Tag Archives: Ερνέστος Τσίλερ

Από την πλατεία λαού στον περιστεριώνα της πλατείας Κοτζιά

Περνάς από το πλάι, από την οδό Αιόλου, προσέχεις λίγο τα αρχαία, τις ανοιχτές λεηλατημένες σαρκοφάγους, εδώ υπήρχαν 670 τάφοι «πλούσια κτερισμένοι» και τότε συνειδητοποιείς ότι εδώ, ο χώρος υπήρξε κάποτε τόπος ανθρώπων. Έστω και νεκρών. Γιατί όταν περνάς σήμερα από εδώ η πλατεία Κοτζιά είναι μια πλατεία με μηδενική ανθρώπινη παρουσία.

Πλατεία χωρίς μνήμη

Όταν διασχίζεις την πλατεία Κοτζιά το μόνο που δεν σκέπτεσαι είναι να διακόψεις την πορεία σου και να πάρεις μια ανάσα. Ακόμη και να δεις από απόσταση το θαυμάσιο αυστηρό νεοκλασικό κτίσμα του Δημαρχείου, της οδού Αθηνάς αρ. 61-63, που σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Παναγιώτη Κάλκο (ολοκληρώθηκε το 1874) ή το εξαιρετικό κτήριο Μελά στη γωνία Αιόλου και Κρατίνου. Κανείς περαστικός δεν μπορεί να φανταστεί ότι εκεί έστεκε περήφανο το καύχημα της πόλης, το Δημοτικό Θέατρο, που σχεδίασε ο Ερνέστος Τσίλερ, και κατεδαφίστηκε στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας από τον τότε δήμαρχο Κοτζιά. Το κτήριο είχε διασώσει σαν κιβωτός 150 οικογένειες μικρασιατών προσφύγων που είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα και τους δόθηκε το θέατρο ως κατοικία για τρία χρόνια. Η θέση που ισοπεδώθηκε το θέατρο φέρει τιμητικά το όνομα του ανθρώπου που έβγαλε την απόφαση της κατεδάφισης, επειδή το κτίσμα είχε πολλές ζημιές. Τότε ακόμη, η πλατεία αυτή, όπως και η πλατεία Ομονοίας ήταν στη συνείδηση των πολλών κήποι και όχι άδειοι χώροι.

Όπως αντικρίζω, σήμερα, την πλατεία Κοτζιά ή Εθνικής αντίστασης ή Λουδοβίκου ή Λαού, διαλέξτε όποια ονομασία της θέλετε, είναι μια πλατεία που δείχνει έμπρακτα την αποτυχία να λειτουργήσει ο χώρος σαν πλατεία αλλά και την περιφρόνηση προς τον άνθρωπο που είναι ο τελικός χρήστης της. Η πλατεία μοιάζει να μην έχει μνήμη αλλά να μην έχει και παρόν. Είναι ένα ένθετο στον χάρτη του ιστορικού κέντρου, άχρηστο για τον κάτοικο των γύρω περιοχών ή τον επισκέπτη. Η μόνη της χρησιμότητα εξαντλείται στο υπόγειο που προσφἐρει στάθμευση αυτοκινήτων. Αλλά εγώ δεν οδηγώ, περπατώ στην περιοχή και για αυτό θέλω να μιλήσω.

Το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας σχεδιάστηκε από τον Ερνέστο Τσίλερ. Τα δέντρα της πλατείας ήταν βασικό στοιχείο της αισθητικής της.

Τι είναι πλατεία;

Σκέπτομαι τη σημασία της λέξης: πλατεία σχηματίζεται στο σημείο τομής δύο ή περισσότερων δρόμων και προορίζεται σε χρήση από ανθρώπινα πλάσματα. Είναι ένας χώρος ακάλυπτος, αλλά σε κάθε περίπτωση που έχει διαμόρφωση, και βρίσκεται μέσα σε κατοικημένη περιοχή. Είτε αγροτικός είτε αστικός είναι ο χαρακτήρας της, ο μοναδικός σκοπός της πλατείας είναι να φιλοξενήσει ανθρώπους. Και αυτοί οι άνθρωποι να εκφραστούν συλλογικά αλλά και ατομικά. Να συναντηθούν και να συνομιλήσουν.  Η ατάκα από τους Μήτσους «πάμε πλατεία» δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το αίτημα για μια συνάντηση σε έναν κοινό δημόσιο χώρο, μία απόδραση από το δωμάτιο και την ιδιωτικότηα. Στην Ελλάδα, βέβαια, μοιάζει σχεδόν φυσικό οι πλατείες να σχεδιάζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο άνθρωπος αλλά μοναδικό κριτήριο τίθεται μια αισθητική που συχνά μαρτυράει ή νεοπλουτισμό ή τσαπατσουλιά. Τότε η αναμόρφωση τίθεται στην υπηρεσία της υποβάθμισης.

Τεράστιος περιστεριώνας

Η πλατεία Κοτζιά αν δεν κάνω λάθος έχει ολοκληρωθεί στην τελευταία της μορφή πρίν το 2004. Στα μάτια μου είναι φτιαγμένη και προορισμένη ως προέκταση του Δημαρχείου, κάτι σαν την αυλή του. Η πλατεία ανήκει στο Δημαρχείο και όχι το αντίθετο. Είναι ένας χώρος που ανήκει σε έναν ιδιώτη και όχι ο χώρος που ανήκει στην ανθρώπινη κοινότητα, στα παιδιά, στους γέρους, στους ερωτευμένους, στις μητέρες με τα καροτσάκια ή απλά στους κουρασμένους περαστικούς. Η πλατεία Κοτζιά αποκτάει χρήση με ανθρώπους να περπατούν πάνω τους μόνο στις φιέστες που οργανώνει ο κάτοικος του απέναντι κτηρίου, ο Δήμαρχος. Τότε γίνεται το προαύλιο για συναυλίες στην αλλαγή του χρόνου. Σε ορισμένες ακόμη περιπτώσεις γίνεται ο χώρος συνάθροισης κομματικών σχηματισμών ή συντεχνιακών συγκεντρώσεων. Κάποτε πρασινίζει για μερικές μέρες με τους φυτωριούχους να πουλάν την πραμάτεια τους. Όλες αυτές όμως οι χρήσεις της πλατείας είναι έκτακτες. Η πλατεία παραμένει αφιλόξενη για τους καθημερινούς ταλαίπωρους διαβάτες που  πηγαίνουν στη γειτονική Βαρβάκειο αγορά ή στον ευρύτερο χώρο του ιστορικού κέντρου. Όταν τη βλέπεις από απέναντι μοιάζει ένας τεράστιος περιστεριώνας με τα πουλιά να έχουν κάνει κατάληψη στον μοναδικό σκιαζόμενο χώρο της πλατείας. Και όταν την περπατάς έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα στρώμα των περιττωμάτων από τα πουλιά. Ίσως σκεφτεί κανείς πικρόχολα: καλύτερα ένοικοι πετούμενα στο τόσο κεντρικό φανερό σημείο της πόλης, παρά άνθρωποι βρώμικοι, άπλυτοι, κινούμενα ερείπια με τις σύριγγες να ξεχειλίζουν στην κωλότσεπη.

Μόνο τα περιστέρια ξεκουράζονται και δροσίζονται στην πλατεία Κοτζιά. Η πλατεία αυτή, αφιλόξενη και εχθρική για τους διαβάτες είναι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της δημοτικής αρχής που αδιαφορεί για τους κατοίκους της Αθήνας.

Μόνο τα περιστέρια απολαμβάνουν την ελευθερία τους στην πλατεία. Οι άνθρωποι είναι διωγμένοι. Δεν υπάρχει ούτε παγκάκι ούτε ίσκιος.  Περπατήστε από την Ομόνοια ώς το Μοναστηράκι. Μετρήστε τους δημόσιους χώρους κατά μήκος της Αθηνάς που μπορείς να καθήσεις χωρίς να πληρώσεις ένα σουβλάκι ή έναν καφέ. Δεν υπάρχει κανείς. Κι αν υπάρχει ίσως ένας, στην αγορά των λαχανικών της Βαρβακείου, αυτός είναι παραδομένος σε χρήστες ναρκωτικών και άστεγους.

Η πλατεία Κοτζιά, κάποτε φημισμένη για το Δημοτικό της Θέατρο, είναι μια πλατεία ψυχρή που διώχνει αντί να ελκύει, είναι ένα παράδειγμα προς αποφυγή για χρήσεις δημόσιων χώρων που αντί να εξυπηρετούν τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, απλώς μαρτυρούν τον κυνισμό και την σκληρότητα του Δημάρχου της πόλης. Είναι μια πλατεία η οποία με τη σημερινή της λειτουργία συντελεί στην ακόμα μεγαλύτερη υποβάθμιση του ιστορικού κέντρου. Και για την υποβάθμιση αυτή η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά σε όσους διαχειρίζονται την τύχη της, όσους δηλαδή ψηφίζουμε για να μας εκπροσωπήσουν. Αλλά και σε εμάς που ζούμε αυτή την πόλη, γκρινιάζουμε αλλά δεν διεκδικούμε τα αυτονόητα: μια πλατεία να επιτελεί τον σκοπό της, να είναι φιλόξενη στον καθένα που την περπατάει, να είναι σταθμός και όαση αναψυχής.

Η γύμνια που δεν κρύβεται

Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκα ότι ο Παπαϊωάννου θα δεχόταν να ντύσει τους γυμνούς στο Πουθενά, στα σημερινά εγκαίνεια του Εθνικού. Γιατί είναι εύλογο το πώς θα μπορούσε να ακύρωνε τη δουλειά του με μια λογοκρισία που δεν εξυπηρετεί κάποιον ανώτερο σκοπό, όπως ο σεβασμός στους πιστούς μιας άλλης θρησκείας που μας θυμίζει στην πρόσφατη δήλωσή του στο Βήμα:

»Είμαι γυμνιστής εδώ και 20 χρόνια και γνωρίζω καλά το γυμνό. Στη δουλειά μου δεν το χρησιμοποιώ ποτέ πολιτικά. Για μένα είναι κάτι τελείως φυσικό. Θυμάμαι τον προβληματισμό μας στην τελετή έναρξης της Ολυμπιάδας για το αν θα έπρεπε ή όχι να εμφανιστεί γυμνή η έγκυος γυναίκα στην πομπή. Από σεβασμό στις μουσουλμανικές χώρες* και στην παγκόσμια προβολή του θεάματος, αποφάσισα να μην το κάνουμε. Εδώ όμως πρόκειται για έργο τέχνης. Ο Δρομέας που έβρισκε εμπόδια στους παγκόσμιους πολέμους και έπεφτε, στην ίδια τελετή, είναι για μένα πολύ πιο σοβαρό θέμα από το γυμνό. Γι΄ αυτόκαι δεν ενέδωσα στις πιέσεις να απαλείψω τη σκηνή».

Υπήρξαν, λοιπόν, πιέσεις. Άραγε από ποιούς; Και γιατί;** Η αθωότητα του γυμνού που προβάλλεται από τις δουλειές του Παπαϊωάννου είναι δεδομένη, για όποιον γνωρίζει τις παραστάσεις του. Από την άλλη είναι αστείο να σκεφτεί και μόνο κανείς να αποκρύπτονται από επίσημους κρατικούς ή εκκλησιαστικούς λειτουργούς τα γυμνά σώματα των αρχαίων ή αναγεννησιακών γλυπτών. Όλη αυτή η ιστορία μου φαντάζει σαν τα εγκαίνεια ενός μουσείου αρχαιοτήτων και την αγωνία να καλυφθούν οι γυμνές μορφές αγαλμάτων ή αγγείων για λόγους αιδούς! Ιησούς Χριστός νικά…

Η σημερινή πρεμιέρα που έχει σαφώς πολιτική διάσταση με την παρουσία τόσων εκπροσώπων από το κράτος και άλλους δημόσιους θεσμούς προβλέπεται πολύ λαμπερή. Επιτέλους υπάρχει μια κρατική σκηνή, αντάξια του ελληνικού παρελθόντος μας. Σκηνή ανακαινισμένη και με κτιριακή επέκταση στο οικόπεδο του θεάτρου. Το πρόγραμμα προβλέπει ομιλίες, την παράσταση του Πουθενά και δεξίωση. Ο νέος υπουργός πολιτισμού θα έχει στη διάθεσή του ένα βήμα για να μιλήσει, ενδεχομένως, για τα σχέδιά του στα θεατρικά πράγματα. Σε κάθε περίπτωση είναι μια θαυμάσια ευκαιρία και μετά τις πρόσφατες τοποθετήσεις στη Βουλή του κ. Γερουλάνου, να φανεί το πρόσωπο της νέας κυβέρνησης στα θέματα πολιτισμού.

Μόνο που τα φώτα θα είναι τόσο δυνατά και λαμπερά, οι προβολείς της Αγίου Κωνσταντίνου θα έχουν εστιάσει πάνω στην πρόσοψη και σε μερικές λεπτομέρειες στη Μενάνδρου και τη Κουμουνδούρου, και τα μάτια θα θαυμάζουν και θα ξαναθαυμάζουν το εκπληκτικό κτίσμα του Τσίλλερ, τους ερωτιδείς που αποκαλύπτουν τη χρωματική τους ένταση στην οροφή της αίθουσας, ενώ απέναντι μέσα στο σκοτάδι θα στέκει σιωπηλός ο περικαλλής ναός του Αγίου Κωνσταντίνου.

Μάλλον σήμερα θα γίνει μια πολύ καλή επιχείρηση για τον εξωραϊσμό του περιβάλλοντος χώρου. Μορφές απωθητικές, καταπληγιασμένες, άνθρωποι ταλαίπωροι ή απλά αλήτες, που μέχρι χτες τη νύχτα στοίχειωναν τα στενάκια και τα σκαλάκια των γύρω κτισμάτων σήμερα βράδυ μάλλον δεν θα συναντήσουμε. Όλα θα είναι σε μια τάξη, όσο κρατήσουν τα εγκαίνεια.

Και ο περικαλλής ναός του Αγίου Κωνσταντίνου θα στέκει άφωνος και ανήμπορος φορώντας τα κουρέλια του από τις υποσχέσεις των ανακαινίσεων του παρελθόντος. Αυτή η γὐμνια και η αιδώς πώς θα ντυθεί και πώς θα κρυφτεί;

*Μου αρέσει αυτή η υπενθύμιση για το σεβασμό προς τους μουσουλμάνους. Κάποια άλλη στιγμή θέλω να αναφερθώ και στον σεβασμό που οφείλεται και σε άλλους πιστούς για τους οποίους θεωρούμε σαν αυτονόητο δικαίωμα να εξευτελίζονται τα ιερά και τα όσιά τους.
** Ερωτήματα μάλλον χωρίς νόημα (σήμερα 25 Οκτωβρίου), αφού όλη η ιστορία, και μετά τις νεώτερες δηλώσεις του Παπαϊωάννου ήταν ράδιο αρβύλα, που διαδόθηκε από τα μαζικά μέσα, κυρἰως με τη μέθοδο της αντιγραφής και επικόλλησης.

Αγίου Κωνσταντίνου: Η εθνική υπερηφάνεια και η εθνική μας ντροπή στην ίδια γειτονιά

Τη βραδυά του μεγάλου πλιάτσικου του Δεκεμβρίου τη διέσχιζαν άνθρωποι με τσάντες φορτωμένες από μικροσυσκευές και κλοπιμαία που θα τα έβγαζαν την επομένη στην αγορά. Μέσα από τους παρακείμενους φωταγωγούς διαχέονται οσμές μπαχαρικών και τσιγαρισμένων κρεμμυδιών, ενώ ακούγεται ινδική μουσική με ηλεκτρικό ήχο και ένα μωρό να σκούζει. Στην καρδιά της Ελλάδας, ανάμεσα σε απελπισμένους φοβισμένους ντόπιους, χαμογελαστούς αλλοδαπούς μικροεπιχειρηματίες, σε έμπορους που απλώνουν την πραμάτεια τους στον δρόμο, θολωμένους νεοαφιχθέντες με σαλβάρια και σαγιονάρες, η ζωή προχωράει.

Εκεί στην άκρη της Ομόνοιας, το 1864 χαράκτηκε η  Αγίου Κωνσταντίνου, λειτούργησε ως είσοδος ταξιδιωτών, με πολλούς κόμβους συγκοινωνιών που παραμένουν έως σήμερα, στις γύρω οδούς. Ο δρόμος κόβει σαν μαχαίρι το αστικό κέντρο και δείχνει ιστορικά να περηφανεύεται για δύο εκπληκτικά κτήρια που σημαδεύουν τον ιστό της παλιάς πόλης: το Βασιλικό, νυν Εθνικό, Θέατρο, και τον ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

 Ο Ἀγιος Κωνσταντίνος για τον περαστικό ίσως να μην σημαίνει τίποτα γιατί δεν ενδιαφέρθηκε ή γιατί είναι απλά περαστικός, κάνοντας χρήση του χώρου για την επιβίωσή του. Για τον μόνιμο κάτοικο του κέντρου, όπως είμαι εγώ, ο περικαλλής ναός ανήκει στη γεωγραφία της πατρίδας μου και δείχνει να ακολουθεί τη μοίρα όλων των νεοκλασικών κτηρίων της πόλης που ρημάζουν ανυπεράσπιστα από την εγκατάλειψη και την αδιαφορία των αρμοδίων όταν αφήνονται εγκληματικά να καταρρεύσουν.

Και τα δύο κτήρια, με τον δικό τους τρόπο τον καθένα, όταν θεμελιώθηκαν σκόπευαν στην ανάδειξη μιας εικόνας της αθηναϊκής πρωτεύουσας, αντάξιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης που προοδεύει και εκμοντερνίζεται. Το Βασιλικό είναι ο καθεδρικός του θεσμικού θεάτρου και της διαμόρφωσης μιας εθνικής δραματουργίας, ανταποκρινόμενο στα αιτήματα του 19ου αιώνα για μια εθνική υποκριτική. Ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου συνομιλεί με τον νεώτερο γείτονα τόσο αρχιτεκτονικά όσο και ως σύμβολο της ενότητας της κοινωνίας της εποχής, ως κρίκος που συνδέει θρησκεία και το μέλλον της πολιτικής εξουσίας.

Το Βασιλικό Θέατρο

Η πρόσοψη του Εθνικού Θεάτρου ανακαινισμένη (2009).

Η πρόσοψη του Εθνικού Θεάτρου ανακαινισμένη (2009).

Το 1880 ο βασιλιάς  Γεώργιος Α´ είχε λάβει μια χορηγία 10.000 λιρών από τον ομογενή της Αγγλίας Ευστράτιο Ράλλη. Τα χρήματα αυτά ήταν η βάση για την ανέγερση της εθνικής σκηνής της Ελλάδας πάνω σε σχέδια του μεγάλου αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Σύμφωνα με το ιστορικό του, το Εθνικό Θέατρο θεμελιώθηκε το 1891 και άνοιξε μετά από δέκα χρόνια, το 1901. Από τότε λειτούργησε ως προέκταση της βασιλικής αυλής μέχρι να αναλάβει τη διεύθυνσή του το 1932 ο Ιωάννης Γρυπάρης και πρώτος σκηνοθέτης του ο κορυφαίος σκηνοθέτης και κριτικός Φώτος Πολίτης.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος

Αρχιτέκτονας του ναού Αγίου Κωνσταντίνου είναι ο πολύ γνωστός Λύσανδρος Καυταντζόγλου (1812-1885), εκπρόσωπος της πρώτης περιόδου του κλασικισμού, ο δημιουργός του ναού της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Γεωργίου Καρύτση, της καθολικής αρχιεπισκοπής του Αγίου Διονυσίου, του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα αλλά και του βυζαντινοπρεπούς Οφθαλμιατρείο, του πολύπαθου πολυτεχνείου, του Αρσακείου, και του ελληνικού ναού στη Μασσαλία.

 

Ο Άγιος Κωνσταντίνου στην Ομόνοια είναι ένα από τα αρχιτεκτονικά σύμβολα του κέντρου της πόλης.

Ο Άγιος Κωνσταντίνου στην Ομόνοια είναι ένα από τα αρχιτεκτονικά σύμβολα του κέντρου της πόλης.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος άρχισε να κτίζεται από το 1871 και τελείωσε το 1893 με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου για να εορταστεί η γέννηση του διαδόχου, Κωνσταντίνου Α´. Στην ολοκλήρωση  και τη διακόσμηση του γιγαντιαίου ναού συνέβαλε με χορηγία και η μητέρα του Κωνσταντίνου, βασίλισσα Όλγα. Στην τελετή θεμελίωσης ο Καυταντζόγλου διακήρυξε τον ελληνικό ρυθμό και επιτέθηκε σε όσους εκτιμούσαν τον βυζαντινό ρυθμό κι ας παραπέμπει ο ναός και ο προστάτης άγιος τόσο στον ιδρυτή της βυζαντινής αυτοκρατορίας και στον τελευταίο βασιλιά της…

 

Υπερηφάνεια και απογοήτευση

Το κτήριο του Εθνικού Θεάτρου έχει υποστεί διάφορες επισκευές, αλλά καμιά δεν έχει την έκταση της πρόσφατης που περιλαμβάνει και τη μεγάλη επέκταση στο οικόπεδο στο πίσω μέρος του θεάτρου. Η Κεντρική Σκηνή δεν έχει ακόμη εγκαινιαστεί, ωστόσο οι αλλαγές είναι θεαματικές στο εσωτερικό, όπως στη Νέα Σκηνή, που είδαμε τις παραστάσεις του Ρομπέρτο Τσούκο και τον χαρίεντα Φορτουνάτο της Φριντζήλα. Μια βόλτα από την περιοχή σε κάνει να νιώθεις υπερήφανος για το πανέμορφο κτήριο που γνωρίζει νέες δόξες.

Η πρόσοψη του Αγίου Κωνσταντίνου (Μάρτιος 2009)

Η πρόσοψη του Αγίου Κωνσταντίνου (2009)

Κοιτάζοντας όμως απέναντι αισθάνεσαι ντροπή κι απογοήτευση αντικρίζοντας την εικόνα της εγκατάλειψης του τραυματισμένου από τον σεισμό Αγίου Κωνσταντίνου. Η παρακμή σε όλο της το μεγαλείο. Και η Ελλάδα σε όλη της τη δόξα με τις αντιφάσεις της και την προβληματική της σχέση με το παρελθόν και τον πολιτισμό της. Τότε νοσταλγώ ξανά και ξανά τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και τη λατρεία για τις παλιές τους πόλεις.

Το καμπαναριό του Αγίου Κωνσταντίνου με τα κουρέλια μιας ανακαίνισης που βάλτωσε...

Το καμπαναριό του Αγίου Κωνσταντίνου με τα κουρέλια μιας ανακαίνισης που δείχνει να έχει βαλτώσει για τα καλά...

Δύο κτήρια που οικοδομήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα, που προοιώνιζαν μια εξωστρεφή χώρα, δείχνουν πλέον και την αλλαγή αξιολόγησης στη χρήση τους: ένας χριστιανικός ναός δεν σημαίνει πλέον και πολλά για τους ισχυρούς και την πολιτεία ἠ μάλλον δεν σημαίνει τόσα όσα μια κρατική σκηνή η οποία πέρα από την εθνική της στράτευση για τη σκηνική διδασκαλία του αρχαίου δράματος και εκτός όλων εκείνων των δραστηριοτήτων για ένα θέατρο παιδαγωγίας στην υπηρεσία του λαού, βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων, κοινωνικοπολιτικών ή και απλά καλλιτεχνικών. Και ακόμη παράγει ένα προϊόν που μπορεί να καταναλωθεί σε φεστιβαλικά τουριστικά συμφραζόμενα.

 

Το πίσω μέρος του νέου κτηρίου Εθνικού από την οδό Κουμουνδούρου. Σε μια γειτονιά παραμελημένη με καθημερινά σπασίματα παραθύρων το ανακαινισμένο νεοκλασικό του Τσίλερ φαντάζει ακόμη λαμπρότερο.

Το πίσω μέρος του νέου κτηρίου Εθνικού από την οδό Κουμουνδούρου. Σε μια γειτονιά παραμελημένη με καθημερινά σπασίματα παραθύρων το ανακαινισμένο νεοκλασικό του Τσίλερ φαντάζει ακόμη λαμπρότερο.

Από την άλλη ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, με ένα αμφίβολο ή ρευστό πολυεθνικό εκκλησίασμα, μοιάζει ένα κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά σίγουρα του αξίζει μια πολύ καλύτερη τύχη. Και από το Υπουργείο Πολιτισμού, το Χωροταξίας αλλά και τον Δήμο. Και από τους αρχιτέκτονες και τα όργανα και τους φορείς τους.

Αλλά πού να βρεθεί πλέον η ευαισθησία;

Ο Ἀγιος Κωνσταντίνος για τον περαστικό ίσως να μην σημαίνει τίποτα γιατί δεν ενδιαφέρθηκε ή γιατί είναι απλά περαστικός, κάνοντας χρήση του χώρου για την επιβίωσή του. Για τον μόνιμο κάτοικο του κέντρου, όπως είμαι εγώ, ο περικαλλής ναός ανήκει στη γεωγραφία της πατρίδας μου και δείχνει να ακολουθεί τη μοίρα όλων των νεοκλασικών κτηρίων της πόλης που ρημάζουν ανυπεράσπιστα από την εγκατάλειψη και την αδιαφορία των αρμοδίων όταν αφήνονται εγκληματικά να καταρρεύσουν.

Η πινακίδα μπροστά από τα ράκη του κτηρίου μας θυμίζει ένα έργο ανάπλασης που δεν ολοκληρώθηκε.

Η πινακίδα μπροστά από τα ράκη του κτηρίου μας θυμίζει ένα έργο ανάπλασης από το Πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων που δεν ολοκληρώθηκε.