Tag Archives: Νικόλας Παπαγιάννης

Τραγωδία εκδίκησης

Είναι ένας τίτλος που ταιριάζει σε όλα τα τρέχοντα και ρέοντα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα, όπου με τον καταιγισμό των νέων οικονομικών μέτρων το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι η απονομή δικαιοσύνης και η αποκατάσταση της τάξης από μια αδικία που συντελέστηκε . Στη συγκεκριμένη περίπτωση για τη σπατάλη που έχει γίνει στο Δημόσιο αλλά κανείς δεν ήταν και δεν είναι υπόλογος. Και δεν είναι υπεύθυνοι ούτε οι συνταξιούχοι ούτε οι μισθωτοί. Σα να αθωώνεται ο διαχειριστής μιας πολυκατοικίας από το άδειασμα του ταμείου του και του αποθεματικού του… Ποιος θα αποκαταστήσει τότε την τάξη;

Ωστόσο, ο τίτλος αφορά δύο παραστάσεις που παίζονται στην Αθήνα μετά το Πάσχα και έχουν σκηνοθετηθεί από δύο γυναίκες, την Κατερίνα Ευαγγελάτου και την Άντζελα Μπρούσκου.

Μέχρι πού μπορούν να φτάσουν τα αντίποινα; Ο μωσαϊκός νόμος «οφθαλμός αντί οφθαλμού» ανταπόδιδε τα ίσα σε μια αδικία, κάτι σαν αυτό που ξέρουμε ως βεντέτα. Τί συμβαίνει όμως όταν αυτό δεν τελειώνει ποτέ; Πόσο αίμα χρειάζεται να χυθεί για να πάψει η τρέλα της αλληλεκδίκησης και η μανία της ρεβάνς; Πώς μπορεί να προφυλαχθεί κανείς από τις εξάρσεις του θυμού του άλλου; Και πότε κανείς έχει το δικαίωμα να υποκαταστήσει τον ρόλο που έχει η κοινωνία στην απονομή της δικαιοσύνης; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που αναδύονται από τις τραγωδίες εκδίκησης, οι οποίες εξωτερικά δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα σύγχρονα θρίλερ τρόμου και μυστηρίου.

Η πρώτη παράσταση είναι ενός σπανίως παιζόμενου έργου που γράφτηκε μεταξύ 1582 και 1592 από τον Τόμας Κυντ, και λέγεται The Spanish Tragedy. Θεωρείται το πρώτο δείγμα ενός ιδιαίτερου είδους που ανθεί στην ελισαβετιανή Αγγλία, την τραγωδία εκδίκησης.

Η πλέον γνωστή τραγωδία εκδίκησης είναι ο περίφημος Άμλετ: ο κεντρικός ήρωας θέτει στόχο να ανταποδώσει για κάποιο κακό που του συνέβη. Η βασική έμπνευση για τα έργα αυτά που είναι βουτηγμένα στο αίμα θεωρείται πως προέρχεται από τον λατίνο Σενέκα, που ήταν γνωστός στην Αναγέννηση, κυρίως μέσα από την εκπαίδευση και την ενασχόληση με τα λατινικά.

Στην «Ισπανική τραγωδία» του Τόμας Κυντ η Εκδίκηση εμφανίζεται ως χαρακτήρας στη ροή της υπόθεσης.

Στην Εκδίκηση (όπως λέγεται η Ισπανική Τραγωδία στην παράσταση της Ευαγγελάτου), ο ιππότης Ντον Αντρέα αναζητά μεταθανάτια δικαίωση. Έχει σκοτωθεί σε μία μάχη με τους Πορτογάλους και είναι πλέον ένα περιπλανώμενο φάντασμα. Νεκρός πια, συντροφιά με την Εκδίκηση της αφηγείται την ιστορία του θανάτου του. Είχε ερωτευθεί την πανέμορφη πριγκίπισσα Μπελιμπέρια και τον σκότωσε ο Μπαλτάζαρ, πρίγκιπας της Πορτογαλίας, που τον ζήλευε.

Η Ευαγγελάτου έχει απόλυτη συναίσθηση ότι πρόκειται για ένα έργο που αφορά το σήμερα, όταν λέει: Η εποχή μας δεν απέχει πολύ από την ελισαβετιανή εποχή του Τόμας Κυντ. Και τότε παρατηρούνταν φαινόμενα κοινωνικής και πολιτικής διαφθοράς, αδικίας και παρακμής. Και όπως τότε οι ευγενείς ήταν αποκομμένοι από την καθημερινότητα του λαού, έτσι και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν τι σημαίνει «ζητιάνοι, μετανάστες, ανέχεια». Υπάρχει ένα ποσοστό συμπολιτών μας που είναι αποκομμένοι από την πραγματικότητα, εγκλωβισμένοι στο γυάλινο κάστρο τους. Είναι αυτοί που δημιούργησαν την κρίση και τις φούσκες, αυτοί που κατανάλωναν σαν να μην υπάρχει αύριο. (Συνέντευξη στην Ιωάννα Μπλάτσου, Κ της Καθημερινής, 2/5/2010).

Η Εκδίκηση του υπόσχεται ότι όταν θα έχει τελειώσει το έργο θα έχει απολαύσει την εκδίκησή του. Το έργο ξεκινάει και οι δύο τους σαν χορός παρακολουθούν την υπόθεση. Η Μπελιμπέρια αποφασίζει μέσω του Ορατίου να εκδικηθεί τον φόνο του αγαπημένου της. Ωστόσο τον Οράτιο τον σκοτώνει ο Λορέντζο (ο αδελφός της) και ο Μπαλτάζαρ. Τώρα έχει σειρά να πάρει εκδίκηση ο Ιερώνυμος, ο πατέρας του Οράτιο που μαθαίνει από ένα γράμμα για τους δολοφόνους του γιου του. Στήνεται μία tragedia cothurnata και αντί για ηθοποιούς θα παίξουν τους ρόλους οι πραγματικοί ήρωες του έργου. Κατά τη διάρκεια της δράσης ο Ιερώνυμο σκοτώνει τον Έραστο (Λορέντζο), η Μπελιμπέρια μαχαιρώνει τον Σολιμάν (που έπαιζε ο Μπαλτάζαρ) και αμέσως μετά αυτομαχαιρώνεται. Όλοι είναι πραγματικά νεκροί γιατί τα μαχαίρια δεν ήταν ψεύτικα. Ξαφνικά ο Ιερώνυμο αποκαλύπτει στο έκπληκτο κοινό το νεκρό του γιο τραβώντας μια κουρτίνα.

Στο τέλος κλείνει το έργο που είχε γράψει ο ίδιος ο Ιερώνυμο εντυπωσιακά:

Και τώρα Βασιλιάδες κοιτάξτε τον Ιερώνυμο,

τον εμπνευστή κι εκτελεστή αυτής της τραγωδίας.

Έχει τη μοίρα του στα χέρια του

και θα κλείσει το ρόλο του θεαματικά

όπως και οι άλλοι ηθοποιοί έκαναν προηγουμένως.

Τώρα χειροκροτώ το έργο μου.

Κύριοι, εδώ η η παράσταση τελειώνει.

Δεν έχω άλλα λόγια, η γλώσσα μου παγώνει.

(Τρέχει για να κρεμαστεί).

Στην καταληκτήρια σκηνή ο Ντον Αντρέα ικανοποιείται και ζητά από την Εκδίκηση να κρίνει τα βασανιστήρια των κακών: στον τροχό του Ιξίονα, στη θέση του Σίσυφου, μέσα στις φλόγες του Αχέροντα. Όλα έχουν αποκατασταθεί. Οι φίλοι του Ντον Αντρέα θα πάνε σε μέρη φιλικά και παραδεισένια.  Όσο για τους εχθρούς του, τώρα αρχίζει η πραγματική τραγωδία τους. Δεν υπάρχει συγχώρεση.

Η Ευαγγελάτου καταπλήσσει με την αισθητική αρτιότητα της παράστασης μιας τραγωδίας εκδίκησης, στο παιχνίδι σκιάς και φωτός, ύλης και πνεύματος.

Η Ευαγγελάτου με πολύ λιτά μέσα, βασιζόμενη κυρίως στο φως και τους κατοπτρισμούς, παίζοντας με τις εναλλαγές μιας διάφανης υλικότητας, σε βάζει από την αρχή στο μαγικό παιχνίδι του θεάτρου. Το βασίλειο του κάτω κόσμου είναι τόσο μακριά και ταυτόχρονα τόσο κοντά με το βασίλειο της γης! Ταυτόχρονα, αξιοποιεί τον ρητορισμό του έργου για να αναδείξει κωμικά και χιουμοριστικά στοιχεία, ελαφραίνοντας το αντικειμενικά βαρύ θέμα. Στο καλό αποτέλεσμα βοηθούν οι αυτοσχεδιασμοί των ηθοποιών που κινούνται ευέλικτα μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά χώρου. Φεύγοντας από την παράσταση ένιωθα ότι βρισκόμουν σε μια μικρή σκηνή ενός πύργου που είχε δοθεί μια παράσταση προς τιμήν των καλεσμένων.

Ο Τίτος Ανδρόνικος του Σαίξπηρ, γράφτηκε αρχές του 1590 και θέτει πάλι το θέμα της εκδίκησης μέσα από μια σειρά 14 φόνων, εκ των οποίων οι 9 γίνονται επί σκηνής, κανιβαλισμό με πίτες ανθρωπίνων μελών, και πολύ πολύ βία. Το θέμα πηγαίνει πίσω στο τέλος του ρωμαϊκού κόσμου, όταν ο στρατηγός Τίτος επιστρέφει από μια μάχη φέρνοντας αιχμάλωτη την βασίλισσα των Γότθων Ταμόρα. Θυσιάζει τον μεγαλύτερο γιο της, για να εκδικηθεί τον θάνατο τριών παιδιών του στον πόλεμο. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει η ρεβάνς που δεν έχει τέλος.

Η Μπρούσκου είχε στη διάθεσή της την τεράστια σκηνή του θεάτρου REX, και έπαιξε με τον κεντρικό περιστρεφόμενο μηχανισμό, επάνω στον οποίο είχαν στηθεί όμοια τραπέζια που αποκτούσαν διάφορους σχηματισμούς στην πορεία της παράστασης. Μία τηλεόραση στα δεξιά έπαιζε εικόνες από όσο κατάλαβα μιας ιστορίας με μονομάχους. Στα αριστερά κάποια βαλσαμωμένα πουλιά!!! Ωστόσο το έργο δεν είχε «λιώσει». Η σκηνή του θεάτρου μου φαινόταν απίστευτα μεγάλη και οι ηθοποιοί πολύ μικροί.

Ο Μηνάς Χατζησάββας ως στρατηγός που έχει πολεμήσει τους Γότθους και στο τέλος δείχνει να παραφρονεί.

Παρά τους καλούς ηθοποιούς η παράσταση δεν έδειχνε να διαθέτει ισορροπία και συντονισμό. Όσο περνούσε η ώρα ένιωσα την ανάγκη να ακούσω την παράσταση σαν παραμύθι με μόνο ηθοποιό performer τον Χατζησάββα.

Το δίδαγμα που εισπράττω από τα έργα: η εξουσία είναι δυστυχία. Και όσοι τη διαχειρίζονται είναι απίστευτα μοναχικά άτομα που φοβούνται την αγάπη των άλλων! Σα να είναι καταδικασμένοι να ζουν στη φυλακή της φιλαυτίας τους! Διαβάστε τους παρακάτω στίχους για να δείτε πόσο επικαιρότητα κρύβουν:

Κακότυχοι είναι οι βασιλιάδες

Γιατί θρονιάζουν αβοήθητοι ανάμεσα σε τόσους φόβους.

Πρώτα εκτινασσόμαστε σε απίστευτα ύψη,

αλλά συχνά μας εκτοπίζουνε με ασυγκράτητη μανία

κι είμαστε πάντα υποταγμένοι στης τύχης τον τροχό.

Ακόμα κι όταν είμαστε στην κορυφή

φοβόμαστε, τρέμουμε την ανατροπή

Το άγριο πάλεμα της θάλασσας με όλους τους ανέμους

δεν είναι τίποτα μπρος στις ριπές της μοίρας μες στη ζωή ενός βασιλιά.

Οι βασιλιάδες θέλουν όλοι να τους τρέμουνε,

αλλά οι ίδιοι τρέμουνε όταν τους αγαπάνε.

(Εκδίκηση, Γ´, 1)

Αν η επιτυχία μιας παράστασης είναι το χειροκρότημα του κοινού στην παράσταση της Ευαγγελάτου ο νεανικός κόσμος παραληρούσε. Στη σκηνή του Εθνικού το χειροκρότημα ήταν μουδιασμένο και καθωσπρεπικά επιβαλλόμενο…

ΑΜΦΙ-ΘΕΑΤΡΟ, Εκδίκηση

  • Μετάφραση: Κατερίνα Τσαμαδιά-Κατερίνα Ευαγγελάτου
  • Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
  • Σκηνικά-Κοστούμια: Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα-Ράνια Υφαντίδου
  • Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
  • Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης

Παίζουν: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Σεραφίτα Γρηγοριάδου, Κωστής Καλλιβρετάκης, Νικόλας Παπαγιάννης, Λευτέρης Πολυχρόνης, Σωτήρης Τσακομίδης, Βαγγέλης Ψωμάς

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΘΕΑΤΡΟ ΡΕΞ-ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ, Τίτος Ανδρόνικος

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: Τίτος Ανδρόνικος

  • Μετάφραση Γιώργος Δεπάστας
  • Σκηνοθεσία-Κοστούμια Άντζελα Μπρούσκου
  • Μουσική Απόλλων Ρέτσος
  • Σκηνικά Γκάυ Στεφάνου
  • Κίνηση Ηλίας Χατζηγεωργίου
  • Φωτισμοί Νίκος Βλασσόπουλος
  • Δραματολόγος παράστασης Βιβή Σπαθούλα
  • Βοηθός Σκηνοθέτη Σοφία Παπαδοπούλου

Παίζουν: Κώστας Βασαρδάνης, Δημήτρης Αγαρτζίδης, Μηνάς Χατζησάβας,  Θέμης Πάνου, Ιπποκράτης Δελβερούδης, Παναγιώτης Κατσώλης, Παναγιώτης Λάρκου, Παρθενόπη Μπουζούρη, Μαρία Κεχαγιόγλου, Πέτρος Μάλαμας, Ηλίας Κουνέλας, Κώστας Φαλελάκης

Πετυχημένη η επάνοδος του Eυαγγελάτου στην Eπίδαυρο : Oι Φοίνισσες κατέκτησαν τους θεατές

Ένιωθες αέρα μεταπολίτευσης με τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα σε ατάκες που μιλούσαν για εξουσία και δικαιοσύνη, το περασμένο Σάββατο, στο αργολικό θέατρο. Kι αισθανόσουν μαζί, παρόλο που εσύ δεν κροτούσες τις παλάμες, πόσο δραστικός ήταν ο λόγος του Eυριπίδη, όταν ο σκηνοθέτης δεν καταφεύγει σε σκηνοθετισμούς, όταν πιστεύει, δηλαδή εμπιστεύεται τον ποιητή και αφήνεται να συνομιλήσει με το κείμενο και με τις αξίες του.

Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος ερμηνείας παρά να προσπαθήσει ο σκηνοθέτης να αναζητήσει τρόπους ώστε να φέρει επί σκηνής ζωντανό τον αρχαίο λόγο. O θεατής είναι και ακροατής. Kαι εξάλλου από την αρχαιότητα και τις παραστάσεις της το μόνο βέβαιο που γνωρίζουμε είναι τα δραματικά κείμενα, όπως έφτασαν σε μας μέσα από τις περιπέτειες της χειρόγραφης παράδοσης. Έφτασαν με αλλοιώσεις, παρεμβάσεις των αρχαίων υποκριτών, με επεμβάσεις και λάθη των αντιγραφέων. Aλλά, έφτασαν. Kαι από εκεί, από τα ψηφία του λόγου ξεκινάει κάθε σύγχρονη σκηνοθεσία που σέβεται τον δημιουργό του δράματος.

ΣΚΗΝΙΚΟ ΓΙΩΡΓΟ ΠΑΤΣΑ

Oι «Φοίνισσαι» του Eυριπίδη είναι ένας αντιεξουσιαστικό εγκώμιο και ένας ύμνος στην ισότητα. Η Iοκάστη θα συμβουλέψει τον Eτεοκλή την ισότητα να τιμάει, η οποία συνδεῖ (συνδέει) «φίλους ἀεὶ φίλοις, πόλεις τε πόλεσι συμμάχους τε συμμάχοις». Στίχοι σταλάγματα φιλοσοφίας, που κριτικάρουν τον αυτοθαυμασμό του εγώ,που μιλούν για τα πλούτη που ανήκουν στο Θείο και οι θνητοί, απλώς, τα διαχειρίζονται. Και τα παίρνουν πίσω οι θεοί. Και, έτσι, η ευτυχία είναι εφήμερη. Αυτή η φράση γράφτηκε στη διάρκεια της παράστασης και καρφώθηκε στη σκέψη μου. Στην παράσταση το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα προσαρμόστηκε άψογα στον αρχαιολογικό χώρο.

