Tag Archives: υμνολογία

ἐν καιρῷ τῆς ἐργασίας ρεμβόμενος

Ημίφως, κατάνυξη, περισυλλογή. Οι εκκλησίες του κέντρου της Αθήνας έχουν κόσμο. Από την Κυριακή το βραδάκι, και χτες Μεγάλη Δευτέρα ο αέρας πλημμυρίζει μαζί με τα αρώματα από τις νερατζιές και τις λεμονιές από ήχους με λόγια που επιμένουν στην ομολογία της προσωπικής αδυναμίας, λες και όλα σε ωθούν να γίνεις ανθρωπινότερος, να γίνουν ρωγμές στην πανοπλία που φοράμε, να μαλακώσει η ψυχή για να δούμε τον Άλλον, δηλαδή τον άνθρωπο. Να δούμε ότι υπάρχει, τουλάχιστον, ακόμη ένας σαν κι εμάς, που μπορεί να είναι και σε πάρα πολύ χειρότερη θέση από εμάς. Και να κάνουμε κάτι για αυτόν. Αλλά δεν κάνουμε τίποτα. Συνεχίζουμε να παραμένουμε παγεροί και μοιρολατρικά αδιάφοροι. Και αυτό ομολούμε στις ακολουθίες των ημερών. Νυστάζουμε, τεμπελιάζουμε, είμαστε ασταθείς. Είναι σα να μη βλέπουμε τον Νυμφίο που έρχεται σε μας και για μας. Χάνουμε τον προσανατολισμό μέσα στην ονειροπόληση. Δεν βλέπουμε τον στόχο γιατί δεν έχουμε στόχο. Η επίγνωση αυτή δεν είναι ούτε αυτομαστίγωμα ούτε ευσεβισμός. Είναι η ομολογία ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε αποκλειστικά σε εμάς. Όταν μάλιστα ο θάνατος είναι η κοινή πανανθρώπινη μοίρα.

Και για αυτό με συναρπάζει η ιδέα της διαχείρισης του κόσμου που τραγουδήθηκε εχτές το βρἀδυ στους ναούς της ορθοδοξίας. Είμαστε χρήστες των αγαθών και όχι ιδιοκτήτες τους. Είναι όλα χάρισμα. Όπως ο Νυμφίος Χριστός που έρχεται από αγάπη τρελή καταπάνω μας. Να μας κατακτήσει. Και ακριβώς για αυτό οφείλουμε να μοιραζόμαστε με τους άλλους το τάλαντόν μας. Όποιο και να είναι αυτό. Όσα έχουμε.

Δεῦτε πιστοί, ἐπεργασώμεθα προθύμως τῷ Δεσπότῃ·

νέμει γὰρ τοῖς δούλοις τὸν πλοῦτον,

καὶ ἀναλόγως ἕκαστος, πολυπλασιάσωμεν, τὸ τῆς χάριτος τάλαντον.

Ὁ μέν σοφίαν κομιείτω, δι’ ἔργων ἀγαθῶν.

Ὁ δὲ λειτουργίαν λαμπρότητος ἐπιτελείσθω,

κοινωνείτω δὲ τοῦ λόγου, πιστὸς τῷ ἀμυήτῳ,

καὶ σκορπιζέτω τὸν πλοῦτον, πένησιν ἄλλος·

οὕτω γὰρ τὸ δάνειον πολυπλασιάσομεν,

καὶ ὡς οἰκονόμοι πιστοὶ τῆς χάριτος, δεσποτικῆς χαρᾶς ἀξιωθῶμεν·

αὐτῆς ἡμᾶς καταξίωσον, Χριστὲ ὁ Θεός, ὡς φιλάνθρωπος. (Tροπάριο Μ. Τρίτης)

Μου αρέσει αυτή η ιδέα που είναι κόντρα σε κάθε έννοια εμπορευματοποίησης. Δεν μπορώ να ξεχάσω το μήνυμα της φτώχειας που ασπάστηκε ο άγιος Φραγκίσκος, οι ασκητές και αναχωρητές. Αυτός ο αόρατος εμψυχωτής σου λέει δώσε γιατί έχεις ευεργετηθεί. Άρχισε να μοιράζεσαι. Ξεκίνα. Δώσε γιατί χρωστάς όχι στον Θεό αλλά στον άνθρωπο. Δεν ζητά ούτε δηλώσεις, ούτε ομολογίες ούτε σωματική αγνότητα. Σου λέει πολλαπλασίασε τη χάρη που έλαβες και πρόσφερέ την χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς διάκριση στον συνάνθρωπό σου. Και, πάλι, μη νοιώσεις σπουδαίος… Ωστόσο, εμείς, πάλι μεταθέτουμε στους άλλους διαρκώς τις ευθύνες. Ναι, η κυβέρνηση, τα κόμματα, ο αρχιεπίσκοπος, οι εκπρόσωποι των θεσμών έχουν ευθύνες. Πολλές και βαριές. Όπως κι εμείς. Πέρα από ενοχικά σύνδρομα πολλοί από μας μένουμε εκτός, μουδιασμένοι από φόβο ή νύστα γιατί θέλουμε να είμαστε τα θύματα ενός συστήματος παραμένοντας «εν καιρώ της εργασίας ρεμβόμενοι»…

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ!

Η τρέλα του Ηρώδη

Επιστρέφω στον Ρωμανό τον Μελωδό, γιατί τα έχει πει όλα. Ή σχεδόν όλα. Στον Ρωμανό δεν ξεχωρίζω απλώς την ευφυία του καλλιτέχνη και τη λατρεία στο κάλλος, αλλά κάτι το οποίο στην ορθόδοξη παράδοση δεν το συναντούμε συχνά σε επίσημα λατρευτικά κείμενα. Ή εάν υπάρχει υποτιμάται και δεν αναδεικνύεται. Εννοώ, μια έμφαση στα συναισθήματα, και εκρήξεις συγκίνησης στα απλά και ανθρώπινα πράγματα. Κάτι που μας φέρνει πάρα πολύ κοντά στα πρὀσωπα των ιστοριών που διηγείται σαν ένας τροβαδούρος παρασύροντας το κοινό του σε ταυτίσεις και συμ-μετοχή στα δρώμενα.

Ο σεβασμός του Ελύτη («Pωμανός ο Mελωδός», Eν λευκώ, εκδ. Ίκαρος, Aθήνα 1993) επικυρώνει τη σημασία που είχε ο ποιητής από τη Συρία για τη γενιά του ᾽30:

Oι χρόνοι που ακολούθησαν μας έδωσαν ασφαλώς περισσότερο έμπειρους στο χειρισμό της γλώσσας υμνογράφους. Όμως αυτός, ο πρώτος, παραμένει μοναδικός· ο πλησιέστερος και προς τους αρχαίους και προς τους σύγχρονους ποιητές μας· ένας κρίκος ανοξείδωτος ανάμεσα σε δύο μεγάλες περιόδους ενός και του ίδιου πολιτισμού. Aυτός επέτυχε να διατηρήσει και ν’ ανανεώσει τους εκφραστικούς πυρήνες που πρέπουν στο ήθος του ελληνικού λόγου. Kαι αυτός θεμελίωσε αρχιτεκτονήματα που ο ἰδιος σχεδίασε πάνω στις ανάγκες της συγγραφικής του αποστολής. Tα δύο αυτά, επιστεγασμένα από την ηθική του προσωπικότητα, την αναπτυγμένη στο μάκρος μιας συνεπέστατης προς τις ιδέες του ζωής, είναι που του έδωσαν το δικαίωμα να πλαγιοϋπογράφει τις συνθέσεις του με την τόσο περήφανη, στο βάθος, ρήση: Tούτο του ταπεινού Pωμανού. 

Στέκομαι στον ύμνο του Ρωμανού που αφορά τον Ηρώδη τον «ωμότατο» σφαγέα και τον παραλογισμό του στο Κοντάκιον τῶν ἁγίων νηπίων, φέρον ἀκροστιχίδα τήνδε: τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ. Αν και έχει αμφισβητηθεί το γεγονός της βρεφοκτονίας ο Ηρώδης ο Α´ ή  Μέγας ( 73 π.Χ. – 4 μ.Χ) υπήρξε ένα τέρας αφού σκότωσε τη γυναίκα του Μαριάμνη και δύο παιδιά του. Πιστεύω ότι αυτή η ποιητική ανάγνωση της βιβλικής ιστορίας του από τον Ρωμανὀ είναι η καταρράκωση κάθε ανθρώπινης, εδώ πολιτικής εξουσίας: «το κράτος του Ηρώδη καθαιρείται». Ταυτόχρονα, δεν αγνοεί την ανθρώπινη πλευρά του και διεισδύει στον ψυχισμό του με λεπτές αναλύσεις. Κυρίως αντιλαμβάνεται τον παραλογισμό του. Ο Ηρώδης δεν ήταν στα καλά του, όταν αποφάσισε να φονευθούν τα μωρά: είχε μανιάσει και «ἐσκοτίσθη τὰς φρένας».

 

  ὥσπερ πῦρ ἐγένετο    καὶ βολίδας ἐξέπεμπεν    τῆς ὀργῆς τὰ ὁρμήματα,
  οὐ φλέγων ἐν ἀκάνθαις,    ἀλλὰ φονεύων βρέφη
    καὶ καταμολύνων    αἵμασι τὴν γῆν·
ἐσείσθη γὰρ τὸν νοῦν    καὶ ἐσκοτίσθη τὰς φρένας,
    οὐκ ἀπὸ μέθης,    ἀλλ’ ἀπὸ φθόνου· 

 

 

Ο Ηρώδης θερίζει ως σίτο τα άκακα βρ�φη.

Duccio di Buoninsegna, Η σφαγή των νηπίων, 1308-1311.

Έχει, λοιπόν ενδιαφέρον, ότι ο Ηρώδης αν και «θερίζει τὰ νήπια ὥσπερ σῖτον» είναι «ὀδυρόμενος» και παρουσιάζεται απογυμνωμένος από το μεγαλείο του με εικόνες που τονίζουν πόσο φοβισμένος είναι, πόσο νήπιο νιώθει, αλλά και ταραγμένος, τρέμει, πενθώντας από τη γέννηση ενός βρέφους. Διατάσσει το στράτευμα να σκοτώσει τα μικρά και οι στρατιώτες φοβούνται ότι θα γελοιοποιηθούν και αναρωτιούνται:

 

Ποῖος γὰρ τῶν ἀφρόνων    ἀνθρώπων οὐ γελάσει
    ὅτι κατὰ νηπίων    στρατευόμεθα; 

 

155905153_9e87521ce0_m

«Πατέρες ἔκλαιον υἱοὺς καὶ μητέρες σὺν αὐτοῖς», λέει ο Ρωμανός για τη σφαγή των νηπίων. Ο σημερινός Ηρώδης δεν κάνει διάκριση στο φύλο των άκακων παιδιών που δολοφονεί. (Πηγή: christopherhitchenswatch.blogspot.com)

 

Από την πλευρά εκείνων που ἐκλαψαν τα αθώα παιδιά (τόσο δυνατός θρήνος σαν βροντή που έπεσε στη γη) δεν είναι μόνο οι άνθρωποι αλλά συμπάσχει όλη η φύση κλαίγοντας:

 

 Ὁ ἦχος τῶν θρηνούντων    τοὺς νέους παῖδας
    ὡς βροντὴ ἐπὶ γῆς    κτύπον ἐποίει·
    βουνοὶ γὰρ καὶ φάραγγες    καὶ κοιλάδες τῶν ὀρῶν    ἀντηχοῦντες ὠλόλυζον·
  τὴν οἰμωγὴν ἐκείνην    ὥσπερ ἀφομοιοῦντες,
    συνέπασχον ἀλλήλοις    συγκοπτόμενοι. 

 

 

Είναι τόσο κακός ο Ηρώδης που δεν σκέπτεται ούτε τους γονείς των άκακων παιδιών:

 

Ὢ κακία, ὢ μανία    τοῦ βασιλέως.
    Ὢ ἀνοίκτιστος τρόπος,    ὅτι νηπίοις
    πόλεμον ἐξήγειρε,    καὶ τὸ γένος τὸ ἴδιον    οὐδὲ ὅλως ᾠκτείρησε.
  Τῶν τέκνων τῶν ἰδίων    οὐχ ὑπεμνήσθη τότε,
    οὐδ’ ὅτι μία φύσις    τοῖς πᾶσίν ἐστιν· 
οὐκ ᾤκτειρεν γονεῖς,    ἀλλ’ ὀργισθεὶς ἐμεθύσθη
    καὶ ἑαυτόν τε    πρῶτον ἠγνόει,    καὶ τότε πάντας    τοὺς ὁμοφύλους,
ἐπιδραμὼν τοῖς ἅπασιν    ὥσπερ θηρίον ἄγριον,
    ὅταν φεύγῃ τοὺς βάλλοντας    παγίδας καὶ διώκοντας.
 

Πατέρες ἔκλαιον υἱοὺς    καὶ μητέρες σὺν αὐτοῖς,    καὶ οὐδὲν τὸν ἀναιδῆ 
    ἔμελε περὶ αὐτῶν,    ἀλλ’ ἢ μόνον αὐτὸς    τοῦτο ἐφρόντιζε θρηνῶν

 

    ὅτι τὸ κράτος αὐτοῦ    καθαιρεῖται ταχύ.

 

 

Guido Reni, Η σφαγή των νηπίων, 1611 (λεπτομ�ρεια).

Guido Reni, Η σφαγή των νηπίων, 1611 (λεπτομέρεια).

Είναι απίστευτα ακριβής στις περιγραφές των σφαγών που προκαλούν φόβο και πόνο, όπως όταν τα παιδάκια που σφάζονται κρατούν στο στόμα με τα τρυφερά δόντια τους τις θηλές των μητέρων τους:
Μαχαίραις ἀνηλεῶς    ἀπεκτάνθησαν,
    ὡς ἐν σχήματι φόνου,    ἄμεμπτα βρέφη.
    Τὰ μὲν ἐκεντήθησαν    ἀπρεπῶς καὶ ἀπέψυξαν,    τὰ δὲ διεμερίσθησαν·
  ἄλλα κάρας ἐτμήθη,    τοὺς μασθοὺς τῶν μητέρων
    καθέλκοντα καὶ γάλα    ποτιζόμενα,
ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν    ἐν τοῖς μασθοῖς κρεμασθῆναι
    τὰ τῶν νηπίων    σεπτὰ κρανία,    καὶ τὰς θηλὰς δὲ    κατασχεθῆναι
ἔνδον αὐτῶν τοῦ στόματος    τοῖς ὀδοῦσι τοῖς τρυφεροῖς.
 

Διπλαῖ τότε γέγοναν    ὀδύναι καὶ ἀφόρητοι
  ταῖς θηλαζούσαις γυναιξὶ    διασπωμέναις φυσικῶς    ὑπὸ παίδων διετῶν,
    στερουμέναις δὲ αὐτῶν,    ὡς φησὶν ὁ βασιλεύς·    διὰ τοῦτο καὶ θρηνεῖ
ὅτι τὸ κράτος αὐτοῦ    καθαιρεῖται ταχύ.

 

Τα αθώα μικρά.

Τὰ μὲν ἐκεντήθησαν ἀπρεπῶς καὶ ἀπέψυξαν, τὰ δὲ διεμερίσθησαν. (Πηγή: christopherhitchenswatch.blogspot.com)

Το μεγάλο μάθημα από την ποίηση του Ρωμανού είναι ότι ο Ιησούς-βρέφος δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη γραφικότητα και τον ρομαντισμό που έχουμε τραφεί, που χαϊδεύει παιδικές μνήμες και γλυκερές φαντασιώσεις. Αντίθετα από τη στιγμή που έρχεται στον κόσμο συναντά εχθρότητα, μίσος και οργή. Είναι ο στόχος της πολιτικής εξουσίας που τρέμει μήπως χάσει τα ηνία της.
Κατά τον Ρωμανό ο Ηρώδης είναι άδικος και παράνομος. Ένας κτηνώδης φονιάς, ωστόσο που γίνεται παιδοκτόνος από φόβο, αλλά είναι συνάμα και αλαζόνας και κακός.
Πόσο επίκαιρο, ή μάλλον, πόσο πολύ διαχρονικό,  μου ακούγεται…
*Τα αποσπάσματα είναι από την κριτική έκδοση του ύμνου 15 της σειράς Sources chrétiennes: J. Grosdidier de Matons, Romanos le Mélode. Hymnes, Παρίσι 1964-1981.

Ἔρως καὶ φῶς μου : Ψήγματα Μαριολατρείας

Ἀπὸ τοὺς Ὕμνους πρὸς τὴ Θεοτόκο τοῦ πολυταξιδεμένου, φυλακισμένου, πατέρα ἑνὸς κοριτσιοῦ, καλόγερου στὴ νῆσο Πιπέρι, καὶ ἁγιορείτη Ξηροποταμινοῦ, Καισάριου Δαπόντε (1713-1784), ποὺ συνεχῶς ἀνακαλύπτεται, ἀνθολόγησα μερικὲς στροφὲς ἀπὸ τὸν Καθρέπτη Γυναικῶν (Βιβλίον Β´, Λειψία 1766), ποὺ πέρα ἀπὸ τὴν τέχνη τους ἐκφράζουν μιὰ προσωπικὴ στάση πρὸς τὴ μητέρα τοῦ θεοῦ. Ὁ Δαπόντες συνιστᾶ μιὰ ἰδίαιτερη περίπτωση εὐσεβοῦς καὶ ὄχι εὐσεβιστῆ τοῦ 18ου αἰώνα, ἀνήσυχου, ἐκπληκτικὰ, ἐξομολογητικοῦ, λογοτέχνη ποὺ ἀποκτᾶ κοσμικὴ σοφία καὶ ἀσκεῖται στὴ σιωπὴ γιὰ χρόνια. Στὸν ἀντίποδα τῶν Κολλυβάδων σφραγίζει τὴν ἐποχή του μὲ τὴν κατάφαση καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν κόσμο, ἀποτυπώνει τὰ πάντα συνδέοντας μὲ τὴν ποίησή του Τουρκοκρατία καὶ Βυζάντιο. Σημειώνω τὴν κρίση του Γ.Π. Σαββίδη: «Τὸ οἰκογενειακὸ ἐπίθετο Δαπόντες (ἀπὸ τὸ ἰταλικό: Da Ponte)… σὰν νὰ προοιωνίζει ἕναν ἄνρωπο-γέφυρα. Ὄνομα καὶ πράμα: γέφυρα νοητὴ ἀνάμεσα σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, Ἄρκτο καὶ Μεσημβρία, σὲ κοσμικὴ πολυπραγμοσύνη καὶ πνευματικὴν ἀφιέρωση, σὲ φώτιση καὶ διαφώτιση, λογιοσύνη καὶ λαϊκότητα, παράδοση καὶ νεοτερισμό, καὶ σὲ ῾῾ψυχικὴν ὠφέλειαν καὶ χαρὰν τῆς καρδίας῾῾, καταμεσὴς στὸν λεγόμενο αἰώνα τοῦ Διαφωτισμοῦ μας». (ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ ἔργου τοῦ Δαπόντε, Κανὼν περιεκτικός,,, 1991)

 

Παναγία βρεφοκρατούσα. Εἰκόνα-προσκυνητάρι σὲ κεντρικὸ κτήριο τῆς Ρώμης.

Παναγία βρεφοκρατούσα. Εἰκόνα-προσκυνητάρι σὲ κεντρικὸ κτήριο τῆς Ρώμης.

 

Οὐρανὸς χαίρει,

Καὶ τῇ γῇ φέρει.

Νῦν τὰ πρεσβεῖα,

Καθὸ βραβεῖα

Κόρης Μαρίας,

Τῆς ἐπιγείας,

Τίς μὴ κροτήσῃ,

Οὖν, καὶ βοήσῃ;

*

Τὸν Θεόν στέλνει,

Καὶ τοῦ τὴν φέρνει.

Τὸν κατεβάζει,

Τὴν ἀνεβάζει.

Καὶ ταύτην βλέπων,

Βοᾶ ὡς πρέπον.

Δόξα σοι Κόρη.

*

Ἡ γῆ χορεύει,

Καὶ θριαμβεύει.

Ὡς μήτηρ ἄλλη,

Ἐπὶ τῷ κάλλει.

Τῆς θυγατρός της,

Τοῦ Θαύματός της,

Καὶ πάντα ψάλλει,

Φωνῇ μεγάλη.

Δόξα σοι κόρη.

*

Καὶ δίχως ἄλλο,

Ἐὰν δὲ σφάλλω.

Τότε ἐλπίζω,

Πῶς ἀτενίζω.

Εἰς τὸ λαμπρόν σου,

Τό πρόσωπόν σου.

Ὅθεν δοξάζω,

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ἀναμφιβόλως,

Παγχαρὴς ὅλος.

Σὲ τὴν Μαρίαν,

Τὴν μακαρίαν.

Τότε κοιτάζω,

Καὶ ἑορτάζω.

Καὶ σὲ δοξάζω,

Καὶ σοι κραυγάζω,

Δόξα σοι κόρη.

*

Ζωὴ ψυχῆς μου,

Δόξα ἰσχύς μου,

Φῶς ἐραστόν μου,

Ἀκοίμητόν μου,

Νῦν εὕροιμί σε,

Νῦν ἴδοιμί σε.

Ἵνα δοξάζω,

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ἄκρα γλυκύτης,

Τρυφὴ, ἡδύτης.

Τῆς φαντασίας,

Τῆς διανοίας.

Νῦν εὕρομί σε,

Νῦν ἴδοιμί σε,

Ἵνα δοξάζω,

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ἔρως καὶ φῶς μου,

Τὸ τῆς νοός μου,

Ἐλπὶς γλυκεῖα,

Κόρη Μαρία.

Νῦν εὕροιμ´σε,

Νῦν ἴδοιμί σε,

Ἵνα δοξάζω, 

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Μήτηρ πατήρ μου,

Ρύστης σωτήρ μου.

Νοῦς κεφαλή μου,

Κάλλος στολή μου.

Νῦν ἴδοιμί σε,

Ἵνα δοξάζω, 

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.

*

Ὅτι ἂν στήσης,

Καὶ μᾶς στερήσης,

Τῆς προστασίας,

Ἐπ᾽ ἀληθείας,

Βεβαιωμένως,

Πάγει τὸ γένος.

Τῶν σὲ τιμώντων,

Καὶ σοὶ βοώντων,

Δόξα σοι, κόρη.

*

Μυστήριόν μου,

Σωτήριόν μου,

Παράδεισέ μου,

Θεοποιέ μου,

Βασίλισσά μου,

Αἰώνιά μου,

Νῦν ἴδοιμί σε,

Διὸ δοξάζω, 

Καὶ σοὶ κραυγάζω.

Δόξα σοι κόρη.