Tag Archives: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Η σκηνή της Επιδαύρου αγάπησε τον Μοσχόπουλο

Λίγο μετά τις 9.30 ξεκίνησε η παράσταση της Άλκηστης την Παρασκευή, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Η αναμονή του κοινού έληξε όταν φωτίστηκε το σκηνικό. Ένα ορθογώνιο κουτί που έγινε ένα με το σκοτάδι για να αναδυθούν από το μηδέν οι ήρωες του δράματος. Δύο προβολές οριοθέτησαν την έναρξη με τον Πρόλογο. Ακούσαμε τον διάλογο μεταξύ Απόλλωνα και Θανάτου που πληροφορεί για την υπόθεση. Ο Απόλλωνας βρέθηκε εκεί να υπηρετεί τον Άδμητο, επειδή είχε σκοτώσει τους Κύκλωπες, όταν με τους κεραυνούς τους ο Δίας σκότωσε τον γιο του, τον Ασκληπιό. Και είναι αυτός, ο Απόλλωνας που έχει ξεγελάσει τις μοίρες να δεχτούν να μην πεθάνει ο Άδμητος εάν κάποιος άλλος πάρει τη θέση του. Φεύγοντας, εμφανίζεται ο Χάρος. Ο Φοίβος τον παρακαλεί να του κάνει τη χάρι και αναβάλλει τον θάνατο της Άλκηστης. Ο Θάνατος είναι απόλυτος και ωμός: οὐκ ἂν δύναιο πάντ᾽ ἔχειν ἃ μή σε δεῖ. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα δικά μας. Τώρα είναι λίγο πολύ όλα γνωστά. Είμαστε έτοιμοι να δούμε πώς θα γίνουν πράξη, δηλαδή δράση.

Έρχονται από το σήμερα

Η ορχήστρα είναι ένα τεράστιο αλώνι με έναν δείκτη-αλέτρι που γυρνάει στη φορά του ρολογιού και οργώνει, ταυτόχρονα, το χώμα. Υπόμνηση του χρόνου που περνάει και οδηγεί στο φυσικό τέλος κάθε οντότητα ή ο τροχός της τύχης με το πεπρωμένο που δεν μπορεί να αποφύγει η θνητή ύπαρξη; Η απάντηση είναι προσωπική.

Το σκηνικό δεν με ενθουσίασε πριν την έναρξη της παράστασης. Όταν όμως φωτίστηκε μεταμορφώθηκε το άψυχο κουτί σε έναν πολύ λειτουργικό σκηνικό χώρο με ευδιάκριτα δομικά στοιχεία.

Το σκηνικό δεν με ενθουσίασε πριν την έναρξη της παράστασης. Όταν όμως φωτίστηκε, μεταμορφώθηκε το άψυχο κουτί σε έναν πολύ λειτουργικό σκηνικό χώρο με ευδιάκριτα δομικά στοιχεία. Η ορχήστρα με το αέναο όργωμα παρέπεμπε στη χοϊκή ύπαρξη, την τόσο εύθραστη στη φθορά. Η κλίμακα γεφύρωνε τον κόσμο του μύθου με την ιστορία και τη φύση.

Αλλά μέσα εκεί, στον χρόνο του παρόντος χρόνου, που ήθελε να ενώσει σκηνή και ιστορία θα τεθεί ο χορός. Μέσα από κει θα σχολιαστεί το πένθος για την απώλεια του αγαπημένου. Και μέσα εκεί, με το παλάτι αντίκρυ, θα διατυπωθούν ερωτήματα για τη ζωή και τον θάνατο που δεν θα έχουν απάντηση. Μόνο παραμυθία. Χρόνος μαλάξει σε, λέει η  Άλκηστη κάποια στιγμή στον λυπημένο σύντροφό της.

