Tag Archives: κηδεία

Μας επέστρεψε στο αρχαίο κάλλος

Και αυτός είναι ο Λυκούργος Αγγελόπουλος. Που έφυγε από τον κόσμο τούτο την περασμένη Κυριακή για να συναντήσει στα ουράνια τον Σίμωνα, τη Δόμνα και άλλα αγαπημένα πρόσωπα.

Η σύναξη που συγκροτήθηκε στην Αγία Ειρήνη βουρκωμένη κήδευσε τον δάσκαλο του γένους, αφού αφιέρωσε τη ζωή του στην ιερουργία της μουσικής. Όσο υπήρχε ο Λυκούργος έψαλλε τη δόξα του Θεού, ήτανε επικεφαλής στις περιφορές του Επιταφίου στα σοκάκια και τις λεωφόρους του ιστορικού κέντρου, έψαλλε μοναδικά κάθε Μεγάλη Τρίτη το τροπάριο της Κασσιανής. Και ο κόσμος έρρεε εκεί, στην Αγία Ειρήνη. Για να ακούσει και να λειτουργηθεί. Για να απολαύσει και να κατηχηθεί. Για να σηκώσει τα μάτια ψηλά στον θόλο και να προσευχηθεί. Και ο Λυκούργος αρχιτεκτονούσε αυτή την απίστευτη μουσική πανδαισία όπου ήταν περιττός κάθε ψίθυρος, και δεν είχες μυαλό για άλλες σκέψεις. Ο πρωτοψάλτης της Αγίας Ειρήνης επιβαλλόταν με το κύρος του, δίδασκε με το ήθος του σε αργά μέλη, σε σπάνιες συνθέσεις που ανεκάλυπτε και ήθελε να τις μοιραστεί με τον λαό του Θεού. Και έτσι γινόταν ο ξεναγός σου στο υπέροχο ταξίδι της μουσικής, διαγράφοντας παραμορφώσεις και επιδείξεις, που σε γύριζε με την απλότητα και την ουσία του στη ζώσα πηγή, σε μια αίσθηση αρχαίου κάλλους.

Στην εξόδιο ακολουθία παρών ήταν ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος, ο μητροπολίτης Ηλείας, ο σεβασμιώτατος Περγάμου, πλήθος ιερέων και κυρίως μια λαοθάλασσα που ήρθε να τον χαιρετήσει. Ο κόσμος που συγκεντρώθηκε σήμερα το πρωί στην Αγία Ειρήνη, ήταν πολύ νέα παιδιά, άνθρωποι που διέκρινες ότι οφείλουν ευγνωμοσύνη σε αυτόν τον χαριτωμένο άνθρωπο που αναχώρησε για τα ουράνια.

Στη συνέχεια στο νεκροταφείο Ζωγράφου τη θρηνητική αποχαιρετηστήρια πομπή οδηγούσαν οι μαθητές του Λυκούργου με ύμνους που ταίριαζαν στην περίσταση. Το βουβό πλήθος συνόδευσε τον δάσκαλο μέχρι το μνήμα. Στο τέλος της τελετής το Χριστός ανέστη ακούστηκε στα ελληνικά, στα ρουμανικά, στα αραβικά (με σπαραγμό) και στα ρωσικά. Στο τέλος, είχε μείνει αποσβολωμένη η ομάδα των μαθητών από Ρουμανία να αντικρίζει το μνήμα σα να μη θέλει να πιστέψει αυτό που έβλεπε.

Μαζί με τη Δόμνα Σαμίου που αγωνίστηκε για τη διάδοση του δημοτικού τραγουδιού,  ο Λυκούργος Αγγελόπουλος έδωσε με όλες του τις δυνάμεις για την καταξίωση της βυζαντινής μουσικής στη συνείδηση των νεοελλήνων από πολλές και διαφορετικές θέσεις, σε επιτροπές του υπουργείου Παιδείας, σε ωδεία, σε αναλόγια εκκλησιών, σε συναυλίες, σε εμπνευσμένα μαθήματα. Χωρίς την υπεροψία του ειδικού αγκάλιασε ως εξαίρετος παιδαγωγός τις ανησυχίες των νέων, μεταφέροντας πέρα από τη γνώση ένα ήθος και μια μοναδική ευγένεια. Η ανθρωπιά, η κληρονομιά και το δίδαγμά του θα μείνει εις τον αιώνα. Ο Θεός ας τον αναπαύσει.

 

 

Advertisements

Κηδεία πολιτική

Όπως λέμε πολιτικός γάμος. Είναι η φροντίδα για την ταφή χωρίς ιερατείο, σύμφωνα με την επιθυμία του αποθανόντος. Δίχως παπάδες και ψάλτες. Μια δυνατότητα. Τόσο απλά.

Έμαθα για την πολιτική κηδεία που έγινε πριν από δέκα μέρες στον Αιμίλιο Μεταξόπουλο: κοντά στο μνήμα στάθηκαν συγγενείς και φίλοι, συνάδελφοι και φοιτητές του διανοούμενου καθηγητή που έφυγε στα 55 του, μία μόλις μέρα μετά αφού του επετράπη να ταξιδέψει στο εξωτερικό για να φροντίσει την εύθραστη υγεία του.

Έχω παρευρεθεί σε μια παρόμοια κηδεία. Δίπλα στην εκκλησία είχαν τοποθετηθεί καθίσματα. Μπροστά, επάνω σε κόκκινο χαλί το φέρετρο. Το κεφάλι έβλεπε την Ανατολή. Αριστερά και δεξιά λαμπάδες με άνθη. Ένα θυμιατήρι έκαιγε λιβάνι. Άρωμα γαρδένιας σκορπιζόταν στον αέρα του κοιμητηρίου σκεπάζοντας κάθε άλλη οσμή. Στο πλάι του νεκρού οι συγγενείς. Στο κεφάλι ένα βήμα για ομιλίες. Πίσω σκηνικό το φυσικό τοπίο: μνήματα απαστράπτοντα και τάφοι εγκατάλειψης στον χρόνο και τον καιρό. Μια γάτα στέκεται στα δύο και πίνει νερό από ένα μαρμάρινο ανθοδοχείο στην άκρη μιας ταφόπλακας.

Το περιεχόμενο αυτής της κηδείας καθορίζεται από την οικογένεια: μια ομιλία, ποιητικοί στίχοι, μια επιστολή ή απλώς ένα τραγούδι συνοδεύουν τον λυγμό και την οδύνη για τον χαμό του αγαπημένου προσώπου.

Είναι μια κηδεία που αγνοούσα και είναι πρακτική εδώ και λίγα χρόνια. Το 2001 το κράτος αδιαφορούσε ακόμα, ενώ το 2005 ο Χαρίλαος Φλωράκης είναι ο πρώτος νεκρός που   κηδεύεται επίσημα χωρίς διάβασμα από παπά υπό τους ήχους της Διεθνούς (όπως με διόρθωσε ο συνιστολόγος Δύτης των νιπτήρων ο Αυδής ήταν ο πρώτος που κηδεύτηκε πολιτικά το 2000). Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει νομική διάταξη σχετική αλλά διάβασα σε κήρυγμα του Οκτωβρίου του 2010 πως η δυνατότητα είναι δεδομένη:

η λεγόμενη «πολιτική» κηδεία ούτε απαγορεύεται από την Πολιτεία, ούτε και κινεί την αντίδραση της Εκκλησίας. Αντιθέτως, είναι θεμιτή όταν πρόκειται για πρόσωπα που δεν είχαν ποτέ την παραμικρή σχέση μαζί Της.

