Tag Archives: Διονύσης Σαββόπουλος

η δεκαετία του ᾽60: ένα ορμητικό φουσκωμένο ποτάμι

Στο κεντρικό κτήριο του Μουσείου Μπενάκη παρουσιάστηκε η σημαντική έκθεση  60’s το ροκ του μέλλοντός μας με την υπογραφή του Διονύση Σαββόπουλου. Το είχα σαν εκκρεμότητα, αφού είχα δει τη μουσική παράσταση του Σαββόπουλου στο Παλλάς, αν και δεν κατάφερα να πάω στη Βουλή για μια ακόμη έκθεση για τη δεκαετία του 1960.

1969, Αράχωβα. Μια αναπάντεχη συνάντηση των Μπητλς με παραδοσιακούς μουσικούς.

Η πρώτη μου εντύπωση από την έκθεση είναι πως ήταν σα μια συμπερίληψη της δεκαετίας, ενώ οι επί μέρους ενότητες θα μπορούσαν να είναι αυτόνομες εκθέσεις οι οποίες, είμαι βέβαιος, θα μαγνήτιζαν το ενδιαφέρον του κοινού. Ποιος δεν θα ήθελε να δει περισσότερο λεπτομερειακά τα φοιτητικά κινήματα στα σίξτις, το τραγούδι στην Ελλάδα, τις τέχνες, το θέατρο, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο, αρχιτεκτονική, φωτογραφία, design, μόδα, επιστήμες και  αθλητισμό;

Ο Διονύσης Σαββόπουλος με τα Μπουρμπούλια (1969).

Μιλώ, προσωπικά, γιατί θα ήθελα να παρασυρθώ σε κάθε μια από τις προηγούμενες θεματικές και να αφιέρωνα περισσότερο χρόνο να σκεφτώ. Τη δεκαετία του 60 γίνονται τόσο πρωτόγνωρα πράγματα, διατυπώνονται τόσο καινούργια αιτήματα που αξίζει να τα δούμε σοβαρά, αλλά και να τα μάθουν οι νεώτεροι. Γιατί τότε η νεολαία έρχεται στο προσκήνιο,  με δύναμη, αποκτά πρόσωπο, καθορίζει εξελίξεις στην πολιτική, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική.

1962. Εφαρμογή του νόμου 4000. Οι αστυνομικοί περιφέρουν νεαρό κουρεμένο που φέρει σε πινακίδα το έγκλημά του:«Είμεθα τέντυ-μπόης. Πετάξαμε γιαούρτι κατά γυναικός».

Σήμερα, η σημαντικότερη επαφή των περισσότερων με τη δεκαετία του 60 είναι ο κινηματογράφος. Κάθε είδους, αλλά κυρίως ο εμπορικός, όπως λέγεται, ο οποίος όπως και τότε γαλουχεί, αν και μέσα από την μικρή οθόνη. Αλλά δεν φτάνει.

Είμαστε παιδιά μεταναστών. Άλλοι στις φάμπρικες της Γερμανίας, άλλοι στις στοές του Βελγίου, πολλοί στα καράβια, όλοι Έλληνες που ξενιτεύονται για να επιβιώσουν. Εδώ στο αεροδρόμιο του Ελληνικού για το ταξίδι στην Αυστραλία.

Χρειάζεται να αναλυθούν και να συζητηθούν φαινόμενα όπως η ποδοσφαιρομανία, ο ρόλος του στρατού, η πολιτική σκηνή, ο ρόλος της χούντας με τρόπο ελκυστικό, που να ξεφεύγει από τον διδακτισμό και τη λογική της σχολικής αίθουσας. Υπάρχουν πολλά μαθήματα και μηνύματα που είναι τόσο ζωντανά για όλους. Και επιστρέφω ξανά στους νέους, που αναζήτησαν τη γνησιότητα και την αλήθεια σε διαδηλώσεις της εποχής, διαπομπεύθηκαν ως μαλλιάδες και τεντυμπόιδες, ήθελαν να δώσουν το δικό τους στίγμα, ως κάτι μοναδικό, και όχι ως αντίγραφα του μπαμπά ή της μαμάς. Και τους οφείλουμε πολλά.

Ο Χατζιδάκις τα λέει υπέροχα το 1968: Ο γάλλοι νέοι που επαναστατούν στους δρόμους, στα δημόσια πάρκα και στις ιστορικές πλατείες δεν κάμουν Ιστορία, τραγουδούν καθώς παλιά οι πρωτοχριστιανοί τη γέννηση ενός κόσμου που θά ᾽ρθει για να ξεπλύνει τούτη τη γη από χιλιάδων χρόνων σκόνη, μίσος και μωρία.

Η γενιά της αμφισβήτησης, με τις νίκες και τις ματαιώσεις της, έδωσε κορυφαία θέση στη φαντασία, ενώ θέλησαν να βιώσουν την παραίσθηση των ουσιών.Κυρίως διεκδίκησαν έναν άλλον κόσμο που δεν θα υπακούει στη λογική του συμβιβασμού και του κατεστημένου, αλλά θα χαρακτηρίζεται από ελεύθερη έκφραση της επιθυμίας, από ερωτική αυτοδιάθεση. Μια κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο και με απλότητα. Μια πνευματικότητα και θρησκευτικότητα διαφορετική από τα δεκανίκια του συστήματος. Χωρίς διακρίσεις σε μαύρους, γυναίκες και ομοφυλόφιλους. Μακριά από τον συντηρητισμό, τον καταναλωτισμό, τους μικροαστούς και την καθωσπρεπική ηθική τους. Γενικεύω, αλλά νομίζω δεν είμαι εκτός θέματος. Όλα αυτά έγιναν για πρώτη φορά. Και για αυτό έγραψαν.

Σϊγουρα έχει σχέση ο αγώνας των ελλήνων φοιτητών με κορύφωση  τη Νομική και το Πολυτεχνείο του 70 με τα έντονα γεγονότα που είχαν προηγηθεί το 68 στη Γαλλία, το Γούντστοκ, έστω και ετεροχρονισμένα. Δεν θέλω να κάνω καμιά αξιολογική αποτίμηση. Τι κερδήθηκε και τι χάθηκε. Αυτό που έμεινε είναι το μήνυμα για έναν κόσμο καλύτερο. Πέρα από ατομικό βόλεμα. Ναί, νομίζω αυτό μου μένει ως αίσθηση ψηλαφώντας την εποχή: αγώνας για κάτι άλλο πέρα από την απλή επιβίωση…

Ο κατάλογος τεκμηριώνει εξαιρετικά την έκθεση, περιέχει κείμενα των Σαββόπουλου, Τ. Σακελλαρόπουλου, Π. Τσίμα, Λ. Λιάβα, Στ. Ελληνιάδη, Γ. Χρονά, Β. Παπαβασιλείου, Σ. Τριανταφύλλου, Μ. Κοτζαμάνη, Τ. Κουμπή, Πλ. Ριβέλλη, Γ. Τσεκλένη, Ν. Γ. Ξυδάκη, Κ. Δ. Μπλιάτκα και πολύ φωτογραφικό υλικό (από όπου και οι εικόνες της ανάρτησης).

Σε ευχαριστούμε πάτερ Διονύσιε στις στιγμές της αμηχανίας μας για το μέλλον που μας ταξίδεψες στις μέρες τις παλιές.

O μελωδικός μάγος της σκηνής

Nαί, ανάψαν τα φώτα στο περιβόλι του τρελλού. Kαι ιδού: επί σκηνής ο Διονύσης. Στα μαύρα με δύο γλώσσες φωτιάς από τα βαθυκόκκινα σπορτέξ. Αυτός και η κιθάρα του. Αυτός και το κοινό του. Έτοιμος να υποκριθεί αληθινά για τη σύναξη του Παλλάς. Είναι η τελευταία του νύχτα, αφιερωμένη στα σίξτις. Όλοι έχουν ησυχάσει. Κάθε τραγούδι είναι μία μικρή ιστορία που γίνεται παράσταση. Βλέπουμε πρόσωπα μέσα από τη μουσική και τους στίχους του. Η Ζωζώ είναι πραγματική, οι φαντάροι κινούνται, τα παιδιά μας κοιτούν, άλλοτε με απορία άλλοτε με χαμόγελο. Βλέπω για πρώτη φορά τη Συννεφούλα. Αυτός και εκείνη ήταν δεκαπέντε ετών. Την αντικρίζουμε σε ένα πορτραίτο να διαβαίνει τη σκηνή: ένα πανέμορφο κοριτσόπουλο, μελαχρινό. Η μούσα του Διονύση είναι εφηβική, ενώ αυτός έφηβος ασπρομάλλης την καμαρώνει.

Ο Σαββόπουλος δεν είναι ακόμη ένας συνθέτης της νεώτερης μουσικής ιστορίας του τόπου μας, αλλά ένας καλλιτέχνης πρότυπο για τις νεότερες γενιές.

Το μυστικό του Διονύση είναι που μας κάνει μέτοχους των ιστοριών του. Τουλάχιστον εκείνων που σχολιάζουν τα τραγούδια του, εξηγούν τα στιχάκια, μας ταξιδεύουν στις συνθήκες της δημιουργίας. Η συννεφούλα με τον γοργό ρυθμό δεν αργεί να γίνει τσάμικο, για να καταλήξει στο παιδικό φινάλε και στα τρίγωνα κάλαντα. Να γίνει μια ευχή: «Χρόνια πολλά!». «Σε σένα χρόνια πολλά, Διονύση!»

Μοιράζεται εικόνες των νεανικών του χρόνων, την εποχή των διαδηλώσεων, την επομένη της δολοφονίας Λαμπράκη: «Το πρωί μας καταβρέχανε το βράδυ ταβέρνα. Τσιτσάνης, Θεοδωράκης». Μας δείχνει το λεύκωμά του με φίλους. Στην παρέα και ο Παπαδιαμάντης που κρατάει μαζί του σαν φυλαχτό. Έρχεται και ο Τσαρούχης. Μετά ο Χριστιανόπουλος: «Η Αθήνα είναι μια γάτα που θα σε κατουρήσει». Συμβουλή του Θεσσαλονικού προς Θεσσαλονικιό που πρόκειται να κατέβει Αθήνα.

Μας λέει τα όνειρά του: Να είναι στην Αμερική, να γράφει τραγούδια διαμαρτυρίας, να γνωριζόταν με ηθοποιούς, να σκάρωνε και καμιά διαδήλωση… Ονειρεύεται αλλά βρίσκεται στην Μπουμπουλίνας , στα κρατητήρια. Τον δέρνουν. Κάθε μπερντάκι και σύνθεση. «Ολόκληρο long play φτιάξαμε η ασφάλεια κι εγώ», θα καταλήξει και ο κόσμος γελά πικρά. Η ζωή του μοιάζει ταινία. Όπως και η δεκαετία του 60, που έχει βαλθεί να μας ταξιδέψει. Γιε, γιε, γιε.

Πολιτικός και λυρικός

Δεν ξέρω εάν υπάρχει άλλος καλλιτέχνης που να μετουσιώνει την πολιτική πραγματικότητα χωρίς να γίνεται διδακτικός, ηθικιστής ή κοινότυπα περιγραφικός. Παραμένοντας λυρικός. Βλέποντας μέσα στη μάζα ένα πρόσωπο να φωσφορίζει και να λάμπει.

Ακούγοντας ξανά τον Σαββόπουλο ανακαλύπτω έναν μεγάλο δάσκαλο, με την έννοια του προτύπου, για τους ομοτέχνους του. Βρίσκω, όμως και τον performer της λαϊκής σύναξης. Τον παραμυθά που ξέρει να αφηγείται μύθους και τον τροβαδούρο που παίζει τις ιστορίες του στις νότες της μουσικής του κλίμακας, σε ρυθμούς γνωστούς, που δημιουργούν πάντα ένα παραξένισμα. Είναι το παραξένισμα της πρωτοτυπίας, η έκπληξη του νέου και θαυμάσιου. Του εξαίρετου και μοναδικού. Κι ας είναι 64 χρονών. Έχει ενέργεια εικοσάρη. Και η φωνή του είναι άψογη.

Κορυφαία στιγμή της βραδιάς η εμφάνιση στη σκηνή του Γιώργου Ρωμανού. Μεταξύ των τριών τραγουδιών που ερμήνευσε, και το «Αστέρι του βορριά», του δασκάλου Μάνου Χατζιδάκι. Καταχειροκροτήθηκε.

