Tag Archives: Τουρκοκρατία

Τὸ αὐτοκίνητον καὶ ἀναφὲς φωτιστικὸν Πνεῦμα

…ἦτον δὲ καὶ εἶναι μεταληπτόν, καὶ οὐ μεταληπτικόν, ἤγουν, ἄλλοι μετέχουσι τοῦ Πνεύματος ὡς λειψοί, αὐτὸ δὲ ἀπὸ κανένα δὲν μετέχει, ὅτι εἶναι τέλειον.

Ἁγιάζει, καὶ δὲν ἁγιάζεται.

Θεοποιεῖ καὶ δὲν θεοποιεῖται.

Ἀείποτε τὸ αὐτὸ καὶ ὅμοιον εἶναι. Τίποτε δὲν ἄλλαξεν.

Ἄλλους κάμνει υἱοὺς Θεοῦ καὶ αὐτὸ εἶναι Θεός.

Εἶναι ἄναρχον, ὅτι ἀρχὴν δὲν ἔχει.

Εἶναι ἀόρατον, ὅτι κανεὶς δὲν δύνεται νὰ τὸ ἰδῇ.

Εἶναι ἀχώρητον, ὅτι τόπος αἰσθητὸς δὲν εἶναι νὰ τὸ χωρέσῃ.

Εἶναι ἀναλλοίωτον, ὅτι ποτὲ δὲν ἄλλαξεν ἀπότι ἦτον.

Καὶ εἶναι ἄποιον, ὅτι ποιότητα δὲν ἔχει.

Εἶναι ἄποσον, ὅτι μάκρος, ἢ πλάτος, ἢ βάθος δὲν ἔχει.

Εἶναι ἄνειδον, ὅτι εἶδος καὶ ὁμοίωμα ἄλλο δὲν ἔχει.

Εἶναι ἀναφές, ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ πιάσῃ.

Εἶναι αὐτοκίνητον, ὅτι μοναχόν του κινεῖται. Ἀεικίνητον, ὅτι ἀείποτε κινεῖται.

Εἶναι αὐτεξούσιον, ὅτι αὐθέντην δὲν ἔχει.

Εἶναι αὐτοδύναμον, ὅτι ἔχει ἰδίαν του δύναμιν.

Εἶναι παντοδύναμον, ὅτι ὅλα τὰ δύνεται, ὡς Θεὸς ὁποὺ εἶναι.

Εἶναι ζωή, καὶ δίδει ζωήν.

Εἶναι φῶς, καὶ δίδει φῶς.

Εἶναι αὐτάγαθον, ὅτι αὐτὸ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ του ἔχει τὸ ἀγαθόν. Ρίζα καὶ ἀρχὴ εἶναι τῆς ἀγαθότητος.

Πνεῦμα εἶναι ἴσον, ἐξουσιαστικόν, αὐθέντας ἀποστέλλει, χαρίζει τὸ καλόν, ἁγιάζει τοὺς ναούς, τόπους ἑτοιμάζει εἰς κατοικίαν του.

Ἄλλους ὁδηγᾶ εἰς τὸ καλόν, καὶ αὐτὸ δὲν ὁδηγᾶται.

Ἐνεργεῖ ὡσὰν θέλει, μοιράζει ὅθεν βούλεται τὰ χαρίσματα.

Πνεῦμα εἶναι σοφίας, συνέσεως, γνώσεως, εὐσεβείας, βουλῆς, ἰσχύος καὶ φόβου.

Καὶ ἀπὸ αὐτὸ γνωρίζεται ὁ Πατήρ, καὶ δοξάζεται ὁ Υἱός.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ Ο ΥΠΟΔΙΑΚΟΝΟΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ, «Εἰς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα», Θησαυρός,Βενετία 1751, σ.  156.

Θαυμάζω τὰ ζωντανὰ ἐλληνικὰ τοῦ θεσσαλονικοῦ μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ γιὰ τὸ εὔληπτο καὶ τὸ σαφές του, καθὼς καὶ τὴν παιδαγωγία του πρὸς τὸ Γένος, ὅταν γράφει τοὺς Λόγους του τὸ 1521! Πῶς, ὅμως, μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ κάτι ποὺ εἶναι τόσο ἀέρινο, τόσο ἄπιαστο, δηλαδὴ ἀπερίγραπτο;

Ἔρως καὶ φῶς μου : Ψήγματα Μαριολατρείας

Ἀπὸ τοὺς Ὕμνους πρὸς τὴ Θεοτόκο τοῦ πολυταξιδεμένου, φυλακισμένου, πατέρα ἑνὸς κοριτσιοῦ, καλόγερου στὴ νῆσο Πιπέρι, καὶ ἁγιορείτη Ξηροποταμινοῦ, Καισάριου Δαπόντε (1713-1784), ποὺ συνεχῶς ἀνακαλύπτεται, ἀνθολόγησα μερικὲς στροφὲς ἀπὸ τὸν Καθρέπτη Γυναικῶν (Βιβλίον Β´, Λειψία 1766), ποὺ πέρα ἀπὸ τὴν τέχνη τους ἐκφράζουν μιὰ προσωπικὴ στάση πρὸς τὴ μητέρα τοῦ θεοῦ. Ὁ Δαπόντες συνιστᾶ μιὰ ἰδίαιτερη περίπτωση εὐσεβοῦς καὶ ὄχι εὐσεβιστῆ τοῦ 18ου αἰώνα, ἀνήσυχου, ἐκπληκτικὰ, ἐξομολογητικοῦ, λογοτέχνη ποὺ ἀποκτᾶ κοσμικὴ σοφία καὶ ἀσκεῖται στὴ σιωπὴ γιὰ χρόνια. Στὸν ἀντίποδα τῶν Κολλυβάδων σφραγίζει τὴν ἐποχή του μὲ τὴν κατάφαση καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν κόσμο, ἀποτυπώνει τὰ πάντα συνδέοντας μὲ τὴν ποίησή του Τουρκοκρατία καὶ Βυζάντιο. Σημειώνω τὴν κρίση του Γ.Π. Σαββίδη: «Τὸ οἰκογενειακὸ ἐπίθετο Δαπόντες (ἀπὸ τὸ ἰταλικό: Da Ponte)… σὰν νὰ προοιωνίζει ἕναν ἄνρωπο-γέφυρα. Ὄνομα καὶ πράμα: γέφυρα νοητὴ ἀνάμεσα σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, Ἄρκτο καὶ Μεσημβρία, σὲ κοσμικὴ πολυπραγμοσύνη καὶ πνευματικὴν ἀφιέρωση, σὲ φώτιση καὶ διαφώτιση, λογιοσύνη καὶ λαϊκότητα, παράδοση καὶ νεοτερισμό, καὶ σὲ ῾῾ψυχικὴν ὠφέλειαν καὶ χαρὰν τῆς καρδίας῾῾, καταμεσὴς στὸν λεγόμενο αἰώνα τοῦ Διαφωτισμοῦ μας». (ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ ἔργου τοῦ Δαπόντε, Κανὼν περιεκτικός,,, 1991)

 

Παναγία βρεφοκρατούσα. Εἰκόνα-προσκυνητάρι σὲ κεντρικὸ κτήριο τῆς Ρώμης.

Παναγία βρεφοκρατούσα. Εἰκόνα-προσκυνητάρι σὲ κεντρικὸ κτήριο τῆς Ρώμης.

 

Οὐρανὸς χαίρει,

Καὶ τῇ γῇ φέρει.

Νῦν τὰ πρεσβεῖα,

Καθὸ βραβεῖα

Κόρης Μαρίας,

Τῆς ἐπιγείας,

Τίς μὴ κροτήσῃ,

Οὖν, καὶ βοήσῃ;

*

Τὸν Θεόν στέλνει,

Καὶ τοῦ τὴν φέρνει.

Τὸν κατεβάζει,

Τὴν ἀνεβάζει.

Καὶ ταύτην βλέπων,

Βοᾶ ὡς πρέπον.

Δόξα σοι Κόρη.

*

Ἡ γῆ χορεύει,

Καὶ θριαμβεύει.

Ὡς μήτηρ ἄλλη,

Ἐπὶ τῷ κάλλει.

Τῆς θυγατρός της,

Τοῦ Θαύματός της,

Καὶ πάντα ψάλλει,

Φωνῇ μεγάλη.

Δόξα σοι κόρη.

*

Καὶ δίχως ἄλλο,

Ἐὰν δὲ σφάλλω.

Τότε ἐλπίζω,

Πῶς ἀτενίζω.

Εἰς τὸ λαμπρόν σου,

Τό πρόσωπόν σου.

Ὅθεν δοξάζω,

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ἀναμφιβόλως,

Παγχαρὴς ὅλος.

Σὲ τὴν Μαρίαν,

Τὴν μακαρίαν.

Τότε κοιτάζω,

Καὶ ἑορτάζω.

Καὶ σὲ δοξάζω,

Καὶ σοι κραυγάζω,

Δόξα σοι κόρη.

*

Ζωὴ ψυχῆς μου,

Δόξα ἰσχύς μου,

Φῶς ἐραστόν μου,

Ἀκοίμητόν μου,

Νῦν εὕροιμί σε,

Νῦν ἴδοιμί σε.

Ἵνα δοξάζω,

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ἄκρα γλυκύτης,

Τρυφὴ, ἡδύτης.

Τῆς φαντασίας,

Τῆς διανοίας.

Νῦν εὕρομί σε,

Νῦν ἴδοιμί σε,

Ἵνα δοξάζω,

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ἔρως καὶ φῶς μου,

Τὸ τῆς νοός μου,

Ἐλπὶς γλυκεῖα,

Κόρη Μαρία.

Νῦν εὕροιμ´σε,

Νῦν ἴδοιμί σε,

Ἵνα δοξάζω, 

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Μήτηρ πατήρ μου,

Ρύστης σωτήρ μου.

Νοῦς κεφαλή μου,

Κάλλος στολή μου.

Νῦν ἴδοιμί σε,

Ἵνα δοξάζω, 

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ὅτι ἂν στήσης,

Καὶ μᾶς στερήσης,

Τῆς προστασίας,

Ἐπ᾽ ἀληθείας,

Βεβαιωμένως,

Πάγει τὸ γένος.

Τῶν σὲ τιμώντων,

Καὶ σοὶ βοώντων,

Δόξα σοι, κόρη.

*

Μυστήριόν μου,

Σωτήριόν μου,

Παράδεισέ μου,

Θεοποιέ μου,

Βασίλισσά μου,

Αἰώνιά μου,

Νῦν ἴδοιμί σε,

Διὸ δοξάζω, 

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.