Tag Archives: Φώτης Κόντογλου

Χαιρετισμοί στον Άγιο Χαράλαμπο

Βρέθηκα μετά από δύο χρονιές στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, που είναι κτισμένη μεσα στο Πεδίον του Άρεως, κοντα στο ύψος της Σχολής Ευελπίδων. Ο ναός είναι ιδιαίτερος και μοναδικός γιατί είναι ιστορημένος από τον μεγάλο Έλληνα και ομολογητή της ορθοδοξίας Φώτη Κόντογλου. Στα μέσα ακριβώς της δεκαετίας του 1950 ο αιβαλιώτης ζωγράφος με το συνεργείο των μαθητών του έντυσαν τους γυμνούς τοίχους του σταυροειδούς κτηρίου με πανέμορφες  εικόνες καμωμένες με την τεχνική της νωπογραφίας.

Το άγιο χέρι της Αγίας Παρασκευής του τέμπλου.

Το άγιο χέρι της Αγίας Παρασκευής του τέμπλου.

Παντού ζωντανά χρώματα, χονδροκόκκινο, βαθυκύανο για το φόντο, πράσινο για το έδαφος, δεν υπάρχει σημείο που να μην είναι περασμένο από τα αγιασμένα χέρια του Φωτίου. Σκέφτομαι, λες να είναι ο φόβος του κενού που καλύπτει τα πάντα ή η ανάγκη να μην υπάρχουν «τρύπες» στο περιβάλλον της Βασιλείας του Θεού που εικονογραφείται εξαίσια σε θόλους, τύμπανα και αψίδες; Προσέχω τη θέση που έχει παραδοσιακά το Δωδεκάορτο, ακριβώς στην τελευταία λωρίδα του τέμπλου. Αντί για αυτό ιστορούνται απόστολοι και μαθητές του Ιησού. Από κάτω φιλοτεχνούνται σε φυσικό μέγεθος οι μορφές του Ιησοῦ, της Παναγίας, του Προδρόμου, του Αγίου Χαραλάμπους και της Αγίας Παρασκευής. Το τέμπλο κλείνει με ζωγραφισμένες ποδιές. Κανένα μάρμαρο, κανένα επιτηδευμένο στόλισμα. Ο αρχιτέκτονας του κτηρίου επιβάλλει μια λιτότητα στις γραμμές που ακολουθεί ο Κόντογλου. Μόνη παραφωνία το ύψος των καντηλιών που πέφτουν ακριβώς στα πρόσωπα των μορφών. Εάν ανέβαιναν 20 εκατοστά ψηλότερα τα μάτια των αγίων εικονιζομένων θα συναντούσαν τα βλέμματα της σύναξης.

Στέκομαι σχεδόν κάτω από τη δεξιά κεραία και αντικρίζω το μαρτύριο του τιμώμενου αγίου. Καμιά υπερβολή στην εικονογράφηση της βίας. Η εικόνα παραπέμπει, δεν έχει σκοπό να τρομάξει τον θεατή. Δείχνει ένα μονοπάτι ζωής, δίχως να το επιβάλλει. Προσκαλεί σε συγκέντρωση και προσευχή. Σε διάλογο και επικοινωνία. Διαβάζω: «Ο Άγιος Χαράλαμπος προσευχόμενος παραδίδει το πνεύμα του προ του αποτμηθήναι την κεφαλήν  υπό του δημίου». Και δίπλα: «Ο Άγιος Χαράλαμπος εν πυρά βληθείς αλώβητος ετηρήθη».

Η Παναγία των χαιρετισμών.

Η Παναγία των χαιρετισμών.

Όμως, η βραδιά επιφύλασσε μια έκπληξη. Στο ναό είχε έρθει να λειτουργηθεί μια εικόνα παλαιά από τη Χάλκη της Δωδεκανήσου. Είναι μία εικόνα των Χαιρετισμών ή Ρόδο το αμάραντο. Έχει αγοραστεί από Τεργέστη, από έναν σφουγγαρά της Χάλκης που την έφερε στο νησί του. Είναι η εικόνα στην οποία προσευχόταν το νησί στους Χαιρετισμούς έως τον Μεσοπόλεμο. Αργότερα, μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια και στη συνέχεια στην Αθήνα. Δύο άγγελοι δορυφορούν τη Θεομήτορα και κρατούν ειλητάρια που γράφουν: «Χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα». Και: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα».

Ο κόσμος προσκυνά σιωπηλά και με τάξη. Μια παράξενη ενέργεια διαχέεται στον χώρο. Όλοι χαμογελούν μετά τον ασπασμό. Το άγγιγμα των χειλιών στο εικόνισμα δέχεται την ανταπόκριση της ευεργεσίας της Παναγίας.

Advertisements

Είμαι ό,τι είμαστε

Κατέβηκα στο κέντρο αναζητώντας δίσκους τύρφης για να αναστήσω δεντράκια από σπόρους. Έφτασα στην Ευριπίδου στα σχετικά καταστήματα γεωργικών ειδών. Όλα ήταν στη θέση τους. Γωνία Χαλκοκονδύλη και Σωκράτους οι πόρνες δημιουργούν ένα οδόφραγμα. Αγνώστου προελεύσεως και ταυτότητας. Το μόνο κοινό τους: Είναι λευκές και βάφονται κακότεχνα. Δείχνουν να έχουν έρθει από χωριά και να μη γνωρίζουν το άστυ. Λίγα μέτρα παραπάνω, οι καμμένες. Μάτια γλαρωμένα, δεν κάνουν καν προσπάθεια να ψαρέψουν περαστικούς. Έχουν παραδοθεί στην πρέζα και είναι μονίμως στον κόσμο τους. Όρθιες ή ξαπλωμένες. Δύσμοιρες. Εξαϋλωμένες από την κατάχρηση. Κυρίως, είναι νέες. Και κυρίως, είναι απεικάσματα νεκρών. Όλα είναι στη θέση τους. Στο ιστορικό μας κέντρο. Οι μαύροι, άνετοι αλλά με αετίσιο μάτι σκανάρουν στο σταυροδρόμι Αγίου Κωνσταντίνου και Σωκράτους για να πουλήσουν την πραμάτεια τους. Μικρές πόρνες εμφανίζονται πίσω από τεράστιους όγκους απορριμάτων στην απέναντι γωνία. Στα φανερά, και όχι στα κλεφτά, όλοι γινόμαστε μάρτυρες συναλλαγών με ουσίες στους μεγάλους δρόμους της πόλης. Λίγο πιο πάνω, Πατησίων και Πανεπιστημίου τα ίδια. Επί της Πανεπιστημίου από τα Χαυτεία έως το Πολυτεχνείο η συναλλαγή είναι πλέον ρουτίνα. Πίσω από το Δημαρχείο, το εμβληματικὸ κτήριο της πόλης τα σκουπίδια σωρό. Με μικρά διαλείμματα πεζοδρομίων που έχουν φροντίσει οι νοικοκυραίοι έμποροι η Αθήνα δείχνει να έχει εγκαταλειφθεί. Μπόχα παντού. Σταματώ για ένα κεράκι στον Άγιο Γεράσιμο της Πολυκλινικής.

Οι μορφές που έχουν ιστορήσει ο Κόντογλου και ο Βαμπούλης συντροφεύουν τους περαστικούς του πολύπαθου κέντρου.

Το εκκλησάκι είναι στη γωνία Πειραιώς και Σωκράτους. Με υποδέχονται τα αιθέρια έλαια των βασιλικών. Μία κοπέλλα φτιάχνει ματσάκια για αύριο. Τρίτη και 13 σήμερα. Αύριο είναι του Σταυρού. Προσκυνώ. Και θαυμάζω τις καπνισμένες ζωγραφιές του Κόντογλου σε αυτή την όαση. Όλοι οι τοίχοι είναι ιστορημένοι από τον ίδιο και τον αγαπημένο του μαθητή Πέτρο Βαμπούλη. Είναι όλοι εκεί. Οι Απόστολοι που έτρεξαν εκ περάτων της γης να χαιρετίσουν την Παναγία στην κοίμηση, οι γιατροί Κοσμάς και Δαμιανός, ο Αναπεσών που επιβλέπει από τη Δύση τον χώρο και ο Παντοκράτωρ να ελέγχει το σύμπαν από την οροφή. Ένας προσκυνητής ανέβηκε σε έναν μικρό εξώστη. Πηγαίνω κι εγώ. Φωτογραφίζω από εκεί την ἐπιγραφή: «… ἱστορήθη διὰ χειρὸς Φ. Κόντογλου καὶ Π. Βαμπούλη, 1965». Ξαφνικά, μια φωνή απέξω σχίζει την ησυχία του χώρου. Κι εμένα μου χαλάει την εικόνα που είχα στο νου μου με τον χρυσοπλοκώτατο πύργο, αναλογιζόμενος το καταληκτήριο εξαποστειλάριο του παρακλητικού κανόνα. Η σκέψη μου πάει κατευθείαν στη συναλλαγή που γίνεται στο δρόμο. Ανάμεσα από τις φωνές ξεχωρίζω μία φράση: «Είμαι ό,τι είμαστε». Ήταν εξαιρετικά βροντερή η φράση. Σχεδόν αμέσως διαβαίνει το κεφαλόσκαλο ένας νέος άνθρωπος. Δεν θάταν πάνω από 30. Τζην, χαμηλοκάβαλλο, ένα ολοκόκκινο φανελλάκι, κοντομάνικο. Στο δέρμα που φαινόταν έβλεπες χαραγμένα απροσδιόριστα σχέδια να κοσμούν ένα αδύνατο σώμα με ένα χέρι. Το άλλο ήταν κομμένο από το ύψος του ώμου. Ανάβει κεράκι, προσκυνάει. Πλησιάζει την κοπέλλα που τελείωνε τα ματσάκια με τα μεθυστικά βασιλικά. Κάτι της λέει. Μάλλον κάτι της ζητάει. Εκείνη αρνιέται ευγενικά. Εκείνος κοντοστέκεται στο πλατύσκαλο κι εγώ φεύγω βιαστικά. Κι ενοχικά. Σε τέτοιες στιγμές νιώθω ότι δεν είμαι.

Μέσ᾽ στὴν καρδιὰ τῆς σιωπῆς ὁ μαθητὴς τοῦ Κόντογλου, Ράλλης Κοψίδης

Έφυγε, αθόρυβα, από τον κόσμο τούτο ο Ράλλης Κοψίδης, ὁ ζωγράφος μὲ ἕνα τεράστιο ἔργο ποὺ συνιστᾶ ἕνα σπουδαῖο κεφάλαιο στὴν ἱστορία τῆς τέχνης τοῦ τόπου μας.

Γεννήθηκε στὴ Λῆμνο, στὸ Κάστρο, τὸ 1929. Εἶχε καταγωγὴ ἀπὸ Ἀλεξανδρούπολη. Ἔφτασε στὴν Ἀθήνα τοῦ 1950 γιὰ νὰ σπουδάσει στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν. Λίγα χρόνια μετὰ τὸν ἐμφύλιο, σὲ μία πόλη φτώχειας, σὲ ἕνα κράτος ποὺ προσπαθεῖ νὰ διαμορφώσει τὸ μεταπολεμικό του πρόσωπο. Ἀμέσως μετὰ τὶς σπουδές του στὴν Καλῶν Τεχνῶν, στὸ ἐργαστήριο τοῦ Ἀνδρέα Γεωργιάδη,  ἔγινε μαθητὴς τοῦ Φώτη Κόντογλου. Μαζὶ ἁγιογράφησαν ἐκκλησίες. Ἦταν ἡ ἐποχὴ τῆς μεγαλύτερης ζήτησης βυζαντινῆς ζωγραφικῆς στοὺς ὀρθόδοξους ναοὺς τῆς Ἑλλάδας καὶ ὁ Κόντογλου δούλευε μὲ τοὺς Βαμπούλη, Γεωργακόπουλο καὶ Κοψίδη.

Ἀλλὰ ἡ ζήτηση ὑπῆρχε καὶ στὸ ἐξωτερικό. Ὁ Κοψίδης ἱστόρησε τὸ ναὸ στὸ Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Chambesy τῆς Γενεύης ἀλλὰ ζωγράφισε καὶ στὸ μοναστήρι τοῦ Cheverogne τοῦ Βελγίου.

Ἀπὸ τὸ 1958 παρουσιάζει τὴ δουλειά του σὲ ἀτομικὲς ἐκθέσεις στὴν Ἀθήνα στὴ γκαλερἰ Τέχνη (1958), στὴν Ὥρα (1969, 1973, 1976, 1978), Κρεωνίδη, 1978, Αργώ (1982), ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες πόλεις στὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Εὐρώπη. Ἡ μεγάλη του ἀναδρομικὴ ἔγινε στὴν Ἐθνικὴ Πινακοθήκη τὸ 1989. Εἰκονογράφησε βιβλία, ἔγραφε τὶς δικές του ἱστορίες ποὺ εἰκονογραφοῦσε, ἀλλὰ ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὴν ἔκδοση τοῦ περιοδικοῦ Κάνιστρο.

Ο Άγιος Σεβαστιανός στη Μονή Πεντέλης.

Σύμφωνα μὲ τὴν Ἀθηνᾶ Σχινᾶ ὁ Κοψίδης «ἀφηγεῖται, συνταιριάζει, συναιρεῖ καὶ διαστέλλει στὸν χρόνο, τοὺς ρυθμοὺς καὶ τοὺς τρόπους μίας συμβίωσης παραδοξοτήτων καὶ ἀντιθέσεων. Οἱ εἰκόνες του λειτουργοῦν ὡς μία μεταφορικὴ γλώσσα ἐννοιῶν, ποὺ ἐμπεριέχει συμβολισμούς, ἀλληγορίες, ἕνα ἄρωμα λεπτῆς εἰρωνίας καὶ μία κριτικὴ διάσταση, ἡ ὁποία δὲν ἀναστέλει τὴν ποιητικὴ κι ἐλεγειακὴ ἀτμόσφαιρα τῶν ἔργων του. Οἱ φόρμες του ὁλοκάθαρες, πειστικές, ζωντανὲς καὶ ὑποβλητικὲς συνεγείρουν τὸ αἴσθημα καὶ τὴν εὐλαβικὴ ἀναπόληση. Δὲν ἀφήνουν ὅμως τὴ σύνθεση νὰ καθηλωθεῖ στὴν γραφικότητα, γιατὶ ὁ διάλογος ποὺ ἀνοίγει σ᾽ αὐτὲς τὶς εἰκαστικὲς αὐλαῖες του, εἶναι ἕνας διάλογος ὑπερβάσεων τοῦ ὁρατοῦ» (κατάλογος ἀναδρομικῆς ἔκθεσης τοῦ Κοψίδη, Δῆμος Πατρέων, Δημοτικὴ Πινακοθήκη 6 Ἀπριλίου-16 Μαΐου 1994, σ. 11). Κατὰ τὴν κριτικὸ τέχνης, μιλάει στὶς ἱστορίες του γιὰ τὶς πληγὲς τῆς Ρωμιοσύνης, τοὺς καημούς καὶ τοὺς πόθους της.

Ο νεομάρτυρας Άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος.

Ὁ Κοψίδης εἶχε ἕνα μοναδικὸ ὕφος, ἀφοῦ μαθήτευσε μὲ συνέπεια στὸν μεγαλύτερο δάσκαλο βυζαντινῆς ἁγιογραφίας τοῦ νεοελληνισμοῦ, τὸν Κόντογλου, ἀλλὰ στὴ συνέχεια, ἀφομοιώνοντας τὰ ἀρχαῖα πρότυπα, πέρασε σὲ ἕνα δικό του, πολὺ προσωπικὸ ἰδίωμα ποὺ παραμέμπει στὸν ὑπερρεαλισμὸ χωρὶς νὰ χάνει τελικὰ ποτὲ τὴ ρίζα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Εὐαγγελιστὴς Μάρκος, 1955. Ἀπὸ τὴν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Κόντογλου εἰκονογράφηση τοῦ βιβλίου «Νέον Κυριακοδρόμιον», τοῦ Κ. Μπαστιᾶ (Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1957).

Ἡ ἱστόρηση τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸν Κοψίδη τὸ 1988 προσπαθεῖ νὰ ὑπερβεῖ παλαιότερες ἀπεικονίσεις, εἰσάγοντας σουρεαλιστικὰ στοιχεῖα στὸν πίνακα, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀποδομεῖ ἢ νὰ ἐκμηδενίζει τὸ πρότυπο.

Ζοῦσε σχεδὸν ἐρημικὰ στὴ Γλυφάδα, χωρὶς νὰ ἀξιώνει κανέναν προβολέα να πέφτει ἐπάνω του. Ἡ σπουδὴ στὸ ἔργο του, θεωρῶ ὅτι εἶναι ὑποχρέωση κάθε νέο εἰκαστικὸ καὶ ὄχι μόνο καλλιτέχνη. Ἰδίως, ὅμως, τὸ μέγα μάθημα τοῦ Κοψίδη ἀπευθύνεται σὲ κάθε φιλόδοξο ἁγιογράφο ποὺ θέλει νὰ πειραματιστεῖ μὲ τὴ φόρμα καὶ τὸ χρῶμα.

Λεπτομέρεια ἀπὸ τὴ μικρὴ εἰκαστικὴ μυθολογία τοῦ Κάστρου Λήμνου (μακέττα, 1994).

Τὀ ἀπόσταγμα γιὰ τὴν τέχνη του, νομίζω βρίσκεται στὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ τὸ διαβάζω στὸν κατάλογο τῆς ἀναδρομικῆς ἔκθεσης μὲ ἔργα τοῦ Κοψίδη στὴν Πάτρα, τὴ Δημοτικὴ Πινακοθήκη 6 Ἀπριλίου-16 Μαΐου 1994.

Τὰ ἀνεξήγητα

Ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν ζωγραφική, τὰ λόγια φεύγουν μέσα ἀπ᾽ τὰ χέρια μου. Πετοῦν σὰν σιωπηλὰ πουλιὰ καὶ χάνονται μακρυά.»

Γράψε δυὸ λόγια γιὰ τὴν ζωγραφική», σημαίνει: ἔμπα μέσ᾽ στὴν καρδιὰ τῆς σιωπῆς γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ζωγραφική.

Κι ἀφοῦ ἀντικρύσεις τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια, τὰ νομιζόμενα καὶ οὐ βλεπόμενα, κατανοεῖς τὴν πτωχεία τῶν λέξεων, τὴν ἀνεπάρκεια τῆς λογικῆς.

Τὸ πρόβλημα ὑπάρχει μέσ᾽ τὴν καρδιὰ τῶν ἐποχῶν: Πόσο εἶναι μπορετὸ νὰ ἑρμηνεύσεις; Κατανοῶντας τὸ ἀνυπέρβλητο, κάθομαι σὲ μιὰ πέτρα ἔξω ἀπ᾽ τὴν κεκλεισμένη θύρα τοῦ νοητοῦ κήπου, ὅπου μαντεύω τὰ εὐφρόσυνα ἄνθη χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ τ᾽ ἀντικρύσω, καὶ συλλογιέμαι τὴν δυσκολία τοῦ ἐγχειρήματος. Δέος μὲ κυριεύει μπροστὰ σ᾽ αυτό. Κι ἔτσι πιάνω καὶ ζωγραφίζω. Δουλεύω σ᾽ αὐτὴν τὴν τέχνη τῆς σιωπῆς, ἀπὸ τότε ποὺ θυμᾶμαι τὸν ἑαυτό μου, παιδὶ σ᾽ ἕνα μακρυνὸ νησί, κι ἔπειτα σ᾽ ἕνα θρακιώτικο ἀκρογυάλι μὲ τὴν βαθύτατη ἐπίγνωση πὼς κι ἡ ἁπλὴ γειτονία κι ἡ ἁπλὴ προσέγγιση σ᾽ ἕναν τέτοιο κῆπο εἶναι δώρημα μέγα καὶ πρέπει νὰ εἶμαι ἕτοιμος πάντα γιὰ ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ. Καὶ ἴσως, ποιός ξέρει, ὅταν ὁ ζόφος κάπως λιγοστέψει, κι ἀνοίξουν στιγμιαῖα οἱ οὐρανοί, ν᾽ ἀξιοποιηθεῖ κι ἐγώ, ὁ τῶν σχημάτων καὶ χρωμάτων θηρευτὴς καὶ θεωρὸς τῶν ἀνεξήγητων, ν᾽ ἀκιωθῶ τὴν πολυπόθητη ἐνατένιση…

Στὸ μεταξὺ διάγω κι ἐγὼ ἐν μεγίστῃ ἀπορίᾳ, ὅπως ὅλοι, ὑπηρετώντας τὴν τέχνη τῆς Σιωπῆς, κατὰ νοῦν ἔχων πάντοτε τὰ πανάρχαια ἀρχέτυπα.

Αὐτὰ ποὺ ὅλοι οἱ ζωγράφοι ὀνειρεύονται νὰ προσεγγίσουν. Ὅλοι, πιστέψτε με, ὅλοι.

Ράλλης Κοψίδης

1992, Γλυφάδα

Ὁ Θεὸς ἂς τὸν ἀναπαύσει!

Έφυγε η κόρη του κυρ Φώτη, η Δέσπω

Πέταξε κοντά στον πατέρα της η Δεσπούλα, η μονάκριβη κόρη του Φώτη Κόντογλου. Στενοχωρήθηκα. Από παιδάκι υπήρξε η μούσα του Κόντογλου σε μια σειρά από πίνακες που απεικόνιζαν την οικογένεια του καλλιτέχνη. Αν δεν κάνω λάθος η πρώτη μορφή αυτού του θέματος είχε δημοσιευθεί στη Νέα Εστία και είχε εντυπωσιάσει.

Η οικογένεια του ζωγράφου.

Η οικογένεια του ζωγράφου.

Μαζί με τον σύζυγό της, Γιάννη Μαρτίνο που έχασε πριν έναν χρόνο, προσπάθησαν να προβάλλουν το έργο του Φωτίου είτε με εκδόσεις είτε με συμμετοχή σε εκθέσεις και εκδηλώσεις που οργανώθηκαν σε όλη την ελληνική επικράτεια. Μαζί πάλεψαν να στήσουν και ένα μουσείο, εκεί στη Βιζυηνού 16, στο σπίτι του Κόντογλου. Ουσιαστικά, η Δέσπω ήταν ο τελευταίος κρίκος που είχε ζήσει από κοντά τη μυθιστορηματική ζωή του πατέρα της, από τη δεκαετία του 1920 (γεν. 1927) έως το 1965, χρονιά που κοιμήθηκε ο σύγχρονος ομολογητής της Ορθοδοξίας.

Η οικογένεια Κόντογλου στην κατοχή όταν ζούσαν σε ένα γκαράζ. Σε πρώτο πλάνο η Δεσπούλα στο κέντρο και δεξιά η μητέρα της Μαρία.

Η οικογένεια Κόντογλου στην κατοχή όταν ζούσαν σε ένα γκαράζ. Ο Κόντογλου ξεχωρίζει με τα όρθια μαλιά, δίπλα του η Μαρία και η Δέσπω.

Μεγάλα αμυγδαλωτά πράσινα μάτια, σε κοιτούσαν και σε ταξίδευαν πίσω για να σου αφηγηθούν από πρώτο χέρι πώς βρήκε καταφύγιο στο σπίτι ο απογοητευμένος Τσαρούχης, πώς συνδέθηκε ο πατέρας της με τους σπουδαίους μαθητές του, τον Γιώργο Κοψίδη, τον Γλιάτα ή τον Εγγονόπουλο. 

Νωπογραφία με την οικογένεια από το σπίτι της οδού Βιζυηνού που φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη.
Νωπογραφία με την οικογένεια από το σπίτι της οδού Βιζυηνού που φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη (1932). Μαρία και Δεσπούλα. Η λατρεμένη σύντροφος και η πολυαγαπημένη κόρη του Φωτίου εμπνέουν και απεικονίζονται πολύ συχνά από τον ζωγράφο άλλες φορές σε πειραματισμούς της τεχνικής φαγιούμ και άλλοτε πάνω στον καμβά υπερβαίνοντας τα διδάγματα της βυζαντινής ζωγραφικής που πρόβαλλε στην Ελλάδα από τον Μεσοπόλεμο έως τη δεκαετία του 1960.

 

Με τις αναμνήσεις της σε ξάφνιαζε όταν αποκάλυπτε τον άλλον Φώτιο, εκείνον της παρέας, τον Ανατολίτη με το απίστευτο χιούμορ, τον στοργικό γονιό και κυρίως τον καλλιτέχνη που ήταν ταμένος στο όραμά του για μια ελληνορθοδοξία που τροφοδότησε τον Καρούζο, κατέπληξε τον Καζαντζάκη και επέδρασε καταλυτικά σε όλη τη γενιά του 30.

 

Λεπτομέρεια από την οικογένεια του ζωγράφου, με τη Δεσπούλα να συμμετέχει στο έργο του Φωτίου.

Λεπτομέρεια από την οικογένεια του ζωγράφου, με τη Δεσπούλα να συμμετέχει και να πρωταγωνιστεί στο έργο του Φωτίου (περ. 1930).

Μιλούσε με πίκρα για το σπίτι που πουλήθηκε στην κατοχή για λίγο αλεύρι, για το ότι ποτέ δεν πληρώθηκε ο πατέρας της για τη μνημειώδη τοιχογράφηση του Δημαρχείου, για τους φίλους αλλά και για το πώς αγάπησε αυτός ο μαχητικός ριζορθόδοξος τον καθολικό γαμπρό του.

Η Δέσπω ενταφιάστηκε στη Ραφήνα. Εκεί κοντά, στην Ιερά Μονή του Οσίου Εφραίμ, βρίσκονται και τα οστά των γονιών της.

Ο Θεός να τη δροσίζει.