Tag Archives: αναχωρητισμός

Τὸ μυστικὸ τῆς ρέγκας

Ἤτανε στὸ περιβόλι ὁ γέροντας καὶ βοτάνιζε. Ὁ προσκυνητὴς μὲ συστολὴ τὸν παρακολουθοῦσε. Ἡ ἀγωνία του νὰ τοῦ μιλήσει, τὸν ἔκανε μὲ ἕνα «εὐλογεῖτε» νὰ διακόψει τὴ γαλήνη τοῦ περιβολιοῦ. «Ὁ Κύριος» ἀπάντησε ὁ γέροντας καὶ συνέχισε σκυφτὸς νὰ βοτανίζει τὴν ἀλία μὲ τὰ ραπανάκια.

Σιγὰ σιγὰ καὶ πιὸ μετά, ἴσιωσε τὴ μέση του σὰν νὰ μὴν τὸν ἔβιαζε τίποτα καὶ μ᾽ ἕνα μάτσο ραπανάκια στὰ χέρια πλησίασε ἀργὰ ἀργὰ στὸ πεζούλι ποὺ στεκόταν ὁ νεαρός. «Καλῶς τονα» τοῦ εἶπε καὶ ἄνοιξε τὴ βρύση πλένοντας τὰ ραπανάκια καὶ τὰ χέρια του μαζὶ μέσα στὴ γούρνα. Ὁ νέος, φορτωμένος μὲ τὸ σακίδιό του καὶ μ᾽ αὐτὰ πού ᾽χε μέσα στὴν καρδιά του, στεκόταν ὄρθιος κάτω ἀπὸ τὴ φλαμουριὰ δίπλα στὸ πεζούλι, παγωμένος ἀπ᾽ τὴν ἀγωνία – σὰν τὸν ἄρρωστο πρὶν ἀπὸ τὴ διάγνωση.

Μὲ χαμόγελο ὁ γέροντας γύρισε πρὸς τὴ μεριά του καὶ καθὼς τὰ χέρια του μὲ τὰ ραπανάκια ἦταν βρεγμένα, τοῦ ρἀντισε τὶς σταγόνες τους σὰν ἁγιαμὸ στὸ πρόσωπο, ἕνα πρόσωπο ὅλο μάτια, ψάλλοντας τὸ «Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου…». Ξαφνιάστηκε ὁ νέος. Αὐτὴ ἡ χειρονομία τοῦ γέροντα ἔσπασε λίγο τὴν παγωμάρα τῆς πρώτης ἐπαφῆς. Ὁ γέροντας προχώρησε πρὸς τὸ νεροχύτη. Τώρα ἡ ἔγνοια τοῦ νέου ἦταν νὰ βρεῖ τὸ γράμμα φίλου, ποὺ ἔγραφε συστάσεις στὸ γέροντα, ποὺ τὸν εἶχε παροτρύνει νὰ πάει στὸ Ὄρος, σ᾽ αυτό τὸ κελί, νὰ βρεῖ αὐτὸν τὸν γέροντα καὶ νὰ τοῦ τὰ πεῖ ὅλα.

Ἀγκυλωμένα τὰ δάχτυλά του ὅμως, δὲν εἶχαν τρόπο ἀπὸ τὴν ταραχὴ νὰ ψάξουν μέσα στὸ σακίδιο, ἐνῶ ὁ γέροντας στὸ νεροχύτη κάτι ἑτοίμαζε καὶ μὲ βαριὰ φωνὴ τοῦ σιγόψελνε, γεμίζοντας μὲ κατάνυξη τὸ μικρὸ ἀρχονταρίκι.

Τὸ παλικάρι, ποὺ ἀπὸ μικρὸς στὸ ψαλτήρι τοῦ χωριοῦ του ἤξερε καλὰ ὅλα τὰ νὴ πὰ βοῦ, γὰ δή, τώρα καιγότανε. Εἶχε ἀγαπήσει τὸ φίλο του, στὴ μονάδα ποὺ ὑπηρετοῦσε -ἦταν καὶ οἱ δύο ἀπ᾽ τὸ ἴδιο χωροό- λίγο περισσότερο ἀπὸ τὰ καθιερωμένα. Εἶχαν κοιμηθεῖ μαζὶ στὸ πλυντήριο οὐλαμοῦ κάνα δύο βράδια ἀγκαλιὰ πάνω στοὺς μπόγους μὲ τ᾽ ἄπλυτα σεντόνια τῶν σμηνιτῶν. Αὐτὰ κουβαλοῦσε μέσα του, αὐτὰ τοῦ εἴχανε θολώσει τὸ μυαλό, γι᾽ αὐτὰ εἶχε ἔρθει νὰ μιλήσει στὸ γέροντα, νὰ τὸν ρωτήσει: τὶ νὰ τὴν κάνει αὐτὴ τὴν ἀγάπη ποὺ τοῦ τυραννάει τὴν καρδιά; Κοιτοῦσε γύρω του, ἔψαχνε ἀπὸ κάπου νὰ γαντζωθεῖ. ᾽Ασπρόμαυρες φωτογραφίες γερόντων στὰ ντουβάρια μὲ βλέμματα αὐστηρὰ καὶ μακριὲς γενειάδες σὲ μικρὲς ξύλινες κορνίζες, μιὰ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ δίπλα στὸ μικρὸ παράθυρο νὰ βλέπει τὴ θάλασσα, ἡ Παναγία σὲ μία σκοτεινὴ πονίτσα, καὶ πάνω στὰ πάτερα τῆς στέγης, μιὰ ρέγκα, μιὰ ρέγκα κρεμασμένη κατακέφαλα!

Μὲ ἀργόσυρτο βῆμα καὶ τὸ δίσκο στὸ χέρι πλησίασε ὁ γέροντας, ἀκούμπησε τὸ δίσκο μ᾽ ἕνα ματσάκι κατακόκκινα ραπανάκια, ἕνα κομμάτι πρόσφορο, δυὸ ποτήρια τοῦ νεροῦ γεμάτα μαῦρο κρασὶ κι ἕνα πιατάκι ἁλάτι. Τράβηξε ἕνα καμνὶ καὶ κάθησε κι αὐτὸς ἀπέναντί του. «Τὶ βλέπεις, εὐλογημένε,» τοῦ εἶπε. Ὁ νέος εἶχε καρφώσει τὸ βλέμμα του πάνω στή ρέγκα πού ᾽ταν κρεμασμένη στὰ πάτερα. «Πάρε ἐδῶ νὰ δεῖς μεζές», τοῦ βούτηξε ἕνα ραπανάκι στὸ ἁλάτι κι ἔτσι χιονισμένο τοῦ τό ᾽δωσε στὸ χέρι μαζὶ μ᾽ ἕνα κομμάτι πρόσφορο, πού ᾽ταν ξερὸ σὰν παξιμάδι ραντισμένο μὲ νάμα, «νιῶσε νοστιμιὰ κι ὕστερα θὰ σοῦ πῶ τὸ μυστικὸ τῆς ρέγκας». Χωρὶς νὰ τὸν ἀφήνει νὰ πάρει ἀνάσα τοῦ λέει: «Πιὲς ἀπὸ τοῦτο, μὴν τὸ φοβᾶσαι, εἶναι δικό μας», καὶ ἀμέσως σήκωσε τὸ ποτῆρι του, ποὺ μὲ μιὰ γουλιὰ τὸ ἔφερε στὴ μέση. «Ξέρεις παιδί μου», συνέχισε, «ἐμεῖς ἐδῶ στὸ Ὄρος ἤρθαμε ὁ καθένας καὶ μὲ τὰ δικά του χούγια. Ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅλους μας ἔδωσε τέτοια σιγουριά – ποὺ μᾶς ἔκανε νὰ φωλιάσουμε ἐδῶ μέσα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ κυρὰ Παναγιά, σὰν διακονιάρα μάνα μᾶς νοικοκύρεψε. Γιατὶ ἂν ἤμαστε μόνοι μας, παιδί μου, ἐδῶ μέσα μὲ τὸ Χριστό, θὰ τά ᾽χαμε ὅλα ρουμπούλιο. Στὸν ἐνθουσιασμό μας πάνω θὰ νομίζαμε ὅτι ἡ θάλασσα, τὰ δίχτυα καὶ τὰ ψάρια εἶναι ἕνα. Θά ᾽χαμε μόνο τὸ νοῦ μας στὸ ποτῆρι καὶ τὴ σκάρα, δὲ θὰ βλέπαμε οὔτε θράψαλο. Τὶς καλὲς ἡμέρες, στὶς μεγάλες γιορτὲς τρῶμε ψάρι, τὶς ἄλλες βολευόμαστε μὲ ὅλ᾽ αὐτὰ ποὺ βγάζουν τὰ περιβόλια μας. Ἔτσι, καὶ μόνο ἀπ᾽ τὸ φαῒ ξεχωρίζουμε τὴ μιὰ μέρα ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὅμως εἶναι πάντα πανηγύρι, θέλει κρασὶ καὶ μεζέ. Γι᾽ αὐτὸ ἔχω κι ἐγὼ αὐτὴ τὴ ρέγκα ἐκεῖ πάνω. Τὴ θυμιατίζω μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους, τήνε βλέπω καὶ λέω: Ποῦ θὰ πάει; Θὰ ἔρθουν καὶ οἱ καλὲς ἡμέρες. Κι ὅταν ἔρχονται αὐτὲς οἱ ἡμέρες, τὴν ξεκρεμάω τὴ ρέγκα, τὴ βράζω λίγο καὶ στὸ ζουμί της ρίχνω λίγη μανέστρα, ἐκεῖ νὰ δεῖς νοστιμιά. Ὕστερα καὶ πάλι τὴν ξανακρεμάω στὰ πάτερα, καὶ πάλι μπαίνω στὸν ἀγώνα, Γιατὶ τὸ μυστικὸ στὴν ἀγάπη εἶναι νὰ βρίσκεις τρόπο νὰ κόβεις τὴ λιγούρα σου. Κατάλαβες;»

