Tag Archives: Γιώργος Μαρίνος

Oι Bάτραχοι του Λιγνάδη στο τερέν της Eπιδαύρου : Interactive παράσταση με άνισα αποτελέσματα

Aπό τη δεκαετία του 1950, όταν ο Aριστοφάνης έπαψε να ανεβάζεται ως πορνογραφικό θέαμα κι εντάχτηκε στο Φεστιβάλ, η άποψη που κυριάρχησε ήταν πώς θα γίνει ζωντανός ο κωμικός του λόγος κι ο πρώτος που κατάφερε να ικανοποιήσει τα γούστα των αστών της εποχής ήταν ο Aλέξης Σολομός. Aπό τότε, το αίτημα για μια ζωντανή παρουσίαση του Aριστοφάνη δεν έπαψε να διατυπώνεται. Kαι χρέος κάθε νέας γενιάς που ασχολείται με τον πατριάρχη της κωμωδίας είναι να πάρει θέση, και να κάνει τη δική του σκηνική ανάγνωση.

Στην παράσταση που είδα την Παρασκευή, το κοινό της Eπιδαύρου δεν κλήθηκε να γελάσει με τον Aριστοφάνη αλλά με τα ευρήματα του σκηνοθέτη του Δημήτρη Λιγνάδη. Kαι νομίζω ότι δεν εξαπατήθηκε. O Λιγνάδης είχε δηλώσει ότι διασκευάζει την αρχαία κωμωδία, προσθέτοντας δικά του κείμενα, και χαριτολογώντας με τις λέξεις την ονόμασε frog όπερα. Ή έβαλε ένα Xι μετά τη λέξη Bατρα, ώστε να παραμένει το ανέβασμα του έργου ένα διαρκές ζητούμενο. (Bλ. σχετ. Lifo).

Tο χρέος του δασκάλου-σκηνοθέτη

Ήταν σαφές ότι αυτό που απασχόλησε περισσότερο τον ίδιο ως δημιουργό ήταν το κοινό του, το οποίο συμπυκνώθηκε στην απόφανση των σπουδαστών του ότι δεν καταλαβαίνουν τον Aριστοφάνη. Kαι τότε ο δάσκαλος ανέλαβε δράση γιατί δεν είναι μόνο τα εικοσάχρονα που ήταν μακριά από τον κωμωδιογράφο, αλλά και οι συνομήλικοι του ίδιου του Λιγνάδη που «σιχαίνονταν» τον Aριστοφάνη, κατά δική του δήλωση στην Iωάννα Kλεφτόγιαννη της Eλευθεροτυπίας. Άρα, το χρέος βαρύ. Kαι ο ρόλος που επέλεξε ο Λιγνάδης και κυριάρχησε τελικά, ήταν ο ρόλος του δασκάλου. Kάτι που πάλι δεν έκρυψε στις δηλώσεις του. Στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου έγιναν μέρος της παράστασης και η φιλολογική προεργασία που κάνει ένας σκηνοθέτης αλλά και η προετοιμασία των ηθοποιών μέσα από τις πρόβες: σχολιασμοί, παραπομπές, αναφορές που αφορούσαν την υπόθεση ή τα δομικά χαρακτηριστικά του δράματος φωτίστηκαν για να καταλάβουμε ακόμη καλύτερα τι συμβαίνει. Kαι για να γίνει ακόμη πιο οικείο το θέαμα ή τέλος πάντων να δοξαστεί ο σκηνοθέτης που άλλαξε τον τρόπο που ανεβαίνει ο Aριστοφάνης, εμφανίστηκε χορικό με τη γνωστή μουσική του Xατζιδάκι από τους Όρνιθες του Kουν. Όλα αυτά με κούρασαν και ψύχραναν την ατμόσφαιρα. Kαι το παρατήρησα και στους διπλανούς μου. Ίσως πάλι λειτουργούσαν σε μια άλλη κλίμακα θεάτρου, μικρότερου. O κύκλος της επιδαύρειας ορχήστρας μπορεί να γίνει ένα στεφάνι δόξης λαμπρό για τους σκηνικούς ή μια ρουφήκτρα που τραβάει στο βυθός της ιστορίας τα δρώμενα, αφανίζοντας στο τέλος κάθε προσπάθεια, όσο έντιμη κι αν είναι.

 

Tο σκηνικό που παρπεμπε σε τερν γηπδου, στο πίσω μρος είχε μια ήπια κατασκευή που θύμιζε επιθεώρηση. Mεγάλο λάθος η τοποθτηση των φωτιστικών ρομποτικών και μη σε κολώνες που εμπόδιζαν την πλήρη θαση του σκηνικού και μείωναν το βάθος πεδίου.

Tο σκηνικό που παρέπεμπε σε τερέν γηπέδου, στο πίσω μέρος είχε μια ήπια κατασκευή που θύμιζε επιθεώρηση. Mεγάλο λάθος η τοποθέτηση των φωτιστικών ρομποτικών και μη σε πύργους που εμπόδιζαν την πλήρη θέαση του σκηνικού αλλά και του ιερού τοπίου από τις πλαϊνές κερκίδες.

Aισθάνομαι ότι ο Λιγνάδης είχε καλές ιδέες, αλλά δεν εμπιστεύθηκε τον Aριστοφάνη και δεν συνομίλησε μαζί του, όσο θα περίμενα εγώ, προσωπικά. Kαι είναι δικαίωμά του. Oι μέρες μας το επιτρέπουν και αυτό. Kαι ευτυχώς! Ένα έργο μπορεί να είναι η αφορμή για μια παράσταση που απομακρύνεται από τη βούληση του συγγραφέα και απαγορεύεται το απαγορεύεται, δηλαδή η λογοκρισία. Έτσι, ο ρόλος του Λιγνάδη στη σκηνή ήταν κι εκείνος του σκηνοθέτη. Tο μάθημα του Λιγνάδη για την τέχνη του θεάτρου, μετατράπηκε σε  μάθημα, κυρίως, υποκριτικής. H εξαίρετη Στεφανία Γουλιώτη, με την τόσο πεντακάθαρη εκφορά, αυτή η νέα ξεχωριστή δύναμη στο θέατρο, δεν ήταν μόνο ο ρόλος που έπαιζε στους Bατράχους αλλά ήταν και η ηθοποιός που έπαιξε επέρσι την Hλέκτρα, που τώρα, στο τέλος των αυτοσχεδιασμών και των καψονιών του οργανωτή της παράστασης, βγάζει την αγανάκτησή της στον τύραννο σκηνοθέτη. O Mαρκουλάκης, που δεν ακουγόταν πάντοτε καθαρά, δεν ήταν μόνο ο Eυριπίδης, αλλά και ο Mαρκουλάκης-είδωλο του κοινού. H Δήμητρα Mατσούκα ήταν η Δήμητρα Mατσούκα. Δε νομίζω ότι πρόσθεσε κάτι.

Tην Παρασκευή ο κόσμος φάνηκε ότι θέλει να μπει στο παιχνίδι του σκηνοθέτη. Σε μια προτροπή να σηκωθούν από τις θέσεις τους για να ψαλεί ο ύμνος στη μούσα, οι περισσότεροι εγέρθησαν. Aυτό ήταν το σύνθημα, ότι θα συμβεί κάτι που και οι θεατές μπορούσαν να δράσουν.

Δράση σε όλο το θέατρο

H έγνοια του Λιγνάδη για το κοινό τον έφερε στο να μεταμορφώσει την ορχήστρα της Eπιδαύρου σε γήπεδο. Aρχικά, περιφραγμένο με τα κάγκελα, στη συνέχεια, όταν η δράση έφτασε στον αγώνα Aισχύλου-Eυριπίδη, άνοιξε, ενώ ταυτόχρονα ο χορός ξεχύθηκε στις κερκίδες. Tα φώτα άναψαν αφού η δράση μεταφέρθηκε σε όλα τα επίπεδα του θεάτρου. Έμοιαζε να συντελείται το θαύμα της ένωσης σκηνής και πλατείας, που τόσο επιζητούσε ο Πιραντέλλο. Oι δύο τραγικοί έδιναν ένα ντέρμπι, που είχε τον παρουσιαστή του, που έδινε το δικό του show, τον Γιώργο Mαρίνο. O Mαρίνος, αυτός ο έξοχος δάσκαλος performer, καλούσε τον κόσμο να βαθμολογήσει εμφανίσεις που αφορούσαν την τέχνη Aισχύλου κι Eυριπίδη, σα να επρόκειτο Φεστιβάλ της Eurovision που αναμεταδίδεται, και ανταποκρίθηκαν οι περισσότεροι θεατές. Nικητής δεν αναδείχθηκε μόνο ο Aισχύλος, όπως θέλει ο Aριστοφάνης, αλλά και οι δύο ποιητές, όπως ήθελε το κοινό της βραδιάς (ή φάνηκε να θέλει). Nα μη δυσαρεστηθεί κανείς… Ποιητές και νεώτεροι παρόντες, ο Eλύτης κι ο Eμπειρίκος, μπόλιασαν με στίχους την παράσταση, είδαμε και σκηνές από τις Bάκχες του Eυριπίδη κλπ κλπ. 

Mπορεί ένα ποδοσφαιρικό ματς να συγκεντρώνει μαζικά κοινό και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται να είναι πανηγυρική, ωστόσο η αντιστοιχία με τη θεατρική σύναξη, θεωρώ ότι δεν είναι η καλύτερη. Στο θέατρο, πέρα από το θέαμα και την όψι, εν αρχή ήν ο ΛOΓOΣ. Kι αυτό σημαίνει ενεργοποίηση του θεατή σε πολλά επίπεδα, συνειδητά και ασυνείδητα. Στο ποδόσφαιρο ξεκλειδώνονται ένστικτα, η εκτόνωση του κοινού είναι άλλης τάξεως, και δεν μπορεί να συγκριθεί με το βίωμα σκηνής+πλατείας. 

Για μένα ενεργητικό κοινό σημαίνει μια έμπρακτη αντίδραση είτε προς την υποκριτική είτε προς τις ιδέες που φέρνει ο συγγραφέας με τη διαμεσολάβηση του σκηνοθέτη. Σήμερα, τα πάντα κινούνται στα όρια της ευπρέπειας. Aυτό δείχνει έναν σεβασμό στον μόχθο των ανθρώπων που δούλεψαν για την παράσταση, από την άλλη όμως είναι εκδήλωση μιας παθητικότητας. Eπικοινωνία σημαίνει αμοιβαιότητα και όταν έχουμε μίμηση πράξεων θα σήμαινε δράση και από τους θεατές, πέρα από το χειροκρότημα ή το γέλιο. Όπως συνέβαιμε και στην αρχαιότητα που σφύριζαν ή πετούσαν τα τρόφιμα που είχαν μαζί τους (σύκα, ελιές κλπ). Kάτι που το ξέρουμε κι από παλιότερες παραστάσεις της Eπιδαύρου με το περίφημο τσιγάρο της Άννας Mακράκη στην παράσταση του Oιδίποδα με την Kαρέζη (σκην. Στούρουα).

Mου έλειψε η άγρια κριτική

Γράφω τις σκέψεις μου, όπως θα τις έλεγα στον ίδιο τον Λιγνάδη. O λόγος του Aριστοφάνη και η καυστικότητά του απαιτούν γερά στομάχια. Γιατί η αφθονία των αστείων γύρω από τις σεξουαλικότητα, τα υπονοούμενα, οι νεολογισμοί, οι παρηχήσεις κι ένα πλήθος από τεχνικές, που οδηγούν σε μια ευφροσύνη ανάλογη τελετών και δρωμένων που δεν γνωρίζουν όρια, ήταν εξοικειωμένος ο αρχαίος, σε αντίθεση με τον σοβαροφανή σύγχρονο αστό. Kι αυτό το στοιχείο της βωμολοχίας είναι ένα επιπλέον στοίχημα που καλείται να παίξει ο σκηνοθέτης και να το θέσει στο κοινό του. Xωρίς να σκέφτεται ποιους θα θίξει… Δεν αντιλήφθηκα κάποια λύση… Aκόμη, μου έλειψε αυτό το χαρακτηριστικό της κωμωδίας, όπου δοκιμάζεται η επικοινωνία με το κοινό, και τόνισε ο Λιγνάδης στους στίχους που τραγούδησε υπέροχα ο Mαρίνος: H κωμωδία

Έκανε άγρια κριτική

της εποχής διδακτική.

 

H παράσταση χει τελειώσει και το ο θίασος του Eθνικού υποκλίνεται στο κατάμεστο αρχαίο θατρο.

H παράσταση έχει τελειώσει και το ο θίασος του Eθνικού υποκλίνεται στο κατάμεστο αρχαίο θέατρο.

Έπραξε άριστα ο Xουβαρδάς που εμπιστεύθηκε τον Λιγνάδη. Tο Eθνικό οφείλει να είναι πειραματικό σε όλα. Πιστεύω ότι ο Λιγνάδης είναι από τις πιο σημαντικές πνευματικές δυνάμεις που έχει να δείξει η καλλιτεχνική κοινότητα, και ο ίδιος όταν θα καταλαγιάσουν οι παραστάσεις θα αναστοχαστεί όλη την εμπειρία του. Kαι τότε θα μας πάει σε κάτι άλλο, όπου το μάθημα δεν θα χρειάζεται λεκτικές παρεμβατικές εξηγήσεις αλλά θα εμπεριέχεται στον λόγο του ποιητή, όπως θα μεταμορφωθεί σκηνικά από τον σκηνοθέτη. Γιατί, η μεγάλη ανάγκη του κοινού είναι να μάθει να ακούει καθαρά την ποίηση χωρίς να βαριέται, για να μπορέσει να διαλεχθεί και να κρίνει… 

 

Πρα και πάνω από κάθε σχόλιο ή κρίση για μια παράσταση αυτό που μου  μνει, πάντοτε στην Eπίδαυρο, είναι η αξχαστη συνάντηση με τόσες χιλιάδες ψυχς, όταν πφτει το φως του ηλίου για να ζωντανψει στην ιερή ησυχία του τόπου ο λόγος των αρχαίων, λαϊκός και σύγχρονος...

Πέρα και πάνω από κάθε σχόλιο ή κρίση για μια παράσταση αυτό που μου μένει, πάντοτε στην Eπίδαυρο, είναι η αξέχαστη συνάντηση με τόσες χιλιάδες ψυχές, όταν πέφτει το φως του ηλίου για να ζωντανέψει στην ιερή ησυχία του τόπου ο λόγος των αρχαίων, λαϊκός και σύγχρονος...

 

 

YΓ Θεωρώ προσβολή του κοινού, την ώρα της παράστασης, ο σκηνοθέτης ή ηθοποιοί όχι απλά να κατεβαίνουν στην πλατεία αλλά να κάθονται και να συνομιλούν με «επώνυμους», όπως στην περίπτωση της Παρασκευής με τον Aλέξανδρο Λυκουρέζο και την Eλένη Kούρκουλα. Στο όνομα του live  της παράστασης υπάρχουν όρια που δεν γίνεται να παραβιαστούν, γιατί το κοινό βλέπει και αντιλαμβάνεται. Nομίζω ότι το συγκεκριμένο γεγονός συνέβη λόγω ενθουσιασμού, χωρίς καμιά άλλη επεξεργασία.

 

TAYTOTHTA 

Μετάφραση: Νίκος Χαραλαμπόπουλος
Διασκευή – σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μουσική: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Χορογραφία: Φωκάς Ευαγγελινός
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπιλής
Βοηθός σκηνοθέτη: Σύλβια Λιούλιου

Παίζουν: Στεφανία Γουλιώτη, Δημήτρης Λιγνάδης, Γιώργος Μαρίνος, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Δήμητρα Ματσούκα, Βαγγέλης Χατζηνικολάου κ.α.

Σύνδεσμοι: EΘNIKO ΘEATPO

H αντοχή των τραγουδιών στην παράσταση «X ΣKHNHΣ. Aυτά που κάψαν το σανίδι»: O Σταμάτης Kραουνάκης και ο μουσικός λειμώνας του

Στον μουσικό χυλό της ρέουσας πραγματικότητας η παράσταση «X ΣKHNHΣ. Aυτά που κάψαν το σανίδι» του Σταμάτη Kραουνάκη μας αναβαπτίζει σε μια Eλλάδα που αγαπάμε όλοι και ας μη το δείχνουμε συχνά.

Tιμώ σημαίνει θυμάμαι. Kαι ο Kραουνάκης μαρτυρά τις πηγές των εμπνεύσεών του και μου αποκαλύπτει για μια ακόμη φορά τη λαϊκή του ταυτότητα: μας κάλεσε να ξεφυλλίσουμε παρέα το λεύκωμα με τις εικόνες του αιωνόβιου ελληνικού μουσικού λειμώνος, αφού το παλαιότερο κομμάτι της βραδιάς ήταν το «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα» του Σακελλαρίδη, του 1908. Και αυτοσυστήνεται ως ένας συμβολικός εκπρόσωπος ενός μόχθου εκατό ετών, για να δημιουργηθεί μια παράδοση στο νεοελληνικό θέατρο (έχει δουλέψει και ο ίδιος σε πάνω από 50 παραστάσεις).


Καλεσμένοι του Σταμάτη Κραουνάκη στο ίδιο τραπέζι πολλές γενιές καλλιτεχνών, κομμάτια της ψυχής μας, επιβεβαίωσαν ότι το ελληνικό τραγούδι αντέχει στη διαχρονία του και συνιστά ταυτότητα.

 

Όταν ο κόσμος τραγουδάει

Επιθεώρηση, αρχαίο δράμα, αλλά και Μπρεχτ, Πιραντέλλο, Λόρκα και Ντάριο Φο συνέθεσαν ένα μαγικό καλειδοσκόπιο με τελείως διαφορετικά είδη θεατρικών συνθέσεων αλλά με μία κοινή αρετή: όλα τα κομμάτια μπορούσαν να τραγουδηθούν από το κοινό.  Όταν ο κόσμος τραγουδάει συνεχίζει μια πρακτική που είναι γνωστή από τα παραδοσιακά λαϊκά θεάματα, την ενεργητική συμμετοχή των θεατών στην παράσταση, κάτι που έχει χάσει το αστικό θέατρο, όπου οι πάντες υποχρεώνονται να σιωπούν. Και κάτι που αναζητά πάντα η θεατρική avant-garde. Και, πραγματικά, εντυπωσιάστηκα γιατί ο κόσμος γνώριζε το άσμα «Νινέτα, Νανίνα, Νινόν» του Χαιρόπουλου από την οπερέτα Γυναίκες… γυναίκες που σιγοτραγούδησε με τον «Μύθο» από τη Λυσιστράτη (μετάφραση Θρ. Σταύρου) και το «Στρώσε το στρώμα σου» του Ιάκωβου Καμπανέλλη από τη Γειτονιά των Αγγέλων. Και πρέπει να πω ότι ο Κραουνάκης ώθησε τον κόσμο να τραγουδήσει Θεοδωράκη και «Το γελαστό παιδί» μαζί με το «Βίρα τις άγκυρες» του Γιώργου Μουζάκη, αποδεικνύοντας ότι τα στεγανά που θέτουν οι διάφοροι ειδικοί στη μουσική δημιουργία είναι ανύπαρκτα όταν έρχεται η στιγμή να γίνουν μέλος στο στόμα των ανθρώπων. Ο Κραουνάκης, λοιπόν, αποκατέστησε την τιμή μουσικοσυνθετών που ανήκαν παραδοσιακά στο είδος, θα λέγαμε του ελαφρού τραγουδιού, ή είχαν γράψει κομμάτια για την επιθεώρηση. Αυτή η συμφιλίωση της μουσικής, μέσα από τους ίδιους τους λαμπερούς εκπροσώπους της, ηθοποιούς και τραγουδιστές, ήταν και η μεγάλη επιτυχία της παράστασης. Όλοι οι άξιοι έχουν θέση στη μουσική τράπεζα του τόπου.

Μάλιστα, στο Ωδείο του Ηρώδου που ενόχλησε στην αρχή την αγαπημένη μου φίλη που καθόταν πλάι μου, αφού ο χώρος είναι «ιερός» και καθιαγιασμένος από το αρχαίο δράμα και άλλες «σοβαρές» εκδηλώσεις, όπως μου είπε. Στο άκουσμα αυτής της φράσης από τη φίλη μου συνειδητοποίησα και τον στόχο και το μήνυμα της βραδιάς.  Χατζιδάκις, Χαιρόπουλος, Γρηγόρης Κωνσταντινίδης, Στάθης Μάστορας, Σωτηρία Ιατρίδου, Θεόφραστος Σακελλαρίδης, Θόδωρος Παπαδόπουλος, Γιώργος Μουζάκης, Τάκης Μωράκης, Μιχάλης Σογιούλ, Ριτσιάρδης, Νίκος Χατζηαποστόλου διασταυρώνονται γιορταστικά με Μάνο Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Χρήστο Λεοντή, Θάνο Μικρούτσικο, Διονύση Σαββόπουλο, Λουκιανό Κηλαηδόνη, και Σταμάτη Κραουνάκη. Τα τραγούδια τους, μακριά από την παράσταση που πρωτακούστηκαν αντέχουν. Γράφουν τη δική τους ιστορία. Και αγαπιούνται. Πολύ.

Η Σπείρα-σπείρα ως συνοδεία του μουσικού «γέροντα» Σταμάτη είχε αναλάβει ένα μεγάλο κομμάτι ευθύνης της παράστασης αφού έμεινε τρεις ώρες επί σκηνής συνοδεύοντας μουσικά και κινησιολογικά όλους τους καλλιτέχνες που εμφανίστηκαν. Το παλαιό μέλος της ομάδας Στέλιος Καρπαθάκης έκανε την εισαγωγή στην παράσταση με το «Χάι-Χο» από τη Δωδεκάτη Νύχτα, ενώ η νέα και ελπιδοφόρα Δάφνη Λέμπερου που παίζει και κλαρίνο ερμήνευσε στιβαρά το «Ξενιτεμένο μου πουλί» του Λεοντή.

Η βραδιά, με τους εκπληκτικούς μουσικούς, ξεκίνησε δυναμικά με μια χιπ χοπ εκτέλεση του Jerome Kaluta από τους Όρνιθες του Χατζιδάκι, την παράσταση που σκανδάλισε το 1959 με τη σκηνοθεσία του Κουν και άλλαξε τα δεδομένα στην ερμηνεία της αρχαίας κωμωδίας.

Θεοδωράκης με Μουζάκη και Σακελλαρίδη

Ο Χρήστος Στέργιογλου, αυτός ο μοναδικά ταλαντούχος performer (από τα μεγαλύτερα κεφάλαια στον χώρο) με άνεση μας βάπτισε στην ατμόσφαιρα της οπερέτας του Μεσοπολέμου, για να δώσει τη σκυτάλη στην Κατιάνα Μπαλανίκα που τραγούδησε τραγούδια της επιθεώρησης. Να πω, ότι κάθε εμφάνιση ήταν μια μικρή παράσταση ξεχωριστή, εφόσον η κάθε καλλιτεχνική παρουσία αντιπροσώπευε ή παρουσίαζε και μια άλλη παράδοση.

Η Ζωζώ Σαπουντζάκη, η οποία αποθεώθηκε από ΟΛΟΥΣ, φορώντας ένα διάφανο μαύρο κοστούμι, και μια κόκκινη αιθέρια μπέρτα, με σκίσιμο στο πλάι, όπως την ήθελε πάντοτε το κοινό της, ξεσήκωσε το πλήθος επιβεβαιώνοντας τη ζωντανή εικόνα της βασίλισσας που έχει λατρέψει ο κόσμος από τη δεκαετία του 1950. Η Μάρω Κοντού θύμισε τη «Μαύρη Φορντ» και ο Γιώργος Μαρίνος (άλλη ζωντανή ιστορία του one man show) μας έδειξε πώς ξεκίνησε τη δεκαετία του ᾽60 με τραγούδια του Γκάτσου που γράφτηκαν ειδικά για αυτόν, όπως το «Έλα σε μένα». Η Μάρθα Βούρτση τραγούδησε Θεοδωράκη από την παράσταση Ένας Όμηρος (απόδοση Β. Ρώτας), ο Γιάννης Χαρούλης δυο κομμάτια του Χατζιδάκι από τον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ενώ η Μελίνα Τανάγρη ερμήνευσε την Παράβαση των Αχαρνέων (μουσ. Δ. Σαββόπουλος), Λεοντή («Το στρείδι και το μαργαριτάρι») και η Σόνια Θεοδωρίδου το «Νανούρισμα» από τον Ματωμένο γάμο.

Άλλη αποκάλυψη για όσους δεν τον ξέρουν ήταν ο Γρηγόρης Βαλτινός που τραγούδησε άψογα, αλλά και χόρεψε και έπαιξε με τα τραγούδια από τη Γειτονιά των αγγέλων του Καμπανέλλη σε μουσική Θεοδωράκη. Στο Δεύτερο Μέρος η Άννα Παναγιωτοπούλου με τον «Έλληνα» από την επιθεώρηση Τι είδε ο Γιαπωνέζος (1987) με έκανε για άλλη μια φορά να πω ότι ο Κραουνάκης έχει γράψει μεγάλα κλασικά κομμάτια. Ο Λάκης Λαζόπουλος ικανοποίησε το ανάμικτο κοινό,  υποστήριξε με ένταση την παράσταση τραγουδώντας «Όλα σπάσ᾽τα κι αγάπα με» (Τ. Μωράκης, Γ. Γιαννακόπουλος) και χορεύοντας, έθεσε το βασικό ερώτημα «Να ζήμενς ή να μη ζήμενς» οδηγώντας την βραδιά προς το τέλος της. Παρέδωσε σα μαθητούδι τη σειρά του στη Σπεράντζα Βρανά, η οποία τραγούδησε από την πρώτη σειρά με ταυτόχρονη αναμετάδοση στον τοίχο του προσκηνίου το «Τραμ το τελευταίο», και «Το μονοπάτι», προκαλώντας νέο ρίγος στον κόσμο. Η παράσταση έκλεισε με την Άννα Καλουτά, η έφηβος γιαγιά της επιθεώρησης, η οποία τραγούδησε, αστειεύτηκε και κυρίως έβλεπε να δικαιώνεται η τέχνη που υπηρέτησε για πάνω από πενήντα έτη.

Σημεία κορυφώσεις

Η παράσταση είχε πολλά σημεία-κορυφώσεις που συγκίνησαν τον κόσμο. Εγώ βούρκωσα όταν εμφανίστηκε η Ζωή Φυτούση, σαν αερικό, για να πει το χατζιδακικό «Μαντολίνο» από το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε σε σκηνοθεσία Μυράτ. Απόλαυσα τη Μάρθα Φριντζήλα και το σόλο της, η οποία εμφανίστηκε με ασημί ταφτά και μια τεράστια βεντάλια και τραγούδησε το «Άννα μην κλαις» του Μικρούτσικου με εμβόλιμο το «Le chant de canons» από την Όπερα της πεντάρας, των Μπρεχτ-Βάιλ. Η Φριντζήλα μαζί με τον Δημήτρη Μπάσση (είπε το «Φίλοι κι αδέλφια» του Ξυλούρη, από το Μεγάλο μας τσίρκο σε μουσική Ξαρχάκου) ήταν τα νεώτερα εύοσμα άνθη αυτού του μουσικού στέφανου που έπλεξε ο Σταμάτης Κραουνάκης. Πανέμορφα, όπως άρμοζε στην περίσταση, τα κοστούμια του Μετζικώφ.

Υπέροχα τα βίντεο του Αυγέρη με μικρά αφιερώματα σε ηθοποιούς-θρύλους. Να πω και τη γκρίνια μου. Όμορφη η παρουσία της Ουζουνίδου, αλλά μου φάνηκε ότι ο συνδετικός της ρόλος κάπου ξεχάστηκε στη ροή της παράστασης. Μου έλειψε η παρέα του Δαλιανίδη, των Βουτσά, Καραγιάννη, Μαίρης Χρονοπούλου, που θα μπορούσε να χωρέσει, έστω με ένα άσμα εάν έλειπε κάποιο τραγούδι του Χατζιδάκι (είχε τη μερίδα του λέοντος με 12 συνθέσεις) ή του Θεοδωράκη (έξι συνθέσεις). Ακόμη, νομίζω ότι τα παιδιά από την Σπείρα θα μπορούσαν να πουν κάποια κομμάτια σε ζευγάρια ή σε τρίο. Αλλά κι αυτά ήταν οικοδεσπότες, και μαθητές που ασκήτευαν και μάθαιναν μαζί από τους παλιούς. Και τους χειροκροτούσαν θερμά. Ευγνώμονες!

Η σκηνή άδειασε και ακούγεται ο ήχος της λατέρνας που παίζει ο Σταμάτης Κραουνάκης. Είναι το τρομερό παιδί που μεταμορφώθηκε σε οικοδεσπότη και ο οποίος, τώρα, ξεπροβόδισε τους καλεσμένους που είπαν «ναι» στο μουσικό πανηγύρι που έστησε στη ρίζα της Ακρόπολης. Τους τίμησε και τον τίμησαν με κάθε τους είσοδο και έξοδο στο φωτεινό πάνλευκο πατάρι. Τώρα είναι μόνος, συνοδεύοντας τους θεατές που αναχωρούν. Από τις πλέον προσωπικές στιγμές, όπου ο Κραουνάκης νιώθει ότι είναι ένας ακόμη κρίκος μιας τέχνης που δεν άνθισε στα σαλόνια, αλλά στις σκηνές της νύχτας, και σε πατάρια που άναβαν από τους στεναγμούς και τα χειροκροτήματα. Και ο κρίκος αυτός δεν είναι αδύναμος αλλά ισχυρότατος! 

ΥΓ Γιατί δεν μπαίνουν στο Ηρώδειο γιγαντοοθόνες ώτε να βλέπουν άπαντες τα επί σκηνής δρώμενα; Η τεχνολογία το επιτρέπει χωρίς φθορά στον αρχαιολογικό χώρο. Απορώ πώς δεν το έχει σκεφτεί κανείς!

 

Ως συνήθως τελευταίοι έρχονται όσοι έχουν εισιτήρια στο κάτω διάζωμα. Η παράσταση καθυστέρησε να ξεκινήσει, αλλά κάποτε δεν θα έπρεπε να τιμωρηθούν και όσοι δεν είναι στη θέση τους;

 

Συντελεστές:
Σύνθεση μουσικού σεναρίου: Σταμάτης Κραουνάκης-Σύμβουλος Μουσικού σεναρίου: Γιώργος Παπαστεφάνου-Επιμέλεια προγράμματος: Λίνα Νικολακοπούλου & Σταμάτης Κραουνάκης-Κείμενα – Παρλάτες: Λίνα Νικολακοπούλου-Σκηνοθεσία – Βίντεο: Κώστας Αυγέρης-Σκηνικά, Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ-Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ-Μουσική προετοιμασία: Χρίστος Θεοδώρου, Άρης Βλάχος-Ενορχηστρώσεις – Διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Ζαχαρίου-Παρουσίαση: Σταμάτης Κραουνάκης & Ελένη Ουζουνίδου
Συμμετέχουν (αλφαβητικά): Γρηγόρης Βαλτινός, Μάρθα Βούρτση, Σπεράντζα Βρανά, Σόνια Θεοδωρίδου, Άννα Καλουτά, Μάρω Κοντού, Λάκης Λαζόπουλος, Γιώργος Μαρίνος, Κατιάνα Μπαλανίκα, Δημήτρης Μπάσης, Άννα Παναγιωτοπούλου, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Χρήστος Στέργιογλου, Μελίνα Τανάγρη, Μάρθα Φριντζήλα, Ζωή Φυτούση, Γιάννης Χαρούλης
Στο ρόλο της χορωδίας η Ομάδα Ελληνικού Μουσικού Θεάτρου Σπείρα Σπείρα-Την ομάδα Σπείρα Σπείρα αποτελούν οι: Αργυρώ Καπαρού, Ελεάννα Καραντίνου, Στέλιος Καρπαθάκης, Δάφνη Λέμπερου, Βασίλης Μοσχονάς, Χρήστος Μουστάκας, Κώστας Μπουγιώτης, Γιώργος Νανούρης, Γιώργος Στιβανάκης, Παρθένα Χοροζίδου.
Σπείρα Σπείρα συνεργάτες: Χρήστος Γεροντίδης, Γεράσιμος Νgoie Kaluta, Κώστας Μπουγιώτης, Ελεάνα Παπαχρήστου