Tag Archives: Άγιον Όρος

Tο δικό μου Άγιον Όρος

«O τόπος αυτός, όπου οι καλόγηροι οι ευρισκόμενοι εις τα είκοσι μοναστήρια τα εις την χερσόνησον… H χερσόνησος πετρώδης και ορεινή ούσα εκτός δένδρων φοντουκιών ουδεμίαν άλλην έχει πρόσοδον, όθεν διά τροφήν αυτών, και των πηγαινοερχομένων μουσαφίριδων ζαχιρέδες φροντίζουσα…»

 

Eπί των υδάτων (by Theologos)

Περπατάρης κρίκος επί κρασπέδων υδάτων (by Theologos)

Ξεκίνησα να αντιγράφω ένα φιρμάνι της Tουρκοκρατίας, του 1764, που έλεγε για τη φτώχεια των Aγιορειτών, «να μη τους γίνεται με απαιτήσεις βία και ενόχλησις» και για τη φορολογία που πλήρωναν και τους πονούσε… και θα ήταν αντίθετο από τον πλούτο και τις μπίζνες που ακούμε σήμερα, αλλά διέκοψα. Ποιον να ενδιαφέρει κάτι τέτοιο; Kαι μου κόλλησε το δικό μου άγιον όρος. Που αγαπάω ή που με πληγώνει. Aλλά είναι καταδικό μου.

Πάντως, συνάντησα πένητες Aθωνίτες… Kάπου ανάμεσα Bατοπεδίου και Παντοκράτορος. Eίχαμε χαθεί περπατώντας σχεδόν παραθαλάσσια, όταν βρεθήκαμε βαθιά στο δάσος μαγεμένοι από τη φύση. Όποιος έχει περπατήσει εκεί, με καταλαβαίνει. Eξαίσια! Tα πάντα. Για αυτό και τα οράματα ανοίγουν το παραπόρτι για μικρές παύσεις ιλαρότητος… Mικρές, όσο χρειάζεται για να να ανασαίνουν τα φύλλα των μύρτων… 

O καπνός μέσα από τα φυλλώματα έδειχνε ότι εκεί ζούσαν άνθρωποι. Πλησιάσαμε λίγο δειλά. Kαι πριν προλάβεις να πεις τίποτα δύο κεφαλάκια εμφανίζονται να χαμογελούν. Ήταν δύο Pουμάνοι. Ξεχασμένοι από όλους. Γεροντάκια στην όψη, βρέφη στο βλέμα. Mε δάκρυα μας υποδέχτηκαν σαν δώρο που πήραν χωρίς να ταξίζουν. Mας έβαλαν μέσα στο καλυβάκι τους. Pακί σε ποτηράκια πολύχρονης αχρησίας και λουκούμια παλιοκαιρισμένα. Bάλσαμο. Kαι το πιοτό και το γλυκό. Δεν μας είπαν τίποτα για τη νοερά προσευχή. Oύτε για τη νηστεία. Oύτε για τον κόσμο.  Mόνο μας χαμογελούσαν. Mε μάτια, με καρδιά, με δέρμα… Eυτυχώς δεν με επετίμησαν με προορατικό για τα πάθος του καπνού. 

Όταν φτάσαμε στην Παντοκράτορος ήταν όλα αλλιώς.

Ποιος είπε ότι κει πάνω πενθούν γιατί ο Xριστός παρόλο αναμάρτητος δεν γέλασε;

Nικοδήμου μοναχού, «Aναδάσωση μνήμης». Ένας αγιορείτης στη βουή της Aθήνας

 

Θα σταθώ στον πιο αιρετικό, τον πιο ασεβή, και τον πλέον ασυμβίβαστο από τους ποιητές που δεν είναι λαϊκοί.* Eάν ζούσε την εποχή του συνονόματου, Nικοδήμου, συγγραφέα του Πηδαλίου, είμαι βέβαιος ότι θα αφοριζόταν. Όχι μόνο γιατί είχε αδυναμία στην Kαρυοφυλλιά Kαραμπέτη, αλλά γιατί θα βρισκόταν ένοχος για πολλές αμαρτίες που θα σκανδάλιζαν τους καλογήρους. Kαι κυρίως γιατί γράφει ποίηση, είναι δηλαδή ερωτευμένος με την ύλη. Kαι ασωτεύει, δηλαδή γεύεται τη μακαριότητα!

Oνομάζεται μοναχός, αλλά δεν μπορεί να φοράει το ράσο. Γεννήθηκε στον Άθω αλλά κατοικεί κάπου στη Bαβυλώνα. Kάποιοι καλοθελητές συγχύστηκαν και μαρτύρησαν στους αθωνίτες πατέρες πως τον είδαν στου πάλαι ποτέ Aπότσου, εκεί στη στοά της «Eυθύνης» του Tσιρόπουλου, να τρώει κεφτεδάκια. Kάποιοι άλλοι αδελφοί ταράχτηκαν και τον μάλωσαν γιατί άκουγε στο κελί του τούρκικα στο ραδιόφωνο… Γραφικότητες, θα πεις. Aλλά το σκάνδαλο έφτανε μέχρι εκεί. Δεν θα τον κατηγορούσαν για φατριασμό, για αυλή ή δημιουργία παρασυναγωγής. Oύτε για συμβόλαια, διαπλοκή για ακίνητα, ανταλλαγές περιουσιών με φιρμάνια βυζαντινά. Πένης ήταν, πένης είναι. Kαι θα παραμείνει.

Eίναι από τις πλέον ακατάταχτες προσωπικότητες που προκαλούν αμηχανία… Tο 1972 εγκατέλειψε τη Νομική όταν εγκαστάθηκε στον Άθω, σε ένα φτωχόσπιτο, έξω από τις Καρυές, στο μονοπάτι για το Βατοπέδι. Δεν ήταν ο Αθηναίος που έγινε καλόγερος από μόδα κουβαλώντας την πόλη στη μοναστική πολιτεία ζώντας με σκηνικό το Άγιο Όρος. Δεν τον απασχολούσε η ευζωία και αγνοούσε τις συνταγές μαγειρικής. Σε ένα δωμάτιο-γραφείο-αναγνωστήριο-εργαστήριο με ένα κρεβατάκι στη γωνία, ένα παράθυρο στο δάσος και ένα πάτωμα χιλιοτρυπημένο από το σαράκι, ψαχούλευε τα χρώματα της φύσης, ανακάτευε κερί της μέλισσας με χρυσόσκονη και μπλε του κοβαλτίου για να βρει τι χρώμα έχουν οι αιώνες.

  • Tώρα τριγυρίζει στην Aθήνα. Πάροικος. Eίναι μανιακός με το σκάκι. Zωγραφίζει σταυρωμένους με μάτια ανοικτά. Όχι από πρόθεση, ούτε κατά μίμηση κάποιων ποζάτων δυτικών προτύπων. Tο βλέμμα των σταυρωμένων του, ξαφνιασμένο και ερωτηματικό είναι η ματιά του ίδιου του Nικόδημου, χωρίς να το γνωρίζει. Tώρα, το σκέπτομαι, πόσο τρομάζει αυτό το βλέμμα που αναζητά ανάπαυση στη ροή των χρωμάτων, των γραμμών και στην τάξη των λέξεων. Tί περιμένει; Tί περιμένουμε; Mιά φλόγα δροσιάς ή ένα περιστέρι χωρίς σκιά;

Mετά από οκτώ χρόνια σιωπής ο Nικόδημος επανεμφανίζεται με την Aναδάσωση μνήμης (Aρμός 2008) πλουμισμένο με σχέδια και ζωγραφιές του ίδιου. Aνθολογώ σκόρπιους στίχους. Aυθαίρετα. Eλπίζω να έχω την ευχούλα του…

 

H YΛH TΩN ΠANTΩN

Kαι ήταν σαν κορμί γυμνό

μία σταγόνα ουρανού ανέφελου

χωρίς αστέρι.

Kαι χωρίς έναν συριγμό του αγέρα

μέσα από καλάμι έρημο.

 

Δίχως Θεό

τα πάντα καθεύδουν

και οι στιγμές αναπαύονται

χωρίς σπαραγμό ούτε σάρκα.


***

Kαι ήταν το Aπέραντο

σαν θάνατος από ανέκαθεν

που ξετυλίγεται

στις ίδιες σκέψεις.

*

Eκεί, στην απύθμενη σκοτεινιά της Nύχτας,

πρωτανάσανε ο Xρόνος.

 

Kαι σηκώθηκε με τη δύναμη του αγέρα,

με ένα αλληλούια,

μία βίαιη πνοή

που έσεισε τις στιγμές

και ξύπνησε τις μνήμες.

 

Mε ορμή κρούοντας το φως

σε ιδανικές σφαίρες…

 

Kαι φανερώθηκε το αόρατο

γλυπτό του Kόσμου,

ταξιδεύοντας στη μεγάλη Eπίφαση.

*

Δες, από τις ρίζες των βουνών,

στη στιγμή μηδέν

αναβλύζουνε άπειρα νιάτα.

*

Ίδιο βρέφος στην κούνια του

ο ήλιος το φθινόπωρο

ωριμάζει στην καρδιά το φως

σαν κοίτασμα χρυσού.

 

Όνειρο σχεδιασμένο

σ’ ένα σύννεφο αργοπορημένο και βαρύ.

 

Όταν ήλθε το χρυσό φθινόπωρο,

σημάδι στο χρόνο, γλυκό χαμόγελο,

ευτυχισμένοι συλλέκτες χίμηξαν

στους φωτεινούς καρπούς

της χιμαιρώδους σάρκας.

Ώριμα πνεύματα έσκυψαν στους καθαρμούς

και πήδηξαν τα σταφύλια των βασάνων.

 

Tον Xειμώνα πάλι,

περπατούσαν κουρασμένοι τελωνοφύλακες,

ακονισμένοι στο σκοτάδι του Άδη,

κάτασπροι γέροντες,

διαισθανόμενοι τον θάνατο

να κινείται στις κοσμικές αρτηρίες

χλευάζοντας τη φωτιά,

εξαπατώντας την αιωνιότητα.

Mε έναν παγετώνα χαραγμένο στο πλατύ τους μέτωπο

τεφροί, εύθρυπτοι και διψασμένοι.

 

Ήλθε πάλι η Άνοιξη,

του Hλίου η Έλαφος·

ξανθή κορασίδα, βελούδινη, αστραφτερή μαρονιέτα.

Πικρή μα τροπαιούχος,

Bρήκε ανοχύρωτο το κακό.

*

Kαι όταν πυκνώνει το βαρύ σκοτάδι,

η αδαής μορφή της νύχτας,

πάλι σε νιώθω κοντά μου

ω μεγάλε Aνώνυμε.

 

Nά, σε βλέπω τώρα!

Kαθισμένος στο σύμπαν σου

σαν σε ωραίο ανάκλιντρο,

ρεύεσαι την ποίηση

και φτύνεις την ύπαρξη.

 

Kαπνίζεις ασταμάτητα το πούρο σου,

με το νου σου θροΐζοντας το μυστήριο,

με την πραγματικότητα διχασμένη,

με την ματιά σου τρυπημένη

από το φωτεινό σημείο της μνήμης σου.

 

Aν και υφαίνεις νέα μορφή

πάντα ο ίδιος είσαι,

ένας, αΐδιος και άπειρος.

Mέσα από το νοητό σου παράθυρο

περνάει το άκτιστο φως.

 

Άνοιξε το παράθυρο

κι άλλο, κι άλλο, κ ι  ά λ λ ο.

***

MYΘOΛOΓIA B΄

H σιωπή θα τρυγήσει 

την επίγεια αλήθεια

μαζί με των λέξεων τον κάματο.

*

Γιατί η Γνώση

μένει πάντα χωρίς στεφάνη και ξίφος,

 

μ’ ένα έγκαυμα από φως,

άδεια, άδεια κι έρημη.

*

YMNOΣ TΩN MYΣTΩN ΣTHN KOPH

Σα να σε βλέπω τώρα!

Δες με και συ!

Bγαίνω από το Ένα και προχωρώ στο Tίποτα

μέσα από ένα θάμβος

που αγνοεί και αγνοεί και αγνοεί.

***

 

Ω ΨYXH!

Bλέπω την εικόνα μου

εκεί ψηλά στο μεσονύχτι της ψυχής,

τις φτερούγες μου πιο πέρα

από το ασήμι των πλανητών.

 

Bλέπω την κατασταλαγμένη μέσα μου

ιδιομορφία στον τετραδιάστατο χωροχρόνο,

σιμά στο τόξο του κόσμου.

 

Aνοίγω μια κόλλα χαρτί,

λευκή, άγραφή και άδεια.

Ένα σύμπαν στριμώχνεται εκεί,

που μου ανήκει.

Aναζητώ ιδεογράμματα μνήμης…

 

Eάν κάπου στην Ποσειδώνος δείτε κάποιον να μετράει την άμμο καλέστε τον με το όνομά του ή πείτε δυνατά έναν στίχο του… Έχουμε ανάγκη την ποίηση του Nικόδημου. Kι εκείνος έχει ανάγκη την αγάπη μας…

 

*Με το θέμα έχει ασχοληθεί το 2002 η Σταυρούλα Παπασπύρου με το μικρό της αφιέρωμα στην Ελευθεροτυπία για τους ιερούς λειτουργούς που γράφουν ποίηση. Στη αναφορά της περιλαμβάνει έναν αρχιεπίσκοπο, τον Αυστραλίας Στυλιανό, δυο κληρικούς, τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια και τον π. Βασίλειο Θερμό, και τρεις που εγκαταβίωσαν στον Άθωνα, τον ιερομόναχο Συμεών εκ Περού ορμώμενο, και τους μοναχούς Μωυσή και Νικόδημο. Tώρα μαθαίνω από τη νέα ανάρτηση του π. Παναγιώτη Kαποδίστρια και για τον π. Aναστάσιο, επισκέπτη αυτού του μπλογκ, καθώς και για τον μητροπολίτη Προικοννήσου Ιωσήφ (Εμμανουήλ Χαρκιολάκης), του Οικουμενικού Πατριαρχείου.   Ο καθένας με διαφορετικές προϋποθέσεις και αφετηρίες, και με προσωπικά γλωσσάρια επικοινωνίας, συνιστούν μια μοναδική κοινότητα η οποία δεν αντιπροσωπεύεται επίσημα από εκκλησιαστικά σχήματα. Ευτυχώς! Ούτε κινούνται στο περιθώριο. Μολονότι η ποίηση δεν απευθύνεται σε πλατιά στρώματα αναγνωστών, γνωστοί εκδότες έχουν αγκαλιάσει τις γραφές τους (όπως Θανάσης Καστανιώτης, Γιώργος Χατζηιακώβου, Γαβριηλίδης, Σταύρος Πετσόπουλος), και μάλλον πιο «ειδικά» περιοδικά (Σύναξη). Πάντως στους παραπάνω οφείλουμε να προσθέσουμε: τον Μητροπολίτη Πέργης Ευάγγελο, τον αρχιμανδρίτη Φιλόθεο Γαρίτση, τον πρωτοπρεσβύτερο Ευάγγελο Παχυγιαννάκη. Eίμαι βέβαιος ότι ο αριθμός όσων γράφουν ποίηση και δεν είναι λαϊκοί είναι πολλοί περισσότεροι. (Για περισσότερη ενημέρωση π. Παναγιώτης Kαποδίστριας, Aνά-γνωση λόγου ανθηρού (Mελέτη και απάνθισμα ιερατικής ποίησης). Aνάτυπο από το περ. Tετράμηνα, τ. 59-61, Xειμώνας 1997-8, σελ. 4401-4439).
Όλες οι ζωγραφι�ς είναι του Nικόδημου και κοσμούν την «Aναδάσωση μνήμης».

Όλες οι ζωγραφιές είναι του Nικόδημου και κοσμούν την «Aναδάσωση μνήμης».

H ακτημοσύνη των μοναχών και η άγια φιλαργυρία των μοναστηριών. Με αφορμή το Βατοπέδι.

H Iερά Mονή Bατοπεδίου ήρθε στο νου μου και όσα της καταμαρτυρούν περί εμπλοκών και διαπλοκών με πολιτικούς, για ιερές επιχειρηματικές δραστηριότητες όσο μελετούσα τις, από κάθε άποψη, συναρπαστικές διδαχές του Hλία Mηνιάτη (Ληξούρι 1669-Πάτρα 1714), αλλά και μία θαυμάσια ανάρτηση για το Δικαίωμα του μπλογκ  Arcoudos, όπου σχολιάζεται η υπερτίμηση που έχει δοθεί στο χρήμα: «Με τα λεφτά, αγοράζεις το δικαίωμα. Η κοινωνία που έχουμε φτιάξει, επιτρέπει να θεωρούμε τα χρήματα ως κάτι σπουδαιότερο απο ότι είναι. Και αυτό τα κάνει σπουδαιότερο απο ότι είναι στην πραγματικότητα».

Σκέφτηκα, λοιπόν, να σταθώ για λίγο στο εν πρώτοις παράδοξο φαινόμενο από τη μια πλευρά της προσωπικής απάρνησης από τον μοναχό κάθε ιδιοκτησίας και από την άλλη της συσσώρευσης απίστευτων κεφαλαίων στη μονή που εγκαταβιώνει.

 

Ρώσοι μοναχοί. Αρχ�ς 20ού αιώνα.

Ρώσοι μοναχοί στον Άθωνα. Αρχές 20ού αιώνα. Στούντιο σκήτης Αγίου Ανδρέα.

 

Το γάλα των πτωχών

Ο μοναχός υπόσχεται στην κουρά τρία πράγματα: υπακοή, παρθενία, ακτημοσύνη. Πίσω από τις τρεις αρχές ζωής κρύβεται η θανάτωση του εγώ και η βεβαιότητα ότι είμαστε πάροικοι στον κόσμο αυτό.  Στην πράξη και οι τρεις αυτές αρχές ζωής είναι αιτήματα προς εκπλήρωση, αν και φαίνεται ότι η ακτημοσύνη υλοποιείται ευκολότερα, εάν σκεφτώ ένα μοναστήρι τροφό που εξασφαλίζει τα πάντα στον νεοεισερχόμενο καλογέρι. Όπως ένα στρατόπεδο ικανοποιεί τις βασικές ανάγκες των στρατιωτών του, σε στέγη, ένδυση και φαγητό. 

Ο Μηνιάτης ανατρέπει τα δεδομένα. Θέτει την προσκόλληση στο χρήμα το πλέον δυσκολότερο κομμάτι αυτού του βίου. Μιλώντας εμπειρικά, μας πείθει ότι ο μοναχός μπορεί να έχει κατακτήσει τα πάντα, ευσέβεια, καλές πράξεις, ηθική αλλά εάν είναι κολλημένος στα αργύρια είναι βαρύς «δεν έχει συντροφίαν και συνοδίαν Χριστού». Δεν μπορεί να αγαπά και τα αργύρια και την ψυχή του, είναι αδύνατον, διότι είναι πράγματα αντίθετα, όπως θα πει επικαλούμενος τη μαρτυρία του Χρυσόστομου. Μάλιστα, μιλώντας για τον πλούτο ξεκαθαρίζει τα όρια διαχείρισής του: ο καθένας οφείλει να δίνει σε όσους έχουν ανάγκη αλλά αυτός που έχει και κατέχει οφείλει να δώσει πολύ στους αδελφούς του. Επιπλέον χαρακτηρίζει εύστοχα τον πλούτο ως το γάλα των πτωχών. Έχει δοθεί στους κατέχοντες για να τρέφει τους αδύναμους, όπως η μητέρα προσφέρει το γάλα του μαστού της στο αδύναμο βρέφος για να ζήσει. 

Τα μοναστήρια καστροπολιτείες

Ειρωνικά, ο Μηνιάτης, αποκαλεί τον ευσεβή, πλην φιλοχρήματο, ως «άγιο φιλάργυρο». Και, ναι, θα μπορούσε όταν κάποιος ζη κατά μόνας, στη σκήτη του, σε ένα κελάκι ή σε έναν μικρό σχηματισμό αδελφών, εκείνος που έχει το δικό του κομπόδεμα να έχει το ίδιο ελάττωμα που περιέγραψε υπέροχα ο Μολιέρος στον δικό του Φιλάργυρο. Τί συμβαίνει όμως όταν το μικρό σχήμα της αδελφότητας λαμβάνει τη μορφή ενός πολυάριθμου κοινοβίου; Όταν δηλαδή ατομική περιουσία δεν υφίσταται, και όλα περνούν στην κυριότητα της μονής;

 

Μοναχός μπροστά σε αθωνίτικη καλύβα. Δεκαετία του 1920.

Μοναχός μπροστά σε αθωνίτικη καλύβα. Δεκαετία του 1920.

Βλέποντας και θαυμάζοντας τα αγιορείτικα μοναστήρια, με την αρχιτεκτονική μορφή που έφτασαν στις μέρες μας, διαπιστώνουμε ότι είναι κάστρα, μικρές πόλεις που συντηρούν τους κατοίκους τους παρέχοντας όσα χρειάζονται και οι μοναχοί με τα διακονήματά τους υπηρετούν τους άλλους αδελφούς. Μάλιστα, στην ησυχαστική παράδοση η σχέση ηγούμενου μοναχών σημαίνεται με μία θεολογική τυπολογία: ο γέροντας μυσταγωγεί ψυχές, εκπροσωπεί τον Ιησού, εφόσον το μοναστήρι είναι ένα μυστήριο που φανερώνει την κοινωνία της Εκκλησίας και των αγἰων. Ο ηγούμενος είναι ο κρίκος μεταξύ Θεού και μοναχών.

 

Είναι γνωστό, ότι αφετηριακά ο μοναχισμός λειτούργησε ως μια αντίδραση στην κατάπτωση της πίστης στα αστικά κέντρα, ήταν μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της προσωπικής σχέσης με τον Θεό, μακριά από τη βουή του κόσμου. Το θέμα εδώ, είναι ότι σε όλους αυτούς τους σχηματισμούς που υπηρέτησαν ιδεολογικά τη βυζαντινή αυτοκρατορία, ενισχύθηκαν από βασιλείς, σουλτάνους και ισχυρούς πολιτικούς, και μέχρι σήμερα τους παρέχεται μια ειδική μεταχείριση ως αυτοδιοίκητο τμήμα του ελληνικού κράτους, βρίσκουμε μεταλλαγμένη την αρχική ιδέα του αναχωρητισμού που ήταν αυτό ακριβώς που υπόσχεται και ο μοναχός στην κουρά του: ακτημοσύνη. Εάν λοιπόν μέσα στις μονές δεν μπορούν ατομικά οι καλόγεροι να συσσωρεύσουν χρήματα, η αγία φιλαργυρία μπορεί να ξεμυτίσει στα ίδια τα μοναστήρια.

Καθαρά πράγματα: Ο καλόγερος όταν οφείλει να είναι φιλόπτωχος, το μοναστήρι μπορεί να είναι φιλόπλουτο.

Σήμερα, τα μοναστήρια, όπως και παλαιότερα συνιστούν πόλεις κράτη, νησίδες στον κοινωνικό ιστό, που αντιγράφουν την πρακτική και τα ήθη του κόσμου. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, εφόσον έχουν ιδιοκτησία, κάνουν επενδύσεις, αξιοποιούν εκτάσεις, αγοράζουν και πωλούν κατά το δοκούν συμφέρον των διαχειριστών τους, δηλαδή του ηγουμένου και των συμβούλων του μοναχών, ή και λαϊκών εφόσον είναι χρήσιμοι στις επιχειρηματικές δράσεις, όπως και με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα που ακούγονται αυτές τις ημέρες. Πάντοτε για το συμφέρον της μονής… Μόνο που δίπλα στη συσσώρευση πλούτου, παραμονεύει η αχορταγία και η απληστία, η διαμόρφωση ενός ήθους που δεν έχει σχέση με τον πτωχό Ιησού και το πνεύμα του αναχωρητισμού. 

Τα ερείπια της Αθωνιάδας σχολής που �λαμψε στα Βαλκάνια του 18ου αι. με την παρουσία του Ευγ�νιου Βούλγαρη. Οι ίντριγκες των μοναχών και η κομματικοποίηση των σπουδαστών οδήγησαν τον Βούλγαρη στην αποχώρηση από τη σχολή.

Τα ερείπια της Αθωνιάδας σχολής που έλαμψε στα Βαλκάνια του 18ου αι. με την παρουσία του Ευγένιου Βούλγαρη. Οι ίντριγκες των μοναχών και η κομματικοποίηση των σπουδαστών οδήγησαν τον Βούλγαρη στην αποχώρηση από τη σχολή.

Κάποτε, εκεί γύρω στα 1750 στα όρια του Βατοπεδίου εγκαινιάστηκε η λειτουργία της Αθωνιάδας, ό,τι πιο νεωτερικό είχε να δείξει η εποχή στην εκπαίδευση αφού ο «κλεινός» Ευγένιος Βούλγαρις κλήθηκε να διδάξει και να οργανώσει τη Σχολή. Η ίδρυση της Αθωνιάδας ήταν μια προσφορά στο Γένος. Εύλογα, σήμερα αναρωτιέται κανείς για τα ανθηρά οικονομικά των μονών, για τον πολλαπλασιασμό των χρημάτων που δεν διαμοιράζονται σε όσους έχουν ανάγκη ή δεν επενδύονται σε έργα υποδομής για το ευρύτερο σύνολο. Σκέφτομαι ξανά τον Μηνιάτη: η πρόφαση ότι τα χρειάζονται για την κυβέρνηση του οίκου δεν πείθει. Σχεδόν κανέναν…

 

Όποιος θέλει να περάση εκείθεν πρέπει να είναι άδειος και γυμνός

Είναι σαφές ότι ο Μηνιάτης διαγράφει ένα πλαίσιο κοινωνικής δικαιοσύνης για ορφανά, κόρες που κατέφευγαν στην πορνεία, πένητες που πέθαιναν από το κρύο ή την αφαγία, έστω και μέσα από την πρακτική της ελεημοσύνης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αμφισβητεί τη σωτηρία του πλούσιου, επομένως η λύση είναι: πέταξε ό,τι σε κάνει να μη μπορείς να μοιραστείς, δηλαδή να μη μπορείς να αγαπήσεις. Πέταξε το δικαίωμα που σου δίνει ο πλούτος να είσαι εξουσία. 

Δυστυχώς, για όσους δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον μοναχισμό ο αναχωρητισμός δεν εξαντλείται στην επιλογή της μοναστηριακής ζωής, αλλά επεκτείνεται σε πάμπολλες μορφές που επιβιώνουν στον Άθωνα. Από την άκρα ταπείνωση και φτώχεια των καθισμάτων έως τη χλιδή και την σκανδαλώδη πολυτέλεια ο καθένας μπορεί στον τόπο της μετανοίας του να αναζητήσει τον θεό και να συγκατοικήσει μαζί του. Το άθλημα είναι επίπονο προϋποθέτει ελεύθερη συγκατάβαση και για να θυμηθούμε τον Μηνιάτη η ανάβαση στον ουρανό με ρούχα, δηλαδή με πλούτη και υπάρχοντα, δύσκολα γίνεται.

 

Το Βατοπ�δι από τη θάλασσα. Παλαιά καρτ ποστάλ.

Το Βατοπέδι από τη θάλασσα. Παλαιά καρτ ποστάλ.

 

 

Και για να επανέλθω και στον Arcoudo και να συμφωνήσω μαζί του που δίνει την εξήγηση για την αξία που δίνουμε στο χρήμα, και συνακόλουθα στον πλούτο: «Στην πραγματικότητα χτίσαμε αυτήν την ψευδαίσθηση γιατί ήμασταν ανώριμοι να ζήσουμε όλοι μαζί.»

Η απογείωση απαιτεί απόρριψη περιττών μερίμνων και βαρών… Και αυτό ισχύει για πόλεις και έρημο. Για όλους.

 

Αχ κατηραμένη φιλαργυρία

Αλλά τούτος δεν είναι εκείνος ο καλός, και αγαθός άνθρωπος, οπού δεν επεθύμησε την γυναίκα κανενός; οπού δεν επήρε κανενός το πράγμα ή την τιμήν; οπού εφύλαξεν ακριβέστατα τον νόμον, οπού εις τον νόμον είναι άγιος; ναι. Μα τούτος ο άγιος είναι φιλάργυρος. Στοχασθήτε, όταν είναι λόγος περί χρημάτων, δεν είναι άλλο. Αχ κατηραμένη φιλαργυρία, και πόσον κυριεύεις τας ανθρωπίνας ψυχάς! οπού θέλει να ειπή: αληθινά εκείνος ο καλός δούλος του Θεού έχει πολλάς και μεγάλας αρετάς. Αυτός να κλέψη; αυτός να ψευδομαρτυρήση; μη γένοιτο. «Ταύτα πάντα (ημπορεί να ειπή) εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Αυτός φυλάττει σωφροσύνην, αυτός κάνει προσευχήν, αυτός κρατεί νηστείαν, αυτός είναι αληθινά εις τον Κόσμον, αλλά αρνήθη τον Κόσμον, αυτός εσφαλισμένος μέσα εις μίαν κέλλαν ή έξω εις μίαν έρημον, απεστράφη παντελώς και τας συνομιλίας των ανθρώπων, και τας ταραχάς της αγοράς, και του αιώνος τας ματαιότητας. και ξεφάντωσες.

Ἐκείνος στέκει ενασχολούμενος εις έργα αρετής, μόνος μόνῳ Θεῴ προσευχόμενος. Εις την όψιν, εις το σχήμα, εις τα φορέματα τα τρίχινα, εις όλον τον βίον, και πολιτείαν ένας ασκητής. Αλλά ωϊμέ! Τούτος ο ασκητής είναι φιλάργυρος. Νηστευτής, μα φιλάργυρος. Θαυματουργός, μα φιλάργυρος έτι εν λείπει. Όλα τα καλά έχει, ένα πράγμα του λείπει δια να τον κανονίσωμεν δια τέλειον άγιον. Πώς αγαπά ο πτωχός τα αργύρια. Ό,τι άλλο θέλεις. Θέλεις να νηστεύση; δεν τρώγει κρέας εις όλην του την ζωήν. Θέλεις να προσευχηθή; κάνει ολονυχτίας. Θέλεις να κάμη σκληραγωγίας; ευχαριστείται να περιπατή με τα πόδια γυμνά και φορτωμένος σίδηρα. Όλα μετά χαράς τα κάνει. μα μη του εγγίσης το γλωσσόκομον, διατί τον χάνεις. Όλα τα άλλα κάνει μετά χαράς, τούτο μόνον τον λυπεί, τον πικραίνει, και απέρχεται λυπούμενος. Τόσον είναι αληθινόν, πως ένας κάποιος ημπορεί να φθάση με πολλάς αρετάς να είναι άγιος, μα τούτος ο άγιος ημπορεί να είναι φιλάργυρος. Τόσον είναι αληθινόν, πως η φιλαργυρία κρατεί, και κυριεύει τας ψυχάς και εκείνων, οπού ημείς προσκυνούμεν ωσάν αγίους.

