Tag Archives: αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος

Στον Άγιο Παντελεήμονα: Μήνυμα καταλλαγής ή κοσμικό show;

Τα ηχεία στο προαύλιο μαρτυρούσαν ότι αναμενόταν πλήθος μεγάλο. Στην πραγματικότητα γύρω από τον ναό βρέθηκαν διασκορπισμένα άτομα οι οποίοι είχαν προσπαθήσει να εισέλθουν, αλλά έμειναν εκτός του νυμφώνος. Μερικοί θερμόαιμοι ανέβασαν τους τόνους κραυγάζοντας συνθήματα υβριστικά για τους επίσημους. Δεν ήταν πάνω από 20-30.

Μια κυρία περιποιημένη μου παραπονέθηκε πως δεν την άφησαν κι εκείνη να μπει. Αλλά θα ήθελε να έρθει και αύριο και μεθαύριο στο ναό. Όμως δεν θα έχει αστυνομία. Και έτσι θα προτιμήσει να μείνει σπίτι της. Φοβάται.

Τελικά, κατάφερα να περάσω τις καλά φρουρημένες θύρες και να ζήσω τη συναυλία στον Άγιο Παντελεήμονα. Πρώτη φορά μου τύχαινε να βλέπω τόση αστυνομία περιμετρικά και κυρίως μπροστά από τις πύλες χριστιστιανικού ναού. Συνθήματα επαναλαμβανόμενα σε διαστήματα του δεκάλεπτου εμπόδιζαν τη σωστή ακρόαση της μουσικής. Και έξω. Και μέσα. Το πρόγραμμα; Χριστιανοκεντρικό: Ύμνοι των Χριστουγέννων, το έργο του Μ. Αδάμη Εν χορδαίς, ένα απόσπασμα την κρεολή λειτουργία, Κορέλι (Concerto grosso των Χριστουγέννων) αλλά και Άξιον εστί των Ελύτη-Θεοδωράκη. Επιλογές που ταιριάζουν στο κλίμα των ημερών όταν αισθάνεσαι ότι σε αυτές τις μέρες που πλησιάζουν κάτι κυοφορείται μυστικά…

Ο ναός μετατράπηκε σε συναυλιακό χώρο για να εξυπηρετήσει το άνοιγμα του Μεγάρου Μουσικής προς τον λαό, αφού βρήκε σύμφωνη την αρχιεπισκοπή Αθηνών. Αλλά αμφιβάλω εάν πραγματώθηκαν οι προσδοκίες περί Αλληλεγγύης, Ανεκτικότητας και Κοινωνικής Σύγκλισης που διαβάσαμε στις αναγγελίες του γεγονότος. Προσωπικά σκέφθηκα ότι νά, δύο πρόσωπα που θεσμικά είναι υπεράνω κομμάτων επισκέπτονται την ταλαίπωρη περιοχή και βρήκαν τον μουσικό πολιτισμό ως γέφυρα για αυτή την κοινή τους εμφάνιση. Έτσι απλά και αυθόρμητα.

Είπα, ναί. Ένα χρόνο μετά τις εκλογές, και αφού δεν έχει αλλάξει τίποτα στις γειτονιές με τους βρώμικους σκοτεινούς δρόμους κάποιοι έρχονται να φέρουν ένα μήνυμα συμφιλίωσης. Και αυτό είναι καλό. Και πρέπει να υποστηριχθεί. Mε άλλα λόγια επικροτώ την παρουσία του αρχιεπισκόπου στην εκδήλωση, όπως και την εμφάνιση του σεβάσμιου Αλβανίας Αναστασίου.

Βλέπω τους δυο πρωταγωνιστές της βραδυάς να κάθονται σχεδόν στο κέντρο του ναού, στα όρια του ομφάλιου. Αυτά τα δύο πρόσωπα, Αρχιεπίσκοπος και Πρόεδρος είναι σα να λένε: και τώρα η σειρά σας, κύριοι που έχετε λόγο και εξουσία. Αμάν, κάντε κάτι. Ο κόσμος δεν αντέχει. Γιατί χωρίς πολιτική για την αναβάθμιση της περιοχής για να εξαλειφθεί η εγκληματικότητα με κατοίκους που θα αισθάνονται ασφάλεια παρόμοια εγχειρήματα θα περνάνε απαρατήρητα.

Αλλά εάν η μουσική είχε κάποια συμβολικότητα σε ποιους απευθυνόταν αυτή η συναυλία; Στους νέους, σύμφωνα με δελτία τύπου και δηλώσεις των αρμοδίων. Και ποιούς ακριβώς νέους; Εάν δούμε το πρόγραμμα και τις επιλογές με κριτήριο το θρήσκευμα φαίνεται πως απευθυνόταν σε Ορθόδοξους και Καθολικούς. Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ ότι τα κορίτσια από τη Σομαλία που μπορεί να περιδιάβαιναν στην πλατεία θα καταλάβαιναν και πολλά από Κορέλι ή από την λειτουργία λάτιν που τραγούδησε ο Γ. Νταλάρας. Ίσως οι Ιρανοί που βρέθηκαν σε ένα παγκάκι να ένιωσαν κάτι από τα μελίσματα της χορωδίας που διηύθυνε δεξιοτεχνικά ο Αχιλλέας Χαλδαιάκης.

Στην περιοχή οι πολώσεις δεν είναι μεταξύ ετεροδόξων αλλά μεταξύ ετεροθρήσκων. Το ισλαμικό στοιχείο είναι αυτό που προβάλλει, όπως είδαμε και στις δημόσιες προσευχές πρόσφατα. Θα περίμενε λοιπόν κανείς να ακούσει μουσουλμανικά μουσικά μέλη να διαλέγονται με ευρωπαϊκές συνθέσεις (δυτικές και βυζαντινές), ως μια αντιπροσώπευση του ψηφιδωτού πολιτισμών που σχηματίζουν οι κάτοικοι στην περιοχή του κέντρου. Θυμίζω πως ανάλογες συναυλίες έχουν γίνει στο παρελθόν τόσο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (2006) όσο και στην υπέροχη συνάντηση της Αγία Ειρήνης Κωνσταντινούπολης (2000) με τη συμμετοχή της εξαιρετικής Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας του Λυκούργου Αγγελόπουλου και μουεζίνιδων Οθωμανών. Εκεί έγινε πραγματικός μουσικός διάλογος με έντονο το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού… Μια συνάντηση πολιτισμού που θα σόκαρε πολλούς «υπερέλληνες» ή «ευσεβείς». Η διαφορά, βέβαια, είναι πως η Αγία Ειρήνη στη Βασιλεύουσα είναι ένας ναός που ποτέ δεν έγινε τζαμί και τώρα λειτουργεί ως μουσείο.

Εδώ, στον Άγιο Παντελεήμονα, ίσως τον μεγαλύτερο νεώτερο ναό των Βαλκανίων μέσα στην αίθουσα υπήρχε μια αμηχανία η οποία οφειλόταν τόσο στην καινοτόμο (θα έλεγα βίαιη) χρήση του λατρευτικού χώρου (από κάποιους θα ερμηνευθεί η συναυλία ως απόπειρα βεβήλωσης του χώρου), όσο και στην αίσθηση του εξωτερικού περιβάλλοντος με τα συνθήματα προκαλώντας ένταση και ερωτηματικά.

Ένα περιστέρι κάποια στιγμή σαν να ζωντάνεψε από μια τοιχογραφία, πέταξε στους θόλους του ναού και προσγειώθηκε κοντά στα πόδια του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο Πρόεδρος μειδίασε στη θέα του.

Θεωρώ πως αν και σαν ιδέα δεν ήταν άσχημη η εκδήλωση έπασχε στην υλοποίηση με την έλλειψη οργάνωσης αλλά και στην προβληματική σκοποθεσία. Τα πράγματα έδειχναν να έγιναν βιαστικά. Από την άλλη σκέπτομαι πως εάν το Μέγαρο (ταυτίζεται στη συνείδηση των πολλών με την κοσμική Αθήνα) θέλει πραγματικά να πλησιάσει τους νέους της περιοχής ας οργανώσει εκπαιδευτικά προγράμματα στα σχολεία των γειτονιών πάνω και κάτω από την οδό Αχαρνών αξιοποιώντας και τη μουσική σαν μέσον που ενώνει τους διαφορετικούς που δεν είναι βέβαια απλώς χριστιανοί, αλλά και μουσουλμάνοι, και ινδοί και βουδιστές.

Αλλά δεν θέλω να γκρινιάζω. Κλείνοντας αυτές τις άτακτες σκέψεις θέλω να πω ότι εάν η προσπάθεια αυτή δεν έχει συνέχεια θα παραμείνει στις συνειδήσεις των περισσότερων ως ένα κοσμικό show εντυπώσεων  που απέβλεπε στον περιστασιακό κατευνασμό των πολιτών που οργίζονται βλέποντας να τρέχουν οι αλλαγές καθημερινά και να τους ξεπερνούν…

Για μια στέγη αστέγων

Στην Πάρο, διαβάζουμε, ανήμερα της Παναγίας, με οικοδεσπότη τον υπουργό εσωτερικών, συνομιλεί ο αρχιεπίσκοπος με τον πρωθυπουργό για θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Για πρωτοβουλίες που αφορούν το κοινωνικό έργο. Τους βλέπουμε και σε φωτογραφία να κουβεντιάζουν αντικρυστά σε ένα τραπέζι. Είναι μία είδηση που προσφέρεται για κατανάλωση από τα μέσα. Άραγε μπορεί να είναι κάτι περισσότερο;

Ο αρχιεπίσκοπος

Περιπλανώμενη φτώχεια

Η Αθήνα μοιάζει με μία μεσαιωνική πόλη που ο καθένας επιδεικνύει αυτό που είναι: στο Κολωνάκι και κάτω τα Prada συνεχίζουν να φοριούνται προς τέρψιν των νεοπλούτων ή των αφίλητων μεγαλοκόριτσων. Από την πλατεία το cabrio θα κατηφορίσει στα νότια, προς Γλυφάδα και Βουλιαγμένη. Πιο κάτω, από την Ακαδημίας οι άθλιοι των Αθηνών θα εκλιπαρούν να τους λυπηθούμε με μωρά ζαλισμένα από τον ήλιο, με κομμένα χέρια, με κομμένα πόδια, γριές τσιγγάνες ξαπλωμένες στην άσφαλτο ή παιδιά που επαιτούν με θράσος. Συνήθισα πλέον. Αλλά δεν ηρεμώ. Βλέπω και άλλους που είναι σε ελεεινή κατάσταση. Βρώμικοι και νηστικοί. Άστεγοι και κάποτε νικημένοι από την τύχη τους. Γέροντες που μου σπαράζουν την καρδιά. Περιφερόμενοι ίσκιοι, κάποτε επικίνδυνοι για τη δημόσια υγεία. Υπάρχει φτώχεια στην Αθήνα. Περιπλανώμενη ή στάσιμη σε στέκια.

Βλέπω τώρα τη φωτογραφία από την Πάρο και σκέπτομαι πως ο αρχιεπίσκοπος δεν έχει την αγωνία του πολιτικού να επανεκλεγεί. Είναι ισόβιος. Αυτό του δίνει το καταπληκτικό πλεονέκτημα να μην προβάλει εντυπώσεις με κομματική υστεροβουλία αλλά έργα ουσίας. Και για μένα έργα ουσίας είναι να βρεθούν τρόποι να διακονηθεί ο άνθρωπος που είναι σε ανάγκη. Και πνευματικά και υλικά. Δεν μπορώ να τα διαχωρίσω αυτά τα δύο. Ο πλησίον που είναι στα χάλια του. Aυτός που κυριολεκτικά πεινάει και κυριολεκτικά διψάει.

Η φιλανθρωπία εκτρέπεται;

Στην αρχιεπισκοπή Αθηνών υπάρχει τομέας της Χριστιανικής Αλληλεγγύης που παρέχει βοήθεια σε άτομα που πένονται. Έχει και αριθμούς. Λέει ότι φροντίζει 73.000 άτομα ετησίως. Προσφέρει φαγητό, είδη ένδυσης, έχει στέγες γερόντων και κατακοίτων. Προσωπικά, δεν με ενοχλεί αυτή η προβολή. Αλλά, νομίζω ότι η δυναμική της Εκκλησίας είναι πολύ μεγαλύτερη. Ναι, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος του αφηρημένου, μια προσφορά που δεν έχει σχέση με εκκλησία, θα σκεφθούν κάποιοι που βλέπουν τον πειρασμό να εκτραπεί η εκκλησιαστική φιλανθρωπία σε μία δράση, σαν να πρόκειται για κρατική πρόνοια. Σωστό. Αλλά και λάθος. Πουθενά το μοίρασμα δεν προϋποθέτει μια γνώση του άλλου. Αυτό που εννοώ δεν είναι να μιμηθεί η Εκκλησία το ελληνικό κράτος αλλά το αντίθετο: το κράτος να εμπνευσθεί από την εκκλησιαστική πρακτική. Μακάρι, να υπήρχε στην Ελλάδα η πρόνοια που υπάρχει σε άλλες χώρες. Και μακάρι να λειτουργούσε η γειτονιά. Εδώ, δεν γνωρίζονται οι άνθρωποι σε μια πολυκατοικία. Ξένοι μεταξύ ξένων.

Ο ναρκισσισμός ελλοχεύει για τα πάντα

Ούτε το ζήτημα είναι να ψαρέψει πιστούς η Εκκλησία. Με τη φιλανθρωπία μπορεί να δημιουργήσεις υπηκόους, αλλά μπορεί και να γίνεις εσύ ο υπηρέτης του άλλου. Εάν η Εκκλησία προσφέρει, αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς! Όχι γιατί είναι δυνατή, αλλά γιατί είναι φιλανθρωπία. Ούτε γιατί δικαιώνεται μέσα από την αγαθοεργία. Η παλιά νοοτροπία που ερχόταν από θρησκευτικές οργανὠσεις με τις κυρίες του φιλοπτώχου ταμείου έχει πεθάνει. Για την ακρίβεια έχει πεθάνει η φιλανθρωπία της βιτρίνας. Η Εκκλησία δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί κάτι. Χρειάζεται να ακούσει, να δει και να μοιραστεί με τον πλησίον. Υλικά και πνευματικά. Ψωμί και προσευχή. Νερό και πνευματικές εμπειρίες. Δεν χρειάζεται να ειπωθεί ότι «εγώ ενδιαφέρομαι για σένα». Φτάνει να ενδιαφερθεί. Και μετά ας το κρύψει. Ή ας το διαδηλώσει. Σε δίκτυα, δελτία τύπου και ραδιόφωνα. Δεν πειράζει. Θα έχει, όμως, απαλυνθεί ο πόνος τόσων που περιφέρονται και δεν έχουν πού να γείρουν την κεφαλή τους. Ας μη δαιμονοποιούμε την αγαθοεργία προς τους διπλανούς μας. Έτσι κι αλλιώς, ο ναρκισσισμός ελλοχεύει για τα πάντα: και σε όσους λένε ότι ασχολούνται με τα πνευματικά και σε όσους θεολογούν… ο πειρασμός της έπαρσης είναι πανταχού παρών.

Είπαμε, ο αρχιεπίσκοπος είναι ισόβιος, και δεν έχει εκλογές, όπως οι πολιτικοί.  Μακάρι να μπορέσει να συνεργαστεί και με τον πρωθυπουργό σε έργα που θα αναδείξουν την ανθρωπιά και όχι τις δημόσιες σχέσεις. Και ο αρχιεπίσκοπος έχει ανθρώπους κοντά του που μπορούν βρουν τους ειδικούς και να σχεδιάσουν τρόπους παρέμβασης μέσα από ενορίες ή και ανεξάρτητα μέσα από την αρχιεπισκοπή Αθηνών, τον χώρο διαποίμανσης του Ιερωνύμου. Χρειάζονται υποδείγματα εργασίας. Σε μικρή κλίμακα. Και να δοθεί χώρος στους λαϊκούς. Καμιά ενορία δεν είναι κτήμα του προϊσταμένου και των ιερέων της. Είναι χώρος σύναξης του λαού του Θεού. Μόνο που φαίνονται περισσότερο οι κληρικοί και οι λαϊκοί παραμένουν σε αδράνεια. Ας γίνει μια απλή στατιστική έρευνα με ερωτηματολόγια για το πόσοι είναι διαθέσιμοι να εργαστούν μέσα στην ενορία τους, σε έργα που αφορούν τον πλησίον.

Ενορία πέρα από δόγματα;

Επιστρέφω στις εικόνες εξαθλίωσης που γνωρίζουμε όσοι εναπομείναμε και ζούμε με καρτερία στο κέντρο της Αθήνας. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη και είναι ορατοί. Πώς θα αντιδρούσαν άραγε εάν τους προσέγγιζε κάποιος και τους έλεγε ότι υπάρχει ένα καταφύγιο κάπου; Και εκεί μπορούν να βρουν προσωρινά στέγη; Το θέμα δεν είναι όσοι είναι άστεγοι να εξαφανιστούν δια μαγείας ή να κρυφτούν πίσω από την κουρτίνα αλλά να έχουν τα στοιχειώδη που χρειάζεται ο άνθρωπος για την αξιοπρέπειά του: νερό, ένα κομμάτι ψωμί και στέγη.

Σκέφτομαι έναν χώρο που θα τηρούνται οι κανόνες υγιεινής και καθαριότητας, ενώ ταυτόχρονα οι φιλοξενούμενοι θα αισθάνονται ασφάλεια. Ένας χώρος όπου θα απαγορεύεται η κατοχή και η χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά και αλκοόλ, φυσικά και του καπνίσματος.

Και από εκεί, ένας προθάλαμος με ειδικούς ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς ή και άτομα πρώην άστεγα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους ανθρώπους αυτούς σε λύσεις που είναι δοκιμασμένες και αποτελεσματικές. Στο μυαλό μου στριφογυρίζουν οι εθισμένοι στα ναρκωτικά, οι αλκοολικοί και άλλοι που έχουν πιάσει πάτο. Αλλά θέλουν να ζήσουν. Θα μπορούσε να τους δοθούν λύσεις με έναν τρόπο δελεαστικά πειστικό; Κι εννοώ κοινότητες που εργάζονται με σκοπό τη θεραπεία. Θα μπορούσε να είναι μια ενορία που δεν περιορίζεται στους «δικούς μας», αλλά αγκαλιάζει κάθε έναν που έχει θέμα, πέρα από δόγμα και καταγωγή;

Το παράδειγμα της Κιβωτού

Στενοχωριέμαι γιατί μου φαίνομαι υπερκριτικός. Αλλά, στην πραγματικότητα θέλω να μοιραστώ ιδέες με τους αναγνώστες μου.

Στον ιστότοπο της αρχιεπισκοπής διαβάζω για 4.000 εθελοντές που δραστηριοποιούνται σε προγράμματα αλληλεγγύης. Αυτό είναι παρήγορο και είμαι βέβαιος ότι ο αριθμός μπορεί να μεγαλώσει.

Υπάρχουν πολλοί που είναι έτοιμοι να δουλέψουν για τον πλησίον. Το παράδειγμα της Κιβωτού του Κόσμου και της μεγάλης αγάπης που έχουν δείξει οι συμπολίτες μας, από κάθε κοινωνικό στρώμα και τάξη, είναι ένας δείκτης. Είναι κάτι που με κάνει υπερήφανο. Δεν το ζυγίζω ούτε το αξιολογώ με κριτήρια εκκοσμίκευσης. Αυτό που βλέπω είνο ότι εκεί οι άνθρωποι και η ψυχή του οργανισμού ο πατέρας Αντώνιος δείχνουν να γνωρίζουν τι σημαίνει ασχολούμαι με όσους έχουν ανάγκη. Πέρα από δουλειά γραφείου και διαβάσματα.

Οι ημερίδες είναι χρήσιμες όταν μάλιστα αφορούν τον κοινωνικό αποκλεισμό και είναι υπό την αιγίδα της Ιεράς Συνόδου. Αλλά χρειάζονται παραδείγματα. Μαθαίνω ότι στην Κιβωτό που ξεκίνησε από μια ομάδα παιδιών, σήμερα φροντίζονται 400 παιδιά, διαφόρων εθνικοτήτων και θρησκευτικών πίστεων. Η εμπειρία του ανθρώπου αυτού, του πατέρα Αντώνιου, πιστεύω πως θα είναι πολύτιμη και θα ανοίξει νέες προοπτικές στον κοινωνικό ρόλο που μπορεί να επιτελέσει η Εκκλησία της Ελλάδας σε επίπεδο ενοριακό, δηλαδή κοινοτικό.

Αρχιεπίσκοπος μάνατζερ ή αρχιεπίσκοπος πατέρας;

Την πασχαλιάτικη έκδοση της Καθημερινής επέλεξε ο Χρήστος Γιανναράς για να αξιολογήσει τον αρχιεπίσκοπο και να θρηνήσει για λογαριασμό των κληρικών την ορφάνια που είναι βυθισμένοι οι ίδιοι αφού ο Ιερώνυμος δείχνει να λειτουργεί μάλλον ως μάνατζερ παρά ως πατέρας-ποιμένας επίσκοπος. Η θλιβερή διαπίστωση του Γιανναρά (στον οποίο ο τόπος οφείλει πολλά για τη διατύπωση ενός άλλου λόγου, διαφορετικού από την ακαδημαϊκή θεολογία) καταλήγει στο συμπέρασμα που αφορά το σύνολο όλων των αρχιεπισκόπων: «Ο ένας μετά τον άλλον οι αρχιεπίσκοποι Αθηνών και πάσης Ελλάδος είναι άνθρωποι αξιοσυμπάθητοι, ο καθένας με τα δικά του χαρίσματα. Και διαιωνίζουν το κενό της πατρότητας και της αναστάσιμης μαρτυρίας».

Θρησκεία και υποκατάστατα

Οι πολλοί και οι λίγοι είναι στο επίκεντρο της ανάλυσης του Γιανναρά. Οι πολλοί που βλέπουν τον Χριστιανισμό ως μία ωφέλιμη θρησκεία ή ως ιδεολογία και όχι ως τρόπο ζωής. Και οι λίγοι «ίσως ελάχιστοι, μπορούν ακόμα να ψηλαφούν στο «Χριστός Ανέστη» κάτι από το πανηγύρι της χαράς για τον θάνατο που «πατείται θανάτω», για το Πάσχα – πέρασμα από το παράλογο της ύπαρξης στην ερωτική πληρότητα της ύπαρξης». Αναμφίβολα, ο συγκεκριμένος αρχιεπίσκοπος, Ιερώνυμος, σύμφωνα με το κείμενο, ανήκει στους πολλούς!

Δεν έχω διαβάσει άλλα κείμενα του Γιανναρά για τον αρχιεπίσκοπο. Και δεν θέλω να τον αδικήσω. Ωστόσο το συγκεκριμένο με τις γενικευτικές αποφάνσεις προκαλεί σκέψεις. Και δεν θέλω να αδικήσω ούτε τον αρχιεπίσκοπο που είναι στο «στόχαστρο».

Αυτό που «σκανδάλισε» ήταν κυρίως η τηλεοπτική εμφάνιση του αρχιεπισκόπου στους Πρωταγωνιστές του Θεοδωράκη (28 Μαρτίου). Έτσι, αυτό που χαρακτηρίζεται στο δημοσίευμα της εφημερίδας «θλιβερό περιαυτολογικό curriculum» το βλέπω σαν μια ευκαιρία επικοινωνίας του Ιερώνυμου με ευρύτερες λαϊκές μάζες. Ένας από τους πολλούς μιλάει με τους πολλούς…

Αρχιεπίσκοπος με θετική σκέψη

Moυ άρεσε, λοιπόν, που εκτέθηκε: ακούστηκε η αρρώστιά του, μίλησε για τον μισθό που παίρνει. Για τα παιδικά του χρόνια. Το μπάσκετ που του άρεσε. Την εκπαιδευτική του καριέρα. Για την αγάπη του στην αρχαιολογία και την επιστημονική έρευνα. Είναι, λες, ένας σαν και μας.

Μίλησε, ακόμη, για αποχώρηση από τα κοινά πράγματα και όχι για ισοβιότητα στον θρόνο. Ήταν ειλικρινής αλλά οριοθέτησε και προσωπικές του στιγμές. Ωστόσο μίλησε και σαν λογιστής. Μίλησε για τα «φιλέτα» της εκκλησίας. Αλλά όλα περιστρέφονταν γύρω από την ανακούφιση του λαού. Αρνήθηκε τη διαμάχη με την πολιτεία και τη στείρα αντιπαράθεση, ενώ αναφέρθηκε στην αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ανέφερε το δημοψήφισμα ως τρόπο επίλυσης ζητημάτων, όπως τα σύμβολα (εικόνες σε δημόσιους χώρους κλπ). Ακόμη, τόνισε πως έχουμε υποχρέωση να περιθάλψουμε όποιον έχει ανάγκη, πέρα από χρώμα και καταγωγή. Και για το κτίσιμο τζαμιού είπε πως «δεν υπάρχει αντίρρηση για να γίνει για την εξυπηρέτηση των μουσουλμάνων».

Ο Ιερώνυμος σχετικά με την πατριδολαγνεία ήταν αρνητικός, όπως και ιδιαίτερα προσεκτικός όταν μίλησε για τα εθνικά θέματα. «Η Εκκλησία δεν κάνει εθνική πολιτική» είναι το μήνυμα, αλλά της πολιτείας. Τι θέλει λοιπόν ο αρχιεπίσκοπος; Θέλει έργα διακονίας και παιδείας για τον κλήρο. Ειδικούς παπάδες που να μπορούν να διαχειριστούν καταστάσεις δύσκολες, όπως τοξικομανείς ή φυλακισμένους. Τον ενδιαφέρουν οι υποδομές και όχι τα έργα βιτρίνας. Επιμένει στα ναρκωτικά, το μεγάλο θέμα και την ανάγκη υποστήριξης ανθρώπων που είναι σε ανάγκη.

Λέει για τη φθορά της διοίκησης και τη νοσταλγία του για τα βιβλία. Επανέρχεται σε αυτό. Σα να έχει τάσεις φυγής και να δηλώνει έμμεσα πως έχει κουραστεί. Και έχει δικαίωμα να έχει κουραστεί.

Προτιμώ έναν αρχιεπίσκοπο που ομολογεί την κούρασή του και αναζητεί τον παράδεισο με τα βιβλία του, παρά έναν μαυροφορεμένο μίζερο κληρικό που στρουθοκαμηλίζει ηδονιζόμενος με θεολογικές κορώνες περί ακτίστους φωτός και αλληλοπεριχώρησης.

Καυτηριασμός για όλα

Προσωπικά με βρίσκει αντίθετο η θέση που παίρνει ο αρχιεπίσκοπος στη συνέντευξη με τον Θεοδωράκη για τις σχέσεις των φύλων εκτός γάμου ως πορνεία επικαλούμενος το ευαγγέλιο και τη διδασκαλία του. Κάτι που είχε πει, πρόσφατα, και στα Νέα σε ερώτηση για τη συμβίωση. Για μένα το θέμα είναι ότι δεν βοηθάει μια τέτοια γενίκευση ηθικιστικού χαρακτήρα. Γιατί εάν κάποιος είναι τόσο απόλυτος με το τι είναι και το τι δεν είναι ευαγγελική διδασκαλία θα πρέπει να μιλήσει για ΚΑΘΕ ΤΙ που αποκλίνει από την διδασκαλία του Χριστού. Να ορίζει τι είναι αγάπη και τι είναι μισανθρωπία. Έμπρακτη. Και τα λόγια είναι πράξη. Και για αυτό υπάρχει πεδίον δόξης λαμπρόν για καυτηριασμό των κακώς κειμένων, εφόσον «δεν υπάρχει έκπτωσις». Σε εκκλησιαστικό κατεστημένο και πολιτική. Σε προσωπικό επίπεδο και σε κοινωνικό επίπεδο. Σε πρακτικές ατόμων αλλά και οργανισμών που αποσκοπούν αποκλειστικά στο κέρδος εξαχρειώνοντας και εκμαυλίζοντας συνειδήσεις. Ακριβώς πάνω σε αυτό ήταν εξαιρετικά εύστοχος για το Βατοπαίδι. «Το μοναστήρι δεν έχει πολυτελή ζωή» θα τονίσει,και προτείνει «αφού ήταν περιουσία του μοναστηριού θα μπορούσαν να την αξιοποιήσουν φτιάχνοντας το πανεπιστήμιο ή το νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη και ας ήταν ιδιοκτησία του Βατοπαιδίου…

Παρατηρώ ακόμη πως ενώ ο αρχιεπίσκοπος λέει ότι η Εκκλησία δεν είναι το φαίνεσθαι αναγκάζεται να προβεί σε μια σειρά απολογισμών για τα έργα της. Αυτό δεν είναι που ενοχλεί και τον Γιανναρά; Και ο οποίος λέει δηλητηριωδώς: «γιατί έβαλε υποψηφιότητα για αρχιεπίσκοπος και όχι για πρόεδρος της UNESCO ή του ΠΙΚΠΑ, αφού δεν έχει ούτε μια λέξη να πει για το νόημα της ζωής και το αίνιγμα του θανάτου, τίποτα για τον σταυρό και την ανάσταση; Σε τι διαφέρει η αγαθοεργία της Αρχιεπισκοπής από τις δραστηριότητες της UNESCO ή του ΠΙΚΠΑ, αν δεν είναι φανέρωση και μήνυμα ελπίδας για νίκη καταπάνω στον θάνατο;». Κι εγώ λέω: μα τι σημαίνει τελικά αναστάσιμη μαρτυρία στις μέρες μας; Ναι, κι εγώ θα ήθελα μάρτυρες της πίστης και ήρωες να τα βάζουν με τους πάντες και τα πάντα, αλλά ενθουσιάζομαι με το έργο που κάνει η Κιβωτός με τα παιδάκια που συγκεντρώνει και φροντίζει με επικεφαλής έναν απλό παπά με την παπαδιά του. Αν αυτές οι πρακτικές δεν είναι μορφές έμπρακτου ενδιαφέροντος προς τον συνάνθρωπο τότε τί είναι νίκη στον θάνατο; Δεν ξέρω. Αντιλαμβάνομαι όμως τι μπορεί να σημαίνει νιώθω υπερηφάνεια για έναν παπά και τη δουλειά που κάνει για τον άνθρωπο. Ανεξάρτητα από τα κίνητρά του. Σημασία δεν έχει αυτό που δίνει κανείς;

Το δράμα του διχασμού

Το δράμα νομίζω του αρχιεπισκόπου είναι ο διχασμός για τον οποίο μίλησε (αν και σε άλλα συμφραζόμενα) ο ίδιος σε δύο τρία σημεία της συνἐντευξης. Πόσο μπορείς να είσαι ο εαυτός σου και ταυτόχρονα μέλος ενός μηχανισμού που τείνει να σε συνθλίψει; Ο Ιερώνυμος γνωρίζοντας από τη μία πλευρά την ουσία της Εκκλησίας από την άλλη πλευρά οφείλει να υπερασπιστεί ένα κατεστημένο και γερασμένο θεσμό. Ο ίδιος με την παρουσία του διαφοροποιεί την τυπική εικόνα που έχει ο μέσος Έλληνας για έναν κληρικό και μάλιστα αρχιεπίσκοπο. Χρωματίζει αλλιώς τη συμβατική εικόνα αλλά χρειάζεται ακόμη κάτι τολμηρότερο: να σχεδιαστεί από την αρχή. Μόνο που αυτό απαιτεί μαχητικότητα ρήξεις χωρίς φόβο κόστους.

Τελειώνοντας νομίζω ότι ο Ιερώνυμος πρέπει να είναι ευτυχής με τις κριτικές που του γίνονται. Όχι επειδή είναι ευκαιρίες προσωπικής ταπείνωσης μέσω του δημόσιου λόγου αλλά γιατί συνιστούν αφορμές επαναδιαπραγμάτευσης με όλο αυτό το βουνό των ζητημάτων και των προτεραιοτήτων στο πρόγραμμα που έχει καταρτίσει. Που είναι βαρύ και ίσως δεν μπορεί να εκτιμηθεί πάντοτε στις πραγματικές διαστάσεις του.

Ο αρχιεπίσκοπος δεν είναι μάγος

Και δεν θα μπορούσε να είναι μάγος. Μπορεί να είναι επαγγελματίας κληρικός, αλλά αυτό δεν με χαλάει καθόλου. Όπως δεν με χαλάει και κάποιος να είναι επαγγελματίας της γραφής ή της κριτικής. Ο Ιερώνυμος μπορεί να μην είναι μάγος αλλά μπορεί να είναι καταλύτης και να δώσει ένα παράδειγμα ελπίδας. Αυτό, ναι, το θέλει ο κόσμος. Και τί παράξενο: είναι πολλοί που θέλουν ένα παράδειγμα. Από την άλλη πλευρά οι λίγοι μπορεί να συνιστούν μια ελίτ που ζουν στον δικό τους μικρόκοσμο που έχουν οριοθετήσει, ενώ τους αναμένει στη στροφή η συνάντηση με τον πειρασμό της αλαζονείας, με τη βαρεμάρα και την πλήξη…

Κλείνω αυτό το κείμενο λέγοντας, πως ο Ιερώνυμος είναι λογικός και προσγειωμένος. Είναι εξαιρετικά φιλικός και ήπιος.  Κυρίως, απλός. Πιστεύω ότι ο κόσμος τον αγαπάει, δείχνοντας ότι είναι σάρκα από τη σάρκα αυτού του τόπου.  Με αναπαύει. Είναι ένα πρόσωπο που εμπνέει σεβασμό σε όλα τα μορφωτικά στρώματα και παραπέμπει σε μια πατρική μορφή. Είναι μια ψυχή που έχει ανάγκη η Ελλάδα.

Πότε ο θεός πεθαίνει;

Με την παρουσία του οικουμενικού πατριάρχη και του αρχιεπισκόπου Αθηνών, πολλούς ιεράρχες και πλήθος κόσμου παρουσιάστηκε στο Βυζαντινό Μουσείο, την περασμένη Παρασκευή, το βιβλίο του Αλέξανδρου Κατσιάρα Όταν ο Θεός πεθαίνει (α´ έκδ. Δόμος, Αθήνα 2003, β´ έκδοση Αρμός, Αθήνα 2008).

Το πίνεις σα νεράκι

Την εκδήλωση άνοιξε η Μάρω Βαμβουνάκη, το πνεύμα «αντιλογίας» του βιβλίου, το οποίο δημιουργικά κατεύθυνε τον θεολόγο Αλέξανδρο Κατσιάρα να φωτίσει δρόμους δύσβατους, μονοπάτια επικίνδυνα που συχνά οδηγούν σε απότομους γκρεμούς, δηλαδή σε πτώσεις ή σε περιχαρακώσεις ναρκισσιστικές.

Συγχωρείστε μου την υπερβολή που δείχνει ο λόγος μου, αλλά η θεολογία στους καιρούς μας ακούγεται σαν ένα απολίθωμα ή για να μην είμαι τόσο αφοριστικός, σαν κάτι που αφορά μια ομάδα επαγγελματιών ή τέλος πάντων τους παπάδες. Ευτυχώς, ο Κατσιάρας δεν απολογείται για κάτι. Αφήνοντας φοβίες και σύνδρομα, διχασμούς και εχθρότητες, δεν κοιτάει πίσω για να μιλήσει για δόξες και καυχήματα μιας παράδοσης που δεν έχει αντίκρυσμα σήμερα. Με το βλέμμα στο μέλλον μιλάει για το παρόν και για τα πάντα, αποφεύγοντας τον πειρασμό του ηθικισμού, δηλαδή συνταγές μαζικής σωτηρίας που αγνοούν τι σημαίνει προσωπική πρόσκληση  και ήθος που πηγάζει από μια σχέση προσώπων.

Η Βαμβουνάκη τοποθέτησε τον εαυτό της στη θέση εκείνου που έχει μείνει ακατήχητος, παρόλο που τυπικά θεωρείται χριστιανή. Μαγνητοφώνησε τις συνομιλίες τους και ιδού το αποτέλεσμα: ένας τόμος ο οποίος στην πρώτη έκδοση πλησίασε σχεδόν τις 700 σελίδες, ωστόσο στο περιεχόμενό του το πίνεις σα νεράκι. Φτάνει να είσαι διψασμένος, δηλαδή να αναζητάς ακόμη πίσω από τα αυτονόητα και τις καταφυγές του μυαλού, τις παγίδες που φτιάχνουμε για να αιχμαλωτιστούμε σε βεβαιότητες που δεν πονάνε.

Τί μας κάνει να σκεφτούμε η ανάγνωση του βιβλίου;

Παρά την αμφισβήτηση του θρησκευτικού κατεστημένου, η εικόνα του πονεμένου Ιησού ως σύμβολο εμπνέει και είναι ένα θέμα πολύ αγαπητό σε τατουάζ στις μέρες μας.

Ο τίτλος εύγλωττος, αν και δημιουργεί ερωτηματικά για τον θάνατο του θεού. Ο Άγγελος Καλογερόπουλος στη δική του κατάθεση βασίστηκε επάνω στον τίτλο για να θυμηθεί τον Νίτσε, αλλά και την αναγγελία για τον θάνατο του Χριστού. Ο Θεός πρόλαβε τον Νίτσε, θα πει. Για να συνεχίσει: Ναί, ο χριστιανισμός μιλάει για έναν θεό, ο οποίος δια του υιού πεθαίνει, ως άνθρωπος, για να αναστηθεί, ως θεός. «Πρόκειται για ένα βιβλίο κατήχησης για μυημένους και αμύητους» θα υπογραμμίσει ο Καλογερόπουλος, στο οποίο ο Κατσιάρας επέλεξε μια γλώσσα βιωματική παρά εμπλουτισμένη με αφηρημένες έννοιες, «σημερινή και χωρίς εκπτώσεις στη θεολογική ακρίβεια».

Προσθέτω: εφόσον ο θεός και η ηθική που επαγγέλονται οι «εκπρόσωποί του» είναι κατασκευές, ναι ο θεός θα πεθάνει και μαζί κάθε κτιστή εικόνα που δημιουργείται για ένα επίγειο παιχνίδι. Και αναφέρομαι  στην ταύτιση της εκκλησίας με ιστορικές δομές, με σχήματα και καθεστώτα του κόσμου τούτου, με ηθικές και κατεστημένα που δεν έχουν καμιά σχέση με το κήρυγμα της αγάπης, μιας αγάπης που δεν είναι μεροληπτική αλλά αγκαλιάζει τον εχθρό.

Στη συνέχεια, ο σοφός λόγος του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, έθεσε την ουσία του προβλήματος σε σχέση με το τι είναι η εκκλησία και ποιος είναι ο ρόλος της στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ποια είναι η ταυτότητα της εκκλησίας; «Πάντως δεν είναι ρυθμιστής της ηθικής και της εθνικής ζωής των κοινωνιών», θα τονίσει ο σεβασμιώτατος Ιωάννης.

Πληκτρολογώ όσα άκουσα από τον Ιωάννη Ζηζιούλα: «Η εκκλησία υπάρχει για να δείχνει με τον ίδιο τον τρόπο της ύπαρξής της με την ευχαριστιακή δομή της, που αντανακλά και τη διδασκαλία της, προς έναν τρόπο υπάρξεως που μεταβάλλει τον άνθρωπο από άτομο σε πρόσωπο, δηλαδή σε μια μοναδική ταυτότητα που πηγάζει από τη σχέση του με τους άλλους, που τον κάνει ον ευχαριστιακό, ελεύθερο και αγαπητικό, που βιώνει την ιστορική του ύπαρξη ως άσκηση στην ελευθερία και στην αγάπη. Με τον τρόπο αυτό η εκκλησία γίνεται εικόνα της βασιλείας του θεού, μιας βασιλείας που δεν ταυτίζεται με την ιστορία αλλά που παρά ταύτα ενσαρκώνει και νοηματίζει την ιστορία. Έτσι η ταυτότητα της εκκλησίας, με τα λόγια του Νικολάου Καβάσιλα, «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις», δηλαδή στη Θεία Ευχαριστία. Και αυτό σε κάθε εποχή και σε κάθε πολιτιτιστικό περίγυρο είναι δυνατόν και είναι το μόνο που διασώζει σταθερά διά μέσου της ιστορίας την ταυτότητα της εκκλησίας».

Συνομιλία με τον σύγχρονο κόσμο

Τη βραδιά έκλεισε ο μακαριώτατος πατριάρχης μας κ. Βαρθολομαίος. Σχολίασε ιδιαίτερα τον διαλογικό του χαρακτήρα, ως προς τη μορφή, έναν τρόπο συνομιλίας με τον σύγχρονο κόσμο. Ειδικότερα για το περιεχόμενο: Επισήμανε ότι «η εκκλησία υπάρχει όχι για να διαιρεί τους ανθρώπους  σε ομάδες αυτοδικαιουμένων αλλά να ενώνει τα διεστώτα, να μαρτυρεί έναν κόσμο μεταμορφωμένο». Τόνισε ακόμη πως «το βιβλίο εμφανίζει την εκκλησία και τη διδασκαλία της απαλλαγμένη από πολλές προκαταλήψεις… » για να καταλήξει «η προσφορά του βιβλίου στη μαρτυρία της εκκλησίας σήμερα είναι αξία αναγνωρίσεως.»

Ο χώρος του βυζαντινού μουσείου αν και εξαιρετικός ως περιβάλλον με τις καλοσυντηρημένες εικόνες να συντροφεύουν τους επισκέπτες αποδείχτηκε ασφυκτικός λόγω της μεγάλης προσέλευσης.

Ακόμη, ο κόσμος έδειχνε τρομερά την ανάγκη να χαιρετίσει πατριάρχη και αρχιεπίσκοπο, αλλά αυτό έγινε κατορθωτό μόνο από όσους ήταν στο διάδρομο της αίθουσας, από όπου πέρασαν οι καλεσμένοι. Ίσως χρειαζόταν μια φροντίδα για αυτό, κάτι δηλαδή σαν μια μικρή δεξίωση ώστε να συναντήσουν μακαριώτατο και παναγιώτατο όσοι δεν έχουν εύκολα την ευκαιρία να το κάνουν.

Συμπερασματικά θα έλεγα ότι είναι ένα βιβλίο που μας πάει μπροστά προτάσσοντας διαρκώς την έννοια και τη σημασία της σχέσης ως κλειδί για την ουσία της εκκλησίας και της θέσης της στον κόσμο σήμερα. Διαθέτει κριτική ματιά, συχνά είναι «ενοχλητικό» γιατί συζητάει ανοιχτά θέματα της ιστορικής εκκλησίας, εμπλοκές και διαπλοκές με συμφέροντα, χωρίς να θέλει να χαϊδέψει τα αυτιά κανενός.

Ίσως για αυτό αποκτά ξεχωριστό νόημα και η αφιέρωση του βιβλίου στον οικουμενικό πατριάρχη, πρόσωπο που ενσαρκώνει στις μέρες την εκκλησία που είναι υπερτοπική και υπερφυλετική, επομένως δεν ταυτίζεται μέ έναν εκλεκτό λαό αλλά με μια πραγματικότητα που αγκαλιάζει την οικουμένη, δεν κάνει διακρίσεις. Είναι το έλεος που έρχεται από το μέλλον για να δώσει νόημα στο παρόν.