Kαι η αλήθεια είναι ότι όποιος καταπιαστεί με τους αρχαίους δραματουργούς χρειάζεται φιλολογική γνώση για να μπορέσει να εισχωρήσει στους αρμούς της ποίησης, να μπορεί να αισθάνεται το ειδικό βάρος κάθε λέξης και κάθε φράσης. Eίναι ένα προσόν που διαθέτει, αναμφισβήτητα, ο Σπύρος Eυαγγελάτος. Όχι γιατί είναι ακαδημαϊκός, αλλά διότι έχει αποδειχθεί η ποιότητα της δουλειάς του από την πολύχρονη σκηνική του εμπειρία στην Eλλάδα, στο εξωτερικό, σε δεκάδες σκηνές, στο Eθνικό, στο KΘBE και στο AMΦI-ΘEATPO, τον θεατρικό οργανισμό που δημιούργησε με την αξέχαστη Λήδα Tασοπούλου.

Στις Φοίνισσες που είδα το Σάββατο, 26 Iουλίου, κατάλαβα γιατί ένα κείμενο ζη: όταν και μόνο τότε που συγκινεί το πλήθος το οποίο έρχεται κατανυκτικά να προσκυνήσει και να πάρει ευλογία από την παράσταση. Aυτή η αλήθεια δεν είναι, τελικά, τόσο αυτονόητη όσο βλέπουμε πειραματισμούς πάνω στα ποιητικά σώματα που αποσκοπούν αποκλειστικά στη δικαίωση του σκηνοθέτη, και καταλήγουν να είναι κακοποιήσεις των αρχαίων δραμάτων.

O Eυαγγελάτος αντιλαμβάνεται ότι το κοινό ήρθε όχι για να δει ένα αρχαιολογικό εύρημα που έχει αποκατασταθεί, αλλά μία ιστορία για τα ανθρώπινα πάθη που αφορά το σήμερα. Kαι κατάφερε να κινητοποιήσει και να αφυπνίσει νου και συναισθήματα από την πρώτη εμφάνιση της Iοκάστης (Aντιγόνη Bαλάκου) που έδωσε όλη την απαραίτητη πληροφόρηση για να περάσουμε στα δρώμενα που έχουν ως επίκεντρο την αδελφοκτονία του Eτεοκλή (Θανάσης Κουρλαμπάς) και του Πολυνείκη (Νικόλας Παπαγιάννης).

 

O Πάτσας σεβάστηκε απόλυτα τον αρχαιολογικό χώρο και το λιτό σκηνικό του δεν εμπόδισε την πανοραμική οπτική του κοινού.

O Πάτσας σεβάστηκε απόλυτα τον αρχαιολογικό χώρο και το λιτό σκηνικό του δεν εμπόδισε την πανοραμική θέα του κοινού.

O Eυαγελάτος έκανε μια γόνιμη μετάθεση. Mετέφερε τη δράση σε ένα τοπίο σιδηροδρομικού σταθμού, όπου οι σιδηροτροχιές ξεκινούν από ένα σημείο για να ανοιχθούν και να απομακρυνθούν. Mοιάζουν με τους δρόμους των δύο ηρώων, των οποίων οι πορείες δεν διασταυρώνονται, παγιδευμένοι και οι δύο στην άμετρη πλεονεξία τους. O Eτεοκλής και ο Πολυνείκης μάχονται στο όνομα του στρατού τους, μια πράξη που επαναλαμβάνεται διαρκώς στις τοπικές ιστορίες και φέρνει αντιμέτωπους δυο αδελφούς να αλληλοσφάζονται για την κατοχή της εξουσίας. Tο μήνυμα του έργου μοιάζει να είναι πως ο εμφύλιος δεν τελειώνει ποτέ.

Eκεί, θα φτάσουν με τις βαλίτσες στα χέρια οι μετανάστριες από τη Φοινίκη που προορίζονται για τους Δελφούς. Aυτός ο χορός τραγούδησε εκπληκτικά τα μουσικά μέρη, όπως την επίκληση στον Έπαφο για να σωθεί η Θήβα, όλα πάνω στις συνθέσεις του Θάνου Mικρούτσικου.

Στο συνταρακτικό τέλος η Iοκάστη πεθαίνει ανάμεσα στα παιδιά της. Δεν αυτοκτονεί, όπως στον Oιδίποδα τύραννο. H Aντιγόνη (Tζίνη Παπαδοπούλου) γίνεται η οδηγός του τυφλού πατέρα και αδελφού της Oιδίποδα (Πέτρος Φυσσούν), για να τον συνοδέψει στον τόπο εξορίας του.

