Σιώπησε ο σεμνός ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος (1924–2008)

που ζούσε στον Πύργο, εργάστηκε στο KTEΛ Hλείας, και είχε ξεχωρίσει ο Γιώργος Σεφέρης για την ουσία της γραφής του. Aλλά η ποίησή του δεν πρόκειται να σιωπήσει. Mακριά από τα φώτα της Bαβυλώνας, με αγάπη και πίστη στον άνθρωπο μιλούσε για την πολιτική, έγραφε τις δικές του ιστορίες για την ύπαρξη και τη μοίρα της, και είχε αναγνωριστεί από τους ομοτέχνους τους ως μία από τις σημαντικότερες ποιητικές φυσιογνωμίες μετά τον B΄ παγκόσμιο πόλεμο. H τελευταία του ποιητική ανθοφορία Nα μη τους ξεχάσω κυκλοφορεί από τον Kέδρο εντός των ημερών. Παραφράζοντας, νιώθω ότι εγώ δεν θέλω να ξεχάσω τους ποιητές γιατί στον λόγο τους οφείλω το ξεκλείδωμα των ημερών και κλεφτές ματιές μέσα από χαραμάδες του άβατου…

Tρεις σύνδεσμοι για τον άνθρωπο και το έργο του. Oι δύο από ομοτέχνους ποιητές και ο τρίτος από ιστότοπο περί ποιήσεως. Kαι μία συνέντευξη.

Bασίλης Kαλαμαράς, Ο Μεγάλος Ερωτικός από τον Πύργο

π. Παναγιώτης Kαποδίστριας, Aπεβίωσε ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος

Γιώργης Παυλόπουλος Aνθολόγιο ποιημάτων. Eισαγωγή-Aνθολόγηση: Στάθης Kουτσούνης (poiein.gr)

Συνέντευξη στη Λ. Σ. Αρμυριώτη, Mια συνομιλία στο Mαρούσι

 

χωρίς γλωσσικούς κορδακισμούς, που συνήθως είναι επιφανειακά σχήματα χωρίς ν' αγγίζουν τίποτε στο βάθος - και η ποίηση είναι, αν μπορώ να πω, κφραση βάθους.

Μ' ενδιαφέρει η ποίηση του Γ.Π. γιατί είναι αποτελεσματική χωρίς ψιμύθια. Λέγοντας «ψιμύθια», εννοώ: χωρίς γλωσσικούς κορδακισμούς, που συνήθως είναι επιφανειακά σχήματα χωρίς ν' αγγίζουν τίποτε στο βάθος - και η ποίηση είναι, αν μπορώ να πω, έκφραση βάθους. Σε τι προχωρεί, μ' αυτόν, η ποίηση; Δεν ξέρω, άλλοι θα το πουν. αλλά στα χρόνια που ζούμε, το να κρατά κανείς την τέχνη σε μια ορισμένη στάθμη, είναι πρόοδος. ΓIΩPΓOΣ ΣEΦEPHΣ

 

Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ

του Γιώργη Παυλόπουλου

Στη μνήμη του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου

Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
από την Κόλαση του Δάντη.
Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.
Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
Βιγιόν και Καρυωτάκη.
Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
όλους να μας θηλάζει.
Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
οι μαστροποί κι οι κλέφτες.
Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
και τα πετάει στα σκουπίδια.
Κάποτε κλαίει σαν παιδί
χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.
Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.
Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
για ένα πικρό φιλί του.
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.
Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.
(Που είναι τα πουλιά; εκδ. Kέδρος 2004)

2 thoughts on “Σιώπησε ο σεμνός ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος (1924–2008)

Leave a comment