Ὁ νέος εἶχε γουρλώσει τὰ μάτια μ᾽ αὐτὰ ποὺ ἄκουγε. Εἶχε ξεχάσει πρὸς στιγμὴ τὸ φίλο του. Δὲν ἤξερε μὲ τὶ τρόπο μποροῦσε νὰ συνταιριάξει τὰ δικά του μὲ τὴν πρακτικὴ τοῦ γέροντα.

Νὰ τοῦ μιλάει γιὰ τὰ ραπανάκια, γιὰ τὸ κρασί, γιὰ τὸ ζουμὶ τῆς ρέγκας, μὲ τέτοια λατρεία – ποὺ τὸν ἔκανε νὰ τὸν ζηλεύει. «Μὴν τὰ θεωρεῖς τρελὰ αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω», συνέχισε, βλέποντας τὴν ἀμφιβολία τοῦ νέου νὰ ζωγραφίζεται στὸ πρόσωπο μὲ γκριμάτσες, πότε στὸ μέτωπο, πότε στὰ φρύδια, πότε στὰ χείλη. «Ἂν δοκιμάσεις τὸ ζουμὶ τῆς ρέγκας, θὰ δεῖς θαῦμα – θὰ σὲ ξετρελάνει!

Πορτραίτο Αθωνίτη μοναχού.

Μοναχὸς στὶς Καρυές, ἀρχὲς 20ού αίώνα.

Ἐξάλλου τὶ νὰ τὸ κάνεις τὸ μυαλό;» ἀναρωτήθηκε κάπως μελαγχολικὰ αὐτὴ  τὴ φορά, «τὴν εἶδα κι ἐγὼ τὴν προκοπή μου τόσα χρόνια στὰ καράβια πρὶ ἔρθω ἐδῶ – ποὺ προσπαθοῦσα μόνο μ᾽ αὐτὸ νὰ τὰ βγάλω πέρα. Τὶ τὰ θές, παιδί μου; Τὰ χούγια δὲν κόβονται μὲ χούι, καὶ τὸ μυαλὸ χωρὶς καρδιὰ εἶναι τὸ χειρότερο χούι» τοῦ εἶπε καὶ τσούγκρισε τὸ τρίτο κέρασμα, ποὺ τοὺς εἶχε κοκκινίσει καὶ τῶν δυονῶν τὰ μάτια σὰν τὰ ραπανάκια.

Στὸ μονοπάτι γιὰ τὶς Καρυές, ἔνιωθε περίεργα ἀνάλαφρος. Τὰ λόγια τοῦ γέροντα μ᾽ ἕνα μυστικὸ τρόπο τόνε είχανε μαλακώσει. Χωρὶς νὰ ἔχει πεῖ τὴν παραμικρὴ κουβέντα γιὰ τὴν περίπτωσή του, χωρὶς νὰ ἔχει κάνει καμιὰ μετάνοια, εἶχε ξαλαφρώσει . Πετοῦσε ἡ περπατησιά του. Μόνο μιὰ λαχτάρα εἶχε τώρα, νὰ βρεῖ κι αὐτὸς τὸν τρόπο του – νὰ δοκιμάσει ἔστω καὶ μιὰ φορὰ αὐτὸ τὸ ζουμὶ τῆς ρέγκας, νὰ γευθεῖ ἔστω μιὰ φορὰ αὐτὸ τὸ «θαῦμα» ποὺ σὲ κάνει τελικὰ νὰ κόβεις τὴ λιγούρα σου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ

Πρώτη δημοσίευση: Τὸ ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ τοῦ Μπιλιέτου [36], Παιανία, Μάρτιος 2003 καὶ στὴ συλλογὴ Τὸ μυστήριο τῆς αγάπης. Διηγήματα 1992-2005, ἐκδ. Μπιλιέτο, 2006.

O μοναχός είναι σκυλί παιδί μου

Στο Aγιονόρος ένας ασκητής που ζούσε σε σπηλιά, τις μεγάλες ημέρες κι αραιά και που, κατέβαινε στο μοναστήρι του για να μεταλάβει και να πάρει κανα καρβέλι ψωμί. Πάντα με δισταγμό έμπαινε στο μοναστήρι. Ένοιωθε άβολα μπροστά στην ευπρέπεια των μοναχών της μονής που είχαν το ζωστικό τους και το κοντό καθαρό να μοσχοβολάει λιβάνι, ενώ αυτουνού μισοσχισμένα ήταν τα ράσα του γεμάτα χώμα και στάμπες κιτρινιάρικες απ’ τον ιδρώτα.

Δόκιμος αγιορείτης μοναχός στις αρχές του 20ού αιώνα. (φωτογράφος: Προκόπιος ιεροδιάκονος)

Ένα μεσημέρι, λίγο πριν τον εσπερινό, φτάνοντας στην πόρτα του μοναστηριού, ακούμπησε το ταγάρι του στο πεζούλι δίπλα στις ποτίστρες κι αμέσως πήγε πιο πέρα να χαιρετήσει ένα φρέσκο καλογέρι, που σκούπιζε με θυμάρι στο καλντερίμι τις μπακαλίνες των μουλαριών. Αυτός, δόκιμος ακόμα, ήξερε όμως την περίπτωση του γέροντα, που νέος είχε φύγει απ᾽ το μοναστήρι για την κορυφή. Αμέσως παράτησε το θυμάρι και προσπάθησε να του βάνει μετάνοια και να του φιλήσει το χέρι. Όταν συναντήθηκε το βλέμμα τους μέσα στις πρόθυμες καλογερίστικες υποκλίσεις που έκανε ο ένας στον άλλον, με τη λαχτάρα του ποιος θα δώσει τελικά την υποταγή του-ο γέροντας αναχωρητής παγωμένος στάθηκε και έπιασε τα μαδημένα γένεια του.

Έβλεπε το νέο να έχει μεγάλο ενθουσιασμό στις μετάνοιες  – και θυμήθηκε τα νιάτα του. «Παιδί μου», του είπε, «όταν λιγοστέψουν οι τρίχες απ᾽ τα γένια σου, τότε θα νιώσεις και συ ότι ο μοναχός είναι σκυλί. Σε ένα σκυλί, αν του δώσεις ένα ξεροκόμματο, καλό θα του κάνεις, αν δεν του δώσεις ψωμί και του βαρέσεις μια κλωτσιά, να είσαι βέβαιος – το ίδιο καλό θα του κάνεις», κατέληξε κομπά ο γέροντας, κόβοντας κάθε περιθώριο για άλλη μετάνοια.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ
Ο Μοναχός και η ρέγκα του. Δύο μικρές ιστορίες από το Αγιονόρος,
Το Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου 36 (2003)

H ακτημοσύνη των μοναχών και η άγια φιλαργυρία των μοναστηριών. Με αφορμή το Βατοπέδι.

H Iερά Mονή Bατοπεδίου ήρθε στο νου μου και όσα της καταμαρτυρούν περί εμπλοκών και διαπλοκών με πολιτικούς, για ιερές επιχειρηματικές δραστηριότητες όσο μελετούσα τις, από κάθε άποψη, συναρπαστικές διδαχές του Hλία Mηνιάτη (Ληξούρι 1669-Πάτρα 1714), αλλά και μία θαυμάσια ανάρτηση για το Δικαίωμα του μπλογκ  Arcoudos, όπου σχολιάζεται η υπερτίμηση που έχει δοθεί στο χρήμα: «Με τα λεφτά, αγοράζεις το δικαίωμα. Η κοινωνία που έχουμε φτιάξει, επιτρέπει να θεωρούμε τα χρήματα ως κάτι σπουδαιότερο απο ότι είναι. Και αυτό τα κάνει σπουδαιότερο απο ότι είναι στην πραγματικότητα».

Σκέφτηκα, λοιπόν, να σταθώ για λίγο στο εν πρώτοις παράδοξο φαινόμενο από τη μια πλευρά της προσωπικής απάρνησης από τον μοναχό κάθε ιδιοκτησίας και από την άλλη της συσσώρευσης απίστευτων κεφαλαίων στη μονή που εγκαταβιώνει.

 

Ρώσοι μοναχοί. Αρχ�ς 20ού αιώνα.

Ρώσοι μοναχοί στον Άθωνα. Αρχές 20ού αιώνα. Στούντιο σκήτης Αγίου Ανδρέα.

 

Το γάλα των πτωχών

Ο μοναχός υπόσχεται στην κουρά τρία πράγματα: υπακοή, παρθενία, ακτημοσύνη. Πίσω από τις τρεις αρχές ζωής κρύβεται η θανάτωση του εγώ και η βεβαιότητα ότι είμαστε πάροικοι στον κόσμο αυτό.  Στην πράξη και οι τρεις αυτές αρχές ζωής είναι αιτήματα προς εκπλήρωση, αν και φαίνεται ότι η ακτημοσύνη υλοποιείται ευκολότερα, εάν σκεφτώ ένα μοναστήρι τροφό που εξασφαλίζει τα πάντα στον νεοεισερχόμενο καλογέρι. Όπως ένα στρατόπεδο ικανοποιεί τις βασικές ανάγκες των στρατιωτών του, σε στέγη, ένδυση και φαγητό. 

Ο Μηνιάτης ανατρέπει τα δεδομένα. Θέτει την προσκόλληση στο χρήμα το πλέον δυσκολότερο κομμάτι αυτού του βίου. Μιλώντας εμπειρικά, μας πείθει ότι ο μοναχός μπορεί να έχει κατακτήσει τα πάντα, ευσέβεια, καλές πράξεις, ηθική αλλά εάν είναι κολλημένος στα αργύρια είναι βαρύς «δεν έχει συντροφίαν και συνοδίαν Χριστού». Δεν μπορεί να αγαπά και τα αργύρια και την ψυχή του, είναι αδύνατον, διότι είναι πράγματα αντίθετα, όπως θα πει επικαλούμενος τη μαρτυρία του Χρυσόστομου. Μάλιστα, μιλώντας για τον πλούτο ξεκαθαρίζει τα όρια διαχείρισής του: ο καθένας οφείλει να δίνει σε όσους έχουν ανάγκη αλλά αυτός που έχει και κατέχει οφείλει να δώσει πολύ στους αδελφούς του. Επιπλέον χαρακτηρίζει εύστοχα τον πλούτο ως το γάλα των πτωχών. Έχει δοθεί στους κατέχοντες για να τρέφει τους αδύναμους, όπως η μητέρα προσφέρει το γάλα του μαστού της στο αδύναμο βρέφος για να ζήσει. 

Τα μοναστήρια καστροπολιτείες

Ειρωνικά, ο Μηνιάτης, αποκαλεί τον ευσεβή, πλην φιλοχρήματο, ως «άγιο φιλάργυρο». Και, ναι, θα μπορούσε όταν κάποιος ζη κατά μόνας, στη σκήτη του, σε ένα κελάκι ή σε έναν μικρό σχηματισμό αδελφών, εκείνος που έχει το δικό του κομπόδεμα να έχει το ίδιο ελάττωμα που περιέγραψε υπέροχα ο Μολιέρος στον δικό του Φιλάργυρο. Τί συμβαίνει όμως όταν το μικρό σχήμα της αδελφότητας λαμβάνει τη μορφή ενός πολυάριθμου κοινοβίου; Όταν δηλαδή ατομική περιουσία δεν υφίσταται, και όλα περνούν στην κυριότητα της μονής;

 

Μοναχός μπροστά σε αθωνίτικη καλύβα. Δεκαετία του 1920.

Μοναχός μπροστά σε αθωνίτικη καλύβα. Δεκαετία του 1920.

Βλέποντας και θαυμάζοντας τα αγιορείτικα μοναστήρια, με την αρχιτεκτονική μορφή που έφτασαν στις μέρες μας, διαπιστώνουμε ότι είναι κάστρα, μικρές πόλεις που συντηρούν τους κατοίκους τους παρέχοντας όσα χρειάζονται και οι μοναχοί με τα διακονήματά τους υπηρετούν τους άλλους αδελφούς. Μάλιστα, στην ησυχαστική παράδοση η σχέση ηγούμενου μοναχών σημαίνεται με μία θεολογική τυπολογία: ο γέροντας μυσταγωγεί ψυχές, εκπροσωπεί τον Ιησού, εφόσον το μοναστήρι είναι ένα μυστήριο που φανερώνει την κοινωνία της Εκκλησίας και των αγἰων. Ο ηγούμενος είναι ο κρίκος μεταξύ Θεού και μοναχών.

 

Είναι γνωστό, ότι αφετηριακά ο μοναχισμός λειτούργησε ως μια αντίδραση στην κατάπτωση της πίστης στα αστικά κέντρα, ήταν μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της προσωπικής σχέσης με τον Θεό, μακριά από τη βουή του κόσμου. Το θέμα εδώ, είναι ότι σε όλους αυτούς τους σχηματισμούς που υπηρέτησαν ιδεολογικά τη βυζαντινή αυτοκρατορία, ενισχύθηκαν από βασιλείς, σουλτάνους και ισχυρούς πολιτικούς, και μέχρι σήμερα τους παρέχεται μια ειδική μεταχείριση ως αυτοδιοίκητο τμήμα του ελληνικού κράτους, βρίσκουμε μεταλλαγμένη την αρχική ιδέα του αναχωρητισμού που ήταν αυτό ακριβώς που υπόσχεται και ο μοναχός στην κουρά του: ακτημοσύνη. Εάν λοιπόν μέσα στις μονές δεν μπορούν ατομικά οι καλόγεροι να συσσωρεύσουν χρήματα, η αγία φιλαργυρία μπορεί να ξεμυτίσει στα ίδια τα μοναστήρια.

Καθαρά πράγματα: Ο καλόγερος όταν οφείλει να είναι φιλόπτωχος, το μοναστήρι μπορεί να είναι φιλόπλουτο.

Σήμερα, τα μοναστήρια, όπως και παλαιότερα συνιστούν πόλεις κράτη, νησίδες στον κοινωνικό ιστό, που αντιγράφουν την πρακτική και τα ήθη του κόσμου. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, εφόσον έχουν ιδιοκτησία, κάνουν επενδύσεις, αξιοποιούν εκτάσεις, αγοράζουν και πωλούν κατά το δοκούν συμφέρον των διαχειριστών τους, δηλαδή του ηγουμένου και των συμβούλων του μοναχών, ή και λαϊκών εφόσον είναι χρήσιμοι στις επιχειρηματικές δράσεις, όπως και με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα που ακούγονται αυτές τις ημέρες. Πάντοτε για το συμφέρον της μονής… Μόνο που δίπλα στη συσσώρευση πλούτου, παραμονεύει η αχορταγία και η απληστία, η διαμόρφωση ενός ήθους που δεν έχει σχέση με τον πτωχό Ιησού και το πνεύμα του αναχωρητισμού. 

Τα ερείπια της Αθωνιάδας σχολής που �λαμψε στα Βαλκάνια του 18ου αι. με την παρουσία του Ευγ�νιου Βούλγαρη. Οι ίντριγκες των μοναχών και η κομματικοποίηση των σπουδαστών οδήγησαν τον Βούλγαρη στην αποχώρηση από τη σχολή.

Τα ερείπια της Αθωνιάδας σχολής που έλαμψε στα Βαλκάνια του 18ου αι. με την παρουσία του Ευγένιου Βούλγαρη. Οι ίντριγκες των μοναχών και η κομματικοποίηση των σπουδαστών οδήγησαν τον Βούλγαρη στην αποχώρηση από τη σχολή.

Κάποτε, εκεί γύρω στα 1750 στα όρια του Βατοπεδίου εγκαινιάστηκε η λειτουργία της Αθωνιάδας, ό,τι πιο νεωτερικό είχε να δείξει η εποχή στην εκπαίδευση αφού ο «κλεινός» Ευγένιος Βούλγαρις κλήθηκε να διδάξει και να οργανώσει τη Σχολή. Η ίδρυση της Αθωνιάδας ήταν μια προσφορά στο Γένος. Εύλογα, σήμερα αναρωτιέται κανείς για τα ανθηρά οικονομικά των μονών, για τον πολλαπλασιασμό των χρημάτων που δεν διαμοιράζονται σε όσους έχουν ανάγκη ή δεν επενδύονται σε έργα υποδομής για το ευρύτερο σύνολο. Σκέφτομαι ξανά τον Μηνιάτη: η πρόφαση ότι τα χρειάζονται για την κυβέρνηση του οίκου δεν πείθει. Σχεδόν κανέναν…

 

Όποιος θέλει να περάση εκείθεν πρέπει να είναι άδειος και γυμνός

Είναι σαφές ότι ο Μηνιάτης διαγράφει ένα πλαίσιο κοινωνικής δικαιοσύνης για ορφανά, κόρες που κατέφευγαν στην πορνεία, πένητες που πέθαιναν από το κρύο ή την αφαγία, έστω και μέσα από την πρακτική της ελεημοσύνης. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αμφισβητεί τη σωτηρία του πλούσιου, επομένως η λύση είναι: πέταξε ό,τι σε κάνει να μη μπορείς να μοιραστείς, δηλαδή να μη μπορείς να αγαπήσεις. Πέταξε το δικαίωμα που σου δίνει ο πλούτος να είσαι εξουσία. 

Δυστυχώς, για όσους δυσκολεύονται να κατανοήσουν τον μοναχισμό ο αναχωρητισμός δεν εξαντλείται στην επιλογή της μοναστηριακής ζωής, αλλά επεκτείνεται σε πάμπολλες μορφές που επιβιώνουν στον Άθωνα. Από την άκρα ταπείνωση και φτώχεια των καθισμάτων έως τη χλιδή και την σκανδαλώδη πολυτέλεια ο καθένας μπορεί στον τόπο της μετανοίας του να αναζητήσει τον θεό και να συγκατοικήσει μαζί του. Το άθλημα είναι επίπονο προϋποθέτει ελεύθερη συγκατάβαση και για να θυμηθούμε τον Μηνιάτη η ανάβαση στον ουρανό με ρούχα, δηλαδή με πλούτη και υπάρχοντα, δύσκολα γίνεται.

 

Το Βατοπ�δι από τη θάλασσα. Παλαιά καρτ ποστάλ.

Το Βατοπέδι από τη θάλασσα. Παλαιά καρτ ποστάλ.

 

 

Και για να επανέλθω και στον Arcoudo και να συμφωνήσω μαζί του που δίνει την εξήγηση για την αξία που δίνουμε στο χρήμα, και συνακόλουθα στον πλούτο: «Στην πραγματικότητα χτίσαμε αυτήν την ψευδαίσθηση γιατί ήμασταν ανώριμοι να ζήσουμε όλοι μαζί.»

Η απογείωση απαιτεί απόρριψη περιττών μερίμνων και βαρών… Και αυτό ισχύει για πόλεις και έρημο. Για όλους.

 

Αχ κατηραμένη φιλαργυρία

Αλλά τούτος δεν είναι εκείνος ο καλός, και αγαθός άνθρωπος, οπού δεν επεθύμησε την γυναίκα κανενός; οπού δεν επήρε κανενός το πράγμα ή την τιμήν; οπού εφύλαξεν ακριβέστατα τον νόμον, οπού εις τον νόμον είναι άγιος; ναι. Μα τούτος ο άγιος είναι φιλάργυρος. Στοχασθήτε, όταν είναι λόγος περί χρημάτων, δεν είναι άλλο. Αχ κατηραμένη φιλαργυρία, και πόσον κυριεύεις τας ανθρωπίνας ψυχάς! οπού θέλει να ειπή: αληθινά εκείνος ο καλός δούλος του Θεού έχει πολλάς και μεγάλας αρετάς. Αυτός να κλέψη; αυτός να ψευδομαρτυρήση; μη γένοιτο. «Ταύτα πάντα (ημπορεί να ειπή) εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Αυτός φυλάττει σωφροσύνην, αυτός κάνει προσευχήν, αυτός κρατεί νηστείαν, αυτός είναι αληθινά εις τον Κόσμον, αλλά αρνήθη τον Κόσμον, αυτός εσφαλισμένος μέσα εις μίαν κέλλαν ή έξω εις μίαν έρημον, απεστράφη παντελώς και τας συνομιλίας των ανθρώπων, και τας ταραχάς της αγοράς, και του αιώνος τας ματαιότητας. και ξεφάντωσες.

Ἐκείνος στέκει ενασχολούμενος εις έργα αρετής, μόνος μόνῳ Θεῴ προσευχόμενος. Εις την όψιν, εις το σχήμα, εις τα φορέματα τα τρίχινα, εις όλον τον βίον, και πολιτείαν ένας ασκητής. Αλλά ωϊμέ! Τούτος ο ασκητής είναι φιλάργυρος. Νηστευτής, μα φιλάργυρος. Θαυματουργός, μα φιλάργυρος έτι εν λείπει. Όλα τα καλά έχει, ένα πράγμα του λείπει δια να τον κανονίσωμεν δια τέλειον άγιον. Πώς αγαπά ο πτωχός τα αργύρια. Ό,τι άλλο θέλεις. Θέλεις να νηστεύση; δεν τρώγει κρέας εις όλην του την ζωήν. Θέλεις να προσευχηθή; κάνει ολονυχτίας. Θέλεις να κάμη σκληραγωγίας; ευχαριστείται να περιπατή με τα πόδια γυμνά και φορτωμένος σίδηρα. Όλα μετά χαράς τα κάνει. μα μη του εγγίσης το γλωσσόκομον, διατί τον χάνεις. Όλα τα άλλα κάνει μετά χαράς, τούτο μόνον τον λυπεί, τον πικραίνει, και απέρχεται λυπούμενος. Τόσον είναι αληθινόν, πως ένας κάποιος ημπορεί να φθάση με πολλάς αρετάς να είναι άγιος, μα τούτος ο άγιος ημπορεί να είναι φιλάργυρος. Τόσον είναι αληθινόν, πως η φιλαργυρία κρατεί, και κυριεύει τας ψυχάς και εκείνων, οπού ημείς προσκυνούμεν ωσάν αγίους.

Αλλ᾽ εγώ ερωτώ: ένας τέτοιος άγιος φιλάργυρος, ημπορεί να είναι μαθητής και Απόστολος του Χριστού; Όχι. Ας το μαρτυρήση ο σημερινός φιλάργυρος άνθρωπος του Ευαγγελίου. Όταν ο Χριστός του είπε πάντα όσα έχεις πώλησον, και διάδος πτωχοίς, οπού θέλει να ειπή: ἀφες ολότελα την φιλαργυρίαν και αποδέξου την φιλοπτωχίαν. Και δεύρο, ακολούθει μοι. Έλα να μου είσαι μαθητής και Απόστολος, αυτός εμίσευσε λυπούμενος. «Και απήλθε λυπούμενος».

 

ΗΛΙΑΣ ΜΗΝΙΑΤΗΣ

«Κυριακή ΙΓ´, Λουκά. Τρόπος του κληρονομήσαι ζωήν αιώνιον», Διδαχαί εις την Aγίαν και Mεγάλην Tεσσαρακοστήν… Eκ της Eλληνικής Tυπογραφίας του Φοίνικος,

Eν Bενετίᾳ 1849, σελ. 214-221.