Tag Archives: Μουσείο Μπενάκη

Ἐνδύεσθαι

Τί σημαίνει ενδύομαι; Τι μηνύματα μεταφέρει η στολή; Τι ρόλο έχει παίξει το ρούχο στην πολιτική προπαγάνδα; Νά, τρία ερωτήματα που αναδύονται αμέσως στην έκθεση Ενδύεσθαι. Για ένα μουσείο πολιτισμού του ενδύματος που εγκαινιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς.

Ρούχα από παλαιότερες εποχές που φτάνουν έως το 2010 παρουσιάζονται στην έκθεση.

Για τους περισσότερους Έλληνες η φουστανέλλα, τα τσαρούχια και τα φέσια ανήκουν πλέον στα εμβλήματα που έχουν σημαδέψει τον ελληνικό μύθο, όπως ταξιδεύει από τον 19ο αιώνα και φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Σημαιάκια, στολές Αμαλίας, πουκάμισα και ζωνάρια, πουτούρια και βρακιά, βλέμματα με αγωνία σε μάτια πανέξυπνα, χεράκια που δείχνουν τη σημαία, έναν δρόμο που πάει πίσω για να μας κάνει να αισθανθούμε ότι ανήκουμε κάπου. Όπως σήμερα το τζην ή το τατουάζ δηλώνουν ομάδες, τάξεις ή απλώς μια μόδα.

Όλες οι σχολικές μας γιορτές με τα τσολιαδάκια και τις καραγκούνες παρά τη γραφικότητά τους μας ένωσαν, ο δάσκαλος μας έμαθε να συλλαβίζουμε τον ύμνο, μας έμαθε να νιώθουμε υπερηφάνεια που ήμασταν ελληνάκια. Σήμερα, 25 Μαρτίου, θυμήθηκα με συγκίνηση εκείνες τις μέρες που ήταν για όλους μας κάτι ξεχωριστό. Για τη δική μας προσωπική ιστορία και ταυτότητα. Μήπως και αυτή δεν είναι εξίσου, αν όχι σημαντικότερη, από κάθε εθνική ιστορία;

Εδώ, στην έκθεση που ξεκίνησε την Τρίτη που μας πέρασε, μυρίζει ύφασμα από την είσοδο, παρουσιάζεται η ιστορία του ελληνικού ενδύματος (για την ακρίβεια ενδύματα που φορέθηκαν στην Ελλάδα) τηρώντας μια χρονολογική σειρά, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν θεματικές ενότητες με κριτήριο την ηλικία, το φύλο, τη χρήση ή τους επώνυμους σχεδιαστές. Έτσι θαυμάζεις την φορεσιά της Επισκοπής από τη Μακεδονία πλάι στη φορεσιά από την Αντινοόπολη, δίπλα σε αφρικανικά χιτώνια ή ινδικά πλουμιστά φορέματα και λίγο πιο πέρα ενδύματα που υπογράφουν καλλιτέχνες όπως Mariano Fortuny, Jeanne Lanvin, Christian Dior, Jean-Paul Gaultier, Issey Miyake κ.ά., αλλά και άλλα με υπογραφές Ελλήνων με διεθνή ακτινοβολία, όπως των Γιάννη Ευαγγελίδη, Jean Dessès, του James Galanos, Γιάννη Τσεκλένη, Σοφίας Κοκοσαλάκη.

Τα ενδύματα προσφέρονται για διαφημιστικές καμπάνιες και προεκλογικές εκστρατείες.

Θεατρικά κοστούμια συνυπάρχουν με αθλητικά ενδύματα και στολές ιππασίας. Παραπέρα νυφικά με στενούς κορσέδες και ειδικά επιθέματα που τόνιζαν τις γυναικείες περιφέρειες. Παλαιά φελόνια από την Κρήτη με κεντήματα αντικρίζουν μαγιώ της μπελ επόκ, ενώ στη γωνία αστράφτουν τα γοβάκια της παλαιάς καλής κοινωνίας. Στο τέλος είναι πολύ απτό αυτό που συνοψίζει η ψυχή της έκθεσης Νανά Παπαντωνίου: «Τα ελληνικά ρούχα δεν είναι μόνο σιγκούνια και τοπικές φορεσιές μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια. Οι Ελληνίδες φόρεσαν και άλλα ρούχα, ξένων και Ελλήνων δημιουργών».

Η Ιωάννα Παπαντωνίου, η γνωστή σκηνογράφος, είναι η ιδρύτρια του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος που εδρεύει στο Ναύπλιο. Είναι μια γυναίκα με έμπνευση, γνώση και όραμα για τον λαϊκό πολιτισμό. Η Παπαντωνίου έχει δουλέψει στο Λύκειο Ελληνίδων στην ιματιοθήκη που συγκροτήθηκε από τη δωρεά της βασίλισσας Όλγας και είναι η αυθεντία που διαθέτουμε σήμερα στην ελληνική παραδοσιακή φορεσιά. Είτε με επιτόπιες έρευνες είτε με μελέτη των ίδιων των κομματιών που αποτελούν το ελληνικό ένδυμα, η Παπαντωνίου μετά την Αγγελική Χατζημιχάλη έχει δημιουργήσει στον τόπο μας τον πυρήνα της σοβαρότερης ενασχόλησης με τον κόσμο του ενδύματος.

Η φορεσιά της επισκοπής με τα περίφημα κεντήματα προσφέρεται για σύγκριση με ενδύματα από τον 6ο αιώνα της Αντινοόπολης.

Στο πλαίσιο της έκθεσης θα πραγματοποιηθεί 9‐11 Απριλίου 2010, στο Μουσείο Μπενάκη, Κτήριο Οδού Πειραιώς, παγκόσμιο συνέδριο με τίτλο «Ενδύεσθαι». Ιστορικές, κοινωνιολογικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις. Το πλουσιότατο πρόγραμμα, μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα, δείχνει με σαφή τρόπο τις πλέον σύγχρονες προσεγγίσεις στο ένδυμα ως αντικείμενο πολιτισμού και τέχνης από την πλευρά της ανθρωπολογίας, την ιστορία και αρχαιολογία της μόδας,  τον προσδιορισμό του φύλου, αλλά και την ιδεολογία που φέρει η φορεσιά κλπ.

Αντιγράφω σχετικά για το σκεπτικό της συνάντησης:

Στόχος του Συνεδρίου είναι η διερεύνηση των πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ενδυμασίας τόσο από άποψη ιστορική και καλλιτεχνική όσο και ψυχολογική και κοινωνική.
Ως επιμέρους θεματικές του συνεδρίου έχουν ορισθεί οι ακόλουθες:
1. Ιστορία του ενδύματος
Ειδικές αναφορές στην ιστορία του ενδύματος, πηγές της ενδυματολογικής έρευνας.
2. Κοινωνιολογία του ενδύματος
Μόδα και ιδεολογία, ένδυμα και σημειολογία, ενδυματολογία και ταυτότητα, το ένδυμα ως διακριτικό στοιχείο ηλικίας, καταγωγής / προέλευσης, κοινωνικής τάξης, θρησκείας, σωματογραφία και σωματική μόδα (body art), κ.λπ.
3. Αναθεωρήσεις και νέες προσεγγίσεις
Θεωρητικές και εννοιολογικές τοποθετήσεις ως προς την ενδυματολογία, μεθοδολογικές προσεγγίσεις, διδακτική της ενδυματολογίας.

Η Παπαντωνίου με κάνει να νοιώθω περηφάνεια για τον τόπο μου. Σπούδασε στο Λονδίνο το ένδυμα, ερεύνησε το ρούχο όχι απλά ως αισθητικό επίτευγμα αλλά και ως τεχνική κατασκευή, και από πολύ νωρίς διαπίστωσε ότι στην Ελλάδα έλειπε ένας χώρος που να μελετάει ειδικά την ιστορία της φορεσιάς μέσα στον πολιτισμό που τη δημιουργεί και τη λανσάρει.

Η έκθεση αυτή τεκμηριώνει με έναν τρόπο που δεν χωρά αμφιβολία ότι το περιεχόμενο για ένα μουσείο πολιτισμού του ενδύματος υπάρχει. Όπως υπάρχουν και οι άνθρωποι που θα το σχεδιάσουν. Σειρά έχει να βρεθεί το κτήριο που θα το στεγάσει.

Τα εσώρουχα που μέχρι πρόσφατα ήταν σε χρήση στον τόπο μας είναι πανομοιότυπα με εκείνα που εμφανίζονται σε βυζαντινές και μεταβυζαντινές απεικονίσεις, όπως εδώ στο μαρτύριο των αγίων τεσσαράκοντα.

Σύνδεσμοι: Ιστότοπος συνεδρίουΜουσείο Μπενάκη

Λαϊκό προσκύνημα στον Τσαρούχη

Χρόνια είχα να δω τόσο πολύ κόσμο σε μια έκθεση για έναν καλλιτέχνη. Σιωπηλοί και στοχαστικοί οι επισκέπτες του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς στάθηκαν υπομονετικά σε μια μακριά σειρά απέναντι από τα έργα του κορυφαίου ζωγράφου, διανοητή και δάσκαλου Γιάννη Τσαρούχη (1910-1989). Πήρα κι εγώ μέρος ανάμεσα σε νέους, φοιτητές, μητέρες με τα παιδάκια στα κορίτσια, κυρίες και κυρίους που γνώριζαν πού είχαν έρθει. Ένιωθα ότι όλοι είναι πεινασμένοι και διψασμένοι και αναζητούσαν στην αρμονία των χρωμάτων στις στολές και τα γυμνά νοήματα που έχουν αξίες ζωής, πέρα από την κατανάλωση της στιγμής ή το οφθαλμόλουτρο ξανθής αρτίστας που πουλήθηκε στα περίπτερα αντί 20 ευρώ σε έφηβους και ώριμους πειναλέους συμπολίτες μας.

H παρουσίαση της δουλειάς του Τσαρούχη (επιμέλεια: Νίκη Γρυπάρη, σχεδιασμός: Λίλη Πεζανού) έγινε με χρονολογική σειρά από την εποχή της εφηβείας φθάνοντας τη δεκαετία του 80, όπου παρόλο που ο ζωγράφος είχε χτυπηθεί από Πάρκινσον επέμενε να ζωγραφίζει χρησιμοποιώντας κραγιόνια και χρωματιστά μαρκαδοράκια, κεφάλια νέων στεφανωμένων με άνθη της ελληνικής φύσης, μορφές του έαρος, αισιόδοξες μέσα στην αινιγματικότητά τους. Ο τεράστιος χώρος του Μουσείου φάνηκε μικρός να φιλοξενήσει τα 680 έργα ζωγραφικής του Τσαρούχη, μία σχεδόν πλήρης απεικόνιση του συνολικού έργου του, στο οποίο περιλαμβάνεται και η δουλειά του στο θέατρο.

Προχωρώ αργά, βήμα βήμα, έργο έργο και παρατηρώ χρώματα, γραμμές, σπουδές που θα γίνουν μεγάλες συνθέσεις, έργα σε χαρτί, σε καμβά, σε ξύλο, σε κεραμικά. Σκέπτομαι από την αρχή τι πρόσφερε στον τόπο μου, πόσο μου μιλάει, δηλαδή πόσο με συγκινεί. Η απάντηση είναι καταφατική. Ο ιδιοφυής καλλιτέχνης που λάτρεψε τη βυζαντινή γραμμή προκαλεί διαρκώς εκπλήξεις με τις εικονολογικές αφηγήσεις του, δημιουργεί δεσμούς στον χρόνο, ανακεφαλαιώνει τη γεωγραφία μας με άξονα πάντοτε ένα σώμα που δείχνει να μετέχει σε μια τελετή. Είναι παράξενο, αλλά τα έργα παρόλο που πλημμυρίζουν από αισθησιασμό δεν καταλήγουν να γίνουν εικόνες σεξουαλικού περιεχομένου. Το γυμνό προσφέρεται χωρίς αιδώ, όπως είναι, αθώο. Με ένα αγνό βλέμμα. Με τα δικά του λόγια, μας λέει την άποψή του: «οι αρχαίοι Έλληνες βρήκαν δύο τρόπους που μεταμορφώνουν το γυμνό σε πηγή αγγαλιάσεως: αφενός μεν η παραδοχή της προοπτικής αφετέρου η παραδοχή του έρωτος ως συνεργάτου. Για αυτό και άγαλμα σημαίνει αυτό που δίνει αγαλλίαση.» Ωστόσο ο ίδιος γεννήθηκε σε ένα χριστιανικό περιβάλλον και έτσι θα πει ότι πρέπει να ξεπεραστεί «η ντροπή  των πρωτόγονων ανθρώπων για να δεις το σώμα σαν το καλύτερο έργο του Θεού.»

Θυσία Ιφιγένειας, 1947-1955. Σκόνες με ζωϊκή κόλλα σε πανί. 230Χ198 εκ. Ιδιωτική συλλογή. Τα πρόσωπα φορούν σύγχρονα ενδύματα. Ο Τσαρούχης με το έργο του για την ιστορία της Ιφιγένειας προτείνει και μια νεωτερική ανάγνωση του αρχαίου δράματος.

Το καλύτερο δώρο του Θεού. Να μια θέση καθαρά εικονολατρική. Το σώμα έχει θεϊκή καταβολή, η ύλη του είναι εξαγιασμένη. Αξίζει να το τιμάμε, δηλαδή να το σεβόμαστε και να το αγαπάμε. Επιβεβαιώνω ότι ο Τσαρούχης δοξολόγησε το γυμνό αποκαλύπτοντας όλα τα μέλη του σώματος ως κάτι ιερό, κάτι που δεν έγινε κανόνας στη χριστιανική ζωγραφική, σύμφωνα με τα κανονιστικά πλαίσια της βυζαντινής παράδοσης που λίγο πολύ έως την Αναγέννηση ακολουθούνται και στη λατινική Δύση.

Διαβάζω ένα απόφθεγμα στο τεράστιο Χρονολόγιο:

Πιθανόν να υπάρχουν χίλιες δυο οράσεις διαφορετικές από την όραση των ζωγράφων των διαφόρων σχολών. Μα οι οράσεις αυτές αν δεν είναι δυνατές είναι υποχρεωμένες να υποταχθούν σε άλλες δυνατότερες από αυτές. Κάθε άνθρωπος έχει τη δύναμη να αλλάζει τα μάτια του άλλου κόσμου αν ο ίδιος πίστεψε με θέρμη στη δική του όραση. Η ιστορία της ζωγραφικής, άλλωστε, δεν είναι άλλο τίποτε από μια υποταγή τεράστιων ομάδων ανθρώπων σε ένα ζευγάρι μάτια που τους οδηγούν στην όραση του κόσμου.

Φάτνη, δεκαετία 1940. Νερομπογιά σε χαρτί. Ιδιωτική συλλογή. Όταν φεύγει από τον Κόντογλου το 1934 ο Τσαρούχης έχει αποκτήσει μια μεγάλη εμπειρία στην τεχνοτροπία της βυζαντινής αγιογραφίας. Ωστόσο, δεν θα αργήσει να εντάξει στο χριστιανικό ρεπερτόριο τη δική του ελληνική εκδοχή, όπως στη φάτνη με τα σώματα των αγγέλων-φυλάκων να σχηματίζουν το ιερό σπήλαιο, με τον υιό του ανθρώπου στο κέντρο και την απλή μητέρα του Θεού να τον κρατά.

Κάποιοι μας μαθαίνουν να βλέπουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας. Από το Α. Για να φτάσουμε ίσως μερικά στοιχεία πιο κάτω. Όπως και ο Τσαρούχης. Ο ίδιος έλεγε ότι μια ζωή έκανε μια σειρά από πειράματα. Προσπαθούσε να μάθει τι είναι ζωγραφική να μάθει πράγματα που δεν τον δίδαξε κανείς. Στην πραγματικότητα τον σφράγισε η μαθητεία στον Κόντογλου, ο Παρθένης, ο ουρανός «το θεμέλιο της αισθητικής μου», όπως συνήθιζε να δηλώνει, και μάλιστα ο ουρανός του Πειραιά! Η Πομπηία,το θέατρο σκιών και ο Σωτήρης Σπαθάρης, ο Θεόφιλος. Γραμμές της λαϊκής κεντητικής, αδρά λιθανάγλυφα των Κυκλάδων, μελανόμορφα αγγεία. Αλλά και οι Σικελιανοί.

Ο κατάλογος των έργων της έκθεσης είναι εξαιρετικός, και περιλαμβάνει κείμενα του Άγγελου Δεληβορριά (θέτει τα κριτήρια για μια επιστημονική προσέγγιση του καλλιτέχνη και υπογραμμίζει το πρόβλημα της διεθνοποίησης του έργου του Τσαρούχη), της Νίκης Γρυπάρη (εξηγεί το σκεπτικό της έκθεσης), του Αλέκου Λεβίδη (αντικρίζει τον Τσαρούχη μέσα στην ατμόσφαιρα του μοντερνισμού και σε σχέση με τον Matisse). Aκόμη, αναδημοσιεύονται δύο κείμενα του Ελύτη και ένα του Εμπειρίκου, ενώ ένα πλήρες Χρονολόγιο σκιαγραφεί βίο και πολιτεία του παράλληλα με την ελληνική ιστορία.

Το όραμα του Δαυίδ, 1968-1974. Λάδι σε πανί. 157Χ110 εκ. Ιδιωτική συλλογή.

Ένα από τα κείμενα της έκδοσης υπογράφει ο Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος και φέρει τον τίτλο «Προσεγγίζοντας με σεμνή αναίδεια τη ζωή και το έργο του Γιάννη Τσαρούχη». Πρόκειται για ένα εκτενές και τεκμηριωμένο άρθρο όπου ο συγγραφέας αναζητεί την προσωπικότητα του καλλιτέχνη, τη σχέση του με τη ζωγραφική, την ηθική του, την πνευματικότητα και την ελληνικότητά του. Αξιολογεί το γραπτό του έργο και αναζητεί τα νήματα της κοσμοθεωρίας του. Συζητά ανοιχτά το ζήτημα του ομοερωτισμού του, στο οποίο υπήρξε κρυπτικός και δεν προχώρησε ποτέ σε καμιά προφορική δήλωση για τις προτιμήσεις του σε συνεντεύξεις δημοσιογράφων που στριφογύριζαν γύρω από το θέμα της προσωπικής του ερωτικής ταυτότητας.

Σημειώνω το συμπέρασμα του Ματθιόπουλου για την απόκρυψη της αλήθειας του έρωτα: «ομολογώντας τη θα την απομυθοποιούσε από μια εξυψωτική  -καθώς φαίνεται πως πίστευε- των εκλεκτών αλήθεια, από μια αλήθεια επέκεινα του Λόγου, στην οποία φτάνει κανείς μέσα από τη μύηση, μέσα από τη βούληση του δασκάλου να μεταβιβάσει με άφωνη πρακτική, σωματικά, μια μυστικιστική παράδοση, σε μια από τις μορφές ᾽σιχαμερής ρουτίνας᾽ και θα την υποβίβαζε από εκστατική γνώση του απολύτου κάλλους σε απλή πληροφορία ενός ύποπτου ιδιωτικού μυστικού που οι κοινωνικές συμβάσεις απωθούν υποκριτικά. Το άφατο πώς θα μπορούσε να έχει ειπωθεί;» (σελ. 60).

Το μεγάλο μάθημα από τον Τσαρούχη είναι η αξία της παραστατικής ζωγραφικής με επίκεντρο το ανθρώπινο κορμί ευλογημένο και δοξασμένο στο άπειρο.

Η έκθεση διαρκεί έως την Κυριακή 14 Μαρτίου. Σπεύσατε!

Σύνδεσμος: Μουσείο Μπενάκη