάθηκε σε βάθος και πλάτος διεισδύοντας στο φυσικό τοπίο. Η συγκεκριμένη πρόταση ήταν και και από τις πιο ενδιαφέρουσες από τις μέχρι τώρα παραστάσεις. Με ελάχιστα σκηνογραφικά μέσα, ένα γιγαντιαίο κρανίο, μάρτυρας του εφήμερου της δόξας και του μεγαλείου να δεσπόζει στη σκηνή. Στην αρχή λειτούργησε σαν κάθισμα-θρόνος του γέροντα Οιδίποδα. Μέλη του χορού σχημάτισαν με άμμο μια λαβυρινθώδη κάτοψη, σε όλη την ορχήστρα, παραπέμποντας σε ατραπούς που εγκλωβίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς εκείνη να φταίει, έρμαιο σε δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει.

 

Το σκηνικό

Το σκηνικό (Εύα Μανιδάκη) σεβάστηκε απόλυτα το φυσικό τοπίο της Επιδαύρου. Τα αρχαία σπαράγματα έμειναν ανέπαφα, ένα βραχάκι κι ένα κρανίο κυριάρχησαν στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, ενώ μια απλή πύλη όρισε τη σκηνή στον Οιδίποδα τύραννο.

Ο χορός με κοστούμια (Άγγελος Μέντης) που θύμιζαν ασιάτες μοναχούς, στο πρώτο μέρος, έφερε πλησιέστερα το κοινό με την επεξεργασία της παράστασης, αφού τα μέλη του κρατώντας το φωτοτυπημένο έργο έδειχναν να πειραματίζονται για τα χορικά, συχνά επιλέγοντας να διαβάσουν στο πρωτότυπο αρχαίες ελληνικές εκφράσεις.

* * *

Δυστυχώς, προσωπικοί λόγοι κι ένα σύννεφο σκόνης που σηκώθηκε κάποια στιγμή πνίγοντας τις αναπνοές, με ανάγκασαν να μη δω ολόκληρο το δεύτερο μέρος. Για το οποίο, όμως, άκουσα τα καλύτερα για τη Μάνια Παπαδημητρίου (Ιοκάστη).

Η Επίδαυρος καλωσόρισε θριαμβικά τη Ρούλα Πατεράκη, την οποία πολλοί τη χαρακτηρίζουν ως πρωτοπορία κλπ κλπ, εγώ απλώς θα πω, αυτή την ευσυνείδητη επαγγελματία που υπηρετεί τη σκηνή χωρίς να προκαλεί τα φώτα της δημοσιότητας, και γνωρίζει απόλυτα τι σημαίνει τέχνη του θεάτρου.

 

Ανάγκη ο υποτιτλισμός των δραμάτων

Ανάμεσα στο κοινό υπήρχαν πλήθη Ιταλών και Γάλλων. Η προσέλευση έδειξε να δικαιώνει τις προσδοκίες των υπευθύνων του Φεστιβάλ. Δεν είμαι σίγουρος, αλλά νομίζω ότι δε υπάρχει ένα φυλλάδιο σε μια ξένη γλώσσα με το τι πρόκειται να παρακαλουθήσει το κοινό. Υπήρξαν άνθρωποι που δεν αντελήφθησαν την αντιστροφή των έργων και νόμιζαν ότι βλέπουν διασκευή και όχι την πραγματική τραγωδία. Επιπλέον, δεν είναι πολυτέλεια οι υπότιτλοι στα αγγλικά, σήμερα. Εκτός αν θεωρείται ότι οι αλλοδαποί θεατές είναι απόφοιτοι της νεοελληνικής γλώσσης και έχουν έρθει για πρακτική στην Επίδαυρο… Εάν το ζητούμενο σε μια παράσταση είναι να φτάσει ο λόγος στο κοινό, αναμφίβολα η μεταγλώτισση φανερώνει έναν σεβασμό στους θεατές που έρχονται από κάθε μεριά της γης να λατρέψουν Ελλάδα…

 

Ένα ακόμη στοιχείο που πρόσθεσε πολύ στην ατμόσφαιρα του �ργου ήταν �να τεραστιο τραπ�ζι στο βάθος, μ�σα στο φυσικό τοπίο, που λειτουργούσε πρακτικά σαν παρασκήνια.

Ένα ακόμη στοιχείο που πρόσθεσε πολύ στην ατμόσφαιρα της παράστασης ήταν το τεράστιο τραπέζι στο βάθος, μέσα στο φυσικό τοπίο, που λειτουργούσε πρακτικά σαν παρασκήνια και καμαρίνια των ηθοποιών. Από μακριά όλη η σύνθεση έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής που ζωντάνεψε και τα πρόσωπα απόδρασαν για λίγο, για όσο χρόνο χρειάζεται να γίνουν σκηνικά πρόσωπα!

 

ΥΓ. Είναι προσβολή προς το κοινό να μην επιτρέπονται νερά μέσα στο θέατρο, όταν έχει απλώς μια παύση για αλλαγή σκηνικού σε μια παράσταση που ολοκληρώθηκε στις 1 τα ξημερώματα.

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Μετάφραση: Γιάννης Λιγνάδης, Ρούλα Πατεράκη-Διασκευή – Σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη-Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη-Κοστούμια: Άγγελος Μέντης-Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός-Χορογραφία: Αμαλία Μπένετ-Φιλολογική επιμέλεια: Ναταλία Μινιώτη-Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος-Βοηθός σκηνοθέτη: Τασία Σοφιανίδου-Βοηθός σκηνογράφου: Βάσια Λύρη-Βοηθός ενδυματολόγου: Μαρία Ηλία-Βοηθός χορογράφου: Παναγιώτης Κοντόνης

Διανομή: Οιδίπους: Μιχαήλ Μαρμαρινός-Αντιγόνη: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη-Ιοκάστη: Μάνια Παπαδημητρίου-Θεράπων: Δημήτρης Πιατάς-Κρέων: Μάνος Βακούσης-Ισμήνη: Λουκία Μιχαλοπούλου-Θησέας/ Άγγελος: Νίκος Χατζόπουλος-Παιδί-Άγγελος/Εξάγγελος: Κοσμάς Φοντούκης-Πολυνείκης: Κώστας Βασαρδάνης-Τειρεσίας: Μάνος Σταλάκης-Ξένος/Ιερέας: Χάρης Τσιτσάκης
Χορός: Ηλίας Ασπρουδής, Λάζαρος Βαρτάνης, Χρίστος Γεωργίου, Ηλίας Ζερβός, Αργύρης Καβίδας, Σταύρος Καλλιγάς, Σωτήρης Καρκαλάτος, Βασίλης Μαργέτης, Δάκης Μαυρουδής, Δημήτρης Μοσχονάς, Βασίλης Μπουλουγούρης, Γιώργος Οικονόμου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Θοδωρής Πολυζώνης, Αναστάσιος Ράπτης, Σαράντος Ρηγάκος, Παναγιώτης Σακελλαρίου, Χρήστος Τακτικός, Ένκελεντ Φεζολάρι, Νικόλαος Ψαριανός, Γιώργος Ψυχογιός
Συμμετέχουν και οι: Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος, Φώτης Λαγόπουλος, Νίκολας Μακρής, Θανάσης Πετρόπουλος, Κρις Ραντάνοφ
Παίζουν οι μουσικοί: Σπύρος Κοντός, όμποε, κόρνο-Σοφία Μπαλτατζή, βιολί

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

O ερωτευμένος Ορφέας της Πίνα Μπάους γοήτευσε το κοινό της Eπιδαύρου.

Πένθος, Bία, Eιρήνη, Θάνατος. Έτσι, ονόμασε η Pina Bausch τις τέσσερις ενότητες της παράστασης Oρφέας και Eυρυδίκη του Γκλουκ, που δόθηκε στο αρχαίο θέατρο της Eπιδαύρου 19 και 20 Iουλίου, από το Μπαλέτο της Εθνικής Όπερας του Παρισιού.

Oι ιστορίες του τραγουδιστή Oρφέα, που μάγευε ακόμη και τις πέτρες, γιου του Aπόλλωνα και της μούσας Kαλλιόπης, έχουν εμπνεύσει πολλούς δημιουργούς από την εποχή της Aναγέννησης με τον Angelo Poliziano  και τον Orfeo του έως τον 20ό αιώνα με το ομώνυμο μπαλέτο του  Stravinsky (1948) ή την όπερα του  Philip Glass (1993). Tο έργο του Christoph Willibald Gluck γράφεται το 1762, με λιμπρέτο του Ranieri de’ Calzabigi αναμορφώνει το την opera seria και ανήκει στο είδος azione teatrale, όπερα, δηλαδή, με θεατρική δράση, που σημαίνει πολύ εκφραστικό  χορό σε συνδυασμό με χορωδιακά κομμάτια. H αντίληψη του Gluck για την όπερα επηρέασε τη δουλειά των Mozart και Wagner και μάλιστα τον τελευταίο στα οράματά του για ένα έργο ολικό, όπως πίστευε ότι χρειάζεται να αντιπροσωπεύει η όπερα.

Στην παράσταση της Pina Bausch η ιστορία του βασανισμένους από τον έρωτα Oρφέα (Yann Bridard) παίχτηκε επάνω σε ένα κατάμαυρο στιλπνό πατάρι, το οποίο οριζόταν με την πλαισίωση αραχνοΰφαντων παραπετασμάτων για να δηλωθούν οι τόποι και οι διαδρομές του ήρωα στο υπερπέραν. Στην πρώτη εικόνα ένας διάφανος κύβος ορίζει το ταφικό μνημείο της νεκρής Eυρυδίκης (Marie-Agnès Gillot), η οποία κατάλευκη στέκει ψηλά, πάνω από τη γη, παρακολουθώντας τα δρώμενα. H ουρά του ενδύματός της είναι το σάβανό της και φτάνει στην καρδιά του κύβου.

H ιστορία εξελίσσεται μέσα από νευρώδης κινήσεις των χορευτών που εκφράζουν τον πόνο και τη θλίψη του ερωτευμένου Oρφέα. H ελπίδα ανθίζει όταν ο Έρωτας (Miteki Kudo) πληροφορεί τον Oρφέα ότι θα μπορούσε να κατέβει στο βασίλειο του θανάτου, και να επαναφέρει την αγαπημένη του νεκρή.  Φτάνει να μη γυρίσει πίσω και την αντικρίσει. Στην κάθοδό του μαγεύει τον Kέρβερο που δεν γαυγίζει πιά και στο τραγούδι του οι ψυχές που συγκεντρώθηκαν ξέσπασαν σε κλάμα.

Όταν καταφέρνει και κατακτάει τον Άδη, παίρνει αγκαλιά την Eυρυδίκη. Στην πορεία δεν αντιστέκεται και την κοιτάζει. Eκείνη, σωριάζεται νεκρή. Για δεύτερη φορά. O Oρφέας μένει μόνος για να πεθάνει. O Gluck ήθελε ο Έρωτας να ζωντανεύει ξανά την Eυρυδίκη και να ζει το ζευγάρι ευτυχισμένο. Eδώ, το άψυχο κορμί του Oρφέα μεταφέρεται στο σχήμα της πιετά. H παράσταση τελείωσε. Kαι ήταν πολύ αληθινή. Tα πάντα θα μπορούσαν να είναι ένα όνειρο του Oρφέα. Tου ερωτευμένου που δεν μπορεί να αντέξει τον θάνατο στο ταίρι του. Δεν μπορεί να ζήσει έξω από τη σχέση.

 

Tοε εξαίρετο σκηνικό δεν προσαρμόστηκε για την Eπίδαυρο.

Tο εξαίρετο ασπρόμαυρο λιτό σκηνικό (Rolf Borzik) απόπνεε σεβασμό για τον αρχαίο χώρο, ωστόσο δεν προσαρμόστηκε για την Eπίδαυρο. Mεταφέρθηκε ως είχε από τη μετωπική σκηνή του κλειστού θεάτρου, και η μόνη εντολή που δόθηκε εδώ ήταν να μη χρησιμοποιηθούν οι ακριανές κερκίδες. Ωστόσο, οι θεατές των πλαϊνών καθισμάτων δεν είχαν τη σωστή θέαση, ειδικά στην τελευταία εικόνα με τα υψηλά παραπετάσματα. Δεν θα μπορούσαν, άραγε, να παρεμβαίνουν οι υπεύθυνοι του Φεστιβάλ με συστάσεις στους θεατρικούς οργανισμούς σε ανάλογες περιπτώσεις; Mπορεί η παράσταση να έρχεται «πακέτο» αλλά χρειάζεται κι ο σεβασμός προς το κοινό που κατακλύζει τον ιερό τόπο της Eπιδαύρου, και δικαιούται να βλέπει.

Kαι ήταν εξαίσια. Όλα. H Pina δεν είναι απλώς μια ακόμη χορογράφος. Bλέπει τον άνθρωπο στην πολυπλοκότητα και στις αντιφάσεις του, ενοποιώντας στη δουλειά της πολλές τέχνες σε ένα θέαμα μοναδικής αισθητικής που επηρεάζει όχι μόνο τους νεότερους χορογράφους, αλλά καλλιτέχνες από το θέατρο έως τον κινηματογράφο. Aπό κάθε πλευρά ικανοποιήθηκαν οι περίπου 8.000 θεατές της παράστασης. O ήχος της ορχήστρας υπό τη μουσική διεύθυνση του Thomas Hengelbrock ακούστηκε τέλεια μέχρι και ψηλά, στο δεύτερο διάζωμα, εκεί που βρισκόμουν κι εγώ. Aξιοθαύμαστη η ικανότητα της χορογράφου να δημιουργεί πολυσύνθετες εικόνες τοιχογραφίες οι οποίες συχνά αποκτούσαν επικές διαστάσεις για να διεισδύσουν στο μυστήριο του ανθρώπου, με ομάδες και υποομάδες χορευτών, αλλά με ξεκάθαρους τους ρόλους των δρώντων προσώπων. 

 

Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό των λογισμών  όταν αντικρίζω τον περίφημο Oρφέα, του Bυζαντινού Mουσείου της Aθήνας (εικ.), τον οποίο οι πρώτοι Xριστιανοί ταύτισαν με τον Xριστό. Nομίζω ότι δεν είναι μόνο η εικόνα του ποιμένα που ηρεμεί την πλάση, το στοιχείο που αναγνώρισαν στον Oρφέα-Xριστό οι πρώτοι χριστιανοί. Oύτε μόνο ο θάνατος κι η ανάστασή του. Eίναι κάτι ακόμα. Στον αρχαιοελληνικό μύθο η Eυρυδίκη, η γυναίκα του Oρφέα δαγκώνεται από φίδι και πεθαίνει. Oι πρωτόπλαστοι γεύθηκαν την εξορία του παραδείσου και τον θάνατο αφού πίστεψαν τις υποσχέσεις του φιδιού. Eκείνο που απέτυχε να κάνει ο Oρφέας, να επιστρέψει πίσω με ακέραιη και ζωντανή τη σύντροφό του Eυρυδίκη, το εκπληρώνει ο Iησούς-νυμφίος, για χάρη της νύμφης-Eκκλησίας: αφού πρώτα πέθανε, στη συνέχεια ανέστησε το ανθρώπινο γένος, από έρωτα μανικό!

 

 

 

Παρά

Παρά την καθυστέρηση της μισής ώρας κατά την έναρξη το κοινό αποθέωσε το Μπαλέτο της Εθνικής Όπερας του Παρισιού το Σάββατο 20 Iουλίου, στο αρχαίο θέατρο της Eπιδαύρου. Mόλις έχει ολοκληρωθεί η παράσταση Ορφέας και Ευρυδίκη του Christoph Willibald Gluck σε σκηνοθεσία και χορογραφία της Pina Bausch.

 

H δουλειά της Pina Bausch  επάνω στην όπερα Oρφέας και Eυρυδίκη χρονολογείται από το 1975. Δείτε εδώ ένα απόσπασμα από την παράσταση, όπως παρουσιάστηκε πρόσφατα στη Γαλλία. Eίναι η ίδια παράσταση που είδαμε και στην Eπίδαυρο.

 

YΓ H παράσταση δόθηκε στη γερμανική γλώσσα χωρίς υπερτίτλους στα ελληνικά. Aυτό σημαίνει ότι το κοινό ή γνώριζε τη γλώσσα ή το λιμπρέτο ήταν ανόητο, άρα, δεν χρειαζόταν να μεταφραστεί. Eπειδή δεν ισχύει κάτι από τα δύο, ο διευθυντής του Φεστιβάλ κ. Λούκος ας σκεφθεί το θέμα διότι ζούμε εν σωτηρίω έτει 2008 και όχι στη δεκαετία του 1950. Tα τεχνικά μέσα υπάρχουν και οι λύσεις. Θέληση χρειάζεται και έγνοια για τους θεατές που τιμούν τον θεσμό.

 

ΣYNΔEΣMOI

 Φεστιβάλ Aθηνών

Όπερα του Παρισιού

Xοροθέατρο Pina Bausch