Δεν θέλω να αγιολογήσω. Απλώς, νιώθω το σώμα μου να μουδιάζει. Τα μάτια μου βουρκώνουν όχι μόνο από στίχους και προσωπικές αναμνήσεις αλλά ακόμη όταν βλέπω τους μουσικούς να απογειώνονται, να γίνονται ξωτικά, να τρελλαίνονται ωραία.

Ανάμεσα σε δύο πλατείες…

Η παράσταση οφείλει πολλά και στη σκηνογραφία του γνωστού εικαστικού Μάριου Σπηλιόπουλου και της Λαμπρινής Καρδαρά. Κυρίως, όμως, πίσω από την ιδέα ανακαλύπτω τις εμμονές του Σπηλιόπουλου με τα πρόσωπα που αρθρώνουν ένα εικονοστάσι της νεότερης ιστορίας μας. Η κάθε φωτογραφία διηγείται μια ιστορία. Και όλες οι ιστορίες αυτές φαίνεται ότι γράφουν την πραγματική ιστορία μας, που συχνά δεν θα τη διαβάσουμε ποτέ σε επίσημα εγχειρίδια.

Η εξομολόγηση με τη φωτογραφία του πατέρα του, τα στιχάκια του και ένα μυστικό που αποκαλύπτεται με τον θάνατό του, δίνει τον τόνο. Ερμηνεύει την πατρική μορφή: «Δεν είμαστε οι θεοί που νομίζατε. Δεν είμασταν οι σπουδαίοι που νομίζατε. Ό,τι μπορέσαμε κάναμε.» Για να καταλήξει αυτοκριτικά: Η γενιά μας δυσκολεύεται να το πεί, εμείς οι ανήλικοι διαρκώς.

Ο Σπηλιόπουλος είχε στήσει ως φόντο στο βάθος της σκηνής εικόνες από μία συγκέντρωση στα μέσα της δεκαετίας του 6ο, και ακριβώς μπροστά μια κερκίδες με ένα πολύ νεανικό κοινό να συμμετέχει ενεργά, αφήνοντας τον αυθορμητισμό του να εκδηλωθεί με σιγοντάρισμα, με συνοδεία ρυθμική ή και με σωματική κίνηση. Έτσι, ο Σαββόπουλος έπαιζε αγκαλιασμένος ανάμεσα σε δύο ομάδες θεατών από διαφορετικές γενιές: οι νέοι παρακολουθούν τους μεγαλύτερους και οι παλιοί βλέπουν πώς προσλαμβάνουν τις μουσικές του 60 οι εικοσάριδες. Προς το τέλος τα νέα παιδιά εξέλιξαν τη βραδιά σε πάρτι. Η λειτουργικότητα της ομάδας αυτής αποδείχτηκε ευφάνταση στον τρόπο που μετέφεραν τις αναμνήσεις του Διονύση από τον έξω κόσμο στα φώτα της σκηνής, περνώντας από χέρι σε χέρι φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων, πάνω σε πλαίσια, εικόνες που είχαν μια διαφάνεια, σαν να ήταν άυλες. Όταν τις άγγιζαν τα παιδιά οι εικόνες αυτές ανέβαιναν ψηλά για να χαθούν.

Να σημειωθεί ότι στο πρώτο μέρος είμασταν παρέα με τον Σταύρο Λάντσια στο πιάνο και στα κρουστά, και στο δεύτερο μέρος διηύθυνε ο Γιάννης Παπαζαχαριάκης. Ο ίδιος ο Διονύσης πάντα με την κιθάρα, την ίδια εκείνη που κατέβηκε στην πρωτεύουσα. Τη σκηνοθεσία την υπογράφει ο Σαββόπουλος, μαζί με τη Σοφία Σπυράτου.

Έφυγα από το Παλλάς αισθανόμενος την ευλογία της επικοινωνίας σε μια κυψέλη συγκινήσεων. Κερδισμένος. Και ακόμη ένιωσα την ευεργεσία και το προνόμιο να είναι ένας συμπατριώτης μας ο Διονύσης.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥΣ!