Category Archives: performance

Primal matter

Advertisements

Σα να ήταν η πρώτη φορά

Στην είσοδο μας υποδέχθηκε ο ίδιος. Καλωσόρισμα στον χώρο Α της Πειραιώς 260. Η αγαπημένη μου φίλη πάντα παραπονιέται για τις συνθήκες και το άβολο που νιώθει όταν έρχεται εδώ, στο Φεστιβάλ της πόλης. Τώρα, μόλις είδε τον ίδιο τον Παπαϊωάννου να της χαμογελάει, ηρεμεί. Μετά από χρόνια απουσίας του ιδρυτή της Ομάδας Εδάφους από τη σκηνή τώρα θέλει να δει το κοινό του έναν προς έναν και μία προς μία σε απόσταση αναπνοής. Προτού λάβει θέση για να αρχίσει η παράσταση. Ο ίδιος ντυμένος σαν ανθρωπάκι του Γαΐτη. Ένας Έλληνας μπεκετικός.  Δεν θέλησα να διαβάσω τίποτα, δεν ήθελα να επηρεαστώ από κάπου, προτού ζεστάνω τα πλήκτρα με τις λέξεις που σχηματίζω στην οθόνη.

Βλέπω μπροστά μου μία μακρόστενη πλατφόρμα γύρω στο μέτρο ύψος, ένα ταμπλώ ξύλινο. Και ένα μαύρο. Ένας σκουπιδοτενεκές, ένα μικρόφωνο κι ένα λάστιχο ποτίσματος. Και δύο σώματα. Ένα ολόγυμνο και ένα κουστουμαρισμένο. Και γύρω μου ανθρώπους να περιμένουν ανυπόμονα, ξεγελώντας τη ζέστη του χώρου με βεντάλιες σουβενίρ του Φεστιβάλ από το 2010 που προσφέρουν οι ταξιθέτριες.

Αρχίζει η παράσταση. Ο αέρας πλήττεται από τα σώματα που αρχίζουν να ιδρώνουν κινούμενα στον χώρο. Εν αρχή, μία απλή ρυθμική κίνηση. Ένας άνδρας ρίχνει στο πάτωμα καφετιά κομμάτια. Είναι πηλός, προζυμάκια ή κάτι άλλο; Επάνω σε αυτά ορίζει τη διαδρομή του. Είναι ο καλλιτέχνης και σε λίγο θα δούμε το έργο του.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου με τον Tadeu Liesenfeld στην «Πρώτη ύλη». Το μοντέλο πλαισιώνεται από τον δημιουργό του αλλά στο πλαίσιο εγγράφονται και οι δύο. Δεν υπάρχει κανείς χωρίς τον άλλο. Πηγή: Φεστιβάλ Αθηνών

Το γυμνό είναι ωραίο

Συγκεκριμένα, το ανδρικό γυμνό μπορεί να είναι εξαιρετικά ωραίο. Ο Παπαϊωάννου επιμένει στη θέαση του γυμνού σώματος. Και η επιμονή αυτή προκαλεί αμηχανία σε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τις παραστάσεις του.

Η προτεραιότητα που έχει δοθεί στη θέα του γυναικείου σώματος και στη κλασική υπερεκτίμηση της εξωτερικής εμφάνισης των γυναικών (σε βάρος της εσωτερικότητας τους), νομίζω ότι μας εμποδίζει να χαρούμε το ανδρικό γυμνό. Είναι ευκολότερο να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει τους δικούς του λόγους να απολαμβάνει την εικόνα του αρσενικού σώματος. Δηλαδή ότι έλκεται ερωτικά από ένα ανδρικό σώμα, εάν είναι άνδρας. Εκτιμήσεις που περιστρέφονται γύρω από την ιδέα του σώματος ως ερωτικού αντικειμένου. Και μόνο. Μια αναπηρία που εάν την προεκτείνουμε στην ιστορία της τέχνης και του πολιτισμού, τότε καθένας που κουβαλάει μια τέτοια αντίληψη θα έχει σίγουρα μεγάλη δυσκολία με τα αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά γλυπτά. Ας μην ξεχνάμε τα φύλλα συκής που δέχθηκαν αναγεννησιακά αγάλματα. Και μια τέτοια αντίληψη τη φέρουν κυρίως άνδρες μη καλλιτέχνες. Και θα έλεγα άνδρες που έχουν ακόμη σε εκκρεμότητα θέματα με τον ερωτισμό τους. Μέχρι τον 19ο αιώνα το ανδρικό κορμί ήταν κυρίαρχο και άνετα μπορούσε να μεταμορφωθεί από τον εικαστικό καλλιτέχνη σε γυναικείο με ορισμένες τροποποιήσεις στο μοντέλο που πόζαρε. Από τον 19ο αιώνα και μετά το γυναικείο σώμα αποκτά πρωτοκαθεδρία, εκτοπίζοντας το ανδρικό.