Και συνεχίζει ο συντάκτης του κηρύγματος:

Επομένως, η εμμονή για την διά νόμου θεσμοθέτηση του πολιτικού τρόπου κηδείας και ταφής είναι υπερβολική και αδικαιολόγητη και προφανώς σχετίζεται με την συστηματική προσπάθεια αποϊεροποίησης της Ελληνικής κοινωνίας.

Δεν ξέρω εάν υπάρχει κάποιος εχθρός που θέλει να αφανίσει από την ελληνική κοινωνία μας κάθε ιερό και όσιο. Αυτό που άκουσα για τον νεκρό που συνόδευσα με τους φίλους μας ήταν πως «ήταν άθρησκος αλλά όχι άθεος».

Στο άκουσμα αυτής της φράσης περνούσε από μπροστά μας η πομπή της αμέσως προηγούμενης κηδείας: μπροστά ένας μαυροφορεμένος επαγγελματίας του γραφείου που είχε αναλάβει την οργάνωση κρατούσε τον σταυρό, ακολουθούσαν δύο ιερείς με ράσα που ανέμιζαν στο αεράκι, το φέρετρο και μια μικρή ομάδα θλιμμένων. Ήταν σαν ταινία…

Εκείνη τη στιγμή δεν είχα την αίσθηση ότι εμείς είμαστε σε ένα άλλο στρατόπεδο, αφού απλώς σεβόμασταν τη θέληση του εκλιπόντος. Μια επιθυμία που μπορεί να μην ήταν άρνηση του ιερού αλλά άρνηση της αυτοέκθεσης σε μια τελετή όπου ίσως υπερεπλεόναζε το θέαμα και η αλήθεια της συγκίνησης χανόταν στους ήχους των μακρόσυρτων ακατανόητων ψαλμωδιών (κάποτε ηχογραφημένων).

Με τις σημερινές συνθήκες που επικρατούν στα αστικά κέντρα, πώς μπορεί άραγε να αισθανθεί κάποιος το συγκλονιστικό περιεχόμενο του χορικού άσματος που συνοδεύει τον μεταστάντα στην αιωνιότητα;

Ενδεχομένως η πολιτική κήδευση να μην είναι άρνηση του Θεού αλλά έκφραση μιας διαμαρτυρίας για την ευτέλεια της μετά θάνατον φροντίδας στα νεκροταφεία όπου ενώ ακούγεται και ξανακούγεται στην εξόδιο ακολουθία η ματαιότητα των πάντων, η φθορά, και επιβεβαιώνεται ότι όλοι είμαστε «κόνις», «τέφρα», και μία «ἀτμίς», την ίδια στιγμή υπάρχει μια απίστευτη εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου και του ανθρώπινου φόβου για το τέλος: από τον δήμο που είναι υπεύθυνος για τον χώρο έως τον εργολάβο της τελετής και τον κτίστη του μνήματος. Δυστυχώς, στη συνείδηση των περισσότερων στην ταφή και μετά την ταφή ο κληρικός που είναι εκεί δεν είναι ένας πατέρας-ποιμένας αλλά είναι ένας υπάλληλος που παρέχει τις υπηρεσίες του σαν μάγος της φυλής με το αζημίωτο.

Όλα αυτά με κάνουν και σκέφτομαι μήπως η πολιτική κηδεία με την απλότητά της είναι και ένα παράπονο για μια χαμένη φροντίδα, δηλαδή για μια λησμονημένη ωραιότητα…

*

Η κηδεία του Μάκη δεν θα γίνει ποτέ!

Ο Μάκης πέθανε προχθές στο νοσοκομείο, μόνος, σε ηλικία 82 ετών. Έζησε τα τελευταία χρόνια σε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, μόνος, χωρίς συγγενείς και χωρίς φίλους. Πριν από μία εβδομάδα, άρρωστος και εξαντλημένος, κάλεσε μόνος του το ασθενοφόρο να έλθουν να τον πάρουν. Οι τραυματιοφορείς δεν μπορούσαν να μπουν στο διαμέρισμα, γιατί ο Μάκης, που φοβόταν, είχε κλειδωμένη την πόρτα και κατάκοιτος, δεν στάθηκε δυνατό να σηκωθεί να τους ανοίξει. Τηλεφώνησε τότε ο ίδιος στην αστυνομία, να έλθουν να σπάσουν την πόρτα του. Έζησε στο νοσοκομείο πέντε μέρες και κατέληξε.

Στο διάστημα αυτό τον επισκέφθηκαν τρεις άνθρωποι, ένοικοι της πολυκατοικίας όπου έμενε, που τον γνώριζαν και τον λυπόντουσαν. Προχθές, που πέθανε ο Μάκης, ζήτησαν να πάρουν τη σωρό να τον κηδέψουν. Όμως δεν είναι συγγενείς και δεν τους επετράπη.

Δεν έχουν, τους είπαν, το δικαίωμα.

Η Διεύθυνση του νοσοκομείου δεν μιμήθηκε τη συγκατάβαση του Πιλάτου προς τον Αριμαθαίας και, έτσι ο Μάκης παραδόθηκε στην Ιατρική Σχολή, για το μάθημα της ανατομίας.

Μέχρι πότε αυτή η πολιτεία θα επιμένει να μην αναγνωρίζει τη φιλία ως αξία της ζωής? Να μην αναγνωρίζει το δικαίωμα του ανθρώπινου ενδιαφέροντος παρά μόνον στον εξ αίματος ή αγχιστείας συγγενή?

Θα γεννήθηκε τη δεκαετία του ΄30, στα τέλη της «μπέλ επόκ». Στο μαιευτήριο, ή ίσως στο σπίτι, που είδε πρώτη φορά το φως της ζωής, θα είχανε μεγάλη χαρά. Η μητέρα του θα τον παρέλαβε μωρό τρυφερά στην αγκαλιά της, ο πατέρας του περήφανος, γύρω τους συγγενείς, οικογενειακοί φίλοι, κεράσματα, φωτογραφίες.

Κι ύστερα παιδί, νεαρός άντρας, μεσήλικας, ο Μάκης θα γέλασε, θα έπαιξε, θα φοβήθηκε, θα χόρεψε, θα γλέντησε, θα αγάπησε και θα αγαπήθηκε.

Πως έμεινε στο τέλος έτσι μόνος?

Ίσως η αιτία να ήταν προσωπικές του λανθασμένες επιλογές. Ίσως πάλι οι συγκυρίες της ζωής του, αναποδιές, ατυχίες ή απώλειες έφεραν τα πράγματα με τέτοιο τρόπο που έμειναν στο τέλος μόνο μερικοί γείτονες της πολυκατοικίας, λίγο–πολύ άγνωστοι, να ενδιαφερθούν για αυτόν.

Όμως είναι σωστό η κοινωνία μας, οι θεσμοί μας και οι νόμοι να του στερούν αυτό το ελάχιστο των ανθρωπίνων σχέσεων που του είχε απομείνει?

Είναι σωστό να μένει ακήδευτος άνθρωπος που πέθανε λίγα μέτρα πιο πέρα από εκεί που έγραψε ο Σοφοκλής την Αντιγόνη?

Είναι αυτό το ήθος μιας Πόλης που, κάποτε, το άγος των ακήδευτων νεκρών βάραινε γενεές και προκαλούσε πολέμους?

Μέχρι πότε αυτή η πολιτεία θα επιμένει να μην αναγνωρίζει τη φιλία ως αξία της ζωής? Να μην αναγνωρίζει το δικαίωμα του ανθρώπινου ενδιαφέροντος παρά μόνον στον εξ αίματος ή αγχιστείας συγγενή? Και όλοι οι άλλοι να θεωρούνται «ξένοι».

Οι νόμοι μας δεν προβλέπουν Σαμαρείτες.

Και αυτά να συμβαίνουν στην Αθήνα, το 2009 (δηλαδή, δύο χιλιάδες εννέα χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού).