Tag Archives: Ευριπίδης

Η σκηνή της Επιδαύρου αγάπησε τον Μοσχόπουλο

Λίγο μετά τις 9.30 ξεκίνησε η παράσταση της Άλκηστης την Παρασκευή, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Η αναμονή του κοινού έληξε όταν φωτίστηκε το σκηνικό. Ένα ορθογώνιο κουτί που έγινε ένα με το σκοτάδι για να αναδυθούν από το μηδέν οι ήρωες του δράματος. Δύο προβολές οριοθέτησαν την έναρξη με τον Πρόλογο. Ακούσαμε τον διάλογο μεταξύ Απόλλωνα και Θανάτου που πληροφορεί για την υπόθεση. Ο Απόλλωνας βρέθηκε εκεί να υπηρετεί τον Άδμητο, επειδή είχε σκοτώσει τους Κύκλωπες, όταν με τους κεραυνούς τους ο Δίας σκότωσε τον γιο του, τον Ασκληπιό. Και είναι αυτός, ο Απόλλωνας που έχει ξεγελάσει τις μοίρες να δεχτούν να μην πεθάνει ο Άδμητος εάν κάποιος άλλος πάρει τη θέση του. Φεύγοντας, εμφανίζεται ο Χάρος. Ο Φοίβος τον παρακαλεί να του κάνει τη χάρι και αναβάλλει τον θάνατο της Άλκηστης. Ο Θάνατος είναι απόλυτος και ωμός: οὐκ ἂν δύναιο πάντ᾽ ἔχειν ἃ μή σε δεῖ. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα δικά μας. Τώρα είναι λίγο πολύ όλα γνωστά. Είμαστε έτοιμοι να δούμε πώς θα γίνουν πράξη, δηλαδή δράση.

Έρχονται από το σήμερα

Η ορχήστρα είναι ένα τεράστιο αλώνι με έναν δείκτη-αλέτρι που γυρνάει στη φορά του ρολογιού και οργώνει, ταυτόχρονα, το χώμα. Υπόμνηση του χρόνου που περνάει και οδηγεί στο φυσικό τέλος κάθε οντότητα ή ο τροχός της τύχης με το πεπρωμένο που δεν μπορεί να αποφύγει η θνητή ύπαρξη; Η απάντηση είναι προσωπική.

Το σκηνικό δεν με ενθουσίασε πριν την έναρξη της παράστασης. Όταν όμως φωτίστηκε μεταμορφώθηκε το άψυχο κουτί σε έναν πολύ λειτουργικό σκηνικό χώρο με ευδιάκριτα δομικά στοιχεία.

Το σκηνικό δεν με ενθουσίασε πριν την έναρξη της παράστασης. Όταν όμως φωτίστηκε, μεταμορφώθηκε το άψυχο κουτί σε έναν πολύ λειτουργικό σκηνικό χώρο με ευδιάκριτα δομικά στοιχεία. Η ορχήστρα με το αέναο όργωμα παρέπεμπε στη χοϊκή ύπαρξη, την τόσο εύθραστη στη φθορά. Η κλίμακα γεφύρωνε τον κόσμο του μύθου με την ιστορία και τη φύση.

Αλλά μέσα εκεί, στον χρόνο του παρόντος χρόνου, που ήθελε να ενώσει σκηνή και ιστορία θα τεθεί ο χορός. Μέσα από κει θα σχολιαστεί το πένθος για την απώλεια του αγαπημένου. Και μέσα εκεί, με το παλάτι αντίκρυ, θα διατυπωθούν ερωτήματα για τη ζωή και τον θάνατο που δεν θα έχουν απάντηση. Μόνο παραμυθία. Χρόνος μαλάξει σε, λέει η  Άλκηστη κάποια στιγμή στον λυπημένο σύντροφό της.

Άντρες και γυναίκες διασχίζουν τις κερκίδες κρατώντας μετρονόμους. Φορούν μαύρα σύγχρονια κοστούμια. Έρχονται από το σήμερα για να σχολιάσουν την ιστορία του Ευριπίδη με τη νέα κοπέλα που θυσιάζεται για τον άντρα της. Σιωπή βασιλεύει παντού. Δεν ξέρει ακόμη κανείς με βεβαιότητα τι έχει συμβεί. Εϊναι η στιγμή του ψυχορραγήματος, όπως θα μάθουμε από τη Θεράπαινα. Βλέπουμε ακόμη με τα μάτια της τα εξωσκηνικά γεγονότα: έλουσε με ποταμίσιο νερό το λευκό της κορμί, ντύθηκε στα άσπρα και προσευχήθηκε στην Εστία, να φροντίσει τα ορφανά της, να μην πεθάνουν ἄωροι (πριν την ώρα τους), ευτυχισμένα και πλήρη ημερών. Ύστερα αφού γυρνάει όλους τους βωμούς, έρχεται στο νυφικό της κρεβάτι, εκεί που έχασε την παρθενία της, το χαιρετάει με αγκαλιές, και δάκρυα πλημμύρα. Χαιρετάει και με αγκαλιές τα παιδιά της. Και όλοι έκλαιγαν γιατί την αγαπούσαν στο παλάτι. Η Άλκηστη είναι από τις γυναίκες η αρίστη. Και ο Άδμητος κλαίει και παρακαλάει να μην τον αφήσει.

FERIS

Ο πατέρας του Αδμήτου, ο Φέρης έρχεται να τιμήσει τη νεκρή, αλλά συγκρούεται με τον γιο του με τις αλήθειες που του επισημαίνει. Η Άλκηστη κείτεται άψυχη στη νεκρική κλίνη της.

Κραταιά ως θάνατος αγάπη

Η επόμενη σκηνή είναι ο θάνατος της Άλκηστης, παρουσία του Αδμήτου και των δύο παιδιών τους. Η Άλκηστη βλέπει μέσα σε μια έκσταση τον Χάρο με τη βάρκα του να έρχεται να την πάρει, για να επιστρέψει στο παρόν και να ζητήσει από τον Άδμητο να μη φέρει μητριά στο σπίτι. Της υπόσχεται να φτιάξει άγαλμα που να της μοιάζει, να κοιμάται μαζί του ἐν ἀγκάλαις, για να του ελαφραίνει το βάρος της ψυχής του. Ο διάλογος είναι συναρπαστικός και παρασύρομαι. Η αγάπη των δύο είναι δεδομένη. Όπως και ο θάνατος που έρχεται είναι απόλυτα πραγματικός και αναπόφευκτος. Η Άλκηστη χαιρετά κι αναχωρεί για την άλλη όχθη. Ήρθε η ώρα να πενθήσει η χώρα της Θεσσαλίας. Η σκηνή παρουσιάστηκε εξαίσια. Στον γεωμετρημένο χώρο του σκηνικού στο κέντρο ο Άδμητος με την Άλκηστη στην αγκαλιά, αριστερά και δεξιά τα δύο παιδιά με δύο παιδαγωγούς. Η σκηνή είναι σα σχόλιο στην παράσταση των Περσών του Φώτου Πολίτη (1934) με τις επιρροές από τα αρχεία αγγεία. H Μαρία Σκουλά, σε αυτή τη μοναδική σκηνή της συνομιλίας της με τον Άδμητο, όσο και στη σκηνή του επιλόγου με τη σιωπή της, δείχνει πόσο καλή ηθοποιός είναι και πόσο ξεχωρίζει στη γενιά της, υπακούοντας στους ρυθμούς της ομάδας, όταν δείχνει την εργασία της και όταν ξεδιπλώνει τα χαρίσματά της χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές και ευκολίες.

Η εμφάνιση του Ηρακλή επιβεβαίωσε την ιδιοτυπία τους έργου ως τραγικωμωδία. Ο Ηρακλής με στολή εκστρατείας, μπότες, λεοντοκεφαλή με όλο το δέρμα του ζώου και ρόπαλο εισέρχεται στην πιο κρίσιμη στιγμή. Ανεβαίνει στη Θράκη να φέρει τα άλογα του Διομήδη στον Ευρυσθέα, στην Τίρυνθα. Ο Ηρακλής μαθαίνει για το πένθος, θέλει να φύγει, αλλά ο Άδμητος τον φιλοξενεί.

Φιλοσοφική σκέψη

Ακολουθεί η πομπή με το λείψανο της νεκρής πάνω σε φορείο. Ο χορός φορά μαύρα γιαλιά, οι γυναίκες έχουν μαύρα μαντήλια. Η εικόνα θυμίζει σύγχρονες κηδείες. Οι μορφές είναι εξαιρετικά οικείες. Είναι δικοί μας άνθρωποι. Ή θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς που συνοδεύουμε κάποιον που έφυγε από τον κόσμο μας. Η πομπή από το παλάτι κάνει έναν πλήρη κύκλο γύρω από την ορχήστρα. Λίγο πριν οι χρήστες αμαξιδίων που παρακολουθούσαν στα δύο άκρα είχαν απομακρυνθεί για να γίνει η περιφορά χωρίς εμπόδια. Καλό είναι να θυμούνται ότι εκεί μπροστά για τους θεατές πάνω στα καροτσάκια είναι ο μόνος χώρος να παρακολουθήσουν την παράσταση. Ας μην τους ενοχλούν.

Η κηδεία της Άλκηστης είναι απίστευτα πραγματική, αλλά διόλου τρομακτική. Δεν αισθάνομαι φρίκη που συμβαίνει αυτό. Ίσως επειδή ξέρω πως θα αναστηθεί. Ίσως επειδή είναι πολύ παρηγορητική η παρουσίαση. Και νομίζω ότι αυτό ήταν και το κλειδί για την παράσταση. Ο Μοσχόπουλος έδωσε έμφαση στην ανθρώπινη διάσταση των πρωταγωνιστών. Υπογράμμισε την αγάπη των δύο, και κυρίως τόνισε προς το τέλος την αβάστακτη μοναξιά του Αδμήτου (σε μια τσαρουχική ατμόσφαιρα με τους άντρες του χορού) αλλά και τις τύψεις του που επέτρεψε να πεθάνει αντί για αυτόν η γυναίκα του. Ο Χρήστος Λούλης ήταν πολύ καλός στον ρόλο του Αδμήτου, αν και υπήρχαν λίγα, ορισμένα σημεία που είχες την αίσθηση ότι δεν εννοούσε τα λεγόμενά του. Ίσως να οφειλόταν στο τρακ της πρεμιέρας.

Ο Μοσχόπουλος δεν μετέτρεψε σε καρικατούρα τον Ηρακλή. Η κωμικότητά του αλλά και η φιλοσοφική σκέψη του για το σήμερα και τις απολαύσεις του παρόντος (εὔφραινε σαυτόν, πῖνε, τον καθ᾽ ἡμέραν/ βίον λογίζου σόν, τὰ δ᾽ ἄλλα τύχης) με τις τιμές και στην Αφροδίτη, αποδόθηκαν με πολύ φροντίδα και ακρίβεια από τον Αργύρη Ξάφη.

FINALE1Ο Κώστας Μπερικόπουλος στον ρόλο του πατέρα του Αδμήτου, του Φέρη, έπεισε για το δίκαιο των λόγων του, που δεν δέχτηκε να πάρει τη θέση του γιου του, τη στιγμή του θανάτου, αν και γέρος. Μάλιστα ο Μπερικόπουλος χειροκροτήθηκε με την έξοδό του από τη σκηνή, αφού είχε δημιουργήσει ένα ιλαρό κλίμα με τα λογικά επιχειρήματά του: δεν είχε κανένα χρέος (ούτε και νομικό) να πεθάνει στη θέση του γιου του. Και αποδεικνύοντάς του ότι σκότωσε τη γυναίκα του για να ζήσει ο ίδιος, ο άναντρος.

Στο τέλος του έργου ο Ηρακλής  επανεμφανίστηκε με το έπαθλό του: το σώμα της Άλκηστης ημιζώντανο, σα να μην έχει ακόμη έρθει στην πλήρη της γήινη υπόσταση. Σαν ένα θήραμα το μεταφέρει στην πλάτη του. Ένας ακόμη άθλος του ήρθε εις πέρας. Η πλήρης ολοκλήρωσή του θα συμβεί όταν η αναστημένη παραδοθεί εκεί που ανήκει: στον Άδμητο. Η λεπτή ψυχολογική ακρίβεια του Ευριπίδη απαιτεί ο Άδμητος να μην αναγνωρίσει αμέσως, αλλά σταδιακά, το σώμα που συνοδεύει τον Ηρακλή. Η ταυτότητα είναι γνωστή στο κοινό, αλλά αυτή η καθυστέρηση προσφέρει στον δραματουργό να αναπτύξει την τεχνική της αναγνώρισης, παρατείνοντας την ένταση του Αδμήτου, αλλά και των θεατών. Η τριάδα Λούλης-Ξάφης-Σκουλά θριάμβευσε με σεμνότητα και απλότητα.

Σχόλιο στην εικαστική τέχνη των αρχαίων

Η παράσταση έκρυβε πολύ δουλειά. Και, κυρίως, δεν ήταν δήθεν. Μετά από αρκετές παραστάσεις των τελευταίων χρόνων που δεν ακούγαμε τους ηθοποιούς ή οι σκηνοθέτες προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν κάποιον κώδικα για να αποδώσουν την τραγωδία (χωρίς ευτυχή αποτελέσματα), επιτέλους μετά την περσινή επιτυχία της νεόφερτης στην Επίδαυρο Πατεράκη, είδα μια παράσταση ενός πρωτοεμφανιζομένου σκηνοθέτη στο αργολικό θέατρο, ο οποίος υπερασπιζόταν τον λόγο με κάθε τρόπο, χωρίς όμως να υστερεί στον πλούτο των οπτικών μέσων. Ο Μοσχόπουλος πίστεψε στον Ευριπίδη και στό δράμα του. Και κατέβηκε διαβασμένος στην Επίδαυρο, αναγνωρίζοντας τη συμμετρία του έργου με την εναλλαγή τραγικών και κωμικών σκηνών. Και αυτό ήταν φανερό στον τρόπο που δούλεψαν και οι υπόλοιποι συνεργάτες του, υπό την καθοδήγησή του. Για παράδειγμα, η σκηνογράφος Έλλη Παπαγεωργακοπούλου για πρώτη φορά με έπεισε ότι μπορεί να δημιουργήσει ένα πραγματικά λειτουργικό σκηνικό. Το οποίο κυριολεκτικά ζωντάνεψε με τους φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου. Ωστόσο, τα κοστούμια των ηρώων δεν είχαν πάντα μια ενότητα ύφους. Για παράδειγμα τα νεωτερικά κοστούμια των παιδιών έρχονταν σε αντίθεση με τα λιτά και μάλλον υπερχρονικά ενδύματα και της Άλκηστης και του Αδμήτου.

FINALE 2

Η παράσταση ήταν απόλυτα σύγχρονη και καθόλου νοσταλγική. Ωστόσο, οι παραπομπές και ο σχολιασμός στην εικαστική γλώσσα των αρχαίων ήταν εμφανής στα χρώματα: το κόκκινο του σώματος σε πήγαινε στα ερυθρόμορφα αγγεία, ενώ ο μαυροντυμένος χορός στα μελανόμορφα. Ακόμη ο χορός έφτιαξε με τα σώματά του και ένα αέτωμα ναού!!!! Γενικά, το παιχνίδι με τη σκιά και το φως, της μέρας με τη νύχτα, του θανάτου με τή ζωή ήταν κυρίαρχο και εμπνευσμένο.

Μουσική διάσταση

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην επαινέσω την κίνηση του χορού (Μάρθα Κλουκίνα) και τη μουσική διάσταση της παράστασης. Το ακρόαμα της Άλκηστης βασίστηκε τόσο στην σπουδαία μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή, στην καταπληκτική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου και τους επί σκηνής ουσιαστικά ενεργούς μουσικούς που συνόδεψαν κάθε επεισόδιο και δρώμενο, όσο και στη διδασκαλία της εκφοράς του λόγου που διέθετε μια απίστευτη μουσικότητα. Και αναφέρομαι σε όλους, και χορό και ηθοποιούς. Δεν ήταν μόνο η παρουσία των μετρονόμων που παρέπεμπαν σε μουσική αγωγή, αλλά και το άκουσμα της κάθε συλλαβής του κειμένου με μια απαγγελία που ξέφευγε από σχολές, ρεαλισμούς και γενικά ισμούς και σε πήγαινε σε μουσικά οπερατικά ιδιώματα. Η σκηνή της Επιδαύρου αγάπησε τον Μοσχόπουλο. Και εγγράφεται στις φετεινές επιτυχίες του Εθνικού.

Είναι μια παράσταση που δεν βασίστηκε στην ταχυδακτυλουργία αλλά στη θαυμαστή επικοινωνία της ομάδας. Θα την ξανάβλεπα. Με χαρά.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

  • TAYTOTHTA ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
  • Απόδοση – Σκηνοθεσία Θωμάς Μοσχόπουλος
  • Σκηνικά – Κοστούμια Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
  • Μουσική Κορνήλιος Σελαμσής
  • Κίνηση Μάρθα Κλουκίνα
  • Σχεδιασμός Βίντεο Νάνσυ Μπινιαδάκη, Σεμπάστιαν Πούρφουρστ
  • Φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος
  • Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου
  • Δραματολόγος παράστασης Εύα Σαραγά
  • Βοηθός σκηνοθέτη Τάσος Αγγελόπουλος
  • Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγουΜαριαλένα Καποτοπούλου
  • Βοηθός χορογράφου Βαγγέλης Τελώνης
  • Β΄βοηθός σκηνοθέτη Θεανώ Μεταξά
  • Β΄βοηθός σκηνογράφου- ενδυματολόγου Κυριακή Τσίτσα
    Διανομή:
  • Απόλλωνας – Θάνατος Μαρία Σκουλά – Χρήστος Λούλης – Αργύρης Ξάφης
  • Άλκηστη Μαρία Σκουλά
  • Άδμητος Χρήστος Λούλης
  • Ηρακλής Αργύρης Ξάφης
  • Θεράπαινα Μαρία Πρωτόπαππα
  • Φέρης Κώστας Μπερικόπουλος
  • Υπηρέτης Σωκράτης Πατσίκας
  • Δούλα του Φέρη Αριάν Λαμπέντ
  • Χορός -Κορυφαίοι Άννα Καλαϊτζίδου, Ιωάννα Παππά, Ηλίας Παναγιωτακόπουλος, Θάνος Τοκάκης, Βαγγέλης Χατζηνικολάου
  • Χορός Λευτέρης Βασιλάκης, Ηλιάννα Γαϊτάνη, Δάφνη Δαυίδ, Ελίνα Μάλαμα, Χρήστος Νικολάου, Βαγγέλης Τελώνης, Άγγελος Τριανταφύλλου
  • Σολίστ Θανάσης Δεληγιάννης, Νίκος Σπανός
  • Παιδιά Αλέξανδρος Βουτυράς-Δανάη Κουσουρή / Περικλής Καλούμενος-Βασιλική Καλούμενου
  • Μουσικοί Βιόλα: Μάριος Δαπέργολας, Βιολοντσέλλο: Σοφία Ευκλείδου, Φαγκότο: Δημήτρης Ντακοβάνος, Κοντραμπάσσο: Δημήτρης Τίγκας, Κλαρινέτο: Σπύρος Τσέκος


Πάμε Άλκηστη, Επίδαυρο

Γιατί ο χώρος είναι μαγικός. Και με την άφιξη του κοινού και του θιάσου ζωντανεύει. Η σκηνή του κτίστηκε για να ανεβαίνουν θεατρικά έργα. Κι ας υπάρχουν, ακόμη, αρχαιολόγοι που πιστεύουν ότι δεν πρέπει οι χώροι αυτοί να χρησιμοποιούνται για παραστάσεις.

Η Άλκηστη του Εθνικού σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου είναι η πρώτη παράσταση που θα δω εφέτος. Διαβάζω στο Βήμα ότι ο κόσμος στη Δωδώνη που πρωτοπαίχτηκε πριν λίγες μέρες, χωρίστηκε στα δύο: οι μισοί γελούσαν και οι άλλοι μισοί σοβαροί παρακολουθούσαν την υπόθεση. Και αυτό έχει την εξήγησή του από το ίδιο το έργο.

Άλκηστις σε σκηνοθεσία Robert Wilson

Άλκηστις σε σκηνοθεσία Robert Wilson (American Repertory Theatre, Cambridge, 22 Μαρτίου 1986). Ο Wilson βρήκε στην ποιητική διασκευή του Heiner Muller τον ιδανικό καμβά για τη σκηνοθεσία της δικής του Άλκηστης. Τη μουσική στην παράσταση είχε γράψει η λατρεμένη Laurie Anderson.

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στα Διονύσια το 438 π.Χ. και κέρδισε το δεύτερο βραβείο. Ως είδος περιέχει τραγικά και κωμικά στοιχεία, είναι δηλαδή μια ιλαροτραγωδία με χαρακτήρες, όπως ο μεθυσμένος Ηρακλής, και ένα πολύ ευτυχισμένο τέλος. Η υπόθεση συναρπαστική: Η Ἀλκηστη, κόρη του Πελία βασιλιά της Ιωλκού, είναι η μόνη που δέχεται να θυσιαστεί στη θέση του Αδμήτου, όταν εκείνος πρέπει να πεθάνει. Αυτός ήταν ο όρος που είχαν βάλει οι μεθυσμένες Μοίρες για να καταφέρει να ζήσει ο Άδμητος: να πεθάνει κάποιος άλλος συγγενής του. Παρόλο που είναι νέα προσφέρεται, ενώ οι γέροντες γονείς του βασιλιά των Φερών αρνήθηκαν. Στο παλάτι μοιρολογούν, όταν περιμένει ο Θάνατος να την πάρει. Ο Ηρακλής κατεβαίνει στον Άδη για να επαναφέρει στη ζωή την Άλκηστη, και να τη δώσει στον σύντροφό της, τον Άδμητο. Η νεκραναστημένη είναι ανέκφραστη, η εικόνα της είναι παρόμοια με το ομοίωμα που είχε φτιάξει ο  Άδμητος, ένα άγαλμα δικό της που θα του ζέσταινε το σπίτι με την παρουσία του. Αλλά ο Άδμητος αρνείται να τη δεχθεί, την σχεδόν εν ετέρα μορφή Άλκηστη. Είδε ο ίδιος νεκρή τη γυναίκα του, την κήδεψε. Και τώρα πρέπει να την αναγνωρίσει. Και όταν πλέον πειστεί, ότι ναι, είναι η Άλκηστη, σηκώνοντας ο Ηρακλής τον πέπλο από το πρόσωπό της,  θα αναφωνήσει: «Θαύμ᾽ ανέλπιστον».

Στον Πρόλογο, ήδη, ο διάλογος μεταξύ Απόλλωνα και θανάτου είναι φανερά κωμικός. Με τα λόγια του εγκυρότερου Έλληνα μελετητή του Ευριπίδη, Νίκου Χουρμουζιάδη: «Ο αγώνας στρέφεται γύρω από ένα πρόβλημα ιδιοκτησίας, παίρνοντας τη μορφή ενός παιχνιδιού ανάμεσα στη γνώση και την άγνοια: ο προστάτης θεός ῀[Απόλλων] θέλει να διατηρήσει τα δικαιώματά του πάνω στην τύχη του προστατευομένου του -και παίζει με την άγνοια του αντιπάλου του. Ο σφετεριστής θεός [Θάνατος] αρνείται να παραδώσει το τρόπαιό του -και η άρνησή του πέφτει στο κενό, αφού δεν υπάρχει τρόπαιο. Στο βάθος, πίσω από την πύλη της σκηνής, η Άλκηστη βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου». Αλλά και στο τέλος ο Άδμητος και ο Ηρακλής συγκρούονται για την Άλκηστη. Πάλι με τον λόγο του Χουρμουζιάδη: «ο σφετεριστής του Προλόγου ερχόταν να διεκδικήσει το τρόπαιό του – ο προστάτης αρνιόταν να το παραδώσει. Ο νικητής του επιλόγου έρχεται να παραδώσει το τρόπαιό του – ο προστατευόμενος αρνείται να το δεχθεί. Και στις δύο περιπτώσεις η γνώση ανήκει στα ενεργητικά πρόσωπα: σε εκείνον που προστατεύει και σε εκείνον που νικά». (Ευριπίδης σατυρικός, στιγμή, Αθήνα 1986, σ. 90-1)

Η Άλκηστη, ο Ηρακλής και ο κέρβερος. Νωπογραφία από την κατακόμβη της Via Latina, στη Ρώμη (4ος αιώνας μ.Χ.). Το θέμα με την ανάσταση της νεκρής μαγνήτισε το ενδιαφέρον των χριστιανών καλλιτεχνών ως προεικόνιση της νίκης του θανάτου από τον Ιησού.

Η Άλκηστη, ο Ηρακλής και ο κέρβερος. Νωπογραφία από την κατακόμβη της Via Latina, στη Ρώμη (4ος αιώνας μ.Χ.). Το θέμα με την ανάσταση της νεκρής μαγνήτισε το ενδιαφέρον των χριστιανών καλλιτεχνών ως προεικόνιση της νίκης του θανάτου από τον Ιησού.

Ο Πλάτωνας λέει ότι οι θεοί θαμπώθηκαν από τη θυσία της Άλκηστης και της επέτρεψαν να ζήσει. Είναι δεδομένο ότι πίσω από την κωμικότητα του έργου και την ιλαρότητα του τέλους κρύβονται  ερωτήματα για το παράλογο που μας αφορούν. Γιατί ο Ευριπίδης φιλοσοφεί σε κάθε του φράση, χωρίς να καταλήγει σε εύκολα συμπεράσματα.

Περιμένω να δω αυτή την παιχνιδιάρικη τραγωδία με τη Μαρία Σκουλά, τον Χρήστο Λούλη, τον Αργύρη Ξάφη και τον Κώστα Μπερικόπουλο με μια θετική διάθεση βγαίνοντας από μια φάση διαβάσματος, παραπομπών και σημειώσεων. Μια φάση ατέλειωτη αλλά ευτυχώς, σχεδόν πάντα, ευχάριστη.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Άσκηση στον λόγο. Οι «Βάκχες» της Renate Jett στο Πορεία

Ένας θεός επί σκηνής. Πρωταγωνιστής. Όμορφος, που σκορπά ευλογία και ταυτόχρονα φρίκη. Βίαιος, εμπνέει μανία και οδηγεί τα θύματά του στον θάνατο. Πάνω από όλα ερωτικός. Ξένος και στο πέρασμά του ερημώνει τις πόλεις αφού μαγεύει γυναίκες και άντρες που υποκλίνονται στη γήινη και μαζί υπερκόσμια παρουσία του. Στο τέλος του έργου, μια μάνα εκστασιασμένη που σπαράζει τον γιο τη, πιστεύοντας ότι είναι λιονταράκι. Οι Βάκχες σφραγίζουν το τέλος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Και το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου. Είναι ένα δράμα βουτηγμένο στο παράλογο, συνιστά το πλέον θεολογικό κείμενο από τις τραγωδίες αφού διασώζει πληροφορίες από τη μυστική λατρεία του Διονύσου και αποτελεί σημαντικώτατη πηγή της αρχαιοελληνικής θρησκείας. 

 

Dionysus in 69.

Στην παράσταση Dionysus in 69 για τον θίασο Performance Group το ζητούμενο ήταν η αμφίδρομη επικοινωνία με το κοινό, το οποίο κλήθηκε να παίξει έναν ενεργητικό ρόλο, και οι θεατές μπορούσαν να γδυθούν και να ενταχθούν στη δράση. (Φωτο: Max Waldman)

Αναμφίβολα, οι Βάκχες του Ευριπίδη προκαλούν τον σκηνοθέτη να στήσει μια παράσταση όπου μπορεί να ερμηνευθούν σχεδόν τα πάντα μέσα από πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις με σαφώς προεξάρχουσες τις εθνογραφικές ερμηνείες. Έρχονται τον 20ό αιώνα να αναβιώσουν σε αφρικανικές χώρες, αλλά και στην όπερα του Πεκίνου ή να υπερασπίσουν την ιδεολογία της δεκαετίας του 1960, με την ιστορική πειραματική παράσταση Dionysus in 69 που σκηνοθέτησε ο Richard Schechner σε ένα γκαράζ στο κέντρο της Νέας Υόρκης. Η παράσταση-σταθμός κινηματογραφείται από τον Μπράιαν Ντε Πάλμα, και μένει στην ιστορία ως η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη. Η παράσταση συντονισμένη με τις πρωτοπορίες της εποχής (La Mama, Living Theatre) και μέσα στο κλίμα των διδαγμάτων του Γκροτόσφσκι για ένα φτωχό θέατρο, έθεσε πολλά ζητήματα, σχετικά με την επανατελετουργοποίηση της θεατρικής σκηνής, την υποκριτική των ηθοποιών, τον αυτοσχεδιασμό και την εκπαίδευσή τους, το εάν παίζουν έναν ρόλο ή αποκαλύπτουν τον πραγματικό τους εαυτό, τη σημασία της διάχυσης ενέργειας, ενώ στο επίκεντρο τέθηκε η γυμνότητα του σώματος, η βία της Αμερικής, και συζητήθηκε η ιδιαίτερη ομοερωτική σχέση του Διονύσου που αναπτύσσεται με τον Πενθέα.

Όπως μας θυμίζει η Ελένη Βαροπούλου στο Ζωντανό Θέατρο (Άγρα, Αθήνα 2002) ο Σουζούκι στη δική του κατανόηση υπογράμμισε την αντιπαλότητα των θρησκειών και τη σύγκρουση νοοτροπιών. Ο τσιγγάνος Τάβορα στη Σεβίλλη είδε τις Βάκχες ως ένα κομμάτι της Μεγάλης Εβδομάδας, και οι Ανδαλουσιανές γιορτές της φύσης συνδυάστηκαν με το πάθος του Πενθέα, ο θρήνος της Αγαύης βρήκε το αντίστοιχο στην Παρθένο Μαρία και το μοιρολόι του γιου της.

Η τραγωδία έχει διανύσει μια διεθνή καριέρα και συνεχίζει να ανεβαίνει σε όλο τον κόσμο με επιτυχία. Στο τρέιλερ που ακολουθεί, βλέπουμε σκηνές από τη φετεινή παράσταση του Εθνικού Θεάτρου της Σκωτίας. Εδώ, οι Βάκχες κάτι μεταξύ μιούζικαλ του 70 και χαριτωμένου drag show του 80.

Για να είμαι ξεκάθαρος: Για μένα οι Βάκχες είναι μια υπενθύμιση στο διηνεκές πόσο μικρός και λίγος είναι ο άνθρωπος σα μονάδα, ακόμη και εάν αισθάνεται ότι είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό και κατέχει μια δύναμη ισόθεη. 

Στην παράσταση που μόλις ξεκίνησε στο Θέατρο Πορεία (ένα διαμάντι στο κέντρο της Αθήνας) η σκηνοθέτης προέρχεται από την Αυστρία. Η Renate Jett, ηθοποιός και η ίδια αντιμετώπισε το αρχαίο δράμα περισσότερο ως ένα πεδίο προς διερεύνηση, που θέτει ερωτήματα, παρά δίνει απαντήσεις και βεβαιότητες. Μπαίνει στη θέση του θεατή κι αναρωτιέται τι είναι κατανοητό σε μας που βλέπουμε από ένα κείμενο που παραμένει ΖΩΝΤΑΝΟ και σήμερα. Τη σκέψη της την κατέγραψε και στο Πρόγραμμα της παράστασης. Κι ακριβώς η παράσταση κινήθηκε σε ένα πλαίσιο άσκησης στην κατανόηση του δραματικού λόγου, χωρίς να δίνει λύσεις ή σχήματα που μας επιτρέπουν να κατατάξουμε τη δουλειά της σε κάποια ειδική κατηγορία. Εξάλλου τί νόημα έχουν, πλέον οι κατηγοριοποιήσεις; (αν και είμαι βέβαιος ότι κάποιοι θα αναρωτηθούν εάν παρακολουθούν αρχαία τραγωδία ή ψυχολογικό δράμα δωματίου…)

blaine

Ο Blaine, δεύτερος Διόνυσος στην παράσταση, με τη μελόντικα παίζει τον δικό του σκοπό.

Στο Θέατρο Πορεία θαυμάσαμε τις πολυμορφικές δυνατότητες του χώρου: Σκηνή ήταν το πίσω ακριβώς μέρος της εισόδου με φόντο τις πόρτες του θεάτρου. Εκεί στο ανυψωμένο μακρόστενο τοιχείο που είχε επενδυθεί με λευκό πλακάκι, που θύμιζε το αρχαίο υπερυψωμένο προσκήνιο, στάθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης τα τρία μέλη του χορού. Στο κάτω μέρος, ένας άδειος χώρος οριζόταν από ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι με δύο καρέκλες, όπου θα τεθούν όλα τα ζητήματα που θέτει η τραγωδία. Και γύρω από την ενότητα που προσφέρει, έστω και περιστασιακά, θα μιλήσει ο καθένας μέσα από την ψυχή του: απλά και άμεσα. Επομένως αληθινά, υπερβαίνοντας το προσωπείο που επιβάλλει συχνά ο ρόλος. Από πολλές πλευρές, ζήσαμε μια παράσταση που δεν προδίδει τον αρχαίο δραματουργό και θεωρώ το γεγονός ως νεωτερικότητα, στον κουλτουριάρικο χυλό που σερβίρεται με θράσος.

Ήταν φανερό ότι βασικό στόχος ήταν να δουλευτεί το κείμενο πολύ καλά και το αποτέλεσμα ήταν λαμπρό. Ο λόγος υποβλητικός άγγιξε την ευαισθησία των θεατών προκαλώντας τη φαντασία τους. Χωρίς φτηνά κόλπα, χωρίς βιασμό και αυθαιρεσία αναδείχτηκε ο Ευριπίδης. Και ήταν κέρδος απίστευτο, εάν σκεφθεί κανείς τις προκρούστειες παραστάσεις του καλοκαιριού, και την εύκολη θυσία του δραματικού κειμένου προκειμένου να διατυπώσει ο σκηνοθέτης τις αμφιβόλου ποιότητας, δηλαδή αυθεντικότητας, αναζητήσεις του. Από πολλούς άκουσα εφέτος: «Λαχταρώ να δω μια παράσταση ακαδημαϊκή, να ακούσω ολόκληρο το κείμενο του ποιητή.» Είναι κατόρθωμα, να μπορείς να στήσεις μια παράσταση, χωρίς να διασκευάσεις ή να κακοποιήσεις τον γνήσιο λόγο, όταν μάλιστα η σημερινή λαλιά του φτάνει σε μας από τον σπουδαίο και πρόωρα χαμένο διανοητή Γιώργο Χειμωνά.

 

 

Ο Δημήτρης Τάρλοου ως ξανθός Πενθ�ας.

Ο Δημήτρης Τάρλοου ως ξανθός Πενθέας.

Η συγκινητική παρουσία του τυφλού μάντη Τειρεσία, ρόλο που επωμίστηκε γερμανόφωνος ηθοποιός (J. Stössinger) και έμαθε τον ρόλο του στα ελληνικά, χωρίς να γνωρίζει ελληνικά (!), ήταν δύσκολο να τον παρακολουθήσει το κοινό, ήταν σπουδαία ως προσπάθεια αλλά αμφιβάλλω εάν έδενε με τον Κάδμο του Γιώργου Μωρόγιαννη με την εξαιρετικής ακρίβειας ηχητική έκφραση του λόγου. Ίσως, το ζητούμενο να ήταν και η αντίθεση των δύο, ωστόσο η βακχεία τους και το γκροτέσκ στοιχείο που πηγάζει από το ζεύγος, και λόγω της ηλικίας τους δεν αναδείχτηκε. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί υπηρέτησαν το δράμα με δύναμη και κυρίως αλήθεια. Ο Δημήτρης Τάρλοου (ανήσυχος πάντοτε και αναζητητής της ουσίας) με μία έντονη και στιβαρή παρουσία έπεισε ως Πενθέας, προσωρινός διαχειριστής μιας εξουσίας που τη χάνει, και από βασιλιάς γίνεται δούλος της ορμής και του πάθους υποκύπτοντας στα μάγια του Διονύσου και δέχεται να μεταμφιεστεί Βάκχη ώστε να μετέχει στην ορεινή λατρεία του Διονυσιακού θιάσου στον Κιθαιρώνα. Στην εξαίρετη φωτεινή σκηνή της εμφάνισης με τον πορφυρό χιτώνα, ζήσαμε μια μοναδική στιγμή θεατρικής μαγείας, που πιστεύω ότι θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν μέσα στο έργο, έστω και με τη χρήση χαμηλότερων φωτισμών. Εκτός εάν υπήρχε ο φόβος της γραφικότητας και του φολκλορισμού και απέφυγε η σκηνοθεσία κάθε επέμβαση που θα παρέπεμπε σε εύκολες αναγνωρίσιμες λύσεις. Αξέχαστος ο χορός των τριών Βακχών (Ι. Κανελλοπούλου, Ε. Κεχαγιά, Ε. Κουνάδη) που κατάφεραν να μαγνητίσουν το κοινό από την εμφάνισή τους, και παρόλη τη μειωμένη κίνησή τους, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.

 

Ο μελαχρινός Διόνυσος.

Ο μελαχρινός Διόνυσος, Νικόλαος Ελευθεριάδης.

 Ο Blaine Reininger, ο οποίος έδειξε την κλάση του με την μετάβαση που καταφέρνει χρησιμοποιώντας μια απλή μελόντικα, να μας πάει στην πραγματικότητα που απαιτεί το έργο και η παράσταση. Είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολύ περισσότερο και μάλιστα ως σύνδεσμος σε τομές της δράσης. Το γεγονός ότι τα ελληνικά του δεν είναι καλά για να είναι Διόνυσος δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να ενταχτεί στη ροή της παράστασης με κάποιον άλλον τρόπο, ίσως η άλλη πλευρά του Διονύσου, που είδαμε (Νικόλαος Ελευθεριάδης), η οποία ενώ είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον ακουστικά, οπτικά παραξένεψε το κοινό ή τέλος πάντως προκάλεσε διχογνωμίες. Τέλος η Ναταλία Καποδίστρια κρατώντας το τόσο ζεστόκαι ρεαλιστικά απεικονισμένο κεφάλι του Πενθέα (Τάρλοου), απόλυτα κυρίαρχη των μέσων της πέρασε στη μετάβαση από την τρέλα στην πραγματικότητα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια και χωρίς φτηνούς μελοδραματισμούς. Βουβά. Βέβαια, η Αγαύη θα μπορούσε να πενθήσει τον Πενθέα της μοιρολογώντας,να πει δηλαδή, έστω μια μουσική φράση, εάν δεν υπήρχε ο φόβος (;) της γραφικότητας, προφανώς, εκ μέρους της σκηνοθέτιδος.

 

Η μουσική του Sylvain Jacques με βύθισε σε ήχους του σώματος, έμοιαζε με παραίσθηση ή με ηχώ που έρχεται από το διάστημα. Ήταν και δεν ήταν στην παράσταση. Και αυτό το λέω θετικά.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ
Συντελεστές: Μετάφραση.: Γ. Χειμωνάς – Σκηνοθεσία και σκηνικό Ρενάτε Τζετ – Κοστούμια.: P. Rinnert – Δραμ/κή επεξεργασία: M. Hakenbeck  – Μουσ.: S. Jacques – Φωτ.: F. Ross.
Παίζουν: Ν. Ελευθεριάδης (Διόνυσος), Β. Reininger (Διόνυσος), J. Stössinger (Τειρεσίας), Γ. Μωρόγιαννης (Κάδμος), Δ. Τάρλοου (Πενθέας), Α. Πελεκάνος (Άγγελος), Ν. Καποδίστρια (Αγαύη).
Χορός: Ι. Κανελλοπούλου, Ε. Κεχαγιά, Ε. Κουνάδη

Σύνδεσμος: Θέατρο Πορεία