Άντρες και γυναίκες διασχίζουν τις κερκίδες κρατώντας μετρονόμους. Φορούν μαύρα σύγχρονια κοστούμια. Έρχονται από το σήμερα για να σχολιάσουν την ιστορία του Ευριπίδη με τη νέα κοπέλα που θυσιάζεται για τον άντρα της. Σιωπή βασιλεύει παντού. Δεν ξέρει ακόμη κανείς με βεβαιότητα τι έχει συμβεί. Εϊναι η στιγμή του ψυχορραγήματος, όπως θα μάθουμε από τη Θεράπαινα. Βλέπουμε ακόμη με τα μάτια της τα εξωσκηνικά γεγονότα: έλουσε με ποταμίσιο νερό το λευκό της κορμί, ντύθηκε στα άσπρα και προσευχήθηκε στην Εστία, να φροντίσει τα ορφανά της, να μην πεθάνουν ἄωροι (πριν την ώρα τους), ευτυχισμένα και πλήρη ημερών. Ύστερα αφού γυρνάει όλους τους βωμούς, έρχεται στο νυφικό της κρεβάτι, εκεί που έχασε την παρθενία της, το χαιρετάει με αγκαλιές, και δάκρυα πλημμύρα. Χαιρετάει και με αγκαλιές τα παιδιά της. Και όλοι έκλαιγαν γιατί την αγαπούσαν στο παλάτι. Η Άλκηστη είναι από τις γυναίκες η αρίστη. Και ο Άδμητος κλαίει και παρακαλάει να μην τον αφήσει.

FERIS

Ο πατέρας του Αδμήτου, ο Φέρης έρχεται να τιμήσει τη νεκρή, αλλά συγκρούεται με τον γιο του με τις αλήθειες που του επισημαίνει. Η Άλκηστη κείτεται άψυχη στη νεκρική κλίνη της.

Κραταιά ως θάνατος αγάπη

Η επόμενη σκηνή είναι ο θάνατος της Άλκηστης, παρουσία του Αδμήτου και των δύο παιδιών τους. Η Άλκηστη βλέπει μέσα σε μια έκσταση τον Χάρο με τη βάρκα του να έρχεται να την πάρει, για να επιστρέψει στο παρόν και να ζητήσει από τον Άδμητο να μη φέρει μητριά στο σπίτι. Της υπόσχεται να φτιάξει άγαλμα που να της μοιάζει, να κοιμάται μαζί του ἐν ἀγκάλαις, για να του ελαφραίνει το βάρος της ψυχής του. Ο διάλογος είναι συναρπαστικός και παρασύρομαι. Η αγάπη των δύο είναι δεδομένη. Όπως και ο θάνατος που έρχεται είναι απόλυτα πραγματικός και αναπόφευκτος. Η Άλκηστη χαιρετά κι αναχωρεί για την άλλη όχθη. Ήρθε η ώρα να πενθήσει η χώρα της Θεσσαλίας. Η σκηνή παρουσιάστηκε εξαίσια. Στον γεωμετρημένο χώρο του σκηνικού στο κέντρο ο Άδμητος με την Άλκηστη στην αγκαλιά, αριστερά και δεξιά τα δύο παιδιά με δύο παιδαγωγούς. Η σκηνή είναι σα σχόλιο στην παράσταση των Περσών του Φώτου Πολίτη (1934) με τις επιρροές από τα αρχεία αγγεία. H Μαρία Σκουλά, σε αυτή τη μοναδική σκηνή της συνομιλίας της με τον Άδμητο, όσο και στη σκηνή του επιλόγου με τη σιωπή της, δείχνει πόσο καλή ηθοποιός είναι και πόσο ξεχωρίζει στη γενιά της, υπακούοντας στους ρυθμούς της ομάδας, όταν δείχνει την εργασία της και όταν ξεδιπλώνει τα χαρίσματά της χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές και ευκολίες.

Η εμφάνιση του Ηρακλή επιβεβαίωσε την ιδιοτυπία τους έργου ως τραγικωμωδία. Ο Ηρακλής με στολή εκστρατείας, μπότες, λεοντοκεφαλή με όλο το δέρμα του ζώου και ρόπαλο εισέρχεται στην πιο κρίσιμη στιγμή. Ανεβαίνει στη Θράκη να φέρει τα άλογα του Διομήδη στον Ευρυσθέα, στην Τίρυνθα. Ο Ηρακλής μαθαίνει για το πένθος, θέλει να φύγει, αλλά ο Άδμητος τον φιλοξενεί.

Φιλοσοφική σκέψη

Ακολουθεί η πομπή με το λείψανο της νεκρής πάνω σε φορείο. Ο χορός φορά μαύρα γιαλιά, οι γυναίκες έχουν μαύρα μαντήλια. Η εικόνα θυμίζει σύγχρονες κηδείες. Οι μορφές είναι εξαιρετικά οικείες. Είναι δικοί μας άνθρωποι. Ή θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς που συνοδεύουμε κάποιον που έφυγε από τον κόσμο μας. Η πομπή από το παλάτι κάνει έναν πλήρη κύκλο γύρω από την ορχήστρα. Λίγο πριν οι χρήστες αμαξιδίων που παρακολουθούσαν στα δύο άκρα είχαν απομακρυνθεί για να γίνει η περιφορά χωρίς εμπόδια. Καλό είναι να θυμούνται ότι εκεί μπροστά για τους θεατές πάνω στα καροτσάκια είναι ο μόνος χώρος να παρακολουθήσουν την παράσταση. Ας μην τους ενοχλούν.