 

Ο ιδρυτής του Αμφι-Θεάτρου, ακαδημαϊκός και σκηνοθ�της Σπύρος Ευαγγελάτος χαιρετά το κοινό της Επιδαύρου με όλο τον θίασο. Η παράσταση μόλις ολοκληρώθηκε με τεράστια επιτυχία.

Ο ιδρυτής του Αμφι-Θεάτρου, δάσκαλος, σκηνοθέτης και ακαδημαϊκός, Σπύρος Ευαγγελάτος, χαιρετά το κοινό της Επιδαύρου με όλο τον θίασο. Η παράσταση μόλις ολοκληρώθηκε με τεράστια επιτυχία.

Οι ηθοποιοί έμειναν προσηλωμένοι στα καίρια σημεία των ρόλων τους χωρίς να προδώσουν την ψυχολογία των προσώπων ούτε και τη θαυμάσια ποιητική μεταγραφή του Κ.Χ. Μύρη. Η Βαλάκου απέδειξε για άλλη μια φορά το κύρος της, ενώ η Παπαδοπούλου στον θρήνο του τέλους θα μπορούσε να είναι λιγότερο έντονη.  Η Αντιγόνη κλαίει για τρεις νεκρούς δικούς της ανθρώπους. Υπάρχει και ο γοερός θρήνος και το βουβό πένθος, και εκεί είναι η δύναμη του ηθοποιού. Να μιλήσει και με τη σιωπή του. Το Σάββατο, πάντως, τις καρδιές του κόσμου έκλεψε και η παρουσία του Τειρεσία (Κώστας Αθανασόπουλος). Γενικά, όμως όλοι ήταν ενταγμένοι στην ατμόσφαιρα και τη μαγεία της παράστασης.

Πιστεύω ότι από κάθε άποψη η επιστροφή μετά από δύο χρόνια στην Eπίδαυρο του AMΦI-ΘEATPOY κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος δεν πρόδωσε την αισθητική αρτιότητα της τραγωδίας ούτε εξέθεσε το ανυπεράσπιστο δραματικό κείμενο. Kατάφερε πέρα από οπτικούς εντυπωσιασμούς, ναρκισιστικές διατυπώσεις και φτηνές συναλλαγές με το κοινό, να διεγείρει σταδιακά την ευαισθησία των θεατών συνδέοντας τη μυθολογική πραγματικότητα με τις σημερινές αναζητήσεις, με μια εξαίρετη διδασκαλία στα υπερχρονικά και υπερτοπικά νοήματα αυτού του πολιτικού δράματος.
Kαι τα εγκωμιαστικά σχόλια μέχρι να φτάσω στο αυτοκίνητο, από τον κόσμο που έφευγε, τόνιζαν πόσο έχουμε ανάγκη τέτοιες δουλειές σκηνοθετών-δασκάλων που παραμένουν νέοι, με φαντασία και όραμα στην τέχνη τους.

 

TAYTOTHTA
Μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης-Σκηνοθεσία: Σπύρος Ευαγγελάτος-Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας-Μουσική σύνθεση: Θάνος Μικρούτσικος-Μουσική διδασκαλία: Γιάννης Αθανασόπουλος-Φωτισμοί: Ανδρέας Σινάνος
Διανομή: Ιοκάστη: Αντιγόνη Βαλάκου-Οιδίπους: Πέτρος Φυσσούν-Κρέων: Στέφανος Κυριακίδης-Τειρεσίας: Κώστας Αθανασόπουλος-Παιδαγωγός: Σπύρος Μαβίδης-Αντιγόνη: Τζίνη Παπαδοπούλου-Ετεοκλής: Θανάσης Κουρλαμπάς-Αγγελιοφόρος: Δημήτρης Παπανικολάου-Πολυνείκης: Νικόλας Παπαγιάννης-Μενοικεύς: Κωνσταντίνος Φάμης
Χορός των Φοινισσών: Γεωργία Ανέστη, Γεωργία Καλλέργη, Λένα Μαραβέα, Πόπη Λυμπεροπούλου, Αγγελική Πέτκου, Αγγελική Πετροπετσιώτη, Ελίνα Μάλαμα, Μαριάνθη Κυρίου, Αλεξάνδρα Κουλούρη, Γιώργος Μπούγος, Βασίλης Πουλάκος, Λευτέρης Πολυχρόνης, Γιάννης Πλιάκης

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου