Tag Archives: σκηνές της πόλης

Tο πρώτο μάθημα τραγωδίας

Αυτό μου ήρθε στο νου όταν κοντοστάθηκα στα σκαλιά της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Εχθές. Μεσημεράκι. Στο πρώτο σκαλί και στο τελευταίο ένας μεσήλικας και ένα νέο παιδί (ούτε 22) είχαν φύγει από το παρόν… Λίγα μέτρα παραπάνω, έξω από ένα κλειστό περίπτερο ένας ακόμη άνθρωπος ήταν ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο. Ήμουν ήδη φορτισμένος γιατί λίγα λεπτά πριν είχα δει ένα «πάρτυ» να γίνεται 2 το μεσημέρι στην οδό Κεραμεικού, πολύ κοντά στη διασταύρωση με την Κολοκυνθούς. Καμιά δεκαριά νέοι άνθρωποι είχαν ξαπλώσει στο πεζοδρόμιο και έπιναν ουσίες, σα να βρίσκονταν σε κάποια ερημική παραλία. Δεν υπήρχαν άλλοι, ούτε γείτονες, αλλἀ ούτε περαστικοί. Με τα εργαλεία της χρήσης στα χέρια έκλειναν για άλλη μια φορά την πόρτα του κόσμου. Για να περάσουν εκεί που θα νιώσουν καλύτερα. Γιατί; Για να γίνουν αποδεκτοί, για να φτιαχτούν και να περάσουν όμορφα. Για να αντιμετωπίσουν τον πόνο. Για να είναι κάτι. Ίσως απλά βαριούνται…Ο καθένας έχει τους λόγους του. Η ηλικιωμένη φίλη που συνόδευα έπαθε σοκ στην εικόνα. Πάμε να φύγουμε, κραύγασε, έντρομη. Ο δρόμος ήταν απροσπέλαστος.

520 υποψήφιοι έκαναν αίτηση στη Δραματική Σχολή του Εθνικού για λίγες θέσεις. Αν δεν κάνω λάθος, 19. Τα παιδιά αυτά έχουν δουλέψει σκληρά με το σώμα και τη φωνη τους για να περάσουν στην πρώτη φάση που ολοκληρώθηκε, μόλις πριν λίγες μέρες. Επέτυχαν 66. Αυτοί θα πρέπει να συμμετέχουν σε εντατικά εργαστήρια υποκριτικής, κίνησης και φωνής με δασκάλους της Σχολής και μέσα σε λίγες μέρες θα δώσουν νέες ατομικές εξετάσεις.

Στα σκαλιά της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Περαστικοί και όσοι περιμένουν στη στάση αμίλητοι υπομένουν τη φρίκη. Ένα μαυράκι έδωσε κάποια στιγμή μια σκουντιά στον βυθισμένο νεαρό. Σα να τον ήξερε. Αν ήμουν δήμαρχος σε αυτή την πόλη που έχει αφεθεί στο έγκλημα και τον φόβο δεν θα μπορούσα να βρω ανάπαυση ούτε μέρα ούτε νύχτα.

Αυτά τα παιδιά που είναι κάτω από 25 χρονών σκεφτόμουν όταν έβλεπα τους δηλητηριασμένους από τα ναρκωτικά στην είσοδο της Σχολής. Από τη μια ο αγώνας και ο μόχθος, η υπέρβαση του εγώ για απαιτητικές σπουδές και από την άλλη η παράδοση στην παραίσθηση και η απόλυτη προτεραιότητα της ατομικής ικανοποίησης. Ο σπουδαστής-ηθοποιός θα μάθει να υποτάσσεται στις ανάγκες της ομάδας του, ο τοξικομανής μαθαίνει να χρησιμοποιεί την εξουσία του για τα χημικά του παυσίπονα.

Το αποκρουστικό θέαμα που ζούσαμε όσοι είμασταν στη στάση, σιωπηλοί και αμήχανοι, σα να μη βλέπαμε αυτό που βλέπαμε, φανερώνει όσο πιο έντονα μπορεί την οδύνη ενός προσώπου που αρνιέται πεισματικά το τώρα. Αισθάνομαι ότι στη θέα των σωμάτων που θα ήταν σωριασμένα στην Πειραιώς, θύματα του χημικού πολέμου των ναρκωτικών, τα φυντάνια της σκηνής πήραν το πρώτο τους μάθημα δράματος, και συγκεκριμένα τραγωδίας…

Πού χάθηκα;

Έχω καιρό να γράψω. Και σήμερα, διαβάζοντας ένα κείμενο του Δ. Καμπουράκη για τις Λέξεις, ένιωσα κι εγώ σα να με πρόδωσαν οι λέξεις, να έχασαν τη στολή τους, και πεισματικά να αρνούνται να αναδυθούν. Σα να θέλουν να ξεκουραστούν στο βασίλειό τους. Άκοσμες! Και δεν τις ενόχλησα. Τις άφησα να αναπαυθούν. Και είπα πως όταν έρθει η στιγμή θα κτυπήσουν την πόρτα για να βγουν στο φως. Έτσι έμεινα σιωπηλός. Και όταν άκουσα τη Λίνα Νικολακοπούλου σε μια δημόσια συζήτηση να μιλάει για την «περιφρούρηση της σιωπής μας» αισθάνθηκα πως βρήκα απρόσμενα έναν σύμμαχο. Βέβαια εκείνη μιλούσε για την κατάχρηση των κινητών σε ανοιχτούς χώρους όπου ο καθένας εκθέτει τον πόνο του ανενδοίαστα. Εγώ είχα στο νου μου τούτο το ιστολόγιο. Αλλά εμένα μου ταίριαζε γάντι η προτροπή της. Χάθηκα. Αλλά δεν εξαφανίστηκα. Μήπως πρόδωσα εγώ τις λέξεις; Μήπως, δηλαδή, το ιστολόγιο δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα παιχνίδι που το βαριέσαι;

Αλλά, νά, η θέα και το άκουσμα προχτές μια μπάντας με ανατρίχιασε σύγκορμο και μέ ᾽φερε πάλι εδώ. Στη γωνία Αθηνάς και πλατείας, δίπλα στον φούρνο, εκεί που άλλες μέρες βλέπεις παράλυτα σώματα από ουσίες να κείτονται στο πεζοδρόμιο. Γύρω στους οκτώ μουσικούς έπαιζαν βαλκανικές μελωδίες με πνευστά. Εμβατήρια που δεν γνώριζα. Το μάτι μου πήρε μια λέξη σε cd που πουλούσαν: «Transylvania». Καλοντυμένοι, περιποιημένοι στη τρίχα, χωρίς να χαμογελάει κανείς για να ικετεύσει τους περαστικούς ήταν εκεί. Δεν επαιτούσαν βλέμματα και καλοσύνη. Απλώς έκαναν τη δουλειά που ήξεραν να κάνουν. Βούρκωσα. Δεν ξέρω γιατί. Σα να ονειρεύομαι. Μήπως ανακάλυψα τη μουσική επένδυση της αυτοβιογραφίας μου και ψιχαλίζουν τα μάτια μου; Σύνελθε. Αισθάνομαι πως σε όλη τη μιζέρια που μας περικυκλώνει και μας βαραίνει και μας κάνει «ξένους» είχαν τόση πραγματικά αξιοπρέπεια στη μουσική τους. Έπαιζαν υπερήφανοι ταπεινά τη μουσική τους. Τη μουσική που είχαν μάθει να δίνουν στους άλλους. Και είχαν δίκιο. Ήθελα να τους έχω φίλους μου. Τους αισθάνομαι συγγενείς μου.