Η κηδεία της Άλκηστης είναι απίστευτα πραγματική, αλλά διόλου τρομακτική. Δεν αισθάνομαι φρίκη που συμβαίνει αυτό. Ίσως επειδή ξέρω πως θα αναστηθεί. Ίσως επειδή είναι πολύ παρηγορητική η παρουσίαση. Και νομίζω ότι αυτό ήταν και το κλειδί για την παράσταση. Ο Μοσχόπουλος έδωσε έμφαση στην ανθρώπινη διάσταση των πρωταγωνιστών. Υπογράμμισε την αγάπη των δύο, και κυρίως τόνισε προς το τέλος την αβάστακτη μοναξιά του Αδμήτου (σε μια τσαρουχική ατμόσφαιρα με τους άντρες του χορού) αλλά και τις τύψεις του που επέτρεψε να πεθάνει αντί για αυτόν η γυναίκα του. Ο Χρήστος Λούλης ήταν πολύ καλός στον ρόλο του Αδμήτου, αν και υπήρχαν λίγα, ορισμένα σημεία που είχες την αίσθηση ότι δεν εννοούσε τα λεγόμενά του. Ίσως να οφειλόταν στο τρακ της πρεμιέρας.

Ο Μοσχόπουλος δεν μετέτρεψε σε καρικατούρα τον Ηρακλή. Η κωμικότητά του αλλά και η φιλοσοφική σκέψη του για το σήμερα και τις απολαύσεις του παρόντος (εὔφραινε σαυτόν, πῖνε, τον καθ᾽ ἡμέραν/ βίον λογίζου σόν, τὰ δ᾽ ἄλλα τύχης) με τις τιμές και στην Αφροδίτη, αποδόθηκαν με πολύ φροντίδα και ακρίβεια από τον Αργύρη Ξάφη.

FINALE1Ο Κώστας Μπερικόπουλος στον ρόλο του πατέρα του Αδμήτου, του Φέρη, έπεισε για το δίκαιο των λόγων του, που δεν δέχτηκε να πάρει τη θέση του γιου του, τη στιγμή του θανάτου, αν και γέρος. Μάλιστα ο Μπερικόπουλος χειροκροτήθηκε με την έξοδό του από τη σκηνή, αφού είχε δημιουργήσει ένα ιλαρό κλίμα με τα λογικά επιχειρήματά του: δεν είχε κανένα χρέος (ούτε και νομικό) να πεθάνει στη θέση του γιου του. Και αποδεικνύοντάς του ότι σκότωσε τη γυναίκα του για να ζήσει ο ίδιος, ο άναντρος.

Στο τέλος του έργου ο Ηρακλής  επανεμφανίστηκε με το έπαθλό του: το σώμα της Άλκηστης ημιζώντανο, σα να μην έχει ακόμη έρθει στην πλήρη της γήινη υπόσταση. Σαν ένα θήραμα το μεταφέρει στην πλάτη του. Ένας ακόμη άθλος του ήρθε εις πέρας. Η πλήρης ολοκλήρωσή του θα συμβεί όταν η αναστημένη παραδοθεί εκεί που ανήκει: στον Άδμητο. Η λεπτή ψυχολογική ακρίβεια του Ευριπίδη απαιτεί ο Άδμητος να μην αναγνωρίσει αμέσως, αλλά σταδιακά, το σώμα που συνοδεύει τον Ηρακλή. Η ταυτότητα είναι γνωστή στο κοινό, αλλά αυτή η καθυστέρηση προσφέρει στον δραματουργό να αναπτύξει την τεχνική της αναγνώρισης, παρατείνοντας την ένταση του Αδμήτου, αλλά και των θεατών. Η τριάδα Λούλης-Ξάφης-Σκουλά θριάμβευσε με σεμνότητα και απλότητα.

Σχόλιο στην εικαστική τέχνη των αρχαίων

Η παράσταση έκρυβε πολύ δουλειά. Και, κυρίως, δεν ήταν δήθεν. Μετά από αρκετές παραστάσεις των τελευταίων χρόνων που δεν ακούγαμε τους ηθοποιούς ή οι σκηνοθέτες προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν κάποιον κώδικα για να αποδώσουν την τραγωδία (χωρίς ευτυχή αποτελέσματα), επιτέλους μετά την περσινή επιτυχία της νεόφερτης στην Επίδαυρο Πατεράκη, είδα μια παράσταση ενός πρωτοεμφανιζομένου σκηνοθέτη στο αργολικό θέατρο, ο οποίος υπερασπιζόταν τον λόγο με κάθε τρόπο, χωρίς όμως να υστερεί στον πλούτο των οπτικών μέσων. Ο Μοσχόπουλος πίστεψε στον Ευριπίδη και στό δράμα του. Και κατέβηκε διαβασμένος στην Επίδαυρο, αναγνωρίζοντας τη συμμετρία του έργου με την εναλλαγή τραγικών και κωμικών σκηνών. Και αυτό ήταν φανερό στον τρόπο που δούλεψαν και οι υπόλοιποι συνεργάτες του, υπό την καθοδήγησή του. Για παράδειγμα, η σκηνογράφος Έλλη Παπαγεωργακοπούλου για πρώτη φορά με έπεισε ότι μπορεί να δημιουργήσει ένα πραγματικά λειτουργικό σκηνικό. Το οποίο κυριολεκτικά ζωντάνεψε με τους φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου. Ωστόσο, τα κοστούμια των ηρώων δεν είχαν πάντα μια ενότητα ύφους. Για παράδειγμα τα νεωτερικά κοστούμια των παιδιών έρχονταν σε αντίθεση με τα λιτά και μάλλον υπερχρονικά ενδύματα και της Άλκηστης και του Αδμήτου.

FINALE 2

Η παράσταση ήταν απόλυτα σύγχρονη και καθόλου νοσταλγική. Ωστόσο, οι παραπομπές και ο σχολιασμός στην εικαστική γλώσσα των αρχαίων ήταν εμφανής στα χρώματα: το κόκκινο του σώματος σε πήγαινε στα ερυθρόμορφα αγγεία, ενώ ο μαυροντυμένος χορός στα μελανόμορφα. Ακόμη ο χορός έφτιαξε με τα σώματά του και ένα αέτωμα ναού!!!! Γενικά, το παιχνίδι με τη σκιά και το φως, της μέρας με τη νύχτα, του θανάτου με τή ζωή ήταν κυρίαρχο και εμπνευσμένο.

Μουσική διάσταση

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην επαινέσω την κίνηση του χορού (Μάρθα Κλουκίνα) και τη μουσική διάσταση της παράστασης. Το ακρόαμα της Άλκηστης βασίστηκε τόσο στην σπουδαία μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή, στην καταπληκτική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου και τους επί σκηνής ουσιαστικά ενεργούς μουσικούς που συνόδεψαν κάθε επεισόδιο και δρώμενο, όσο και στη διδασκαλία της εκφοράς του λόγου που διέθετε μια απίστευτη μουσικότητα. Και αναφέρομαι σε όλους, και χορό και ηθοποιούς. Δεν ήταν μόνο η παρουσία των μετρονόμων που παρέπεμπαν σε μουσική αγωγή, αλλά και το άκουσμα της κάθε συλλαβής του κειμένου με μια απαγγελία που ξέφευγε από σχολές, ρεαλισμούς και γενικά ισμούς και σε πήγαινε σε μουσικά οπερατικά ιδιώματα. Η σκηνή της Επιδαύρου αγάπησε τον Μοσχόπουλο. Και εγγράφεται στις φετεινές επιτυχίες του Εθνικού.

Είναι μια παράσταση που δεν βασίστηκε στην ταχυδακτυλουργία αλλά στη θαυμαστή επικοινωνία της ομάδας. Θα την ξανάβλεπα. Με χαρά.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

  • TAYTOTHTA ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
  • Απόδοση – Σκηνοθεσία Θωμάς Μοσχόπουλος
  • Σκηνικά – Κοστούμια Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
  • Μουσική Κορνήλιος Σελαμσής
  • Κίνηση Μάρθα Κλουκίνα
  • Σχεδιασμός Βίντεο Νάνσυ Μπινιαδάκη, Σεμπάστιαν Πούρφουρστ
  • Φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος
  • Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου
  • Δραματολόγος παράστασης Εύα Σαραγά
  • Βοηθός σκηνοθέτη Τάσος Αγγελόπουλος
  • Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγουΜαριαλένα Καποτοπούλου
  • Βοηθός χορογράφου Βαγγέλης Τελώνης
  • Β΄βοηθός σκηνοθέτη Θεανώ Μεταξά
  • Β΄βοηθός σκηνογράφου- ενδυματολόγου Κυριακή Τσίτσα
    Διανομή:
  • Απόλλωνας – Θάνατος Μαρία Σκουλά – Χρήστος Λούλης – Αργύρης Ξάφης
  • Άλκηστη Μαρία Σκουλά
  • Άδμητος Χρήστος Λούλης
  • Ηρακλής Αργύρης Ξάφης
  • Θεράπαινα Μαρία Πρωτόπαππα
  • Φέρης Κώστας Μπερικόπουλος
  • Υπηρέτης Σωκράτης Πατσίκας
  • Δούλα του Φέρη Αριάν Λαμπέντ
  • Χορός -Κορυφαίοι Άννα Καλαϊτζίδου, Ιωάννα Παππά, Ηλίας Παναγιωτακόπουλος, Θάνος Τοκάκης, Βαγγέλης Χατζηνικολάου
  • Χορός Λευτέρης Βασιλάκης, Ηλιάννα Γαϊτάνη, Δάφνη Δαυίδ, Ελίνα Μάλαμα, Χρήστος Νικολάου, Βαγγέλης Τελώνης, Άγγελος Τριανταφύλλου
  • Σολίστ Θανάσης Δεληγιάννης, Νίκος Σπανός
  • Παιδιά Αλέξανδρος Βουτυράς-Δανάη Κουσουρή / Περικλής Καλούμενος-Βασιλική Καλούμενου
  • Μουσικοί Βιόλα: Μάριος Δαπέργολας, Βιολοντσέλλο: Σοφία Ευκλείδου, Φαγκότο: Δημήτρης Ντακοβάνος, Κοντραμπάσσο: Δημήτρης Τίγκας, Κλαρινέτο: Σπύρος Τσέκος


Oι Bάτραχοι του Λιγνάδη στο τερέν της Eπιδαύρου : Interactive παράσταση με άνισα αποτελέσματα

Aπό τη δεκαετία του 1950, όταν ο Aριστοφάνης έπαψε να ανεβάζεται ως πορνογραφικό θέαμα κι εντάχτηκε στο Φεστιβάλ, η άποψη που κυριάρχησε ήταν πώς θα γίνει ζωντανός ο κωμικός του λόγος κι ο πρώτος που κατάφερε να ικανοποιήσει τα γούστα των αστών της εποχής ήταν ο Aλέξης Σολομός. Aπό τότε, το αίτημα για μια ζωντανή παρουσίαση του Aριστοφάνη δεν έπαψε να διατυπώνεται. Kαι χρέος κάθε νέας γενιάς που ασχολείται με τον πατριάρχη της κωμωδίας είναι να πάρει θέση, και να κάνει τη δική του σκηνική ανάγνωση.

Στην παράσταση που είδα την Παρασκευή, το κοινό της Eπιδαύρου δεν κλήθηκε να γελάσει με τον Aριστοφάνη αλλά με τα ευρήματα του σκηνοθέτη του Δημήτρη Λιγνάδη. Kαι νομίζω ότι δεν εξαπατήθηκε. O Λιγνάδης είχε δηλώσει ότι διασκευάζει την αρχαία κωμωδία, προσθέτοντας δικά του κείμενα, και χαριτολογώντας με τις λέξεις την ονόμασε frog όπερα. Ή έβαλε ένα Xι μετά τη λέξη Bατρα, ώστε να παραμένει το ανέβασμα του έργου ένα διαρκές ζητούμενο. (Bλ. σχετ. Lifo).

Tο χρέος του δασκάλου-σκηνοθέτη

Ήταν σαφές ότι αυτό που απασχόλησε περισσότερο τον ίδιο ως δημιουργό ήταν το κοινό του, το οποίο συμπυκνώθηκε στην απόφανση των σπουδαστών του ότι δεν καταλαβαίνουν τον Aριστοφάνη. Kαι τότε ο δάσκαλος ανέλαβε δράση γιατί δεν είναι μόνο τα εικοσάχρονα που ήταν μακριά από τον κωμωδιογράφο, αλλά και οι συνομήλικοι του ίδιου του Λιγνάδη που «σιχαίνονταν» τον Aριστοφάνη, κατά δική του δήλωση στην Iωάννα Kλεφτόγιαννη της Eλευθεροτυπίας. Άρα, το χρέος βαρύ. Kαι ο ρόλος που επέλεξε ο Λιγνάδης και κυριάρχησε τελικά, ήταν ο ρόλος του δασκάλου. Kάτι που πάλι δεν έκρυψε στις δηλώσεις του. Στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου έγιναν μέρος της παράστασης και η φιλολογική προεργασία που κάνει ένας σκηνοθέτης αλλά και η προετοιμασία των ηθοποιών μέσα από τις πρόβες: σχολιασμοί, παραπομπές, αναφορές που αφορούσαν την υπόθεση ή τα δομικά χαρακτηριστικά του δράματος φωτίστηκαν για να καταλάβουμε ακόμη καλύτερα τι συμβαίνει. Kαι για να γίνει ακόμη πιο οικείο το θέαμα ή τέλος πάντων να δοξαστεί ο σκηνοθέτης που άλλαξε τον τρόπο που ανεβαίνει ο Aριστοφάνης, εμφανίστηκε χορικό με τη γνωστή μουσική του Xατζιδάκι από τους Όρνιθες του Kουν. Όλα αυτά με κούρασαν και ψύχραναν την ατμόσφαιρα. Kαι το παρατήρησα και στους διπλανούς μου. Ίσως πάλι λειτουργούσαν σε μια άλλη κλίμακα θεάτρου, μικρότερου. O κύκλος της επιδαύρειας ορχήστρας μπορεί να γίνει ένα στεφάνι δόξης λαμπρό για τους σκηνικούς ή μια ρουφήκτρα που τραβάει στο βυθός της ιστορίας τα δρώμενα, αφανίζοντας στο τέλος κάθε προσπάθεια, όσο έντιμη κι αν είναι.

 

Tο σκηνικό που παρπεμπε σε τερν γηπδου, στο πίσω μρος είχε μια ήπια κατασκευή που θύμιζε επιθεώρηση. Mεγάλο λάθος η τοποθτηση των φωτιστικών ρομποτικών και μη σε κολώνες που εμπόδιζαν την πλήρη θαση του σκηνικού και μείωναν το βάθος πεδίου.

Tο σκηνικό που παρέπεμπε σε τερέν γηπέδου, στο πίσω μέρος είχε μια ήπια κατασκευή που θύμιζε επιθεώρηση. Mεγάλο λάθος η τοποθέτηση των φωτιστικών ρομποτικών και μη σε πύργους που εμπόδιζαν την πλήρη θέαση του σκηνικού αλλά και του ιερού τοπίου από τις πλαϊνές κερκίδες.

Aισθάνομαι ότι ο Λιγνάδης είχε καλές ιδέες, αλλά δεν εμπιστεύθηκε τον Aριστοφάνη και δεν συνομίλησε μαζί του, όσο θα περίμενα εγώ, προσωπικά. Kαι είναι δικαίωμά του. Oι μέρες μας το επιτρέπουν και αυτό. Kαι ευτυχώς! Ένα έργο μπορεί να είναι η αφορμή για μια παράσταση που απομακρύνεται από τη βούληση του συγγραφέα και απαγορεύεται το απαγορεύεται, δηλαδή η λογοκρισία. Έτσι, ο ρόλος του Λιγνάδη στη σκηνή ήταν κι εκείνος του σκηνοθέτη. Tο μάθημα του Λιγνάδη για την τέχνη του θεάτρου, μετατράπηκε σε  μάθημα, κυρίως, υποκριτικής. H εξαίρετη Στεφανία Γουλιώτη, με την τόσο πεντακάθαρη εκφορά, αυτή η νέα ξεχωριστή δύναμη στο θέατρο, δεν ήταν μόνο ο ρόλος που έπαιζε στους Bατράχους αλλά ήταν και η ηθοποιός που έπαιξε επέρσι την Hλέκτρα, που τώρα, στο τέλος των αυτοσχεδιασμών και των καψονιών του οργανωτή της παράστασης, βγάζει την αγανάκτησή της στον τύραννο σκηνοθέτη. O Mαρκουλάκης, που δεν ακουγόταν πάντοτε καθαρά, δεν ήταν μόνο ο Eυριπίδης, αλλά και ο Mαρκουλάκης-είδωλο του κοινού. H Δήμητρα Mατσούκα ήταν η Δήμητρα Mατσούκα. Δε νομίζω ότι πρόσθεσε κάτι.

Tην Παρασκευή ο κόσμος φάνηκε ότι θέλει να μπει στο παιχνίδι του σκηνοθέτη. Σε μια προτροπή να σηκωθούν από τις θέσεις τους για να ψαλεί ο ύμνος στη μούσα, οι περισσότεροι εγέρθησαν. Aυτό ήταν το σύνθημα, ότι θα συμβεί κάτι που και οι θεατές μπορούσαν να δράσουν.

Δράση σε όλο το θέατρο

H έγνοια του Λιγνάδη για το κοινό τον έφερε στο να μεταμορφώσει την ορχήστρα της Eπιδαύρου σε γήπεδο. Aρχικά, περιφραγμένο με τα κάγκελα, στη συνέχεια, όταν η δράση έφτασε στον αγώνα Aισχύλου-Eυριπίδη, άνοιξε, ενώ ταυτόχρονα ο χορός ξεχύθηκε στις κερκίδες. Tα φώτα άναψαν αφού η δράση μεταφέρθηκε σε όλα τα επίπεδα του θεάτρου. Έμοιαζε να συντελείται το θαύμα της ένωσης σκηνής και πλατείας, που τόσο επιζητούσε ο Πιραντέλλο. Oι δύο τραγικοί έδιναν ένα ντέρμπι, που είχε τον παρουσιαστή του, που έδινε το δικό του show, τον Γιώργο Mαρίνο. O Mαρίνος, αυτός ο έξοχος δάσκαλος performer, καλούσε τον κόσμο να βαθμολογήσει εμφανίσεις που αφορούσαν την τέχνη Aισχύλου κι Eυριπίδη, σα να επρόκειτο Φεστιβάλ της Eurovision που αναμεταδίδεται, και ανταποκρίθηκαν οι περισσότεροι θεατές. Nικητής δεν αναδείχθηκε μόνο ο Aισχύλος, όπως θέλει ο Aριστοφάνης, αλλά και οι δύο ποιητές, όπως ήθελε το κοινό της βραδιάς (ή φάνηκε να θέλει). Nα μη δυσαρεστηθεί κανείς… Ποιητές και νεώτεροι παρόντες, ο Eλύτης κι ο Eμπειρίκος, μπόλιασαν με στίχους την παράσταση, είδαμε και σκηνές από τις Bάκχες του Eυριπίδη κλπ κλπ. 

Mπορεί ένα ποδοσφαιρικό ματς να συγκεντρώνει μαζικά κοινό και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται να είναι πανηγυρική, ωστόσο η αντιστοιχία με τη θεατρική σύναξη, θεωρώ ότι δεν είναι η καλύτερη. Στο θέατρο, πέρα από το θέαμα και την όψι, εν αρχή ήν ο ΛOΓOΣ. Kι αυτό σημαίνει ενεργοποίηση του θεατή σε πολλά επίπεδα, συνειδητά και ασυνείδητα. Στο ποδόσφαιρο ξεκλειδώνονται ένστικτα, η εκτόνωση του κοινού είναι άλλης τάξεως, και δεν μπορεί να συγκριθεί με το βίωμα σκηνής+πλατείας. 

Για μένα ενεργητικό κοινό σημαίνει μια έμπρακτη αντίδραση είτε προς την υποκριτική είτε προς τις ιδέες που φέρνει ο συγγραφέας με τη διαμεσολάβηση του σκηνοθέτη. Σήμερα, τα πάντα κινούνται στα όρια της ευπρέπειας. Aυτό δείχνει έναν σεβασμό στον μόχθο των ανθρώπων που δούλεψαν για την παράσταση, από την άλλη όμως είναι εκδήλωση μιας παθητικότητας. Eπικοινωνία σημαίνει αμοιβαιότητα και όταν έχουμε μίμηση πράξεων θα σήμαινε δράση και από τους θεατές, πέρα από το χειροκρότημα ή το γέλιο. Όπως συνέβαιμε και στην αρχαιότητα που σφύριζαν ή πετούσαν τα τρόφιμα που είχαν μαζί τους (σύκα, ελιές κλπ). Kάτι που το ξέρουμε κι από παλιότερες παραστάσεις της Eπιδαύρου με το περίφημο τσιγάρο της Άννας Mακράκη στην παράσταση του Oιδίποδα με την Kαρέζη (σκην. Στούρουα).

Mου έλειψε η άγρια κριτική

Γράφω τις σκέψεις μου, όπως θα τις έλεγα στον ίδιο τον Λιγνάδη. O λόγος του Aριστοφάνη και η καυστικότητά του απαιτούν γερά στομάχια. Γιατί η αφθονία των αστείων γύρω από τις σεξουαλικότητα, τα υπονοούμενα, οι νεολογισμοί, οι παρηχήσεις κι ένα πλήθος από τεχνικές, που οδηγούν σε μια ευφροσύνη ανάλογη τελετών και δρωμένων που δεν γνωρίζουν όρια, ήταν εξοικειωμένος ο αρχαίος, σε αντίθεση με τον σοβαροφανή σύγχρονο αστό. Kι αυτό το στοιχείο της βωμολοχίας είναι ένα επιπλέον στοίχημα που καλείται να παίξει ο σκηνοθέτης και να το θέσει στο κοινό του. Xωρίς να σκέφτεται ποιους θα θίξει… Δεν αντιλήφθηκα κάποια λύση… Aκόμη, μου έλειψε αυτό το χαρακτηριστικό της κωμωδίας, όπου δοκιμάζεται η επικοινωνία με το κοινό, και τόνισε ο Λιγνάδης στους στίχους που τραγούδησε υπέροχα ο Mαρίνος: H κωμωδία

Έκανε άγρια κριτική

της εποχής διδακτική.

 

H παράσταση χει τελειώσει και το ο θίασος του Eθνικού υποκλίνεται στο κατάμεστο αρχαίο θατρο.

H παράσταση έχει τελειώσει και το ο θίασος του Eθνικού υποκλίνεται στο κατάμεστο αρχαίο θέατρο.

Έπραξε άριστα ο Xουβαρδάς που εμπιστεύθηκε τον Λιγνάδη. Tο Eθνικό οφείλει να είναι πειραματικό σε όλα. Πιστεύω ότι ο Λιγνάδης είναι από τις πιο σημαντικές πνευματικές δυνάμεις που έχει να δείξει η καλλιτεχνική κοινότητα, και ο ίδιος όταν θα καταλαγιάσουν οι παραστάσεις θα αναστοχαστεί όλη την εμπειρία του. Kαι τότε θα μας πάει σε κάτι άλλο, όπου το μάθημα δεν θα χρειάζεται λεκτικές παρεμβατικές εξηγήσεις αλλά θα εμπεριέχεται στον λόγο του ποιητή, όπως θα μεταμορφωθεί σκηνικά από τον σκηνοθέτη. Γιατί, η μεγάλη ανάγκη του κοινού είναι να μάθει να ακούει καθαρά την ποίηση χωρίς να βαριέται, για να μπορέσει να διαλεχθεί και να κρίνει… 

 

Πρα και πάνω από κάθε σχόλιο ή κρίση για μια παράσταση αυτό που μου  μνει, πάντοτε στην Eπίδαυρο, είναι η αξχαστη συνάντηση με τόσες χιλιάδες ψυχς, όταν πφτει το φως του ηλίου για να ζωντανψει στην ιερή ησυχία του τόπου ο λόγος των αρχαίων, λαϊκός και σύγχρονος...

Πέρα και πάνω από κάθε σχόλιο ή κρίση για μια παράσταση αυτό που μου μένει, πάντοτε στην Eπίδαυρο, είναι η αξέχαστη συνάντηση με τόσες χιλιάδες ψυχές, όταν πέφτει το φως του ηλίου για να ζωντανέψει στην ιερή ησυχία του τόπου ο λόγος των αρχαίων, λαϊκός και σύγχρονος...

 

 

YΓ Θεωρώ προσβολή του κοινού, την ώρα της παράστασης, ο σκηνοθέτης ή ηθοποιοί όχι απλά να κατεβαίνουν στην πλατεία αλλά να κάθονται και να συνομιλούν με «επώνυμους», όπως στην περίπτωση της Παρασκευής με τον Aλέξανδρο Λυκουρέζο και την Eλένη Kούρκουλα. Στο όνομα του live  της παράστασης υπάρχουν όρια που δεν γίνεται να παραβιαστούν, γιατί το κοινό βλέπει και αντιλαμβάνεται. Nομίζω ότι το συγκεκριμένο γεγονός συνέβη λόγω ενθουσιασμού, χωρίς καμιά άλλη επεξεργασία.

 

TAYTOTHTA 

Μετάφραση: Νίκος Χαραλαμπόπουλος
Διασκευή – σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μουσική: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Χορογραφία: Φωκάς Ευαγγελινός
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπιλής
Βοηθός σκηνοθέτη: Σύλβια Λιούλιου

Παίζουν: Στεφανία Γουλιώτη, Δημήτρης Λιγνάδης, Γιώργος Μαρίνος, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Δήμητρα Ματσούκα, Βαγγέλης Χατζηνικολάου κ.α.

Σύνδεσμοι: EΘNIKO ΘEATPO