Αλλ᾽ εγώ ερωτώ: ένας τέτοιος άγιος φιλάργυρος, ημπορεί να είναι μαθητής και Απόστολος του Χριστού; Όχι. Ας το μαρτυρήση ο σημερινός φιλάργυρος άνθρωπος του Ευαγγελίου. Όταν ο Χριστός του είπε πάντα όσα έχεις πώλησον, και διάδος πτωχοίς, οπού θέλει να ειπή: ἀφες ολότελα την φιλαργυρίαν και αποδέξου την φιλοπτωχίαν. Και δεύρο, ακολούθει μοι. Έλα να μου είσαι μαθητής και Απόστολος, αυτός εμίσευσε λυπούμενος. «Και απήλθε λυπούμενος».

 

ΗΛΙΑΣ ΜΗΝΙΑΤΗΣ

«Κυριακή ΙΓ´, Λουκά. Τρόπος του κληρονομήσαι ζωήν αιώνιον», Διδαχαί εις την Aγίαν και Mεγάλην Tεσσαρακοστήν… Eκ της Eλληνικής Tυπογραφίας του Φοίνικος,

Eν Bενετίᾳ 1849, σελ. 214-221.

«Πανδαιμόνιο» του Kώστα Aκρίβου : Η βεβήλωση του Αγίου Όρους και το φιλί του αγγέλου

Ο ταρσανάς της Μονής Σταυρονικήτα είναι το σημείο της πρόσβασης

Στον ταρσανά της Μονής Σταυρονικήτα ο ιερομόναχος Νήφωνας ασφάλιζε την ΟΔΗΓΗΤΡΑ, τη βάρκα του που είχε κληρονομήσει από τον πρώτο του γέροντα, τον Καυσοκαλυβίτη Αβιμέλεχ. Ο ταρσανάς ενώνει το μέσα και το έξω, τον κόσμο με το μοναστήρι.

Πάνω στο πλοίο, επιστρέφοντας από Σαντορίνη, ολοκλήρωσα την ανάγνωση του μυθιστορήματος Πανδαιμόνιο (μεταίχμιο, Αθήνα 2007) που φέρνει στο επίκεντρο την ιστορία του Νήφωνα, ενός αγιορείτη μοναχού που τάραξε το κοινόβιο της Σταυρονικήτα. Επειδή το βιβλίο έχει αγωνία, αστυνομικό ενδιαφέρον και ανατροπές στην εξέλιξή του, δεν θα μιλήσω για την υπόθεση, παρά μόνο θα σχολιάσω ορισμένα σημεία και θα αντιγράψω δυο σειρές από το οπισθόφυλλο: «Στις 16 Απριλίου 2004 σ᾽ ένα κελί στο Άγιον Όρος οι μοναχοί ανακαλύπτουν ένα πτώμα. Αν σκεφτεί κανείς πως το μέρος αυτό για πάνω από χίλια χρόνια δεν το έχει πατήσει όχι πόδι γυναίκας αλλά ούτε ζώο γένους θηλυκού, τότε γίνεται φανερό τί σάλο θα προκαλέσει η είδηση ότι το πτώμα ανήκει σε μια κοπέλα».

Ερωτικό σκάνδαλο στη Μονή Σταυρονικήτα

Θέμα πιασάρικο, επίκαιρο, που πουλάει, μάλιστα, με όλη τη συζήτηση περί αβάτου. Είναι γνωστό, ακόμη, ότι τα σαρκικά, οι πειρασμοί, η περιπτωσιολογία τους και η σχολαστική αντιμετώπισή τους είναι από τα βασικά θέματα του Πηδαλίου της νοητής νηός, σχολιασμένα από τον Νικόδημο τον Αγιορείτη, όπου κυριαρχεί το άγχος για τη σεξουαλική παρεκτροπή… Ποιος δεν ενδιαφέρεται για ένα ερωτικό σκάνδαλο που κρύβεται καλά πίσω από τους καστρότοιχους ενός μοναστηριού και φτάνει η στιγμή να αποκαλυφθεί; Πρόκειται λοιπόν για μια ιστορία έρωτα; Ναί. Από μια άποψη. Που φέρνει τα πάνω κάτω όταν αποκαλύπτεται, μάλιστα το γυναικείο πτώμα, και εμπλέκονται αστυνομία, πνευματικοί, ο διοικητής, ακόμα και ο πατριάρχης, την ίδια στιγμή που οι γέροντες μοναχοί πιστεύουν ότι ήρθε το τέλος του κόσμου, και η εκπλήρωση της Αποκάλυψης… Η αλήθεια βρίσκεται αλλού: σε ένα δυσανάγνωστο χειρόγραφο που κρύβει μια απίστευτη προφητεία για το μέλλον του ελληνισμού…

Ο Ακρίβος δεν υπερασπίζεται θέσεις και ιδέες, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στην περίπτωση του Βασίλη Αλεξάκη με το βιβλίο του μ.Χ., με το οποίο ασχολήθηκα στην ανάρτηση μ.Χ. Η πορεία του Βασίλη Αλεξάκη στην Ορθοδοξία και το Άγιον Όρος. Αντίθετα, ο συγγραφέας, μάλλον, προσπαθεί να κατανοήσει το σήμερα χωρίς να καταφεύγει σε έτοιμα στερεότυπα. Τον ενδιαφέρει να φωτίσει σχέσεις, φοβίες, μυστικές δυνάμεις, καταπιεσμένα ένστικτα, κίνητρα, προκαταλήψεις και φιλοδοξίες, κομμάτια και όψεις της ανθρώπινης αδυναμίας και της ανθρώπινης, πάλι, δύναμης, σε ένα περιβάλλον, όπου ανθίζει για αιώνες η πίστη και δρα ελεύθερα το θείο. Και παρεμβαίνει, ακόμη και σήμερα με τους αγγέλους, για να προστατευθεί η ανθρώπινη ζωή!

Επιπλέον, δεν λείπει και η κριτική ματιά σε ηγετικές μορφές του αγιορείτικου μοναχισμού μετά τη μεταπολίτευση, όπως στην ειρωνική σκιαγράφηση  του ηγούμενου του μοναστηριού, που ενδιαφέρεται, πρωτίστως, να χαρίσει στο μοναστήρι την παλιά του δόξα εκταμιεύοντας χρήματα της ΕΟΚ. Ή τον στιγματισμό συμπεριφορών ευσεβών που έτρεχαν στον π. Παΐσιο για να γιατρέψει τα παιδιά τους από καρκίνο, και πικραίνονταν όταν συνειδητοποιούσαν ότι δεν ήταν ο καλός γέροντας κάποιος θαυματοποιός… Και κάπου εκεί βρίσκουν τη θέση τους υπαινιγμοί για σωματικές αυτοτιμωρίες (σ. 99-102).

 

Επιτάφιος από την Παναγία της Επισκοπής στη Σαντορίνη.

Πολλοί μοναχοί εγκατέλειψαν τις πόλεις και την επαγγελματική τους καριέρα για να διακονήσουν την Παναγία στο Άγιον Όρος. Ο ηγούμενος στο «Πανδαιμόνιο» για να κερδίσει την ψυχή του έφτασε στον Άθωνα αφού σταμάτησε τη λαμπρή του επιστημονική πορεία στην Αμερική. Στην εικόνα: Επιτάφιος της Παναγίας από την Επισκοπή στη Σαντορίνη.

Ουσιαστικά, στο βιβλίο διαγράφονται τρεις τουλάχιστον γενιές μοναχών: εκείνοι που γαλουχήθηκαν με τις μνήμες της εθνικής περηφάνειας ζουν στον Άθωνα πειθαρχημένοι στο ασκητικό τους πρόγραμμα, εκείνοι που εγκατέλειψαν καριέρες και κόσμο για να ακουμπήσουν στα πόδια της Παναγίας πτυχία και διπλώματα και εργάζονται με όραμα, πέραν των άλλων προτεραιοτήτων τους, να παραδώσουν στους επόμενους κτίσματα ανακαινισμένα, και οι ακόμα νεώτεροι που είναι γόνοι μιας εποχής με εύθραστες βεβαιότητες και που ακροβατούν μεταξύ κόσμου και ερήμου. 

 

Παιχνίδια του μυαλού και παγίδες του σατανά 

Στο Βατοπέδι, ανεβαίνοντας στη βιβλιοθήκη, ένας φίλος μου είχε πει ότι η αρχιτεκτονική του συγκεκριμένου πύργου που φύλασσε τα σπάνια χειρόγραφα έδωσε στον Ουμπέρτο Έκο το μοντέλο για τη βιβλιοθήκη στο Όνομα του Ρόδου. Δεν ξέρω πόσο είναι αληθινή η πληροφορία, ωστόσο είμαι βέβαιος ότι η ζωή στον Άθωνα προσφέρει πάρα πολύ υλικό για μυθοπλασία, και εδώ, έχουμε μια πολύ ικανοποιητική αξιοποίηση της μοναστικής ατμόσφαιρας: από τη γεωγραφία της χερσονήσου, τα μονοπάτια, τους ταρσανάδες, τη λατρεία, και τους θρύλους έως τον μοναχικό αγώνα ανθρώπων που αφιερώθηκαν στην προσευχή και τα δάκρυα.

Υπάρχει ένας διάχυτος ανθρωπισμός στο βιβλίο και αυτό προσγράφεται θετικά στην προσπάθεια του Ακρίβου να κάνει κοινωνούς ανθρώπους που αγνοούν το Όρος ή το γνωρίζουν παραμορφωμένο ή ακόμη μονοδιάστατο από δεύτερο ή και τρίτο χέρι, χωρίς προσωπική γνώση. Τα λέω αυτά γιατί είναι φοβερά δύσκολο να μεταφέρεις εμπειρίες στον γραπτό λόγο (εξαιρείται η ποίηση), ιδίως εκείνες που αναφέρονται στην παλαίστρα των μοναχών… στη συντριβή ψυχής, στον αγώνα με αόρατες δυνάμεις που κυριεύουν το νου, παίρνουν σχήμα, κίνηση και φως στη φαντασία, μειώνοντας αντιστάσεις, εξουδετερώνοντας άμυνες, για να ανοιχθεί η αυλαία των ματιών και να αποκαλυφθεί ένας κόσμος που συμπεριλαμβάνεται σε ένα πλάσμα από σάρκα και αίμα. Και μετά υγρές από τα δάκρυα μετάνοιες στο πάτωμα, ενοχές και το φάσμα των τιμωριών της κόλασης με τα βασανιστήρια των αμαρτωλών σωμάτων…  Παιχνίδια του μυαλού, παγίδες του σατανά ή απλά ανθρώπινες ανάγκες, αλλά απαγορευμένες για έναν μοναχό, που όμως επανέρχονται και ζητούν ικανοποίηση και ούτε ξεπερνιούνται εύκολα με προσευχή και νηστεία;

Και ο συγγραφέας στο Πανδαιμόνιο δείχνει να σέβεται τις προσωπικές ιστορίες το παρελθόν και το παρόν του κάθε ήρωά του. Αυτό πιστεύω ότι είναι και η μεγάλη αρετή του μυθιστορήματος: δεν προσπαθεί να πείσει για κάτι θεωρητικό ούτε έχει το βλέμμα στραμμένο σε μια, ας μου επιτραπεί, «ορθόδοξη» θεώρηση, αλλά η τέχνη του λόγου του μας μυεί στην πραγματικότητα της ζωής των προσώπων του με τρόπο που σε ορισμένα σημεία θυμίζει Παπαδιαμάντη. Ο Ακρίβος δείχνει να έχει αφομοιώσει καλά τα διαβάσματά του, τις αφηγήσεις άλλων, και επεξεργάζεται αυτοψίες σε χώρους, μονοπάτια και καλντερίμια, ταρσανάδες και κελιά μοναχών για να πλαστουργήσει μια σκηνογραφία ομιλούσα, κυρίως πολύχρωμη και μυρίπνοος θυμιαμάτων.

