Tag Archives: Tadeu Liesenfeld

Κολύμπι

Έξι γυμνά αγόρια και ένα κόκκινο σέτερ σε μια λίμνη κάπου στην Πενσυλβάνια* το 1884. Ένας ζωγράφος και έξι μοντέλα. Αφορμή μου δίνει η τελευταία ανάρτηση για την παράσταση του Παπαϊωάννου με τον ίδιο και τον Tadeu Liesenfeld, εκεί που μιλούσα για το γυμνό κορμί και την αθωότητα της έκθεσης του σώματος.

Ο δάσκαλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Πενσυλβάνια, σπουδαίος ζωγράφος Τόμας Ίκινς (Thomas Eakins, 1844-1916) απεικονίζει σε ένα αρκαδικό τοπίο έξι νέους να χαίρονται αμέριμνοι τη δροσιά του νερού. O ίδιος ήταν γυμνιστής και του άρεσε να κάνει παρέα με φίλους που μπορούσαν να εκθέτουν το σώμα τους δημόσια. Από τη σκηνοθεσία των μορφών ο μόνος που έχει συνολική θέαση των σωμάτων είναι ο Ίκινς, που ταυτίζεται με τη μορφή που κολυμπάει δεξιά του έργου.

Ο Ίκινς δείχνει να αφομοιώνει τα διδάγματα του καλλιτέχνη και θεωρητικού Lecoq για εργασία επάνω σε κλασικά θέματα αλλά με μοντέλα σε εξωτερικό χώρο, μια πρωτοποριακή προσέγγιση για την τέχνη εκείνη την εποχή. Το έργο δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστό έως τον θάνατο του ζωγράφου το 1916, αλλά αργότερα έγινε ο εμβληματικός πίνακας του καλλιτέχνη.

Swimming, 1885 (Amon Carter Museum, Forth Worth, Texas). Ανάμεσα στους λουόμενους που έχουν ταυτιστεί είναι ο Laurie Wallace (αυτός που γονατίζει και σηκώνει το αριστερό χέρι) που είχε ποζάρει στον Σταυρωμένο και μεταξύ των άλλων είναι και ο ίδιος ο ζωγράφος, η μονή μορφή που κολυμπάει και πλησιάζει προς τα βραχάκια, ενώ πιο μπροστά του κολυμπάει ο σκύλος του Χάρι.

Στα τέλη του 19ου αιώνα οι άνδρες μπορούσαν να ξεγυμνωθούν σε παραλίες και μια σειρά ζωγράφων έχουν αξιοποιήσει αυτή τη μοναδική δυνατότητα να εμφανίζονται γυμνά ανδρικά κορμιά, όταν την ίδια σεμνότυφη εποχή οι γυναίκες είναι ντυμένες από την κορφή έως τα νύχια. Ο Ίκινς φαίνεται ότι έκανε δύο τουλάχιστον ειδικές εξορμήσεις για να φωτογραφίσει σε στάσεις αρχαιοπρεπείς που ανακαλούν ελληνικά αγάλματα νέους που παλεύουν, παίζουν και χαίρονται το νερό. Πράγματι, στο συγκεκριμένο έργο παρόλο που υπάρχουν σύνδεσμοι στα βλέμματα με το σώμα του άλλου το δικό μας μάτι εστιάζει στη φυσικότητα των αθλητικών σωμάτων που φαίνονται σε σχέση με το θολό τοπίο του φόντου εξαιρετικά καλογραμμένα και καθαρά. Στον νέο που κάνει βουτιά φαίνεται το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Ίκινς για την κίνηση κάτι που έψαχνε φωτογραφίζοντας κινούμενα σώματα.

Όταν το έργο ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε σε εκείνον που το παρήγγειλε, τον επιχειρηματία Edward Coates, φαίνεται ότι προκάλεσε σοκ η απεικόνιση της ομάδας των γυμνών νέων που ήταν αναγνωρίσιμοι στην κοινωνία με τον γυμνό δάσκαλο.

Το ζωγραφικό έργο του Ίκινς δείχνει να λογοκρίνει τα απόκρυφα σημεία των νέων κάτι που είναι ορατό στις φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν σαν πηγές για τον τελικό πίνακα. Οι φοιτητές του Ίκινς σε φωτογραφία του ίδιου. περ. 1883. Pennsylvania Academy of Fine Arts.

Δύο χρόνια μετά τη δημιουργία του έργου, το 1886 ο Ίκινς εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί από την Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Οι νεαροί άνδρες των φωτογραφιών είναι σπουδαστές και γνωστοί του Ίκινς.

Κατηγορήθηκε ότι αποκάλυψε τη γυμνότητα ενός ανδρικού μοντέλου σε μια αίθουσα που παρακολουθούσαν γυναίκες σπουδάστριες. Άλλοι είπαν ότι ήταν αυστηρός ως δάσκαλος, και κάποιοι ακόμα ότι ο κουνιάδος του διέδιδε φήμες για τη σεξουαλική του ζωή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαφορετική μέθοδός του για τη μελέτη του ανθρωπίνου σώματος, απευθείας από το φυσικό και όχι από γλυπτό, ενόχλησε. Στην επιστολή που εξηγεί τους λόγους της παραίτησής του από την Ακαδημία Καλών Τεχνών επισημαίνει την υποκρισία στην αντιμετώπιση του γυμνού και αναρωτιέται πότε ακριβώς αρχίζει το ακατάλληλον της θέας μιας γυμνής μορφής ή ενός γυμνού αγάλματος.

Στη δεκαετία του 1980 ο πίνακας κατατάσσεται ως ένα απτό δείγμα ομοερωτικής κουλτούρας, επειδή καταγράφει το ερωτικό βλέμμα ενός άνδρα προς άλλους άνδρες με έναν τρόπο δραστικά απελευθερωτικό. Εδώ, ο καλλιτέχνης πολλαπλασιάζει τα γυμνά σώματα όταν δεν έχει δείξει σε άλλους πίνακες με γυμνά ένα και μόνο γυναικείο σώμα. Έχει ενδιαφέρον ότι ο ζωγράφος συνδέεται με τον λάτρη του γυμνού τον ποιητή Walt Whitman τον οποίο φωτογραφίζει.

*Είναι η λίμνη Dove στο Bryn Mawr.

Σα να ήταν η πρώτη φορά

Στην είσοδο μας υποδέχθηκε ο ίδιος. Καλωσόρισμα στον χώρο Α της Πειραιώς 260. Η αγαπημένη μου φίλη πάντα παραπονιέται για τις συνθήκες και το άβολο που νιώθει όταν έρχεται εδώ, στο Φεστιβάλ της πόλης. Τώρα, μόλις είδε τον ίδιο τον Παπαϊωάννου να της χαμογελάει, ηρεμεί. Μετά από χρόνια απουσίας του ιδρυτή της Ομάδας Εδάφους από τη σκηνή τώρα θέλει να δει το κοινό του έναν προς έναν και μία προς μία σε απόσταση αναπνοής. Προτού λάβει θέση για να αρχίσει η παράσταση. Ο ίδιος ντυμένος σαν ανθρωπάκι του Γαΐτη. Ένας Έλληνας μπεκετικός.  Δεν θέλησα να διαβάσω τίποτα, δεν ήθελα να επηρεαστώ από κάπου, προτού ζεστάνω τα πλήκτρα με τις λέξεις που σχηματίζω στην οθόνη.

Βλέπω μπροστά μου μία μακρόστενη πλατφόρμα γύρω στο μέτρο ύψος, ένα ταμπλώ ξύλινο. Και ένα μαύρο. Ένας σκουπιδοτενεκές, ένα μικρόφωνο κι ένα λάστιχο ποτίσματος. Και δύο σώματα. Ένα ολόγυμνο και ένα κουστουμαρισμένο. Και γύρω μου ανθρώπους να περιμένουν ανυπόμονα, ξεγελώντας τη ζέστη του χώρου με βεντάλιες σουβενίρ του Φεστιβάλ από το 2010 που προσφέρουν οι ταξιθέτριες.

Αρχίζει η παράσταση. Ο αέρας πλήττεται από τα σώματα που αρχίζουν να ιδρώνουν κινούμενα στον χώρο. Εν αρχή, μία απλή ρυθμική κίνηση. Ένας άνδρας ρίχνει στο πάτωμα καφετιά κομμάτια. Είναι πηλός, προζυμάκια ή κάτι άλλο; Επάνω σε αυτά ορίζει τη διαδρομή του. Είναι ο καλλιτέχνης και σε λίγο θα δούμε το έργο του.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου με τον Tadeu Liesenfeld στην «Πρώτη ύλη». Το μοντέλο πλαισιώνεται από τον δημιουργό του αλλά στο πλαίσιο εγγράφονται και οι δύο. Δεν υπάρχει κανείς χωρίς τον άλλο. Πηγή: Φεστιβάλ Αθηνών

Το γυμνό είναι ωραίο

Συγκεκριμένα, το ανδρικό γυμνό μπορεί να είναι εξαιρετικά ωραίο. Ο Παπαϊωάννου επιμένει στη θέαση του γυμνού σώματος. Και η επιμονή αυτή προκαλεί αμηχανία σε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τις παραστάσεις του.

Η προτεραιότητα που έχει δοθεί στη θέα του γυναικείου σώματος και στη κλασική υπερεκτίμηση της εξωτερικής εμφάνισης των γυναικών (σε βάρος της εσωτερικότητας τους), νομίζω ότι μας εμποδίζει να χαρούμε το ανδρικό γυμνό. Είναι ευκολότερο να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει τους δικούς του λόγους να απολαμβάνει την εικόνα του αρσενικού σώματος. Δηλαδή ότι έλκεται ερωτικά από ένα ανδρικό σώμα, εάν είναι άνδρας. Εκτιμήσεις που περιστρέφονται γύρω από την ιδέα του σώματος ως ερωτικού αντικειμένου. Και μόνο. Μια αναπηρία που εάν την προεκτείνουμε στην ιστορία της τέχνης και του πολιτισμού, τότε καθένας που κουβαλάει μια τέτοια αντίληψη θα έχει σίγουρα μεγάλη δυσκολία με τα αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά γλυπτά. Ας μην ξεχνάμε τα φύλλα συκής που δέχθηκαν αναγεννησιακά αγάλματα. Και μια τέτοια αντίληψη τη φέρουν κυρίως άνδρες μη καλλιτέχνες. Και θα έλεγα άνδρες που έχουν ακόμη σε εκκρεμότητα θέματα με τον ερωτισμό τους. Μέχρι τον 19ο αιώνα το ανδρικό κορμί ήταν κυρίαρχο και άνετα μπορούσε να μεταμορφωθεί από τον εικαστικό καλλιτέχνη σε γυναικείο με ορισμένες τροποποιήσεις στο μοντέλο που πόζαρε. Από τον 19ο αιώνα και μετά το γυναικείο σώμα αποκτά πρωτοκαθεδρία, εκτοπίζοντας το ανδρικό.

Και σήμερα; Σήμερα δεν ζούμε στην εποχή του ενός ιδανικού. Όμορφο μπορεί να είναι και το ανδρικό και το γυναικείο κορμί. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Όμως, είναι παράλογο να λέμε ότι αυτός που αξιοποιεί επί σκηνής ένα ανδρικό κορμί το κάνει επειδή είναι gay, όσο θα ήταν παράξενο να λέμε κοίτα: αυτός έγδυσε τη χορεύτρια επί σκηνής επειδή είναι ετερό. Πάντα θα θυμάμαι τους Έρωτες που είδα σε τοιχογραφίες στην Πομπηία πόση χαρά μετέδιδαν. Το ίδιο και τα γυμνά αγγελάκια στις θόλους των ναών της Ρώμης. Ο έφηβος των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας: εκφράζει μια ιλαρότητα και δεν εξαντλείται στον αισθησιασμό. Η ενοχική στάση προς το σώμα στέκεται στη σεξουαλικότητα και δεν αναγνωρίζει στην εμφάνιση του γυμνού μια οσιότητα. Μία δηλαδή πραγματικότητα που δεν εξαντλείται στην υλική χρήση του σώματος και τη φιληδονία, δεν σχετίζεται με την αιδώ και επεκτείνεται στην έννοια του κάλλους.

Όλα αυτά δεν τα λέω τυχαία. Η παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου είναι μια μελέτη επάνω στο γυμνό, όπως δημιουργείται αγνό και άσπιλο μέσα από τα χέρια του καλλιτέχνη δημιουργού. Ένα γυμνό που δεν είναι άσεμνο. Ή είναι άσεμνο όσο υπήρξαν τα μοντέλα του Πραξιτέλη ή του Μιχαήλ  Άγγελου.

Ο Tadeu Liesenfeld (έχει συνεργαστεί με τον Παπαϊωάννου στο Πουθενά το 2009 και στο Μέσα 2011) εμφανίζεται ολόγυμνος στην παράσταση. Μοιάζει σα μορφή που κατέβηκε για χάρι μας από τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα. Ίσως από τη νότια μετόπη με την Κενταυρομαχία. Ίσως πάλι να ήταν ο ποταμός Κηφισός από το δυτικό αέτωμα. Eίναι ένα πλάσμα που υπάρχει χάρις στον δημιουργό του. Έχει πάψει να είναι αγόρι. Είναι άνδρας. Ο δημιουργός καλλιτέχνης θα το μελετήσει, θα το παρατηρήσει, θα το βασανίσει, θα το περιθάλψει, θα το υποστηρίξει. Και το δημιούργημα θα ανταποκριθεί. Ο καλλιτέχνης αποκτά νόημα από το έργο του.

Πριν το τέλος το πλάσμα δέχεται επάνω του την ευλογία του νερού. Μια σκηνή που μου θύμισε τα παιδικά μου καλοκαίρια: σε μια αυλή να βρέχομαι με το λάστιχο με άλλα παιδάκια, να γελάμε δροσίζοντας το δέρμα μας από την κάψα. Χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Χωρίς ενοχή. Κάτι παρόμοιο βλέπω τώρα εδώ.

Ποιόν αφορά τελικά αυτό;

«Δεν ξέρω τί είναι αυτό που βλέπω». Αυτό ίσως μπορεί να ερμηνεύσει τη δήλωση: «Δεν με αφορά αυτό που βλέπω». Νομίζω προκαλεί περισσότερο άγχος η αρρενωπότητα του χορευτή, όταν κανείς θα περίμενε στη θέση της αρρενωπότητας χάρη και πλαδαρότητα, λύγισμα της μέσης και πόζα ενός σώματος που επαμφοτερίζει κλίνοντας προς μια θηλυπρέπεια. Θυμάμαι τις ανδρικές φιγούρες του κλασικού χορού λες και ήταν μέλη ενός θηλυκού σύμπαντος με την εκλέπτυνση στην κίνηση και την προβολή της χάρης, να λειτουργούν ως αναβατόρια για τις χορεύτριες. Άργησε πολύ να προβληθεί το ανδρικό σώμα να είναι ισότιμο με το γυναικείο επί σκηνής.

Εδώ στη παράσταση του Παπαϊωάννου έχουμε δύο και μόνο ανδρικά σώματα. Μήπως όμως δεν είναι ακριβώς δύο; Και μήπως δεν είναι δύο άνδρες αλλά κάτι άλλο; Μου έρχεται στο νου αστραπιαία η πρώτη διήγηση της Γένεσης που δεν μιλάει για δημιουργία άνδρα και γυναίκας, αλλά αφηγείται τη δημιουργία του ανθρώπου. Αδάμ δεν σημαίνει άνδρας. Σημαίνει χωματένιος. Στα μάτια μου το ο Βραζιλιάνος χορευτής με τις αναλογίες και το κάλλος αρχαίου άνδρα εκπροσωπούσε κάτι παραπάνω από το φύλο που βλέπαμε. Ή καλύτερα, το φύλο που δηλωνόταν στην εμφάνισή του ήταν παραπλανητικό.

Από τους πολλούς ερμηνευτές του Μέσα (ήταν 30), φθάσαμε μόνο στους 2. Ο Παπαϊωάννου ερευνά το σώμα χωρίς παραπανίσια υλικά παρά μόνο αυτό το ίδιο το σώμα. Αυτή είναι η πρώτη ύλη: ό,τι ορίζει την παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο. Την ύπαρξη. Μέσα από τα προζυμάκια θα πλάσει το δημιούργημά του, θα υπερηφανευθεί για αυτό. Αυτοσαρκαζόμενος, όσο ποτέ άλλοτε θα δείξει τα όρια του δικού του σώματος, παραμορφώνοντας τα μέλη του, σε στάσεις που παραπέμπουν σε freak show και σε θεάματα τσίρκου. Συνθέτει επιλέγοντας τις κινήσεις που δημιουργούνται από τη συνάντηση των δύο σωμάτων για να οπτικοποιήσει την εσωτερική ζωή του. Τις ιδέες του και τις μανίες του ως καλλιτέχνη. Η Πρώτη ύλη θεωρώ ότι είναι η πιο αυτοβιογραφική εργασία του Παπαϊωάννου γιατί μας δείχνει το ατελιέ του καλλιτέχνη που παλεύει με τα υλικά του. Πλάθει εικόνες για τη σχέση του με τον χορό, με το βασικό του εργαλείο, το σώμα του χορευτή, με την εξουσία που ασκεί ή την επίδραση που δέχεται από τον άλλο, τη θέση του σώματος στον χώρο, τη φρεναπάτη και τη μαγεία που μπορεί να δημιουργήσει όταν ανέβει στη σκηνή. Ο δημιουργός και το πλάσμα του. Ο κονφερασιέ και το νούμερό του. Η εσωτερική ζωή του performer, η αγωνία της εικονοποιΐας με ήχους που ακούγονται μερικές φορές άναρθροι για να γίνουν κινήσεις εύγλωττες, σωματικές λέξεις έλλογοι.

Ελλάδα ανάπηρη

Από την άλλη, αυτό που βλέπω, σκέπτομαι ότι είναι ένας στοχασμός επάνω στο τί σημαίνει Ελλάδα του σήμερα. Με τις συχνές αναφορές του στην αρχαία γλυπτική σχηματίζει μορφές αγαλμάτων που έχει θαυμάσει η ανθρωπότητα, έρχεται και τα προσκυνάει από τα πέρατα του κόσμου στα μουσεία μας ή ἐρχεται να προσκυνήσει στα μνημεία μας. Ο Παπαϊωάννου ειρωνευόμενος την αρχαιολατρία μάς επανατοποθετεί ενώπιον αυτών των μορφών, μπροστά σε μια Ελλάδα κοινωνικά ακρωτηριασμένη που έχει ανάγκη να σταθεί στα πόδια της και να περπατήσει ξανά. Νά, πώς αποκτά τώρα νόημα η σκηνή που μου θύμιζε φωτογραφίες της Αλβανίας με τους υποβασταζόμενους ανάπηρους. Στο συγκλονιστικό φινάλε της παράστασης το άγαλμα δεν μπορεί να σταθεί σε κανένα πόδι. Είναι ένας κορμός χωρίς άκρα. Κάποιος πρέπει να δώσει τη λύση. Και δίνεται.

Η ιδέα του καλλιτέχνη που δημιουργεί φαίνεται και από τη διαχείριση του φωτισμού. Στην παράσταση δεν υπάρχει κάποιος μηχανικός στα φώτα ή φροντιστής. Όλα τα χειρίζεται επί σκηνής με δυο τρεις διακόπτες ο δημιουργός. Πλαισιώνει το έργο του, το φωτίζει και ιδού: θαυμάστε με. Οι ήχοι είναι κυρίως φυσικοί, παραγόμενοι επί σκηνής και σε ορισμένα σημεία ένα τζιτζίκι, ένα ταξίμι (του Γιάννη Παπαϊάννου), το σύρσιμο ενός αντικειμένου ή το ίδιο το νερό που καταβρέχει δίνουν το σάουντρακ της παράστασης. Ναί, μπορείς να πεις ότι η τέχνη δεν έχει ανάγκη από πολλά λεφτά. Η πενία δεν είναι αντίπαλός της. Δεν χρειάζεται σκηνικά, δεν έχει ανάγκη πολυτελή κοστούμια, περούκες και φτερά, δεν θέλει πολύπλοκα φώτα, μηχανισμούς και τραμπουκέτα. Κάτι άλλο χρειάζεται για να είσαι ποιητής. Και κάτι άλλο χρειάζεται για να σταθεί η Ελλάδα στα ποδάρια της. Πέρα από το χρήμα και τα μνημόνια. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού. Όχι πολύ μακριά μας.

Ο Παπαϊωάννου μας κάνει συμμέτοχους στο τί σημαίνει ομορφιά. Σχολιάζει ειρωνικά τον εαυτό του τη δική του προσωπική πορεία, μας αφήνει ελεύθερους να φαντασιωθοῦμε και σε κάθε σκηνή αισθάνεσαι να να είναι η πρώτη φορά που βλέπεις τη ζωή να ξετυλίγεται μπροστά σου…

Ταυτότητα παράστασης

Δημιουργία: Δημήτρης Παπαϊωάννου

Με τους Tadeu Liesenfeld και Δημήτρη Παπαϊωάννου

Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Τίνα Παπανικολάου και Παυλίνα Ανδριοπούλου – Ντίνος Νικολάου

Στο Πουθενά και στο Τίποτα

Ξάφνιασε το κοινό των εγκαινίων του Εθνικού ο Δημήτρης Παπαϊωάννου όταν στην παράσταση της Τετάρτης ενώθηκαν επάνω στη σκηνή οι χορευτές με τους θεατές της δεύτερης παράστασης. Μέσα από διαδρόμους οδηγήθηκαν όλοι ανύποπτοι προς την υποτιθέμενη είσοδο, και ξαφνικά βρέθηκαν σε έναν κύκλο γύρω από έναν χορευτή που ζητούσε να κάνουν ησυχία. Ανάβουν τα φώτα της πλατείας. Από εκεί ξεχωρίζουν τα κεφάλια των καθισμένων που χειροκροτούν στο φινάλε, ενώ η καθρέπτινη αυλαία πέφτει. Ο κόσμος πάνω στη σκηνή σχολιάζει έκπληκτος το εντυπωσιακό εύρημα…

Κάπου εκεί ολοκληρώθηκε και η μαγεία. Μετά από το τέχνασμα της «εξαπάτησης» του κοινού η παράσταση κύλισε σαν μία πρόβα αυτοσχεδιασμών που μάλλον κούρασε, παρόλη τη μικρή διάρκεια. Αποκαλύφθηκαν οι κρυμμένοι μηχανισμοί της σκηνής, άνοιξαν τα τραμπουκέτα, κατέβηκαν τα στηρίγματα των σκηνικών. Μέσα σε γκρι τόνους από τα μέταλλα των εξοπλισμών κινήθηκαν οι χορευτές με απλά κοστούμια σε γήινα γκρι καφέ χρώματα. Ωστόσο όλη η παράσταση βασίστηκε μεν στις μηχανές της σκηνής και στην επιδεξιότητα των εκπληκτικών χορευτών να συνομιλήσουν μαζί τους, αλλά αυτό και μόνο δεν έδεσε σε μια ιστορία. Έλειπε ο μύθος που περίμενα να μοιραστώ με τους υπόλοιπους. Έμοιαζε όλο το πράγμα να μην οδηγεί και πουθενά και στην ουσία να μην είναι κάτι που προσφέρει συγκίνηση. Έχω δει σχεδόν τις περισσότερες παραστάσεις του Παπαϊωάννου, αλλά μόνο εδώ ένιωσα την απουσία οικείων αισθήσεων που σημαίνει έλλειψη αναγνωρισιμότητας όσων έβλεπα. Σχεδόν τα πάντα ξένα. Ίσως, υπερβολικά αφηρημένα. Έννοιες χωρίς υλικό αντίκρυσμα. Και πλέον στις μέρες μας η γυμνότητα του σώματος εάν δεν εντάσσεται κάπου είναι άδεια εικόνα. Το αποτέλεσμα: ενδιαφέρον πιο πολύ για σπουδαστές χορού, και φοιτητές ΤΕΦΑ.

Ξέρω ότι οι περισσότεροι θα γράψουν ύμνους για τον άνθρωπο που άλλαξε τον τρόπο του χορού στην Ελλάδα. Εγώ μιλώ σαν ένας κοινός θεατής που θέλει να γίνεται παιδί σε κάθε παράσταση που βλέπει. Να μην αναζητάει ερμηνείες εκ των υστέρων ούτε να διαβάζει απολογητικά υπομνήματα των δημιουργών για το τί ήθελαν να υποστηρίξουν. Και εδώ παιδί δεν έγινα.

Σκέπτομαι τι μπορώ να περιμένω πλέον από τον Παπαϊωάννου. Πόσο έχουν ανέβει οι προσδοκίες μου; Νομίζω ότι θα ήθελα να τον δω να μεταγράφει αρχαία δράματα, τραγωδία και κωμωδία. Ακόμη να συνεργάζεται με ξένους καλλιτέχνες και να δοκιμαστεί σε χώρες με παράδοση στον χορό. Να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί σε νέες σκηνές, σε άλλους όρους, με άλλα ερεθίσματα και άλλες εμπειρίες. Και να είμαι εκεί να τον δω. Να ξαναγίνω παιδί. Και μαθαίνω ότι θα πάει για μερικούς μήνες στην Αμερική, κοντά στη Λώρη Άντερσον. Είμαι βέβαιος ότι μόνο καλό μπορεί να έχει μια τέτοια μετακίνηση.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

TAYTOTHTA
Σύλληψη – Σκηνοθεσία Δημήτρης Παπαϊωάννου
Σκηνικός σχεδιασμός Ζάφος Ξαγοράρης
Μουσική σύνθεση – Ηχητικός σχεδιασμός Coti K.
Κοστούμια Θάνος Παπαστεργίου
Φωτισμοί Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθός σκηνοθέτη – Διεύθυνση καλλιτεχνικής παραγωγής Τίνα Παπανικολάου
Διανομή:
Παίζουν: Θανάσης Ακοκκαλίδης, Νίκος Δραγώνας, Μανώλης Θεοδωράκης, Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης, Γιώργος Καφετζόπουλος, Ευριπίδης Λασκαρίδης, Γιώργος Μάτσκαρης, Χρήστος Παπαδόπουλος, Σίμος Πατιερίδης, Βαγγελιώ Ράντου, Ηλίας Ραφαηλίδης, Διογένης Σκάλτσας, Συμεών Τσακίρης, Αltin Huta

Χορευτές: Προκόπης Αγαθοκλέους, Πάνος Αθανασόπουλος, Αντώνης Βάης, Κωνσταντίνος Μαραβέλιας, Γιάννης Μίχος, Μαρία Μπρέγιαννη, Ίλια Ντετσάβες-Πόγκα, Γιάννης Παπακαμμένος, Άρης Πλασκοβίτης, Καλλιόπη Σίμου, Σοφία Τσιαούση, Tadeu Liesenfeld