Tag Archives: παιδεία

Tο ταμπού του πανεπιστημιακού ασύλου και το τέλος της μεταπολίτευσης

«Το άσυλο ανήκει στο λαό» βροντοφώναζαν πρίν από λίγο ομάδες διαδηλωτών στην Πανεπιστημίου. Η ιεροποίηση του ασύλου που ανάγεται σε σύμβολο του λαού, και το οποίο ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΕΒΗΛΩΘΕΙ,  τι εξυπηρετεί άραγε; Και ποιο είναι το άσυλο που επικαλούνται οι κατά καιρούς υπερασπιστές του; Αρχίζω να γράφω έχοντας στο νου μου τη σημασία της λέξης ταμπού, το οποίο είναι το προϊόν μιας αμφιθυμίας: στην αρχή σήμαινε κάτι που δεν επιτρεπόταν να αγγιχτεί, κάτι το δαιμονικό που εμπεριείχε το ιερό και το ανόσιο.

 

Άσυλο σημαίνει ποινική ασυλία;

Θεωρητικά όχι, αλλά πρακτικά, ναι. Το 1996 ο Αντώνης Μανιτάκης μιλώντας για την ιστορία του ασύλου στην Ελλάδα ορίζει την απαρχή αυτής της «ασπίδας της αστυνόμευσης της πανεπιστημιακής ζωής» στην εποχή μετά τον εμφύλιο που φτάνει στην περίοδο της δικτατορίας. Επιπλέον, θεωρεί την προστασία του ασύλου μέσο και όχι αυτοσκοπό για την ελευθερία της έρευνας και την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών. Κυρίως, ξεκαθαρίζει ότι το άσυλο του πανεπιστημίου δεν παρέχει «ποινική ασυλία» όταν διαπράττονται κακουργήματα ή εγκλήματα κατά της ζωής, είτε από μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας είτε από τρίτους εισβολείς («Το σημερινό νόημα του πανεπιστημιακού ασύλου», Ελευθεροτυπία, 16/11/96).

Όσα έγραφε ο Μανιτάκης, πριν 12 χρόνια έχοντας υπόψη τον νόμο του 1982, δεν έχουν πάψει να ισχύουν και με τις νομοθετικές ρυθμίσεις της κυβέρνησης Καραμανλή. Αντιγράφω τη σχετική νομοθεσία (άρθρο 3, Ν. 3549/07):

  • «1. Το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙ, και των εργαζομένων σε αυτἀ, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να τα καταλύσει.
  • 2. Το ακαδημαϊκό άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους του ΑΕΙ στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα. Οι χώροι αυτοί καθορίζονται με απόφαση και ευθύνη της Συγκλήτου για τα Πανεπιστήμια και της Συνέλευσης για τα ΤΕΙ. Δεν επιτρέπεται η επέμβαση δημόσιας δύναμης στους παραπάνω χώρους, παρά μόνο κατόπιν πρόσκλησης ή άδειας του αρμόδιου οργάνου του ιδρύματος και με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής.
  • 3. Αρμόδιο όργανο για την πρόσκληση ή άδεια της προηγούμενης παραγράφου είναι το Πρυτανικό Συμβούλιο για τα Πανεπιστήμια και το Συμβούλιο για τα ΤΕΙ, με δικαίωμα ψήφου όλων των μελών τους. Τα όργανα αυτά συνέρχονται αμέσως, αυτεπαγγέλτως ή από καταγγελία.»

Στο μόνο σημείο που διαφοροποιείται είναι η οριοθέτηση του χώρου ασύλου, καθώς και της ομοφωνίας για την άρση του ασύλου που υπήρχε παλαιότερα με πλειοψηφία των μελών του πρυτανικού συμβουλίου.

 

Τι να περιφρουρήσεις εάν δεν το αγαπάς;

«Το φοιτητικό κίνημα, η πανεπιστημιακή κοινότητα, οι εργαζόμενοι στο σύνολό τους, είναι οι μόνοι αρμόδιοι να περιφρουρήσουν το άσυλο και τη δημοκρατία στους χώρους των πανεπιστημίων», είχε δηλώσει η Αχτιδική Επιτροπή ΑΕΙ – ΤΕΙ της ΚΟΘ του ΚΚΕ, πριν έναν χρόνο. (Ριζοσπάστης, 4/8/2007). Λίγες μέρες πρίν, στις 12 Δεκεμβρίου,  ο πρύτανης του Καποδιστριακού Χρήστος Κίττας παρότρυνε την πανεπιστημιακή κοινότητα να είναι παρούσα στο κεντρικό κτήριο της Πανεπιστημίου, ώστε να περιφρουρηθεί το πανεπιστήμιο από ενδεχόμενη καταστροφή…

Στην πράξη αποδεικνύεται ότι το όποιο φοιτητικό κίνημα υπάρχει, φυτοζωώντας σήμερα, ανίκανο να συγκροτήσει μια ενιαία αντιπροσώπευση με τη λειτουργία της ΕΦΕΕ, αδυνατεί να φυλάξει χώρους που ανήκουν σε όλον τον ελληνικό λαό, έχουν πληρωθεί από δημόσιους προϋπολογισμούς, και προορίζονται κυρίως για Έλληνες. Οι εργαζόμενοι και η πανεπιστημιακή κοινότητα θα ήταν η ευχή να φυλάξουν τους χώρους εργασίας τους αλλά και πάλι ο φόβος κυριαρχεί: οι ομάδες που θέλουν να επιβάλλουν την άποψή τους, μέσα από μορφές αγώνα, όπως η κατάληψη, που συχνά νομιμοποιείται από υποτιθέμενες αποφάσεις γενικών συνελεύσεων, δεν υφίσταται έλεγχο από πουθενά. Με άλλα λόγια η κομματικοποίηση έχει απομακρύνει τις μεγάλες ομάδες φοιτητών από τους χώρους συνάντησης των πανεπιστημίων, έχει ευνοήσει ορισμένους και έχει αποδιώξει τις μάζες από την ιδέα της περιφρούρησης.

Τι να περιφρουρήσεις εάν δεν το αγαπάς; Και βέβαια, αυτή η περιφρόνηση έχει βαθειές ρίζες που απλώνονται σε πολλούς χώρους. Κυρίως όμως αυτή η περιφρόνηση έχει πολιτικό χαρακτήρα. Όσοι ασχολούνται με τα κοινά και είναι ψηλά στην κορυφή της εξουσίας, παρόλο που μπορεί να έχουν σπουδάσει και στο εξωτερικό και να έχουν απολαύσει τα αγαθά που προσφέρει στον επιστήμονα ένα οργανωμένο ΑΕΙ, ωστόσο επιβεβαιώνουν ότι ο χώρος της παιδείας δεν είναι ζήτημα βασικής προτεραιότητας για τη ζωή και τον πολιτισμό αυτού του τόπου. Μπορεί να δίνουν μάχη για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια αλλά να μην ενισχύουν τον προϋπολογισμό για την παιδεία, να μην ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας, να διατίθενται κονδύλια από την Ευρώπη για δημιουργία αιθουσών, εργαστηρίων χωρίς να υπάρχει ο σχεδιασμός και η πρόβλεψη της συντήρησης μηχανημάτων, χώρων, με αποτέλεσμα πάλι χαμένος να είναι ο φοιτητής και η έρευνα. Αλλά προς τι να δημιουργηθούν νέα εργαστήρια ή χώροι έρευνας; Για να καταστραφούν, να μη διαμαρτυρηθεί ΚΑΝΕΙΣ, αλλά και να μην τιμωρηθεί κανείς ως υπαίτιος; Και να πληρώσει για άλλη μια φορά το κράτος, δηλαδή όλοι μας; Η Νομική, αυτή τη στιγμή, ακούω, ότι είναι καμμένη. Ποιος θα κληθεί να πληρώσει τα σπασμένα; Και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη; ΚΑΝΕΙΣ.

Κριτική στον φανατισμό

Από εκείνους που έλαβαν θέση κρίνοντας ευθέως και γενναία την επικρατούσα κατάσταση είναι ο Νάσος Βαγενάς, ο οποίος έχει μιλήσει για φετιχισμό του ασύλου στο όνομα μιας προοδευτικότητας, στην εφημερίδα Το Βήμα, κάνοντας κριτική  προς τους αριστερούς που συντηρούν  φανατικά ένα ιδεολόγημα, αλλά και προς τους πανεπιστημιακούς, την ίδια στιγμή που παραβιάζεται το άσυλο «από φοιτητές αλλά και μη φοιτητές – αναρχικούς ή και κακοποιούς του κοινού ποινικού δικαίου – (καταλήψεις κτιρίων, απαγορεύσεις ή διακοπές μαθημάτων, εξετάσεων, γενικών συνελεύσεων, εκλογών μελών Δ.Ε.Π., προπηλακισμοί διδασκόντων και φοιτητών, παρεμποδίσεις της διακίνησης των ιδεών) και δεκάδες αυτόφωρα κακουργήματα έχουν διαπραχθεί (πυρπολήσεις κτιρίων, εντειχισμοί πρυτάνεων, καταστροφές δημόσιας περιουσίας και ερευνητικής εργασίας ετών)». 

Παρόλα αυτά δεν παίρνει πρωτοβουλία κανείς από τους αρμόδιους ώστε να εφαρμοστεί ο νόμος. Γιατί, επιτέλους, χρειάζεται κάπου να υπάρχει δέσμευση. Και μόνο ο νόμος μπορεί να προσφέρει κάτι τέτοιο. Σίγουρα, μπορούν τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας να κάνουν ένα τείχος προστασίας, να κάνουν βάρδιες, ειδικά στο ιστορικό κτήριο της Πανεπιστημίου, αλλά εφόσον υπάρχει νόμος που ρυθμίζει το θέμα γιατί να μην αναλαμβάνεται η ευθύνη απέναντι σε αυτόν τον νόμο; 

Έχω την εντύπωση ότι για να γίνει κάτι εναντίον της κατάχρησης της ιερότητας που έχει το άσυλο του πανεπιστημίου χρειάζεται να ενισχυθούν οι φωνές που υπερασπίζονται αυτό που καθορίζει ο νόμος: την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙ. Kολλημένοι οι υπερασπιστές του ασύλου σε μια ιδέα η οποία έχει κακοποιηθεί φρικτά συμβάλλουν στην παρεμπόδιση του δικαιώματος στη μάθηση και συνακόλουθα στην αποτελμάτωση των σπουδών: Δεν μπορεί να προγραμματιστεί με ακρίβεια τίποτα, και χάνεται η αξιοπιστία του ελληνικού πανεπιστημίου σε διεθνές επίπεδο.

Ποια αστυνομία;

Οι πρυτάνεις που ρωτήθηκαν για την κρίση στην παιδεία (Ελευθεροτυπία, 17/12/08), ζητούν πρωτοβουλίες από το κράτος, μιλούν για διακομματική ή εθνική συναίνεση  (Τσίρης, Κίττας, Μάνθος), για κοινωνική συναίνεση (Παλλήκαρης) ή επικαλούνται «τις υγιείς παρατάξεις της νεολαίας, να απομονώσουν άμεσα τα εξωπανεπιστημιακά στοιχεία» (Κίττας).

Μόλις χθες η Καθημερινή μίλησε για την Ώρα των πρυτάνεων, τους οποίους παροτρύνει μαζί με τους καθηγητές να μη μείνουν αδρανείς αλλά να ζητήσουν τη βοήθεια της πολιτείας:

 

Δεν αρκούν οι ανώνυμες εκδηλώσεις αγανάκτησης ούτε οι θεατρινισμοί. Οταν γνωρίζουν πως κάποιος πανεπιστημιακός χώρος έχει καταληφθεί από ανθρώπους οι οποίοι τον χρησιμοποιούν ως αποθήκες πυρομαχικών για οδομαχίες, οφείλουν να ζητήσουν την επέμβαση της πολιτείας.

Η μεταπολίτευση θα έχει ωριμάσει όταν η πανεπιστημιακή κοινότητα επωμισθεί την ευθύνη που της ανήκει. Οταν οι πανεπιστημιακοί, οι εκπρόσωποι των κομμάτων, οι εισαγγελείς και η συντεταγμένη ελληνική πολιτεία αποφασίσουν από κοινού πως δεν μπορεί να υπάρχουν στεγανά μέσα στη Δημοκρατία και νησίδες ανομίας μέσα στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα.

Το όργιο που συμβαίνει σήμερα στο όνομα του ασύλου αποτελεί όνειδος για μια πολιτισμένη, δημοκρατική χώρα.

Ωστόσο, υπάρχει και ο αντίλογος: Ποια αστυνομία μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια μέσα στα πανεπιστήμια; Ο θεσμός που αντιπροσωπεύεται από όργανα που βάλλουν κατά ενός ανηλίκου μαθητή; Το ερώτημα είναι εύλογο, και αποκτά περισσότερο νόημα, λόγω των πρόσφατων γεγονότων, τα οποία δείχνουν να επικυρώνουν ότι τίποτε δεν άλλαξε από την εποχή της μεταπολίτευσης. Τότε που οι αντιλήψεις ήταν γκρουπαρισμένες στους συντηρητικούς και τους προοδευτικούς, και εννοείται ότι η αστυνομία ως λειτουργία καταστολής, κοντά με τον στρατό, που είχαν παίξει ενεργό ρόλο στη δικτατορία, εκφράζανε ό,τι πιο σκοτεινό και οπισθοδρομικό.

Και είναι αλήθεια, δύσκολο, εδώ στον τόπο μας, να αισθανθούμε φιλικά την αστυνομία, όπως ενδεχομένως την αισθάνονται άλλοι λαοί, ακριβώς γιατί δεν έχει πειστεί ο Έλληνας ότι υπάρχει για να υπηρετεί τις ανάγκες του λαού, και όχι απλά τα συμφέροντα της όποιας εξουσίας. Και αυτό είναι ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί από την πολιτεία που οφείλει να διαχειριστεί μέ έναν άλλον τρόπο την ύπαρξη των αστυνομικών στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης του πολίτη και όχι του συστήματος. Προσωπικά, βλέπω με συμπάθεια όσους αποφασίζουν να εργαστούν εκεί. Κι ας έχω φάει ξύλο στο παρελθόν, στο δρόμο, σε εποχή που οι αστυνομικοί διέλυαν απόλυτα ειρηνικές διαδηλώσεις. Γιατί είχαν εντολές. Άνωθεν. Σήμερα, τους βλέπω σαν αδέλφια μου, ανήψια μου ή και τους συγκάτοικους στο διπλανό διαμέρισμα. Ζητώ όμως να είναι επαγγελματίες. Και αυτό σημαίνει ότι η δουλειά τους είναι να υπηρετούν την ειρήνη και ασφάλεια των συμπολιτών τους. Κι αν έχουν ψυχολογικά θέματα στην επαφή τους με κόσμο ας (τους) στείλουν στον γιατρό ή ας γίνουν υπάλληλοι γραφείου. Δεν υπάρχει κάτι άλλο, πέρα από τον θάνατο. Εϊναι το τέρμα.

Η λύση της πανεπιστημιακής αστυνομίας

Πρόκειται για ένα ειδικό σώμα που θα μπορούσε να υπάρχει σε κάθε σχολή, με ένστολους, να επεμβαίνουν σε βίαιες πράξεις, οπότε θα λύνουν και τις καταλήψεις, να προστατεύουν τη δημόσια περιουσία και να συνεργάζονται με την πολιτική αστυνομία, εφόσον χρειάζεται (Δες σε συντομία το σκεπτικό σε συζήτηση στο GREEK UNIVERSITY REFORM FORUM). Παρόμοια πρόταση είχε διατυπωθεί και πέρσι από τον κοσμήτορα της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Ν. Μουσιόπουλο, και είχε μάλιστα θεωρηθεί πρόκληση (βλ. σχετ. άρθρο στον Ριζοσπάστη,  Πρόταση πρόκληση για Πανεπιστημιακή Αστυνομία). Στην περίπτωση αυτή, ενός ειδικού σώματος, ποιος θα καλύπτει μισθούς, εξοπλισμό και ό,τι σημαίνει μια τέτοια υπηρεσία;

Το σπάσιμο του ταμπού

Και, μοιραία, ερχόμαστε ξανά στο ερώτημα μήπως η παράκληση του πρύτανη για περιφρούρηση από την ίδια την κοινότητα του πανεπιστημίου έχει κάποιο νόημα. Το ξανασκέπτομαι.  Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο έχει σημασία μόνο συμβολικά (όπως έγινε με μια αλυσίδα σωμάτων που σχηματίστηκε) ή αν μπορώ να το πω αλλιώς, ως μία αφετηρία για μία αναθεώρηση της στάσης και της ευθύνης που έχουν τα μέλη αυτής της κοινότητας προς τη δουλειά τους. Και εξηγούμαι: Πόσο υπεύθυνοι είναι και πόσο ανεύθυνοι με τους φοιτητές και τα μαθήματα. Πόσο βολεύονται μέσα από την παροχή ποινικής ασυλίας, τις αναταραχές και τις καταλήψεις, όταν χάνονται μαθήματα ή κλείνουν γραμματείες και σπουδαστήρια, με χρήση οργανωμένης βίας. Και ποιοι τελικά ζημιώνονται από όλη αυτή την αναστάτωση, που μόνο με το ιδεολογικό περιεχόμενο του ασύλου, όπως διαμορφώθηκε από τον αγώνα του φοιτητικού κινήματος δεν έχει σχέση.

Οι πρυτάνεις έχουν το δικαίωμα να ζητούν από την πολιτική εξουσία ό,τι θεωρούν καλύτερο για τα πανεπιστήμια που εκπροσωπούν, όμως και οι ίδιοι έχουν υποχρέωση να προνοούν και να σχεδιάζουν σενάρια προτού συμβεί η καταστροφή και γίνουν όλα στάχτη και αποκαΐδια. Με άλλα λόγια μπορούν να δουν την υπόθεση ως πρόκληση όχι για να απαξιωθεί άλλη μια φορά η αστυνομία, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν προσκαλείται, αλλά για να τεθούν οι όροι σε περίπτωση άρσης της απαγόρευσης  της επέμβασης εκείνων που είναι στην υπηρεσία της δημοκρατίας. Ίσως, τότε περάσουμε σε κάτι νέο. Πέρα από προοδευτικότητα ή συντηρητισμό, όπως ήθελε η γενιά της μεταπολίτευσης. Και με κριτήριο όχι τον ατομικό μας μικρόκοσμο, τα μικροσυμφέροντα ή τις φοβίες μας προς μια τάχα ιερότητα που δεν πρέπει να κηλιδωθεί…

 

 

Η ενοχή της γενιάς της μεταπολίτευσης και άλλες άτακτες σκέψεις

Tο πρωτόγνωρο θέαμα εφήβων να αντιπαρατίθενται στους αστυνομικούς μοιάζει να είναι η ενσάρκωση μιας ιδεατής εικόνας του ατόμου με εξαιρετικές δυνάμεις, που διαθέτει μια γενναιότητα που ταιριάζει σέ ήρωες. Από την άλλη πλευρά η χωρίς διάκριση καταστροφή ξένης περιουσίας, που υπερβαίνει σύμβολα καταπίεσης ή εκμετάλλευσης του ανθρώπου, παραπέμπει σε μια θριαμβευτική εκδίκηση: τώρα, μπορώ κι επιτυγχάνω, είμαι τόσο δυνατός που μπορώ και ταπεινώνω τους θεσμικά πανίσχυρους.

Κρίση εμπιστοσύνης

Τουλάχιστον, αυτή η εικόνα παίζει στα κανάλια. Αναμφίβολα, υπάρχει κοινωνική αναστάτωση. Κάποιοι οργισμένοι που τα σπάνε, κάποιοι άλλοι που κλέβουν, και οι περισσότεροι καθισμένοι στον καναπέ να παρακολουθούν με απληστία τα δρώμενα. Μετά το έργο «Εφραίμ ο Αθωνίτης» το έργο «Οργή και πλιάτσικο στη γιορτινή Αθήνα» κόβει πάρα πολλά εισιτήρια, έχει θέσεις για όλους και δεν διώχνει κόσμο. Φυσικά, κανείς, πλέον, δεν μιλά πια για τις καλογερικές επενδύσεις των δωρεών των υψηλών ευεργετών.

Στις συγκεντρώσεις, ωστόσο, παίζουν και άλλα σενάρια, για το ποιοι κρύβονται πίσω από τα γεγονότα. Κυρίως, όμως πέρα από τους πραγματικά ιθύνοντες των καταστροφών και των λεηλασιών οφείλω να πω ότι τα παιδιά στην πλειονότητά τους, αυτά που βγαίνουν και διαμαρτύρονται λειτουργούν αυθόρμητα και η ζωντάνια τους δεν έχει σχέση με τους βαριεστημένους αδρανείς φοιτητές που συμμετέχουν ελάχιστα στα κοινά, με εξαίρεση ορισμένες αριστερές παρατάξεις. Μάλιστα, στη σημερινή συγκέντρωση πάρα πολλοί το πληροφορήθηκαν μέσω μηνυμάτων στο MSN και στο Face book.

Αυτό που διαβάζω, πίσω από τις κινητοποιήσεις είναι πως το κυρίως μήνυμα των παιδιών που κραυγάζουν με άτακτο τρόπο τη συγκίνησή τους για τον άγριο θάνατο του συνομηλίκου τους επιβεβαιώνει την κρίση εμπιστοσύνης προς τους μεγάλους, και στρέφεται κατά μιας γενιάς που δεν κατάφερε να τους δώσει νόημα ζωής, και περιεχόμενο στην καθημερινότητα. Και με την πράξη αυτή δείχνουν να εκφράζουν όχι απλώς τον εαυτό τους, αλλά ένα γνήσιο κομμάτι που ασφυκτιούσε μέσα στην τυραννία των πρέπει και στη δεοντολογία της ανατροφής.

Ενίσχυση των ψευδαισθήσεων

Αλήθεια, πόσοι γονείς που οι ίδιοι θέλουν τα παιδιά τους να πρωτεύουν στο σχολείο, στην πισίνα, στις γλώσσες, στον χορό ή στον αθλητισμό, έχουν ρωτήσει τα ίδια τα παιδιά εάν θέλουν να υπερέχουν στην τάξη τους ή την ομάδα τους; Να έχουν την εμμονή και να είναι ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΑ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ; Πότε οι μεγάλοι, γονείς και δάσκαλοι, αναρωτιούνται κατά πόσο καλλιεργούν ψυχαναγκαστικές τάσεις στα εύπλαστα φυντάνια, χωρἰς τα ίδια να μπορούν να συλλάβουν τα αίτια αυτής της μανίας, και της φιλοδοξίας για την επίτευξη στόχου χωρίς, τελικά, ξεκάθαρη και πειστική αιτιολογία; Αλλά μόνο και μόνο επειδή πρέπει, το άτομο να είναι στο επίκεντρο! Επειδή είναι έξυπνο, επειδή είναι ταλαντούχο, είναι ετοιμόλογο ή είναι όμορφο. Χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς για την απληστία και την αγωνία του να είναι στο επίκεντρο, γιατί έτσι έχει μάθει μόνο να υπάρχει. Και δίχως να νοιάζεται για την ενίσχυση των ψευδαισθήσεων που αγνοούν τι σημαίνει όριο, τι σημαίνει δικαίωμα του άλλου, τι σημαίνει σέβομαι την ετερότητα, με άλλα λόγια: δίχως να ψάχνει πώς να σχετίζεται με τους άλλους. Και πόσο είναι αληθινά όσα αισθάνεται για τους γύρω του.  Απλά, θέλει και μόνο να ξεχωρίσει, να δοξαστεί. Όλα δείχνουν ότι το υλιστικό όραμα είναι αποτυχημένο. 

Η ανάγκη για ζεστασιά

Ίσως, θέτω πολλά, και άτακτα, αλλά στα γεγονότα των ημερών το στερεότυπο των καλὠν και των κακών επανέρχεται διαρκώς σε κάθε συζήτηση. Προσωπικά, είμαι σκεπτικιστής και αντίθετος σε διακηρύξεις που οριοθετούν τα πράγματα με κριτήριο έναν εχθρό και την εξαφάνισή του πέρα από κάθε έννοια ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην περίπτωση αυτή ο καθένας που βρίσκεται στη μία από τις δύο αντίπαλες ομάδες θα ονομάσει τρομοκρατία ότι δεν έχει συμφωνηθεί ως όρος του πολεμικού τους παιγνιδιού. Εννοείται ότι από την πλευρά του ισχυρού τα κριτήρια για την καταστολή τα θέτει ο ίδιος.

Μιλώντας για εχθρό στο νου μου έρχεται ο φανατισμός. Παλαιότερα υπήρχε ο χουλιγκανισμός. Δεκάδες νέα παιδιά στρατεύονταν και πλαισίωναν ομάδες φιλάθλων, όπου το ποδοσφαιρικό αγώνισμα γινόταν λατρεία και θρησκεία. Στο όνομα της ομάδας μπορούσαν να γίνουν σχεδόν τα πάντα. Ο έφηβος έβρισκε εκεί ταυτότητα, για να περάσει στη συνέχεια στην ενηλικίωση. Το σημαντικό είναι ότι εκεί τα παιδιά ένιωθαν ασφάλεια και ζεστασιά, σε ένα περιβάλλον εχθρικό, που καλλιεργούσε το όραμα μιας ατομικής ευδαιμονίας χωρίς να επιδιώκει την ένταξη στο εμείς. Σήμερα, είναι ορατή αυτή η αίσθηση της συλλογικότητας που βιώνουν τα παιδιά. Είναι μαζί ενωμένα μετά από ένα θλιβερό γεγονός και υπάρχουν με ένα νόημα που δεν τους δίνουν ούτε οι υποσχέσεις για το αβέβαιο μέλλον τους ούτε οι εικόνες για την ευτυχία τους, όπως τις κατασκευάζουν και τις σερβίρουν οι μεγάλοι. Ποιος μποροεί να αρνηθεί ότι οι μαθητές, μέσα από τα δρώμενα των ημερών, ενώνονται ωριμάζοντας μέσα σε μια αίσθηση κοινότητας;

Ευθιξία και αλαζονεία

Ο πυροβολισμός σε ένα πλάσμα ανυπεράσπιστο για λόγους ευθιξίας, λόγοι, δηλαδή, που απέχουν πόρρω από την επαγγελματικότητα που θα όφειλε να επιδειχθεί από έναν φύλακα της κοινωνικής ειρήνης, παραπέμπουν σε μια αλαζονεία που σχετίζεται με τη δύναμη και την απαίτηση της απαλλαγής από κάθε ενοχή, ή την ψευδαίσθηση ότι οι άλλοι οφείλουν να υπακούουν τυφλά ένα όργανο της τάξης, κι ας γίνεται όργανο αταξίας. Από την άλλη πλευρά ή αίσθηση ότι τα παιδιά, επειδή είναι παιδιά μπορούν να συγχωρούνται για όσα πράττουν, χωρίς τα ίδια να έχουν συναίσθηση των ορίων, δεν εκτρέφει μια αλαζονεία που μόνο καταστροφικά αποτελέσματα μπορεί να προκαλέσει; Ή μάλλον μέχρι πότε μπορεί να καλλιεργείται η υποκρισία που λέει ότι τα πάντα μπορούν να είναι εφικτά χωρίς κόστος και τίμημα; Και όταν έρθει η στιγμή της εφαρμογής κανονισμών, νόμου και ορίων τότε την στρίβει; Δηλαδή αποποιείται τις ευθύνες που του αναλογούν. Θέλω να πω ότι είναι συγκλονιστικό να βλέπει κανείς το μεθύσι μιας γιορτής σε μορφές εξέγερσης όπου αγνοείται ή υποτιμάται το γεγονός του δυστυχήματος ή και του θανάτου, απωθώντας ενδεχομένως μια τέτοια προοπτική: σε μένα δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ το κακό. Όταν, όμως, συμβεί το μοιραίο, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε φαινόμενα πανικού, όπου κυρίως, μεταβιβάζονται οι ευθύνες. Οι άλλοι είναι υπεύθυνοι για τις προσωπικές συμφορές.

Η Φιλιπινέζα του συστήματος 

Τελικά, ποια είναι τα παιδιά που αγριεύουν; γιατί τόσο ανυπακοή; Το ενδεχόμενο της χαρτογράφησης της κοινωνικής καταγωγής των παιδιών που εμφανίζονται πιο δραστήρια στα πρόσφατα γεγονότα, είναι πολύ πιθανό ότι θα απεικόνιζε μια ευρεία διαστρωμάτωση, χωρίς περιορισμούς, ας πούμε, στα δυτικά προάστια ή σε άλλες υποβαθμισμένες περιοχές.

Θέλω να καταλάβω τι έχει συμβεί. Και το πρώτο που βλέπω είναι για άλλη μια φορά η εύκολη λύση της ετικέτας: «Τα δεκαπεντάχρονα είναι κωλόπαιδα». Ή «οι αστυνομικοί είναι δολοφόνοι». Ωστόσο, πίσω από τα αυτά τα παιδιά, βλέπω μια ενοχή της γενιάς της μεταπολίτευσης για τα όρια. Και εννοώ μια νοοτροπία που κυριάρχησε και στην αγωγή και στην εκπαιδευτική πρακτική που ήθελε να αποτινάξει το στίγμα του αυταρχισμού μιας παιδείας που είχε βγει από τα σπλάχνα της δικτατορίας. Σκέπτομαι τους γονείς των σημερινών εφήβων. Εάν ήταν 25 ετών πριν 15 χρόνια, είχαν γεννηθεί το 1968, την εποχή της αμφισβήτησης. Την 9ετή υποχρεωτική παιδεία την έκαναν μεταξύ 1975 και 1981. Και κατά ένα παράξενο τρόπο όλες οι χρονολογίες είναι πολύ σημαντικές. Όταν ήταν οι γονείς αυτοί δεκαπεντάχρονοι βίωναν τον ενθουσιασμό της ελληνικής κοινωνίας για αλλαγή που έφερνε το θριαμβευτικό αποτέλεσμα των εκλογών. Αλλαγή στα πάντα. Και στην παιδεία. Το αίτημα μιας αγωγής που ήθελε τον μαθητή στο επίκεντρο μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο ανάπτυξης της προσωπικότητας του εφήβου. Ήταν η στιγμή που ολοκληρωνόταν η μετάβαση της αγωγής και της κοινωνικοποίησης από την οικογένεια στο σύγχρονο κράτος και τους θεσμούς του, όπως η εκπαίδευση. Κάτι που είχε ξεκινήσει από πολύ παλαιότερα, τον 19ο αιώνα, δείχνει να κάνει τον κύκλο του. Υπεύθυνοι για την αγωγή είναι οι επίσημοι δάσκαλοι, οι οποίοι, όμως αποκτούν μια δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, έρμαια πολιτικών αντιφατικών, ανάλογα με τη διακυβέρνηση. Από τη μεταπολίτευση, με την τρομερή κομματικοποίηση, η παιδεία μοιάζει να είναι για μια ακόμη φορά η Φιλιπινέζα του συστήματος. Και οι μαθητές πειραματόζωα των πολιτικών, υποψήφιοι ενήλικες και ψηφοφόροι χωρίς κριτικό πνεύμα, εγκλωβισμένοι σε εξετάσεις απομνημονευμένων κειμένων, σος, και σε μια βαριεστημάρα, που διακόπτεται από τα φροντιστήρια ή τις πολυήμερες.

Από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, ουσιαστικά δεν κτίζουμε ένα μέλλον για τους αυριανούς πολίτες του κόσμου. Δημιουργούμε ένα θερμοκήπιο για να συντηρήσουμε τον μικρόκοσμό μας, τα όνειρα που δεν προφτάσαμε οι μεγάλοι να υλοποιήσουμε. Και συνειδητά ή ασυνείδητα προσπαθούμε να τα δούμε να γίνονται πραγματικότητα στις προεκτάσεις μας, στα παιδιά.  Και όχι σαν αυτόνομες και μοναδικές οντότητες.

Και, τώρα, νά, μετά τον τραγικό θάνατο του Αλέξη, ίσως κάποιοι μιλήσουν για ένα κίνημα που αναδύεται… Πάντως, τα μήντια θα προσκαλέσουν τα παιδιά στις εκπομπές, δήθεν για να τα καταλάβουν, να πουν τα παράπονά τους στους μεγάλους, τα άγχη τους για να λάβουν το κήρυγμα των παρουσιαστών που παλιμπαιδίζουν…

Και τι θα μείνει άραγε μετά, αφού ξεθυμάνει η «οργή»; Απαντώ ευθέως αυτό που προαισθάνομαι: φόβος, φόβος, φόβος. Ότι καλύτερο δηλαδή για το σύστημα…