Και σήμερα; Σήμερα δεν ζούμε στην εποχή του ενός ιδανικού. Όμορφο μπορεί να είναι και το ανδρικό και το γυναικείο κορμί. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Όμως, είναι παράλογο να λέμε ότι αυτός που αξιοποιεί επί σκηνής ένα ανδρικό κορμί το κάνει επειδή είναι gay, όσο θα ήταν παράξενο να λέμε κοίτα: αυτός έγδυσε τη χορεύτρια επί σκηνής επειδή είναι ετερό. Πάντα θα θυμάμαι τους Έρωτες που είδα σε τοιχογραφίες στην Πομπηία πόση χαρά μετέδιδαν. Το ίδιο και τα γυμνά αγγελάκια στις θόλους των ναών της Ρώμης. Ο έφηβος των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας: εκφράζει μια ιλαρότητα και δεν εξαντλείται στον αισθησιασμό. Η ενοχική στάση προς το σώμα στέκεται στη σεξουαλικότητα και δεν αναγνωρίζει στην εμφάνιση του γυμνού μια οσιότητα. Μία δηλαδή πραγματικότητα που δεν εξαντλείται στην υλική χρήση του σώματος και τη φιληδονία, δεν σχετίζεται με την αιδώ και επεκτείνεται στην έννοια του κάλλους.

Όλα αυτά δεν τα λέω τυχαία. Η παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου είναι μια μελέτη επάνω στο γυμνό, όπως δημιουργείται αγνό και άσπιλο μέσα από τα χέρια του καλλιτέχνη δημιουργού. Ένα γυμνό που δεν είναι άσεμνο. Ή είναι άσεμνο όσο υπήρξαν τα μοντέλα του Πραξιτέλη ή του Μιχαήλ  Άγγελου.

Ο Tadeu Liesenfeld (έχει συνεργαστεί με τον Παπαϊωάννου στο Πουθενά το 2009 και στο Μέσα 2011) εμφανίζεται ολόγυμνος στην παράσταση. Μοιάζει σα μορφή που κατέβηκε για χάρι μας από τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα. Ίσως από τη νότια μετόπη με την Κενταυρομαχία. Ίσως πάλι να ήταν ο ποταμός Κηφισός από το δυτικό αέτωμα. Eίναι ένα πλάσμα που υπάρχει χάρις στον δημιουργό του. Έχει πάψει να είναι αγόρι. Είναι άνδρας. Ο δημιουργός καλλιτέχνης θα το μελετήσει, θα το παρατηρήσει, θα το βασανίσει, θα το περιθάλψει, θα το υποστηρίξει. Και το δημιούργημα θα ανταποκριθεί. Ο καλλιτέχνης αποκτά νόημα από το έργο του.

Πριν το τέλος το πλάσμα δέχεται επάνω του την ευλογία του νερού. Μια σκηνή που μου θύμισε τα παιδικά μου καλοκαίρια: σε μια αυλή να βρέχομαι με το λάστιχο με άλλα παιδάκια, να γελάμε δροσίζοντας το δέρμα μας από την κάψα. Χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Χωρίς ενοχή. Κάτι παρόμοιο βλέπω τώρα εδώ.

Ποιόν αφορά τελικά αυτό;

«Δεν ξέρω τί είναι αυτό που βλέπω». Αυτό ίσως μπορεί να ερμηνεύσει τη δήλωση: «Δεν με αφορά αυτό που βλέπω». Νομίζω προκαλεί περισσότερο άγχος η αρρενωπότητα του χορευτή, όταν κανείς θα περίμενε στη θέση της αρρενωπότητας χάρη και πλαδαρότητα, λύγισμα της μέσης και πόζα ενός σώματος που επαμφοτερίζει κλίνοντας προς μια θηλυπρέπεια. Θυμάμαι τις ανδρικές φιγούρες του κλασικού χορού λες και ήταν μέλη ενός θηλυκού σύμπαντος με την εκλέπτυνση στην κίνηση και την προβολή της χάρης, να λειτουργούν ως αναβατόρια για τις χορεύτριες. Άργησε πολύ να προβληθεί το ανδρικό σώμα να είναι ισότιμο με το γυναικείο επί σκηνής.

Εδώ στη παράσταση του Παπαϊωάννου έχουμε δύο και μόνο ανδρικά σώματα. Μήπως όμως δεν είναι ακριβώς δύο; Και μήπως δεν είναι δύο άνδρες αλλά κάτι άλλο; Μου έρχεται στο νου αστραπιαία η πρώτη διήγηση της Γένεσης που δεν μιλάει για δημιουργία άνδρα και γυναίκας, αλλά αφηγείται τη δημιουργία του ανθρώπου. Αδάμ δεν σημαίνει άνδρας. Σημαίνει χωματένιος. Στα μάτια μου το ο Βραζιλιάνος χορευτής με τις αναλογίες και το κάλλος αρχαίου άνδρα εκπροσωπούσε κάτι παραπάνω από το φύλο που βλέπαμε. Ή καλύτερα, το φύλο που δηλωνόταν στην εμφάνισή του ήταν παραπλανητικό.

Από τους πολλούς ερμηνευτές του Μέσα (ήταν 30), φθάσαμε μόνο στους 2. Ο Παπαϊωάννου ερευνά το σώμα χωρίς παραπανίσια υλικά παρά μόνο αυτό το ίδιο το σώμα. Αυτή είναι η πρώτη ύλη: ό,τι ορίζει την παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο. Την ύπαρξη. Μέσα από τα προζυμάκια θα πλάσει το δημιούργημά του, θα υπερηφανευθεί για αυτό. Αυτοσαρκαζόμενος, όσο ποτέ άλλοτε θα δείξει τα όρια του δικού του σώματος, παραμορφώνοντας τα μέλη του, σε στάσεις που παραπέμπουν σε freak show και σε θεάματα τσίρκου. Συνθέτει επιλέγοντας τις κινήσεις που δημιουργούνται από τη συνάντηση των δύο σωμάτων για να οπτικοποιήσει την εσωτερική ζωή του. Τις ιδέες του και τις μανίες του ως καλλιτέχνη. Η Πρώτη ύλη θεωρώ ότι είναι η πιο αυτοβιογραφική εργασία του Παπαϊωάννου γιατί μας δείχνει το ατελιέ του καλλιτέχνη που παλεύει με τα υλικά του. Πλάθει εικόνες για τη σχέση του με τον χορό, με το βασικό του εργαλείο, το σώμα του χορευτή, με την εξουσία που ασκεί ή την επίδραση που δέχεται από τον άλλο, τη θέση του σώματος στον χώρο, τη φρεναπάτη και τη μαγεία που μπορεί να δημιουργήσει όταν ανέβει στη σκηνή. Ο δημιουργός και το πλάσμα του. Ο κονφερασιέ και το νούμερό του. Η εσωτερική ζωή του performer, η αγωνία της εικονοποιΐας με ήχους που ακούγονται μερικές φορές άναρθροι για να γίνουν κινήσεις εύγλωττες, σωματικές λέξεις έλλογοι.

Ελλάδα ανάπηρη

Από την άλλη, αυτό που βλέπω, σκέπτομαι ότι είναι ένας στοχασμός επάνω στο τί σημαίνει Ελλάδα του σήμερα. Με τις συχνές αναφορές του στην αρχαία γλυπτική σχηματίζει μορφές αγαλμάτων που έχει θαυμάσει η ανθρωπότητα, έρχεται και τα προσκυνάει από τα πέρατα του κόσμου στα μουσεία μας ή ἐρχεται να προσκυνήσει στα μνημεία μας. Ο Παπαϊωάννου ειρωνευόμενος την αρχαιολατρία μάς επανατοποθετεί ενώπιον αυτών των μορφών, μπροστά σε μια Ελλάδα κοινωνικά ακρωτηριασμένη που έχει ανάγκη να σταθεί στα πόδια της και να περπατήσει ξανά. Νά, πώς αποκτά τώρα νόημα η σκηνή που μου θύμιζε φωτογραφίες της Αλβανίας με τους υποβασταζόμενους ανάπηρους. Στο συγκλονιστικό φινάλε της παράστασης το άγαλμα δεν μπορεί να σταθεί σε κανένα πόδι. Είναι ένας κορμός χωρίς άκρα. Κάποιος πρέπει να δώσει τη λύση. Και δίνεται.

Η ιδέα του καλλιτέχνη που δημιουργεί φαίνεται και από τη διαχείριση του φωτισμού. Στην παράσταση δεν υπάρχει κάποιος μηχανικός στα φώτα ή φροντιστής. Όλα τα χειρίζεται επί σκηνής με δυο τρεις διακόπτες ο δημιουργός. Πλαισιώνει το έργο του, το φωτίζει και ιδού: θαυμάστε με. Οι ήχοι είναι κυρίως φυσικοί, παραγόμενοι επί σκηνής και σε ορισμένα σημεία ένα τζιτζίκι, ένα ταξίμι (του Γιάννη Παπαϊάννου), το σύρσιμο ενός αντικειμένου ή το ίδιο το νερό που καταβρέχει δίνουν το σάουντρακ της παράστασης. Ναί, μπορείς να πεις ότι η τέχνη δεν έχει ανάγκη από πολλά λεφτά. Η πενία δεν είναι αντίπαλός της. Δεν χρειάζεται σκηνικά, δεν έχει ανάγκη πολυτελή κοστούμια, περούκες και φτερά, δεν θέλει πολύπλοκα φώτα, μηχανισμούς και τραμπουκέτα. Κάτι άλλο χρειάζεται για να είσαι ποιητής. Και κάτι άλλο χρειάζεται για να σταθεί η Ελλάδα στα ποδάρια της. Πέρα από το χρήμα και τα μνημόνια. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού. Όχι πολύ μακριά μας.

Ο Παπαϊωάννου μας κάνει συμμέτοχους στο τί σημαίνει ομορφιά. Σχολιάζει ειρωνικά τον εαυτό του τη δική του προσωπική πορεία, μας αφήνει ελεύθερους να φαντασιωθοῦμε και σε κάθε σκηνή αισθάνεσαι να να είναι η πρώτη φορά που βλέπεις τη ζωή να ξετυλίγεται μπροστά σου…

Ταυτότητα παράστασης

Δημιουργία: Δημήτρης Παπαϊωάννου

Με τους Tadeu Liesenfeld και Δημήτρη Παπαϊωάννου

Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Τίνα Παπανικολάου και Παυλίνα Ανδριοπούλου – Ντίνος Νικολάου

Γιατί Amy;

Αναβλήθηκε η σημερινή συναυλία της ξεχωριστής Amy Winehouse στην Αθήνα. Ο λόγος είναι η αδυναμία της να σταθεί στη σκηνή. Η Amy είναι άρρωστη.

Η εικόνα ευνοεί τη δημοσιότητα του γεγονότος, πουλάει την είδηση, ανοίγει συζητήσεις, κάνει τα ποντίκια να κλικάρουν ξανά και ξανά. Ποιό όμως είναι το στοιχείο που κάνει μια είδηση να φαίνεται ότι είναι πράγματι φρέσκια; Η εικόνα της Amy στη Σερβία κάνει το νέο να φαίνεται πραγματικά ως μία είδηση που μας αφορά.

Ετσι, ξεκινούσα, 21 Ιουνίου ένα κομμάτι για την Amy, αφού είχα δει τις εικόνες από τη συναυλία στη Σερβία, και είχα διαβάσει δεκάδες κείμενα που την χλεύαζαν και την πόμπευαν με τίτλους, όπως «τύφλα» η Έιμι ή «λιώμα» στη συναυλία στη Σερβία. Κτλ κτλ. Αλλά άφησα το κείμενο. Ένιωσα μια ματαιότητα. Αλλά θέλω να βάλω μερικές λέξεις. Και να πω τη σκέψη μου. Ίσως, γιατί θα γιόρταζε τα γενέθλιά της. Τη μέρα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. 14 Σεπτεμβρίου.

Βλέποντας το βίντεο τα έβαλα με εκείνους τους διοργανωτές που την έκαναν λεία, ενώ γνώριζαν πως η δύσμοιρη Amy δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της συναυλίας. Από την άλλη πλευρά είχα συγκλονιστεί με την απίστευτη σκληρότητα του κοινού. Που την έκραζε και την σφύριζε. Για την αδυναμία της να τραγουδήσει και να ολοκληρώσει το πρόγραμμά της. Να μπορέσει να παρασύρει το νου και να περάσει τους ακροατές της σε έναν άλλο κόσμο. Η φωνή της δεν έβγαινε. Τα μάτια της δεν μπορούσαν να εστιάσουν. Τα χέρια και όλο της το σώμα δεν υπάκουαν σε καμιά λογική σκηνικής παρουσίας. Και τί σημαίνει σκηνική παρουσία; Το αυτονόητο: επικοινωνία με τον άλλο. Που είναι εκεί. Σε εμπιστεύεται. Και αφήνεται σα βρέφος στην αγκαλιά σου. Κι εσύ το διαψεύδεις. Όχι γιατί δεν το αγαπάς. Δεν μπορείς να δείξεις την αγάπη σου γιατί είσαι πληγωμένη. Έβαλα τα κλάμματα, βλέποντας έναν άνθρωπο να μην έχει έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Ή έτσι να δείχνει. Το τελευταίο show της 27χρονης μοναδικής performer σα να ήταν η ύστατη κραυγή ενός ανθρώπου: Έχω ανάγκη φροντίδας. Δεν είμαι μόνο καταναλώσιμο προϊόν. Η αίσθηση που μου δίνει η Amy είναι πως ένιωθε έναν βαρύ χειμώνα μέσα της. Η τελευταία εμφάνιση της Amy Winehouse ήταν ένας σκηνικός λυγμός. Κι ήθελα τόσο πολύ να τη δω στην Αθήνα…

Στην εξόδιο τελετή της σε ένα ταπεινό κοιμητήριο κάπου στο βόρειο Λονδίνο, η Amy δεν έγινε θέαμα. Διαβάζω πως ο τόπος ήταν ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Οι δικοί της κράτησαν μακριά τα φώτα των κανιβαλιστικών media. Όλα έγιναν σεμνά και ταπεινά.

Τώρα που την ακούω ξανά εδώ σε αυτό το βίντεο, στο Body and Soul βουρκώνω και πάλι. Για την αντικειμενική της φωνή με τη βαθιά ρίζα στο μέλλον.

Γλυκειά παραίσθηση

Σε προδιαθέτει το κόκκινο βελούδο της κρεβατοκάμαρας. Θα ζήσεις κάτι όμορφο. Κι ας είναι εφιάλτης. Ένας εφιάλτης μπορεί να σε κάνει να γελάσει το χείλι σου. Κι από τρομάρα. Ή μετά από τον φόβο. Γιατί ο συγγραφέας εμπλέκεται κι αυτός στην ιστορία που γράφει για μας. Άραγε, μπορεί να κρατήσει αποστάσεις; Γίνεται συνένοχος ή απλά ηθικολόγος; Αναγνωρίζει μόνο τραγική διάσταση ή αντιλαμβάνεται τα πράγματα στο συναμφότερο, κωμικά και τραγικά μαζί;

Όλοι οι ηθοποιοί παίζουν και τραγουδούν ξαφνιάζοντας ευχάριστα και τους πιο απαιτητικούς θεατές. Το Θέατρο Πορεία με την ώς τώρα διαδρομή του και την καλλιτεχνική του δουλειά αποδεικνύει ότι σέβεται το κοινό του, χωρίς όμως να λαϊκίζει κολακεύοντας ή υποχωρώντας σε γούστα και μαζικές τάσεις.

To έργο του Ευγενίου Λαμπίς (Labiche) περιλαμβάνει 160 έργα και βασίζεται στην παράδοση του βοντβίλ (Vaudeville), σε μια παλιά παράδοση τραγουδιών που πέρασαν στην υπόθεση της κωμωδίας, ώστε τον 19ο αιώνα δημιουργήθηκε ένα καινούργιο είδος, πρόδρομος του μοντέρνου μιούζικαλ. Στα καθ᾽ ημάς ας ειπωθεί γενικά «κωμωδία μετ᾽ ασμάτων». Στις κωμωδίες αυτές τα πάντα ήταν ανακυκλωμένα υλικά. Η υπόθεση είναι απλή, κατανοητή από όλους. Τα τραγούδια βασίζονται σε γνωστές, παλιές μελωδίες. Oι ήρωες είναι άνθρωποι από τις λαϊκές τάξεις. Ο Λαμπίς ανεβάζει στη σκηνή τους αστούς. Και ταυτόχρονα βάζει στο στόχαστρο τις αδυναμίες τους. Αλλά τους αγαπάει. Δεν τους στηλιτεύει για να τους διορθώσει. Είναι αυτό που είναι. Και γελάς με αυτό που είναι. Φυσικά.

Η παράσταση στο Θέατρο Πορεία είναι σα να βλέπεις ταινία του βωβού κινηματογράφου με χρώμα και ήχο. Όχι, όμως, παλαιϊκά… Και με μια μουσική να ωθεί την πλοκή για να εξιχνιαστεί η υπόθεση της οδού Λουρσίν… Ή μήπως οι μουσικοί είναι συνένοχοι στο μυστικό που κρύβεται στην ιστορία και θέλει να μπλέξει και τους θεατές;

Μετά το «Κτήνος στο φεγγάρι» ο Δημήτρης Τάρλοου και η Ταμίλλα Κουλίεβα εμφανίζονται σε δύο ρόλους απαιτήσεων τελείως διαφορετικούς από το ζεύγος των Αρμενίων προσφύγων.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να δείτε την παράσταση. Όσοι έχετε συνηθίσει τη Φριντζήλα σε άλλες δουλειές θα δείτε μια προσέγγιση σε ένα είδος που έχει θεωρηθεί ελαφρό αλλά που έχει διδάξει τους δραματουργούς για το τι σημαίνει καλοφτιαγμένο έργο που απευθύνεται στον πολύ κόσμο. Προορίζεται να κριθεί από την αγορά του θεάματος. Η Φριντζήλα στήνει μια παράσταση καλοκουρδισμένη, ειλικρινά, ευφρόσυνη με τους ηθοποιούς ελεύθερους να αυτοσχεδιάζουν επί σκηνής και βεβαίως να ρισκάρουν ακροβατώντας στον αυτοσχεδιασμό. Ρυθμικοί και αγέρωχοι. Τσαλακωμένοι ή καλοσιδερωμένοι. Πάντως ενθουσιασμένοι, όλοι τους μεταμορφωμένοι μέσα στα κοστούμια του Άγγελου Μέντη. Δημήτρης Τάρλοου (είχε παίξει στην παράσταση του έργου σε σκηνοθεσία του αείμνηστου Τάσου Μπαντή στο Θέατρο Εμπρός), Ταμίλα Κουλίεβα, Ερρίκος Λίτσης, Παναγιώτης Τσεβάς, Μιχάλης Φωτόπουλος, Κώστας Νικολόπουλος. Όλος ο θίασος γίνεται ορχήστρα που σε παρασέρνει με τις μουσικές πολυχρωμίες του Βασίλη Μαντζούκη που παίζονται ζωντανά επί σκηνής. Σε μια χορογραφία που έχει φροντίσει ο ιπτάμενος Αργεντίνος Camilo Bentancor. Η μετάφραση της Νικολέτας Φριντζήλα απίστευτα σύγχρονη!

Είναι μια παράσταση που εξερευνά τον μηχανισμό του θεάτρου, χωρίς να προδίδει το παραμύθι του. Δηλαδή τη μαγεία του! Παράσταση απολαυστική σα μια γλυκειά παραίσθηση. Ιαματική.

O μελωδικός μάγος της σκηνής

Nαί, ανάψαν τα φώτα στο περιβόλι του τρελλού. Kαι ιδού: επί σκηνής ο Διονύσης. Στα μαύρα με δύο γλώσσες φωτιάς από τα βαθυκόκκινα σπορτέξ. Αυτός και η κιθάρα του. Αυτός και το κοινό του. Έτοιμος να υποκριθεί αληθινά για τη σύναξη του Παλλάς. Είναι η τελευταία του νύχτα, αφιερωμένη στα σίξτις. Όλοι έχουν ησυχάσει. Κάθε τραγούδι είναι μία μικρή ιστορία που γίνεται παράσταση. Βλέπουμε πρόσωπα μέσα από τη μουσική και τους στίχους του. Η Ζωζώ είναι πραγματική, οι φαντάροι κινούνται, τα παιδιά μας κοιτούν, άλλοτε με απορία άλλοτε με χαμόγελο. Βλέπω για πρώτη φορά τη Συννεφούλα. Αυτός και εκείνη ήταν δεκαπέντε ετών. Την αντικρίζουμε σε ένα πορτραίτο να διαβαίνει τη σκηνή: ένα πανέμορφο κοριτσόπουλο, μελαχρινό. Η μούσα του Διονύση είναι εφηβική, ενώ αυτός έφηβος ασπρομάλλης την καμαρώνει.

Ο Σαββόπουλος δεν είναι ακόμη ένας συνθέτης της νεώτερης μουσικής ιστορίας του τόπου μας, αλλά ένας καλλιτέχνης πρότυπο για τις νεότερες γενιές.

Το μυστικό του Διονύση είναι που μας κάνει μέτοχους των ιστοριών του. Τουλάχιστον εκείνων που σχολιάζουν τα τραγούδια του, εξηγούν τα στιχάκια, μας ταξιδεύουν στις συνθήκες της δημιουργίας. Η συννεφούλα με τον γοργό ρυθμό δεν αργεί να γίνει τσάμικο, για να καταλήξει στο παιδικό φινάλε και στα τρίγωνα κάλαντα. Να γίνει μια ευχή: «Χρόνια πολλά!». «Σε σένα χρόνια πολλά, Διονύση!»

Μοιράζεται εικόνες των νεανικών του χρόνων, την εποχή των διαδηλώσεων, την επομένη της δολοφονίας Λαμπράκη: «Το πρωί μας καταβρέχανε το βράδυ ταβέρνα. Τσιτσάνης, Θεοδωράκης». Μας δείχνει το λεύκωμά του με φίλους. Στην παρέα και ο Παπαδιαμάντης που κρατάει μαζί του σαν φυλαχτό. Έρχεται και ο Τσαρούχης. Μετά ο Χριστιανόπουλος: «Η Αθήνα είναι μια γάτα που θα σε κατουρήσει». Συμβουλή του Θεσσαλονικού προς Θεσσαλονικιό που πρόκειται να κατέβει Αθήνα.

Μας λέει τα όνειρά του: Να είναι στην Αμερική, να γράφει τραγούδια διαμαρτυρίας, να γνωριζόταν με ηθοποιούς, να σκάρωνε και καμιά διαδήλωση… Ονειρεύεται αλλά βρίσκεται στην Μπουμπουλίνας , στα κρατητήρια. Τον δέρνουν. Κάθε μπερντάκι και σύνθεση. «Ολόκληρο long play φτιάξαμε η ασφάλεια κι εγώ», θα καταλήξει και ο κόσμος γελά πικρά. Η ζωή του μοιάζει ταινία. Όπως και η δεκαετία του 60, που έχει βαλθεί να μας ταξιδέψει. Γιε, γιε, γιε.

Πολιτικός και λυρικός

Δεν ξέρω εάν υπάρχει άλλος καλλιτέχνης που να μετουσιώνει την πολιτική πραγματικότητα χωρίς να γίνεται διδακτικός, ηθικιστής ή κοινότυπα περιγραφικός. Παραμένοντας λυρικός. Βλέποντας μέσα στη μάζα ένα πρόσωπο να φωσφορίζει και να λάμπει.

Ακούγοντας ξανά τον Σαββόπουλο ανακαλύπτω έναν μεγάλο δάσκαλο, με την έννοια του προτύπου, για τους ομοτέχνους του. Βρίσκω, όμως και τον performer της λαϊκής σύναξης. Τον παραμυθά που ξέρει να αφηγείται μύθους και τον τροβαδούρο που παίζει τις ιστορίες του στις νότες της μουσικής του κλίμακας, σε ρυθμούς γνωστούς, που δημιουργούν πάντα ένα παραξένισμα. Είναι το παραξένισμα της πρωτοτυπίας, η έκπληξη του νέου και θαυμάσιου. Του εξαίρετου και μοναδικού. Κι ας είναι 64 χρονών. Έχει ενέργεια εικοσάρη. Και η φωνή του είναι άψογη.

Κορυφαία στιγμή της βραδιάς η εμφάνιση στη σκηνή του Γιώργου Ρωμανού. Μεταξύ των τριών τραγουδιών που ερμήνευσε, και το «Αστέρι του βορριά», του δασκάλου Μάνου Χατζιδάκι. Καταχειροκροτήθηκε.

Δεν θέλω να αγιολογήσω. Απλώς, νιώθω το σώμα μου να μουδιάζει. Τα μάτια μου βουρκώνουν όχι μόνο από στίχους και προσωπικές αναμνήσεις αλλά ακόμη όταν βλέπω τους μουσικούς να απογειώνονται, να γίνονται ξωτικά, να τρελλαίνονται ωραία.

Ανάμεσα σε δύο πλατείες…

Η παράσταση οφείλει πολλά και στη σκηνογραφία του γνωστού εικαστικού Μάριου Σπηλιόπουλου και της Λαμπρινής Καρδαρά. Κυρίως, όμως, πίσω από την ιδέα ανακαλύπτω τις εμμονές του Σπηλιόπουλου με τα πρόσωπα που αρθρώνουν ένα εικονοστάσι της νεότερης ιστορίας μας. Η κάθε φωτογραφία διηγείται μια ιστορία. Και όλες οι ιστορίες αυτές φαίνεται ότι γράφουν την πραγματική ιστορία μας, που συχνά δεν θα τη διαβάσουμε ποτέ σε επίσημα εγχειρίδια.

Η εξομολόγηση με τη φωτογραφία του πατέρα του, τα στιχάκια του και ένα μυστικό που αποκαλύπτεται με τον θάνατό του, δίνει τον τόνο. Ερμηνεύει την πατρική μορφή: «Δεν είμαστε οι θεοί που νομίζατε. Δεν είμασταν οι σπουδαίοι που νομίζατε. Ό,τι μπορέσαμε κάναμε.» Για να καταλήξει αυτοκριτικά: Η γενιά μας δυσκολεύεται να το πεί, εμείς οι ανήλικοι διαρκώς.

Ο Σπηλιόπουλος είχε στήσει ως φόντο στο βάθος της σκηνής εικόνες από μία συγκέντρωση στα μέσα της δεκαετίας του 6ο, και ακριβώς μπροστά μια κερκίδες με ένα πολύ νεανικό κοινό να συμμετέχει ενεργά, αφήνοντας τον αυθορμητισμό του να εκδηλωθεί με σιγοντάρισμα, με συνοδεία ρυθμική ή και με σωματική κίνηση. Έτσι, ο Σαββόπουλος έπαιζε αγκαλιασμένος ανάμεσα σε δύο ομάδες θεατών από διαφορετικές γενιές: οι νέοι παρακολουθούν τους μεγαλύτερους και οι παλιοί βλέπουν πώς προσλαμβάνουν τις μουσικές του 60 οι εικοσάριδες. Προς το τέλος τα νέα παιδιά εξέλιξαν τη βραδιά σε πάρτι. Η λειτουργικότητα της ομάδας αυτής αποδείχτηκε ευφάνταση στον τρόπο που μετέφεραν τις αναμνήσεις του Διονύση από τον έξω κόσμο στα φώτα της σκηνής, περνώντας από χέρι σε χέρι φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων, πάνω σε πλαίσια, εικόνες που είχαν μια διαφάνεια, σαν να ήταν άυλες. Όταν τις άγγιζαν τα παιδιά οι εικόνες αυτές ανέβαιναν ψηλά για να χαθούν.

Να σημειωθεί ότι στο πρώτο μέρος είμασταν παρέα με τον Σταύρο Λάντσια στο πιάνο και στα κρουστά, και στο δεύτερο μέρος διηύθυνε ο Γιάννης Παπαζαχαριάκης. Ο ίδιος ο Διονύσης πάντα με την κιθάρα, την ίδια εκείνη που κατέβηκε στην πρωτεύουσα. Τη σκηνοθεσία την υπογράφει ο Σαββόπουλος, μαζί με τη Σοφία Σπυράτου.

Έφυγα από το Παλλάς αισθανόμενος την ευλογία της επικοινωνίας σε μια κυψέλη συγκινήσεων. Κερδισμένος. Και ακόμη ένιωσα την ευεργεσία και το προνόμιο να είναι ένας συμπατριώτης μας ο Διονύσης.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΥΣ!

Στο Πουθενά και στο Τίποτα

Ξάφνιασε το κοινό των εγκαινίων του Εθνικού ο Δημήτρης Παπαϊωάννου όταν στην παράσταση της Τετάρτης ενώθηκαν επάνω στη σκηνή οι χορευτές με τους θεατές της δεύτερης παράστασης. Μέσα από διαδρόμους οδηγήθηκαν όλοι ανύποπτοι προς την υποτιθέμενη είσοδο, και ξαφνικά βρέθηκαν σε έναν κύκλο γύρω από έναν χορευτή που ζητούσε να κάνουν ησυχία. Ανάβουν τα φώτα της πλατείας. Από εκεί ξεχωρίζουν τα κεφάλια των καθισμένων που χειροκροτούν στο φινάλε, ενώ η καθρέπτινη αυλαία πέφτει. Ο κόσμος πάνω στη σκηνή σχολιάζει έκπληκτος το εντυπωσιακό εύρημα…

Κάπου εκεί ολοκληρώθηκε και η μαγεία. Μετά από το τέχνασμα της «εξαπάτησης» του κοινού η παράσταση κύλισε σαν μία πρόβα αυτοσχεδιασμών που μάλλον κούρασε, παρόλη τη μικρή διάρκεια. Αποκαλύφθηκαν οι κρυμμένοι μηχανισμοί της σκηνής, άνοιξαν τα τραμπουκέτα, κατέβηκαν τα στηρίγματα των σκηνικών. Μέσα σε γκρι τόνους από τα μέταλλα των εξοπλισμών κινήθηκαν οι χορευτές με απλά κοστούμια σε γήινα γκρι καφέ χρώματα. Ωστόσο όλη η παράσταση βασίστηκε μεν στις μηχανές της σκηνής και στην επιδεξιότητα των εκπληκτικών χορευτών να συνομιλήσουν μαζί τους, αλλά αυτό και μόνο δεν έδεσε σε μια ιστορία. Έλειπε ο μύθος που περίμενα να μοιραστώ με τους υπόλοιπους. Έμοιαζε όλο το πράγμα να μην οδηγεί και πουθενά και στην ουσία να μην είναι κάτι που προσφέρει συγκίνηση. Έχω δει σχεδόν τις περισσότερες παραστάσεις του Παπαϊωάννου, αλλά μόνο εδώ ένιωσα την απουσία οικείων αισθήσεων που σημαίνει έλλειψη αναγνωρισιμότητας όσων έβλεπα. Σχεδόν τα πάντα ξένα. Ίσως, υπερβολικά αφηρημένα. Έννοιες χωρίς υλικό αντίκρυσμα. Και πλέον στις μέρες μας η γυμνότητα του σώματος εάν δεν εντάσσεται κάπου είναι άδεια εικόνα. Το αποτέλεσμα: ενδιαφέρον πιο πολύ για σπουδαστές χορού, και φοιτητές ΤΕΦΑ.

Ξέρω ότι οι περισσότεροι θα γράψουν ύμνους για τον άνθρωπο που άλλαξε τον τρόπο του χορού στην Ελλάδα. Εγώ μιλώ σαν ένας κοινός θεατής που θέλει να γίνεται παιδί σε κάθε παράσταση που βλέπει. Να μην αναζητάει ερμηνείες εκ των υστέρων ούτε να διαβάζει απολογητικά υπομνήματα των δημιουργών για το τί ήθελαν να υποστηρίξουν. Και εδώ παιδί δεν έγινα.

Σκέπτομαι τι μπορώ να περιμένω πλέον από τον Παπαϊωάννου. Πόσο έχουν ανέβει οι προσδοκίες μου; Νομίζω ότι θα ήθελα να τον δω να μεταγράφει αρχαία δράματα, τραγωδία και κωμωδία. Ακόμη να συνεργάζεται με ξένους καλλιτέχνες και να δοκιμαστεί σε χώρες με παράδοση στον χορό. Να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί σε νέες σκηνές, σε άλλους όρους, με άλλα ερεθίσματα και άλλες εμπειρίες. Και να είμαι εκεί να τον δω. Να ξαναγίνω παιδί. Και μαθαίνω ότι θα πάει για μερικούς μήνες στην Αμερική, κοντά στη Λώρη Άντερσον. Είμαι βέβαιος ότι μόνο καλό μπορεί να έχει μια τέτοια μετακίνηση.

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ: ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

TAYTOTHTA
Σύλληψη – Σκηνοθεσία Δημήτρης Παπαϊωάννου
Σκηνικός σχεδιασμός Ζάφος Ξαγοράρης
Μουσική σύνθεση – Ηχητικός σχεδιασμός Coti K.
Κοστούμια Θάνος Παπαστεργίου
Φωτισμοί Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθός σκηνοθέτη – Διεύθυνση καλλιτεχνικής παραγωγής Τίνα Παπανικολάου
Διανομή:
Παίζουν: Θανάσης Ακοκκαλίδης, Νίκος Δραγώνας, Μανώλης Θεοδωράκης, Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης, Γιώργος Καφετζόπουλος, Ευριπίδης Λασκαρίδης, Γιώργος Μάτσκαρης, Χρήστος Παπαδόπουλος, Σίμος Πατιερίδης, Βαγγελιώ Ράντου, Ηλίας Ραφαηλίδης, Διογένης Σκάλτσας, Συμεών Τσακίρης, Αltin Huta

Χορευτές: Προκόπης Αγαθοκλέους, Πάνος Αθανασόπουλος, Αντώνης Βάης, Κωνσταντίνος Μαραβέλιας, Γιάννης Μίχος, Μαρία Μπρέγιαννη, Ίλια Ντετσάβες-Πόγκα, Γιάννης Παπακαμμένος, Άρης Πλασκοβίτης, Καλλιόπη Σίμου, Σοφία Τσιαούση, Tadeu Liesenfeld

Οι Πέρσες ήρθαν μέσω Γερμανίας: Και κούρασαν και απογοήτευσαν

Ο κόσμος αποχωρούσε σιωπηλός, μουρμουρίζοντας ή και με έκδηλη αγανάκτηση από την παράσταση μεμονωμένα ή κατά ομάδες. Σε ορισμένα σημεία φάνηκε να δυσκολεύεται η ερμηνεία της Αμαλίας Μουτούση, η οποία σε μεγάλο μέρος της παράστασης στεκόταν στα όρια των διαζωμάτων. Στο τέλος αρκετοί γιουχάισαν και μία κοπέλα φώναξε «Έξω από την Επίδαυρο». Οι αποχωρήσεις, όπως σωστά σχολίασε η διπλανή μου, ακουγόντουσαν σαν οπλές αλόγων, ένα ποδοβολητό… Ήταν ενοχλητικές οι αποχωρήσεις αλλά επιβεβαίωναν τη ζωντάνια της θεατρικής τέχνης. Κανείς δεν μπορεί να μείνει καθηλωμένος εάν το θέαμα που βλέπει δεν τον ικανοποιεί. Και στους Πέρσες τι ήταν αυτό που ενόχλησε; Continue reading