Tag Archives: Φεστιβάλ Αθηνών

Σα να ήταν η πρώτη φορά

Στην είσοδο μας υποδέχθηκε ο ίδιος. Καλωσόρισμα στον χώρο Α της Πειραιώς 260. Η αγαπημένη μου φίλη πάντα παραπονιέται για τις συνθήκες και το άβολο που νιώθει όταν έρχεται εδώ, στο Φεστιβάλ της πόλης. Τώρα, μόλις είδε τον ίδιο τον Παπαϊωάννου να της χαμογελάει, ηρεμεί. Μετά από χρόνια απουσίας του ιδρυτή της Ομάδας Εδάφους από τη σκηνή τώρα θέλει να δει το κοινό του έναν προς έναν και μία προς μία σε απόσταση αναπνοής. Προτού λάβει θέση για να αρχίσει η παράσταση. Ο ίδιος ντυμένος σαν ανθρωπάκι του Γαΐτη. Ένας Έλληνας μπεκετικός.  Δεν θέλησα να διαβάσω τίποτα, δεν ήθελα να επηρεαστώ από κάπου, προτού ζεστάνω τα πλήκτρα με τις λέξεις που σχηματίζω στην οθόνη.

Βλέπω μπροστά μου μία μακρόστενη πλατφόρμα γύρω στο μέτρο ύψος, ένα ταμπλώ ξύλινο. Και ένα μαύρο. Ένας σκουπιδοτενεκές, ένα μικρόφωνο κι ένα λάστιχο ποτίσματος. Και δύο σώματα. Ένα ολόγυμνο και ένα κουστουμαρισμένο. Και γύρω μου ανθρώπους να περιμένουν ανυπόμονα, ξεγελώντας τη ζέστη του χώρου με βεντάλιες σουβενίρ του Φεστιβάλ από το 2010 που προσφέρουν οι ταξιθέτριες.

Αρχίζει η παράσταση. Ο αέρας πλήττεται από τα σώματα που αρχίζουν να ιδρώνουν κινούμενα στον χώρο. Εν αρχή, μία απλή ρυθμική κίνηση. Ένας άνδρας ρίχνει στο πάτωμα καφετιά κομμάτια. Είναι πηλός, προζυμάκια ή κάτι άλλο; Επάνω σε αυτά ορίζει τη διαδρομή του. Είναι ο καλλιτέχνης και σε λίγο θα δούμε το έργο του.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου με τον Tadeu Liesenfeld στην «Πρώτη ύλη». Το μοντέλο πλαισιώνεται από τον δημιουργό του αλλά στο πλαίσιο εγγράφονται και οι δύο. Δεν υπάρχει κανείς χωρίς τον άλλο. Πηγή: Φεστιβάλ Αθηνών

Το γυμνό είναι ωραίο

Συγκεκριμένα, το ανδρικό γυμνό μπορεί να είναι εξαιρετικά ωραίο. Ο Παπαϊωάννου επιμένει στη θέαση του γυμνού σώματος. Και η επιμονή αυτή προκαλεί αμηχανία σε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τις παραστάσεις του.

Η προτεραιότητα που έχει δοθεί στη θέα του γυναικείου σώματος και στη κλασική υπερεκτίμηση της εξωτερικής εμφάνισης των γυναικών (σε βάρος της εσωτερικότητας τους), νομίζω ότι μας εμποδίζει να χαρούμε το ανδρικό γυμνό. Είναι ευκολότερο να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει τους δικούς του λόγους να απολαμβάνει την εικόνα του αρσενικού σώματος. Δηλαδή ότι έλκεται ερωτικά από ένα ανδρικό σώμα, εάν είναι άνδρας. Εκτιμήσεις που περιστρέφονται γύρω από την ιδέα του σώματος ως ερωτικού αντικειμένου. Και μόνο. Μια αναπηρία που εάν την προεκτείνουμε στην ιστορία της τέχνης και του πολιτισμού, τότε καθένας που κουβαλάει μια τέτοια αντίληψη θα έχει σίγουρα μεγάλη δυσκολία με τα αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά γλυπτά. Ας μην ξεχνάμε τα φύλλα συκής που δέχθηκαν αναγεννησιακά αγάλματα. Και μια τέτοια αντίληψη τη φέρουν κυρίως άνδρες μη καλλιτέχνες. Και θα έλεγα άνδρες που έχουν ακόμη σε εκκρεμότητα θέματα με τον ερωτισμό τους. Μέχρι τον 19ο αιώνα το ανδρικό κορμί ήταν κυρίαρχο και άνετα μπορούσε να μεταμορφωθεί από τον εικαστικό καλλιτέχνη σε γυναικείο με ορισμένες τροποποιήσεις στο μοντέλο που πόζαρε. Από τον 19ο αιώνα και μετά το γυναικείο σώμα αποκτά πρωτοκαθεδρία, εκτοπίζοντας το ανδρικό.

Και σήμερα; Σήμερα δεν ζούμε στην εποχή του ενός ιδανικού. Όμορφο μπορεί να είναι και το ανδρικό και το γυναικείο κορμί. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Όμως, είναι παράλογο να λέμε ότι αυτός που αξιοποιεί επί σκηνής ένα ανδρικό κορμί το κάνει επειδή είναι gay, όσο θα ήταν παράξενο να λέμε κοίτα: αυτός έγδυσε τη χορεύτρια επί σκηνής επειδή είναι ετερό. Πάντα θα θυμάμαι τους Έρωτες που είδα σε τοιχογραφίες στην Πομπηία πόση χαρά μετέδιδαν. Το ίδιο και τα γυμνά αγγελάκια στις θόλους των ναών της Ρώμης. Ο έφηβος των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας: εκφράζει μια ιλαρότητα και δεν εξαντλείται στον αισθησιασμό. Η ενοχική στάση προς το σώμα στέκεται στη σεξουαλικότητα και δεν αναγνωρίζει στην εμφάνιση του γυμνού μια οσιότητα. Μία δηλαδή πραγματικότητα που δεν εξαντλείται στην υλική χρήση του σώματος και τη φιληδονία, δεν σχετίζεται με την αιδώ και επεκτείνεται στην έννοια του κάλλους.

Όλα αυτά δεν τα λέω τυχαία. Η παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου είναι μια μελέτη επάνω στο γυμνό, όπως δημιουργείται αγνό και άσπιλο μέσα από τα χέρια του καλλιτέχνη δημιουργού. Ένα γυμνό που δεν είναι άσεμνο. Ή είναι άσεμνο όσο υπήρξαν τα μοντέλα του Πραξιτέλη ή του Μιχαήλ  Άγγελου.

Ο Tadeu Liesenfeld (έχει συνεργαστεί με τον Παπαϊωάννου στο Πουθενά το 2009 και στο Μέσα 2011) εμφανίζεται ολόγυμνος στην παράσταση. Μοιάζει σα μορφή που κατέβηκε για χάρι μας από τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα. Ίσως από τη νότια μετόπη με την Κενταυρομαχία. Ίσως πάλι να ήταν ο ποταμός Κηφισός από το δυτικό αέτωμα. Eίναι ένα πλάσμα που υπάρχει χάρις στον δημιουργό του. Έχει πάψει να είναι αγόρι. Είναι άνδρας. Ο δημιουργός καλλιτέχνης θα το μελετήσει, θα το παρατηρήσει, θα το βασανίσει, θα το περιθάλψει, θα το υποστηρίξει. Και το δημιούργημα θα ανταποκριθεί. Ο καλλιτέχνης αποκτά νόημα από το έργο του.

Πριν το τέλος το πλάσμα δέχεται επάνω του την ευλογία του νερού. Μια σκηνή που μου θύμισε τα παιδικά μου καλοκαίρια: σε μια αυλή να βρέχομαι με το λάστιχο με άλλα παιδάκια, να γελάμε δροσίζοντας το δέρμα μας από την κάψα. Χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Χωρίς ενοχή. Κάτι παρόμοιο βλέπω τώρα εδώ.

Ποιόν αφορά τελικά αυτό;

«Δεν ξέρω τί είναι αυτό που βλέπω». Αυτό ίσως μπορεί να ερμηνεύσει τη δήλωση: «Δεν με αφορά αυτό που βλέπω». Νομίζω προκαλεί περισσότερο άγχος η αρρενωπότητα του χορευτή, όταν κανείς θα περίμενε στη θέση της αρρενωπότητας χάρη και πλαδαρότητα, λύγισμα της μέσης και πόζα ενός σώματος που επαμφοτερίζει κλίνοντας προς μια θηλυπρέπεια. Θυμάμαι τις ανδρικές φιγούρες του κλασικού χορού λες και ήταν μέλη ενός θηλυκού σύμπαντος με την εκλέπτυνση στην κίνηση και την προβολή της χάρης, να λειτουργούν ως αναβατόρια για τις χορεύτριες. Άργησε πολύ να προβληθεί το ανδρικό σώμα να είναι ισότιμο με το γυναικείο επί σκηνής.

Εδώ στη παράσταση του Παπαϊωάννου έχουμε δύο και μόνο ανδρικά σώματα. Μήπως όμως δεν είναι ακριβώς δύο; Και μήπως δεν είναι δύο άνδρες αλλά κάτι άλλο; Μου έρχεται στο νου αστραπιαία η πρώτη διήγηση της Γένεσης που δεν μιλάει για δημιουργία άνδρα και γυναίκας, αλλά αφηγείται τη δημιουργία του ανθρώπου. Αδάμ δεν σημαίνει άνδρας. Σημαίνει χωματένιος. Στα μάτια μου το ο Βραζιλιάνος χορευτής με τις αναλογίες και το κάλλος αρχαίου άνδρα εκπροσωπούσε κάτι παραπάνω από το φύλο που βλέπαμε. Ή καλύτερα, το φύλο που δηλωνόταν στην εμφάνισή του ήταν παραπλανητικό.

Από τους πολλούς ερμηνευτές του Μέσα (ήταν 30), φθάσαμε μόνο στους 2. Ο Παπαϊωάννου ερευνά το σώμα χωρίς παραπανίσια υλικά παρά μόνο αυτό το ίδιο το σώμα. Αυτή είναι η πρώτη ύλη: ό,τι ορίζει την παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο. Την ύπαρξη. Μέσα από τα προζυμάκια θα πλάσει το δημιούργημά του, θα υπερηφανευθεί για αυτό. Αυτοσαρκαζόμενος, όσο ποτέ άλλοτε θα δείξει τα όρια του δικού του σώματος, παραμορφώνοντας τα μέλη του, σε στάσεις που παραπέμπουν σε freak show και σε θεάματα τσίρκου. Συνθέτει επιλέγοντας τις κινήσεις που δημιουργούνται από τη συνάντηση των δύο σωμάτων για να οπτικοποιήσει την εσωτερική ζωή του. Τις ιδέες του και τις μανίες του ως καλλιτέχνη. Η Πρώτη ύλη θεωρώ ότι είναι η πιο αυτοβιογραφική εργασία του Παπαϊωάννου γιατί μας δείχνει το ατελιέ του καλλιτέχνη που παλεύει με τα υλικά του. Πλάθει εικόνες για τη σχέση του με τον χορό, με το βασικό του εργαλείο, το σώμα του χορευτή, με την εξουσία που ασκεί ή την επίδραση που δέχεται από τον άλλο, τη θέση του σώματος στον χώρο, τη φρεναπάτη και τη μαγεία που μπορεί να δημιουργήσει όταν ανέβει στη σκηνή. Ο δημιουργός και το πλάσμα του. Ο κονφερασιέ και το νούμερό του. Η εσωτερική ζωή του performer, η αγωνία της εικονοποιΐας με ήχους που ακούγονται μερικές φορές άναρθροι για να γίνουν κινήσεις εύγλωττες, σωματικές λέξεις έλλογοι.

Ελλάδα ανάπηρη

Από την άλλη, αυτό που βλέπω, σκέπτομαι ότι είναι ένας στοχασμός επάνω στο τί σημαίνει Ελλάδα του σήμερα. Με τις συχνές αναφορές του στην αρχαία γλυπτική σχηματίζει μορφές αγαλμάτων που έχει θαυμάσει η ανθρωπότητα, έρχεται και τα προσκυνάει από τα πέρατα του κόσμου στα μουσεία μας ή ἐρχεται να προσκυνήσει στα μνημεία μας. Ο Παπαϊωάννου ειρωνευόμενος την αρχαιολατρία μάς επανατοποθετεί ενώπιον αυτών των μορφών, μπροστά σε μια Ελλάδα κοινωνικά ακρωτηριασμένη που έχει ανάγκη να σταθεί στα πόδια της και να περπατήσει ξανά. Νά, πώς αποκτά τώρα νόημα η σκηνή που μου θύμιζε φωτογραφίες της Αλβανίας με τους υποβασταζόμενους ανάπηρους. Στο συγκλονιστικό φινάλε της παράστασης το άγαλμα δεν μπορεί να σταθεί σε κανένα πόδι. Είναι ένας κορμός χωρίς άκρα. Κάποιος πρέπει να δώσει τη λύση. Και δίνεται.

Η ιδέα του καλλιτέχνη που δημιουργεί φαίνεται και από τη διαχείριση του φωτισμού. Στην παράσταση δεν υπάρχει κάποιος μηχανικός στα φώτα ή φροντιστής. Όλα τα χειρίζεται επί σκηνής με δυο τρεις διακόπτες ο δημιουργός. Πλαισιώνει το έργο του, το φωτίζει και ιδού: θαυμάστε με. Οι ήχοι είναι κυρίως φυσικοί, παραγόμενοι επί σκηνής και σε ορισμένα σημεία ένα τζιτζίκι, ένα ταξίμι (του Γιάννη Παπαϊάννου), το σύρσιμο ενός αντικειμένου ή το ίδιο το νερό που καταβρέχει δίνουν το σάουντρακ της παράστασης. Ναί, μπορείς να πεις ότι η τέχνη δεν έχει ανάγκη από πολλά λεφτά. Η πενία δεν είναι αντίπαλός της. Δεν χρειάζεται σκηνικά, δεν έχει ανάγκη πολυτελή κοστούμια, περούκες και φτερά, δεν θέλει πολύπλοκα φώτα, μηχανισμούς και τραμπουκέτα. Κάτι άλλο χρειάζεται για να είσαι ποιητής. Και κάτι άλλο χρειάζεται για να σταθεί η Ελλάδα στα ποδάρια της. Πέρα από το χρήμα και τα μνημόνια. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού. Όχι πολύ μακριά μας.

Ο Παπαϊωάννου μας κάνει συμμέτοχους στο τί σημαίνει ομορφιά. Σχολιάζει ειρωνικά τον εαυτό του τη δική του προσωπική πορεία, μας αφήνει ελεύθερους να φαντασιωθοῦμε και σε κάθε σκηνή αισθάνεσαι να να είναι η πρώτη φορά που βλέπεις τη ζωή να ξετυλίγεται μπροστά σου…

Ταυτότητα παράστασης

Δημιουργία: Δημήτρης Παπαϊωάννου

Με τους Tadeu Liesenfeld και Δημήτρη Παπαϊωάννου

Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Τίνα Παπανικολάου και Παυλίνα Ανδριοπούλου – Ντίνος Νικολάου

Τυχοδιώκτης. Παράσταση αυτοκατανάλωσης

Με ενδιαφέρον αναμενόταν η παρουσίαση του Τυχοδιώκτη του Μ. Χουρμούζη (1804-1882), κωμωδία του 1835 που είχε στόχο τον Heideck, τον βαυαρό στρατιωτικό που έδρασε την περίοδο της Αντιβασιλείας, μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνα (Μάιος/Ιούνιος 1835), μαζί με τους Armansperg και Maurer.

Οι κωμωδίες του Χουρμούζη είναι κριτική στο σύστημα και της εξουσίας της εποχής του από την πλευρά ενός αγωνιστή του 1821 που ήρθε 16χρονος έφηβος από την Κωνσταντινούπολη για να στρατευθεί στην υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας. Ο Χουρμούζης για 13 χρόνια, από το 1821 έως το 1834, βρέθηκε στην πλευρά των ελλήνων επαναστατών αλλά στο τέλος ένοιωσε προδωμένος και αδικημένος από την εξουσία των Βαυαρών.

Περίμενα, λοιπόν, να δω τον τρόπο που ο Παπαβασιλείου θα ερμηνεύσει τον πρωταγωνιστή ως σύμβολο της ξενοκρατίας που είχε επιβληθεί στο νεοσύστατο κρατίδιο των Ελλήνων.

Τί συμβαίνει, όμως, όταν ένας σκηνοθέτης θεωρεί πώς ένα θεατρικό έργο δεν έχει καμιά αξία ως έργο τέχνης παρά μόνο ιστορική σημασία; Η απάντηση είναι απλή: προσπαθεί να του κάνει ένα λίφτινγκ ώστε να το ξανανιώσει, να το φρεσκάρει για να το μοιραστεί με το κοινό του. Ο Παπαβασιλείου στη μελέτη που έκανε για τον Τυχοδιώκτη κατέληξε στο συμπέρασμα πως «το κείμενο δεν έχει θεατρολογική ή δραματολογική αξία, αλλά ιστορική». Και έτσι διαβάζουμε στις σχετικές καταχωρήσεις του προγράμματος του Ελληνικού Φεστιβάλ: «ο Τυχοδιώκτης… βασισμένος στον Χουρμούζη».

Ο Παπαβασιλείου βρίσκει αναλογίες του τότε με το τώρα, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της εξάρτησης της Ελλάδας από ξένες δυνάμεις. Έτσι, δημιουργήθηκε μία νέα ιστορία (δραματουργική συνεργασία: Πέτρος Μάρκαρης), μεταφέροντας τον χρόνο του έργου στα 2021, όταν έχουν περάσει 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση και 10 χρόνια από την εμφάνιση του ΔΝΤ στην Ελλάδα. Με τα δικά του λόγια: «Οι ηθοποιοί γίνονται μέλη της τρόικας των ελεγκτών του ΔΝΤ, που ετοιμάζονται να αποχωρήσουν. Φεύγοντας, διοργανώνουν μια τελετή. Στο πλαίσιο αυτής της τελετής επιχειρείται μια τελετή στον γενάρχη του επαγγέλματος που ακούει στο όνομα «Σωτήρας της Νεότητας Ελλάδος» και λέει θα τιμήσουμε αυτόν τον πρωτόγονο άνθρωπο που έφτιαξε ο Χουρμούζης, κάνοντας αυτή την τελετή αποχαιρετισμού. Έτσι μας βγήκε μια δήλωση αισιοδοξίας: θα υπάρχει 2021, θα υπάρχει 25η Μαρτίου και η τρόικα φεύγει.»

Ο Παπαβασιλείου, αν και επέλεξε το συγκεκριμένο έργο, δεν είδε τον Χουρμούζη ως ένα τμήμα της θεατρικής μας παράδοσης. Όπως δεν αναγνώρισε και τη λαϊκή διάσταση που είχε η δραματουργία του. Μάταια, αναζήτησα την αλληγορία που έχει το έργο για τον τυχοδιωκτισμό που κρύβει ο καθένας. Έτσι, η απομάκρυνση από τον Χουρμούζη, και ο συγχρονισμός του Τυχοδιώκτη (με τα άχαρα κινούμενα σκηνικά) στα καθ᾽ ημάς είναι πασιφανής από τα πρώτα λεπτά της παράστασης. Σε έναν άδειο χώρο ένας αφηγητής μας λέει την υπόθεση, συχνά στα αγγλικά, με ελληνικούς υπότιτλους, παραπέμποντας και σε όσα θα ήθελε ο συγγραφέας στον οποίο βασίστηκε η υπόθεση. Και ο Χουρμούζης; Υπήρξαν κομμάτια από το κείμενο που ακούστηκαν από τους ηθοποιούς, αλλά μέσα στο γενικότερο πλαίσιο φάνηκαν να μη δένουν μεταξύ τους αλλά και μέ όλη την ιστορία που επινοήθηκε. Μπορεί ο Παπαβασιλείου να δέθηκε με το κείμενο του Χουρμούζη, αλλά αυτό που είδαμε ήταν σα να ζωντανεύει ένας εφιάλτης με σκέψεις, λόγια, ατάκες, δηλώσεις, μια ρητορεία μπρεχτικού τύπου με καταγγελία του τι συμβαίνει σήμερα (απόγνωση, χάσιμο αξιοπρέπειας, νέοι που πήραν το δρόμο της φυγής) ένα υλικό πληροφοριών που προκάλεσε σύγχυση παρά βοηθούσε στην άνετη παρακολούθηση του έργου.

Το πρόσωπο που σαφὠς αναδείχτηκε ήταν αυτό του Παπαβασιλείου. Διάβασα τις δηλώσεις του σκηνοθέτη αφού είδα την παράσταση και ο λόγος του ουσιαστικά δείχνει να υπομνηματίζει τον λόγο που είχε ο ίδιος ως αφηγητής επί σκηνής σε όσα είδαμε στην Πειραιώς 260. Και πρέπει να πω ότι είναι ο λόγος του Παπαβασιλείου ελκυστικός και προκαλεί το ενδιαφέρον όταν διαβάζεται σε ένα έντυπο. Όμως, στο θέατρο της οδού Πειραιώς, ο λόγος όφειλε να γίνει ήχος και εικόνα, άρα προκαλείται το ερώτημα πόσο δραστικός ήταν. Πόσο δηλαδή προκάλεσε το ενδιαφέρον να παρακολουθήσεις την εξέλιξη της υπόθεσης όταν, μάλιστα, δεν είσαι ειδικός. Και παρακολουθείς την υπόθεση όταν μεταγγίζονται στο κοινό εντάσεις και αινίγματα… Εδώ, είδαμε ηθοποιούς να αλλάζουν ρόλους, χωρίς να γίνεται αντιληπτό κάθε φορά τι εκπροσωπούν, και κυρίως να μη δημιουργείται το ενδιαφέρον να πας λίγο παρακάτω. Οι καλοί ηθοποιοί έπαιξαν, κινήθηκαν πολύ, έδεσαν μεταξύ τους. Και μάλλον πέρασαν καλά στις πρόβες. Αλλά η όλη ατμόσφαιρα δεν κατάφερε να αποδώσει το μήνυμα που πλασαρίστηκε στα μαζικά μέσα: «τον τυχοδιωκτισμό που διαπερνά σα νήμα την ιστορία αυτού του τόπου».

Πήγα στην παράσταση με τα αγνότερα αισθήματα. Και ανεχώρησα κουρασμένος από το σκηνικό αποτέλεσμα. Να, γιατί η άποψη της Λένας που διάβασα είναι πολύ κοντά σε όσα αισθάνθηκα:

Λένα
(Κριτική #180925)
1 αστεράκι 12/7/2010 11:59:40 μμ

Με μεγάλη απογοήτευση παρακολούθησα την ποιοτική αρπαχτή του κ. Παπαβασιλείου , βασισμένη πάνω στο πνευματώδες κείμενο του Χουρμούζη που μετά βίας γινόταν αντιληπτό από την ταχύλογη και ανέκφραστη εκφορά των ηθοποιών. Μια ακόμα θεοβάρετη βραδιά στο φεστιβάλ Αθηνών που εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων όπως το Ραούλ φαίνεται ότι βάλθηκε να μας κάνει να εμπεδώσουμε την κρίση ως το μεδούλι. Στατικότητα , κοινοτοπίες πάνω στην εθνική μας κατάντια, στερεότυπα κουλτουρέ αστεία δεν ήταν σίγουρα αυτό που θα μας συντάραζε ή θα μας αποκάλυπτε πτυχές του νεοελληνικού ψυχισμού που προεξοφλούσαν την τωρινή κρίση. Δεν βγήκαμε από τα ρούχα μας βέβαια όπως με τις λαζοπουλικές παράτες αλλά μείναμε μέσα στα ρούχα μας να ιδρώνουμε και να υπομένουμε μια κουφόβραση στωικά που κανένας οίστρος της ζωής δεν φάνηκε να την χαρακτηρίζει. Μεταξύ ανοσιότητας και βαρεμάρας η δημόσια αλλά και η πνευματική μας ζωή ροκανίζει τα αποθέματα υπομονής και προοιωνίζει τα χειρότερα για το άμεσο μέλλον.

Αυτό που έμενε ήταν η παρουσία του Παπαβασιλείου να κόβει βόλτες και μετά να αποσύρεται σε ένα σημείο της αχανούς σκηνής, γυρνώντας την πλάτη στο κοινό, κρατώντας ένα ποτήρι και πίνοντας…  Και η φωνή του. Η φωνή του Παπαβασιλείου είναι υπέροχη από κάθε άποψη.

Μετά από την παράσταση, κλείνοντας τα μάτια θέλω να σβήσω κάθε εικόνα και και λέω μέσα μου, ναι, αυτό που θα ήθελα πραγματικά ήταν να ακούσω ολόκληρο το κείμενο του Τυχοδιώκτη, χωρίς περικοπές, χωρίς επεξεργασία, χωρίς παρεμβολές…

Ιστοσελίδα: Τυχοδιώκτης στο Ελληνικό Φεστιβάλ

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου
Δραματουργική συνεργασία: Πέτρος Μάρκαρης
Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρί-Νοέλ Σεμέ
Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Χορογραφία: Δημήτρης Σωτηρίου
Καλλιτεχνικός Συνεργάτης: Σωτήρης Χαβιάρας
Βοηθός σκηνοθέτη: Νικολέτα Φιλόσογλου
Βίντεο – Βασίλης Κουντούρης
Βοηθός Σκηνογράφου – Julie Honore
Ήχος – Κώστας Μπώκος
Κατασκευές – Σωκράτης Δαλαμάγκας

Ερμηνεύουν:
Γιώργος Γιαννακάκος, Θανάσης Δήμου, Ηλίας Ζερβός, Βασίλης Παπαβασιλείου, Δημήτρης Παπανικολάου, Χρόνης Παυλίδης, Βασίλης Χαλακατεβάκης

Συμμετέχει η Γιάννα Καφέ

Οι Όρνιθες δεν πέταξαν στα ύψη

Η υπόθεση των Ορνίθων είναι ευρηματική: Ο Πεισθέταιρος  και ο Ευελπίδης από την Αθήνα πείθουν τα πουλιά τα κτίσουν μια πολιτεία μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ θεών και ανθρώπων, τη Νεφελοκοκκυγία. Στο τέλος ο Πεισθέταιρος καταφέρνει και γίνεται ηγέτης του σύμπαντος, αφού παντρεύεται τη Βασίλεια, την οικονόμο των θεών που φρόντιζε τους κεραυνούς του Δία.

Η θεαματική έναρξη της παράστασης έδωσε και το σκηνοθετικό στίγμα: η κοινότητα των πουλιών αποτελείται από λαϊκούς καλλιτέχνες του θεάματος.

Η θεαματική έναρξη της παράστασης έδωσε και το σκηνοθετικό στίγμα: η κοινότητα των πουλιών αποτελείται από λαϊκούς καλλιτέχνες του θεάματος.

Τι νέο ανακάλυψε ο Σωτήρης Χατζάκης για τη σκηνοθεσία του στην Επίδαυρο; Από συνεντεύξεις του ίδιου και δελτία τύπου που αναπαράγονται αυτούσια στα μαζικά μέσα, ιδού η καινούρια απάντηση: πώς μια επαναστατική ιδέα εγκλωβίζεται από το σύστημα και την εξουσία. Continue reading

Ύμνος στη σκιά

Ο καραγκιόζης, ελληνικός και τουρκικός σε υποδέχεται στην έκθεση του Μουσείου Μπενάκη «Ύμνος στη σκιά», όπου συμμετέχει και το Φεστιβάλ Αθηνών, και είναι αφιερωμένη στον μεγάλο καλλιτέχνη Ευγένιο Σπαθάρη που έφυγε τον φετεινό Mάιο. Το σκεπτικό της έκθεσης, που έχει επιμελητή τον Paolo Colombo, είναι το εξής: «Η έκθεση διερευνά τις μορφολογικές αναλογίες και τις εννοιολογικές αναφορές μεταξύ του παραδοσιακού θεάτρου σκιών και μιας νέας αφηγηματικής τάσης στη σύγχρονη τέχνη και καταγράφει την επιρροή που αυτή η παραδοσιακή μορφή τέχνης έχει στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης τα τελευταία χρόνια». Περιπλανήθηκα στο ισόγειο του Μουσείου και είδα τις δημιουργίες των Haluk Akakçe, Nathalie Djurberg, William Kentridge, Katariina Lillqvist, Jockum Nordström, Christiana Soulou, Andrew Vickery, Kara Walker. Σε γενικές γραμμές η έκθεση δίνει ένα στίγμα για τάσεις που επικρατούν στην αξιοποίηση της παράδοσης της σκιάς ως εκφραστικού μέσου, ωστόσο μου φάνηκε πολύ φτωχός ο υπομνηματισμός των έργων. Νομίζω ότι η επιτυχία μιας έκθεσης κρίνεται όχι μόνο από τα έργα που προσφέρει αλλά και από το πόσο ερεθίζει το νου του επισκέπτη να σκεφθεί και κυρίως να σχετιστεί με όσα βλέπει. Προς αυτή την κατεύθυνση ένας, έστω σύντομος σχολιασμός για τους καλλιτέχνες βοηθάει απίστευτα στην πρόσληψη. Με άλλα λόγια μου έλειψε μια σύνδεση των επί μέρους έργων, πέρα από το γεγονός ότι οι καλλιτέχνες ενώνονται μέσα από την εκφραστική της σκιάς. Η έκθεση τελειώνει την Κυριακή 26 Ιουλίου.

Στάθηκα με προσοχή στα έργα της Kara Walker (γεν. 1969) με τον τίτλο «Σημειώσεις μια νέγρας», και πρόσεξα την κριτική της προς τον κόσμο των λευκών και τον προσδιορισμό για το τι μπορεί να σημαίνει να είσαι κυριολεκτικά γεννημένος μέσα στη σκιά, με περισσότερο μαύρο και ελάχιστο ή καθόλου λευκό χρώμα. H ίδια ενδιαφέρεται για το θέατρο σκιών αλλά ξεκινάει από την κουλτούρα της και την αφρικανική της ρίζα ως συστατικό της ταυτότητάς της.

Karen Walker
Kara WalkerKara Walker

Kara Walker

Στην έκθεση υπήρχε και αντιπροσώπευση του κινηματογράφου και απόλαυσα την ταινία του  Le Roman de Renard (σκην. Ladislas Starewitch, 1930) με την έξυπνη αλεπού να κερδίζει τη μάχη στον πόλεμο με τον βασιλιά λιοντάρι.

Στον πάνω όροφο υπάρχει μια συλλογή πρόσφατων έργων του Γιώργου Ξένου που φέρει τον τίτλο Γεωμετρία εν αναμονή σε επιμέλεια Ντένη Ζαχαρόπουλου,  σε άσπρο και μαύρο χρωματισμό. Ήταν κέρδος μου που είδα συγκεντρωμένα έργα του με τα μάτια και την ανθρώπινη μορφή να πρωταγωνιστούν, σχεδόν σε όλα. Ένα ποιητικό κείμενό του δίνει τον τόνο:

στις σονάτες και στα ρέκβιεμ

από το λευκό στο μαύρο

στο λευκό χαρτί μια μαύρη γραμμή

όλο το φάσμα των χρωμάτων

μια γραμμή στο απέραντο μαύρο

η αποθέωση του σύμπαντος κόσμου…

να σπάσεις τον ήχο χίλια κομμάτια

το φως να διαιρέσεις στο πάντοτε

μείζον ζήτημα η ταχύτητα

μια εικόνα όλος ο πολιτισμός…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΟΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