Αμαρτία χωρίς τύψεις

Σε αυτό το φόντο ο Νήφωνας, ο αγγελοφιλημένος (όπως έλεγε η μάνα του για το σημάδι κάτω από τη μασχάλη του), θα αισθανθεί να σκιρτά. Στις πρώτες σελίδες μου δόθηκε η εντύπωση ότι θα ακολουθήσει ένα συναξάρι, όπου ο μοναχός για να σώσει τον συνάνθρωπό του φαίνεται να ενδίδει στους πειρασμούς, και να συμπεριφέρεται ως ένας διά Χριστόν σαλός. Σύντομα όμως διαψεύστηκα, και θα απογοητευτεί και εκείνος που θα αναζητήσει ωραιοποιημένες διηγήσεις παρμένες από γεροντικά. Εδώ, ο Νήφωνας όταν γνωρίσει τη Δόμνα θα βιώσει ότι δεν κάνει κακό σε κανέναν: «άκουσε ένα ‘κρακ᾽ μέσα του. Ένιωθε σα να μη ντρεπόταν πια, σαν οι φόβοι του να έσπασαν και να χάθηκαν». Εκλογικεύει όταν σκέφτεται ότι κάνει μια αμαρτία που δεν βλάπτει τον άλλον ή μήπως συνειδητοποιεί μια αλήθεια που δεν μπορούσε να αντιληφθεί όσο καιρό ήταν εσώκλειστος, δέκα χρόνια πια στο Όρος; «δεν είχε προξενήσει θλίψη, δεν είχε αναγκάσει κανέναν να πονέσει.» Το σκάνδαλο βέβαια συνίσταται στην απελεύθερωση του Νήφωνα: «Ποια είναι η αμαρτία που έχω κάνει Κύριε; … Δεν νιώθω να έχω αμαρτήσει…». Ένοιωθε το λάθος και την αστοχία του, αλλά χωρίς ενοχή και συντριβή… Είχε νιώσει κάτι πρωτόγνωρο. Έπεσε, αλλά σηκώθηκε γιατί αγάπησε.

Το Όρος με μυστήριο αλλά χωρίς παρωπίδες

Σπεύδω να δηλώσω ότι δεν βρήκε το Άγιον Όρος στον Ακρίβο τον αυθεντικό εκφραστή του. Εξάλλου τι σημαίνει αυθεντικότητα στις μέρες μας; Και μάλιστα για τη μοναστική πολιτεία του Άθωνα; Πιστεύω ότι πέρα από τα ευπώλητα περί γερόντων ψυχοφελή βιβλιάρια το Όρος θα παραμένει απρόσιτο σε αντικειμενικές μετρήσεις, περιγραφές ή απεικονίσεις γιατί η αλήθεια του κατοικεί σε προσωπικές συναντήσεις, συχνά απροσχεδίαστες, σε μυστικούς ψιθύρους και μουσικές που ταξιδεύουν από τις καμινάδες των κελιών και των καθολικών… Οφείλω όμως να πω ότι ο συγγραφέας είναι πειστικός και οι ήρωές του αληθινοί. Ο Ακρίβος ανοίγει και δείχνει έναν δρόμο να δεις το Όρος με μυστήριο, αλλά χωρίς παρωπίδες αλλά και δίχως εξιδανικεύσεις.

Από τη μια πλευρά στην αφήγηση έχουμε την περιγραφή ενός πλαισίου ζωής με διαφορετικά πρόσωπα και διαφορετικές νοοτροπίες που συνδέονται με δεσμούς αμοιβαίας εξάρτησης σε ένα δίκτυο όπου δεσπόζει η αίσθηση του λάθους και η αναμέτρηση με τον πειρασμό.  Η συμμετοχή της φύσης και των καιρικών φαινομένων προσθέτουν μια σαιξπηρική διάσταση στα δρώμενα, ενώ χάρις στα καιρικά φαινόμενα φτάνουμε στην δραματική τροπή της ιστορίας, όπου είναι αντίθετη με τη θέληση των πρωταγωνιστών.

Ο Νήφωνας και η Δόμνα έχουν πολλά κοινά: Είναι ψαράδες, έχουν για δεύτερο σπίτι τη βάρκα τους, ζουν απομονωμένοι από τον έξω κόσμο, και οι δύο είναι ορφανοί: η Δόμνα είναι υιοθετημένη και αναζητά πατέρα, αφού η θετή μάνα της δεν την αγάπησε ποτέ, ο Νήφωνας καταθέτει την ψυχή του στον αυστηρό γέροντα Γεδεών, αλλά όταν χρειαστεί τη βοήθειά του δεν θα του φερθεί μόνο σαν αποπαίδι, αλλά και θα αποδειχθεί ότι ο περιλάλητος πνευματικός ήταν τόσο τυφλωμένος από τις ιδεοληψίες και τον φανατισμό του, ώστε δεν μπόρεσε να μαλακώσει στον πόνο ούτε να αγαπήσει ουσιαστικά.

Ο βασικός φόβος που διατρέχει όλη τη διήγηση είναι πώς δεν θα μάθουν οι άλλοι, οι έξω, το φοβερό μυστικό που κρύβει ο Νήφωνας και η Δόμνα. Είναι βέβαιο από τον ηγούμενο έως τον πνευματικό Γεδεών ότι ο Νήφωνας είναι πλανημένος, έχει δείξει αντιχριστιανική διαγωγή, και έχει παρανομήσει: καταπάτησε τον όρκο του της παρθενίας, παραβίασε το άβατο με την περίθαλψη μιας γυναίκας και είναι και κατηγορούμενος για φόνο! Αυτή η έμφαση στο νομικιστικό πνεύμα, στην τυπολατρεία και η αίσθηση απουσίας της οικονομίας αφήνουν μια πίκρα στην ανάγνωση για να δικαιωθεί ο Νήφωνας, ως η πιο ενδιαφέρουσα παλλόμενη ιδιοσυγκρασία -σε αντίθεση με τους μονοκόμματους άλλους ήρωες- ο οποίος μέσα στην τραγωδία του φέρεται περισσότερο υπεύθυνα και ώριμα.

Τι δεν μου άρεσε

Το εξώφυλλο και ο τίτλος. Αλλά περισσότερο το τελευταίο τμήμα του βιβλίου: η απότομη προσγείωση για να δοθεί μια εξήγηση εγκυκλοπαιδικού τύπου που θα μπορούσε να προσφερθεί με μια μικρή σημείωση. Από τη σελ. 383 κ.εξ. ορισμένες επεξηγήσεις του Ακρίβου παραπέμπουν σε παλαιότερη τηλεοπτική σειρά, όπου οι θεατές εκαλούντο να ψηφίσουν για το φινάλε. Είναι τόσο δυνατή η εικόνα του τέλους, ώστε ο συγγραφικός ναρκισσισμός με το «Α και το Ω» να μοιάζει περιττός και να χαλάει την επίγευση της τελικής σκηνής.

Επιπλέον δεν νομίζω ότι προσθέτει κύρος η μνημόνευση του Συμεών του ποιητή ή κάτι άλλο η Παναγία η Vodafonissa στο μυθιστόρημα.